Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τέταρτος

Part 2

Chapter 2 15 words Public domain Markdown

ΣΤΟΑ. Δεν αγνοώ, άνδρες δικασταί, ότι η αντίδικός μου έχει το πλεονέκτημα του κάλλους, βλέπω δε ότι και πολλοί εξ υμών στρέφετε προς αυτήν τα βλέμματα και της μειδιάτε, εμέ δε καταφρονείτε, διότι έχω την κόμην σύρριζα κομμένην και το βλέμμα μου είνε αρρενωπόν και φαίνομαι σκυθρωπή. Αλλ' αν θελήσετε να με ακούσετε, ελπίζω ότι θα είπω πράγματα δικαιότερα από όσα θα σας είπη αυτή. Την κατηγορώ δε ακριβώς διότι όπως είνε ως εταίρα καλλωπισμένη και με τα θέλγητρα του προσώπου της κατώρθωσε να δελεάση τον εραστήν μου Διονύσιον, άνδρα φρόνιμον τότε, και να μου τον αποσπάση. Η δίκη, ήτις εδικάσθη προ ολίγου μεταξύ Ακαδημίας και Μέθης, είνε αδελφή της παρούσης. Πρόκειται δηλαδή να εξετασθή αν πρέπει να ζώμεν ως χοίροι κάτω βλέποντες χωρίς να σκεπτώμεθα τίποτε ευγενές ούτε υψηλόν, ή να θεωρούμεν το ευχάριστον κατώτερον του ηθικού και ελεύθεροι ελευθέρως να φιλοσοφούμεν και μήτε τον πόνον ως τι ακατανίκητον να φοβούμεθα, ούτε το ευχάριστον ως κτήνη να προτιμώμεν και την ευτυχίαν να ζητούμεν εις το μέλι και τας ισχάδας.{8} Διότι τοιαύτα δολώματα παρουσιάζει η Ηδονή προς τους ανοήτους και φοβερίζουσα με τον κόπον, προσελκύει τους περισσοτέρους, μεταξύ δε αυτών έκαμε και τον ταλαίπωρον εκείνον ν' αποσκιρτήση από ημάς. Και προς τούτο εξέλεξε τον καιρόν κατά τον οποίον ήτο άρρωστος• διότι ουδέποτε αν ήτο υγιής θα επείθετο εις τους λόγους εκείνης. Αλλά διατί εγώ ν' αγανακτώ κατ' αυτής, αφού ούτε τους θεούς σέβεται, αλλά συκοφαντεί την πρόνοιαν αυτών; Ώστε δίκαιον θα είνε να την καταδικάσετε και επί ασεβεία. Ήκουσα δε ότι ούτε παρεσκευάσθη διά ν' απολογηθή, αλλ' εκάλεσε τον Επίκουρον διά να ομιλήση αντ' αυτής. Βλέπετε πώς εμπαίζει το δικαστήριον. Αλλά να την ερωτήσετε τι θα εγίνοντο ο Ηρακλής και ο συμπολίτης σας Θησεύς εάν πειθόμενοι εις τας παρακινήσεις της Ηδονής απέφευγον τους κόπους• αναμφιβόλως η γη θα ήτο πλήρης αδικίας, αν εκείνοι δεν εκοπίαζον. Αυτά μόνον λέγω, διότι δεν μου αρέσουν οι μακροί λόγοι. Εάν δε θελήση να μου απαντήση εις ολίγας ερωτήσεις τας οποίας θα της απευθύνω, θα σας αποδείξω αμέσως την μηδαμινότητά της. Αλλ' ας είνε• τώρα ενθυμούμενοι τον όρκον σας ψηφίσετε κατά συνείδησιν, χωρίς να πιστεύσετε εις τον Επίκουρον, όστις αρνείται την πρόνοιαν των θεών διά τα επί της γης συμβαίνοντα.

ΕΡΜ. Αποσύρθητι και τώρα λέγε συ, Επίκουρε, υπέρ της Ηδονής.

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ. Δεν θα μακρηγορήσω, άνδρες δικασταί, διότι δεν έχω και ανάγκην πολλών λόγων. Αλλ' εάν τω όντι η Ηδονή εξηνάγκασε τον Διονύσιον, τον οποίον η Στοά λέγει εραστήν της, διά μαγειών ή φαρμάκων, να απαρνηθή την Στοάν, να στραφή δε προς αυτήν, δικαίως πρέπει να θεωρηθή ως μάγισσα και να καταδικασθή ως αδικούσα, αφού μαγεύει τους ξένους εραστάς. Εάν όμως κανείς είνε ελεύθερος και ζη εις ελευθέραν πόλιν και χωρίς να παραβή τους νόμους σιχαθή αυτήν διά την αηδίαν της και νομίση ως μωρολόγημα εκείνο το οποίον αυτή λέγει, ότι, η ευδαιμονία προέρχεται εκ των μόχθων• εάν εγκατέλειψε τους σκολιούς και προς λαβυρίνθους ομοιάζοντας εκείνους λόγους και εδραπέτευσεν ευχαρίστως προς την Ηδονήν, κόψας ως δεσμά τας πλεκτάνας των λόγων• εάν σκεφθείς ανθρωπίνως και όχι βλακωδώς, εθεώρησε την κακοπάθειαν, όπως και είνε, κακήν, γλυκείαν δε την ηδονήν, έπρεπε να τον αποπέμψωμεν ως ναυαγόν πλησιάζοντα εις λιμένα και επιθυμούντα γαλήνην; Έπρεπε να τον ρίψωμεν εκ νέου εις τους μόχθους και να τον παραδώσωμεν τον δυστυχή πάλιν εις τας στερήσεις, μάλιστα δε όταν ως ικέτης προς τον βωμόν του ελέου κατέφυγεν εις την Ηδονήν; Πρέπει να τον εξαναγκάσωμεν να ανέλθη με ιδρώτα πολύν την πολυθρύλητον ανωφέρειαν της αρετής και αφού κακοπαθήση καθ' όλον του τον βίον να ευτυχήση μετά θάνατον; Αλλά ποίος δύναται να κρίνη δικαιότερον από αυτόν τον Διονύσιον, ο οποίος αφού εγνώρισε τας ιδέας της Στοάς καλλίτερα από κάθε άλλον και μόνον το καλόν ενόμιζε πριν αγαθόν, ενόησεν έπειτα ότι ο κόπος ήτο πράγμα κακόν και εκ των δύο δοκιμασθέντων εξέλεξε το καλλίτερον; Διότι υποθέτω ότι έβλεπε τούτους να διδάσκουν πολλά περί καρτερίας και ανοχής των κακοπαθειών, ιδιαιτέρως δε να περιποιούνται την Ηδονήν, να επιδεικνύουν αυστηρότητα με τους λόγους, κατ' οίκον δε να ζουν κατά τους νόμους της Ηδονής• να εντρέπωνται μεν να φανούν παραβαίνοντες την αυστηρότητα των αρχών των και προδίδοντες το δόγμα των, πάσχοντες δε οι ταλαίπωροι το πάθημα του Ταντάλου και, όταν δύνανται κρυφίως και ασφαλώς να παραβούν τας αρχάς των, απλήστως γευόμενοι την ηδονήν. Εάς κανείς έδιδεν εις αυτούς τον δακτύλιον του Γύγου, τον οποίον να φορούν και να γίνωνται αόρατοι, ή τον πίλον του Πλούτωνος, {9} είμαι βέβαιος ότι θα εγκατέλιπον ευχαρίστως τας κακοπαθείας και θα έτρεχον προς την Ηδονήν, μιμούμενοι όλοι τον Διονύσιον, ο οποίος μέχρις ου ασθενήση ήλπιζεν ότι θα τον ωφέλουν αι περί της καρτερίας διδασκαλίαι• αλλ' όταν ησθένησε και κατελήφθη υπό αλγηδόνων και ησθάνθη την πραγματικότητα του πόνου, είδεν ότι το σώμα του είχεν εναντίας προς την Στοάν φιλοσοφικάς γνώμας και δόγματα και εις αυτό μάλλον παρά εις τους Στωικούς επίστευσε και ενόησεν ότι ήτο άνθρωπος και είχεν ανθρώπινον σώμα. Έκτοτε δε έπαυσε να το μεταχειρίζεται ως ανδριάντα, {10} πιστεύων ότι εκείνος ο οποίος κατηγορεί την ηδονήν και επαινεί τας κακοπαθείας,

λόγοισι χαίρει, τον δε νουν εκείσ' έχει.{11}

Ετελείωσα• υμείς δε τώρα αποφασίσετε.

ΣΤΟΑ. Όχι ακόμη, αλλ' επιτρέψατε να του απευθύνω ολίγας ερωτήσεις.

ΕΠΙΚ. Ερώτησε και θ' απαντήσω.

ΣΤΟΑ. Νομίζεις ότι η σκληραγωγία είνε τι κακόν;

ΕΠΙΚ. Μάλιστα.

ΣΤΟΑ. Η ηδονή δε καλόν;

ΕΠΙΚ. Βεβαίως.

ΣΤΟΑ. Και πώς; Γνωρίζεις τι είνε διάφορον και αδιάφορον και προηγμένον και αποπροηγμένον; {12}

ΕΠΙΚ. Μάλιστα.

ΕΡΜ. Άκουσε, Στοά• οι δικασταί λέγουν ότι δεν εννοούν αυτά τα λεπτολογήματα, ώστε παύσετε, διότι θα ψηφοφορήσουν.

ΣΤΟΑ. Θα ήμουν βεβαία περί της νίκης, εάν με άφιναν να τον ερωτήσω περί του τρίτου σχήματος των αναποδείκτων. {13}

ΔΙΚ. Ποιος εκέρδισε;

ΕΡΜ. Η Ηδονή παμψηφεί.

ΣΤΟΑ. Κάνω έφεσιν εις τον Δία.

ΔΙΚ. Σου εύχομαι επιτυχίαν. Συ δε, Ερμή, κάλεσε άλλους.

ΕΡΜ. Η Αρετή κατά της Τρυφής διά τον Αρίστιππον. Και αυτός ο Αρίστιππος ας έλθη.

ΑΡΕΤΗ. Πρέπει να ομιλήσω πρώτη εγώ, διότι εις εμέ ανήκει ο Αρίστιππος, ως φαίνεται από τους λόγους και τα έργα του.

ΤΡΥΦΗ. Όχι, εγώ• διότι εις εμέ ανήκει ο άνθρωπος, ως φαίνεται από τους στεφάνους, το κόκκινον ένδυμα και τα αρώματα.

ΔΙΚ. Άδικα φιλονικείτε, διότι η δίκη σας θα αναβληθή έως ου ο Ζευς εκδώση την απόφασίν του περί του Διονυσίου. Η υπόθεσίς σας είνε ομοία με εκείνην, ώστε, εάν η Ηδονή κερδίση, και ο Αρίστιππος θα παραχωρηθή εις την Τρυφήν• εάν δε νικήση η Στοά, και ο Αρίστιππος θα επιδικασθή εις την Αρετήν. Ώστε άλλοι ας έλθουν. Και να μη δοθή αμοιβή εις τους κληρωθέντας διά την αναβληθείσαν υπόθεσιν, αφού έμεινεν αδίκαστος.

ΕΡΜ. Εις μάτην λοιπόν έκαμαν τον κόπον άνθρωποι γέροντες ν' αναβούν τόσω μεγάλον ανήφορον;

ΔΙΚ. θα είνε αρκετόν να λάβουν το τρίτον της αμοιβής. Πηγαίνετε τώρα και μη θυμώνετε• θα δικάσετε και πάλιν.

ΕΡΜ. Καιρός να έλθη ο Διογένης ο Σινωπεύς και συ η Αργυραμοιβική έχεις τον λόγον.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ. Αν δεν παύση να μ' ενοχλή αυτή, θα δικασθώ όχι πλέον δι' απόδρασιν, αλλά διά μεγάλα και βαρέα τραύματα• θα την αρχίσω αμέσως τώρα στο ξύλο.

ΔΙΚ. Τ' είν' αυτά; Έφυγεν η Αργυραμοιβική και ο Διογένης την καταδιώκει με την βακτηρίαν υψωμένην. Άσχημα την έχει η δυστυχής. Τον Πύρρωνα κάλεσε.

ΕΡΜ. Η Ζωγραφική είνε εδώ, αλλ' ο Πύρρων δεν ήλθε καθόλου και ήτο επόμενον.

ΔΙΚ. Διατί ήτο επόμενον;

ΕΡΜ. Διότι δεν παραδέχεται ως αληθή καμμίαν κρίσιν.

ΔΙΚ. Λοιπόν ας δικασθή ερήμην και ας καταδικασθή. Τώρα κάλεσε τον Σύρον λογογράφον, μολονότι αι αγωγαί, αι οποίαι έχουν δοθή εναντίον του, είνε ολίγου καιρού και δεν ήτο καμμία ανάγκη να δικασθούν τώρα• αλλ' αφού απεφασίσθη, εισάγαγε πρώτον την δίκην της Ρητορικής. Μπα! πόσοι ήλθαν διά ν' ακούσουν την συζήτησιν.

ΕΡΜ. Τούτο ήτο επόμενον, επειδή η υπόθεσις δεν είνε παλαιά, αλλά νέα και πρωτοφανής, διότι χθες μόλις, ως είπες, εδόθη η αγωγή, και η ελπίς ν' ακούσουν την Ρητορικήν και τον Διάλογον ν' αναπτύσσουν την κατηγορίαν έκαστος ιδιαιτέρως, ν' απολογήται δε και προς τους δύο ο Σύρος, προσείλκυσε πολλούς εις το ακροατήριον. Αλλά τέλος πάντων άρχισε, Ρητορική.

ΡΗΤΟΡΙΚΗ. Εν πρώτοις, ω άνδρες Αθηναίοι,{14} εύχομαι εις τους θεούς όλους και τας θεάς, όσην αγάπην τρέφω προς την πόλιν και προς όλους υμάς, άλλην τόσην να εύρω εκ μέρους σας εις τον προκείμενον αγώνα• έπειτα δε θα τους παρακαλέσω να σας οδηγήσουν, όπως είνε και δίκαιον, να μη επιτρέψετε εις τον αντίδικον να με διακόπτη, αλλά να με αφήση ν' αναπτύξω την κατηγορίαν όπως θέλω και όπως την έχω κατά νουν. Διότι δεν δύναμαι να σκέπτωμαι τα αυτά, {15} όταν αποβλέπω εις όσα έχω πάθει παρ' αυτού και συγχρόνως εις τους λόγους τους οποίους θ' ακούω. Ως θα ίδετε, οι λόγοι τους οποίους θα σας είπη θα είνε ομοιότατοι προς τους ιδικούς μου, η διαγωγή του όμως είνε τοιαύτη, ώστε πρέπει να λάβω μέτρα διά να μη πάθω χειρότερα. Αλλά διά να μη μακρηγορώ εις το προοίμιον και το ύδωρ της κλεψύδρας να χύνεται εις μάτην, αρχίζω την κατηγορίαν. Εγώ λοιπόν, ω άνδρες δικασταί, εύρον τον αντίδικον τούτον πολύ μικρόν την ηλικίαν, βάρβαρον έτι κατά την γλώσσαν και σχεδόν ενδεδυμένον κατά τον Ασσυριακόν τρόπον με κάνδυν. Επλανάτο εις την Ιωνίαν και δεν εγνώριζε εις τι να επιδοθή, εγώ δε παραλαβούσα αυτόν τον εσπούδασα• και επειδή μου εφαίνετο ευμαθής και αφοσιωμένος εις εμέ—διότι ακόμη ήτο συνεσταλμένος και μ' επεριποιείτο και μόνην εμέ εθαύμαζε—αφήκα τους άλλους οίτινες με επεζήτουν και οι οποίοι ήσαν πλούσιοι και ευγενούς καταγωγής και παρεδόθην εις τον αχάριστον τούτον, καίτοι πτωχόν και αφανή και νεώτατον, και προίκα του έδωκα όχι μικράν πολλούς και θαυμασίους λόγους. Έπειτα τον κατέταξα εις τους ομοφύλους μου, τον ενέγραψα μεταξύ αυτών και τον έκαμα αστόν. Τούτο δε βλέποντες όσοι είχον αποτύχει εις την εύνοιάν μου επνίγοντο υπό του πείσματος. Και όταν ηθέλησε να ταξειδεύση και επιδείξη την εκ του γάμου ευτυχίαν του, ούτε τότε τον εγκατέλειψα, αλλά πανταχού τον ηκολούθουν, άνω και κάτω περιαγομένη υπ' αυτού και διά των φροντίδων μου να τον στολίζω και να τον οδηγώ συνετέλουν εις το να γίνεται ένδοξος και εξακουστός. Και όσα μεν έπραξα υπέρ αυτού εις την Ελλάδα και την Ιωνίαν είνε ίσως μικρά• και εις την Ιταλίαν δε όταν ηθέλησε να ταξειδεύση, διέπλευσα μετ' αυτού το Ιόνιον πέλαγος και τελευταίον τον συνώδευσα μέχρι της Κελτικής, όπου έγεινα αφορμή να κερδίση πολλά. Επί πολύν καιρόν μου ήτο πιστός και με ηγάπα, χωρίς καμμίαν νύκτα να λείψη από την κατοικίαν μας. Αλλ' όταν αρκετά εχόρτασε και ενόμισεν ότι εξησφάλισε την δόξαν του, υπερηφανεύθη και ήρχισε να έχη υπερβολικήν ιδέαν περί του υποκειμένου του• τότε δε με παρημέλησε ή μάλλον εντελώς με εγκατέλειψε και ηγάπησε τον γενειοφόρον Διάλογον τον ένεκα της μορφής του ονομαζόμενον υιόν της Φιλοσοφίας• και τον ηγάπησε με πολύν έρωτα, καίτοι πρεσβύτερον αυτού, και με αυτόν συζεί• και δεν εντρέπεται διότι εστένευσε την ελευθερίαν και την άνεσιν του ιδικού μου ύφους και περιωρίσθη εις μικράς και κωμικάς ερωτήσεις, αντί δε να λέγη ό,τι θέλει μεγαλοφώνως, συμπλέκει και συλλαβίζει μικράς τινας φράσεις διά τας οποίας δεν υπάρχει ελπίς να δρέψη πολυφώνους επευφημίας ή χειροκροτήματα, αλλά μόνον το μειδίαμα των ακροατών, χειρονομίαν μικράν ή νεύμα επιδοκιμαστικόν ή στεναγμόν διά τα λεγόμενα. Ιδού τι επροτίμησε και περιεφρόνησεν εμέ. Λέγουν δε ότι ούτε με τον νέον του φίλον ζη ομαλώς, αλλά και προς αυτόν φέρεται υβριστικώς. Δεν είνε λοιπόν αχάριστος και ένοχος κατά τους νόμους περί κακώσεως, αυτός ο οποίος την νόμιμον σύζυγόν του, παρά της οποίας τόσα έλαβε και εξ αιτίας της οποίας έγεινεν ένδοξος, τόσον ατίμως εγκατέλειψε και επεθύμησε νέους έρωτας, και αυτά εις εποχήν καθ' ήν μόνον εμέ θαυμάζουν όλοι και καυχώνται ότι με έχουν προστάτιδα; Αλλ' εγώ, ενώ τόσοι με επιζητούν και κτυπούν την θύραν μου και με καλούν μεγαλοφώνως με το όνομά μου, αντέχω εις τον πειρασμόν και ούτε ανοίγω ούτε θέλω να δίδω προσοχήν εις τους λόγους των διότι βλέπω ότι δεν φέρουν τίποτε περισσότερον από τον κενόν θόρυβον της φωνής. Ούτος δε ουδέ μετά τοιαύτην αφοσίωσιν επανέρχεται προς εμέ, αλλ' είνε προσηλωμένος εις τον ερώμενον. Και τι, θεέ μου, ελπίζει από αυτόν, όστις δεν έχει τίποτε περισσότερον από το φιλοσοφικόν ένδυμα το οποίον φορεί; Τελειώνω εδώ, άνδρες δικασταί, και σας παρακαλώ εάν ο αντίδικος θελήση να απολογηθή κατά τον ιδικόν μου τρόπον, να μη του το επιτρέψετε — διότι θα είνε αχαριστία να μεταχειρισθή εναντίον μου την ιδικήν μου μάχαιραν — αλλά κατά τον τρόπον του φίλου του Διαλόγου ν' απολογηθή, εάν δύναται.

ΕΡΜ. Αυτό είναι αδύνατον• δεν πρέπει μόνον αυτός να απολογηθή κατά το ύφος του Διαλόγου, αλλά λόγον ας εκφωνήση και αυτός.

ΣΥΡΟΣ. Αφού, ω άνδρες δικασταί, η αντίδικος δεν θέλει να μου επιτρέψη να μεταχειρισθώ λόγον μακρόν, καθότι παρ' αυτής εδιδάχθην να ομιλώ, δεν θα σας είπω πολλά• αλλ' αφού ανασκευάσω τα κυριώτερα της κατηγορίας, θα σας αφήσω να κρίνετε περί όλων υμείς. Πάντα όσα σας αφηγήθη περί εμού είνε αληθή• διότι τωόντι με εξεπαίδευσε και συνεταξείδευσε μετ' εμού και εις τους Ελληνας με κατέταξε και κατά τούτο τουλάχιστον γνωρίζω χάριν εις τον γάμον. Αλλ' ακούσατε τώρα και τα αίτια διά τα οποία την εγκατέλειψα και απέκλινα προς τον Διάλογον και μη υποθέσετε ότι εξ ανάγκης και συμφέροντος ψεύδομαι. Επειδή την έβλεπα ότι έπαυσε να σωφρονή και να διατηρή το σεμνόν ήθος, το οποίον είχε όταν εκείνος ο Παιανιεύς {16} την ενυμφεύθη, και εστολίζετο και την κόμην της εκτένιζεν ως εταίρα και εψιμυθίωνε το πρόσωπόν της και υπέβαφε τους οφθαλμούς, ήρχισα να την υποπτεύω και την κατεσκόπευα διά ν' ανακαλύψω τας απιστίας της. Καθ' εκάστην δε νύκτα ο δρόμος μας εγέμιζεν από μεθυσμένους εραστάς, οίτινες ήρχοντο να της τραγουδούν και έκρουον την θύραν μας, τινές δε και χωρίς συστολήν και φόβον εισώρμων εις την οικίαν μας. Και αυτή εγέλα και ηυχαριστείτο με τα συμβαίνοντα• πολλάκις δε ή επρόβαλλεν από τον ηλιακωτόν και ήκουε τους εραστάς άδοντας με βραχνήν φωνήν άσματα άσεμνα ή και ημιανοίγουσα τας θύρας και νομίζουσα ότι διέφευγε την προσοχήν μου, παρεδίδετο εις τας ασελγείς αυτών επιθυμίας και εμοιχεύετο παρ' αυτών. Εγώ δε μη υποφέρων ταύτα, δεν ηθέλησα μεν να την καταγγείλω επί μοιχεία, αλλά κατέφυγα εις τον Διάλογον, τον οποίον είχα γείτονα και τον παρεκάλεσα να με δεχθή πλησίον του.

Αυτά είνε τα μεγάλα αδικήματα τα οποία έπραξα εγώ εναντίον της Ρητορικής. Αλλά και αν δεν είχα καμμίαν τοιαύτην αφορμήν εναντίον της θα ήμουν δικαιολογημένος, αφού είμαι σχεδόν τεσσαρακοντούτης, ν' απαλλαγώ από τον θόρυβον και τας δίκας και ν' αφήσω τους δικαστάς ησύχους, να παύσω τας κατηγορίας εναντίον των τυράννων και τα εγκώμια των ανδραγαθούντων και ν' αποσυρθώ εις την Ακαδημίαν ή το Λύκειον, να συμπεριπατώ με τον καλόν τούτον Διάλογον και να συνδιαλέγωμαι ησύχως μετ' αυτού χωρίς να έχωμεν ανάγκην επευφημιών και χειροκροτημάτων. Καίτοι έχω να είπω πολλά ακόμη, παύω• σεις δε ψηφίσατε κατά τον όρκον σας.

ΔΙΚ. Ποίος εκέρδισε;

ΕΡΜ. Παμψηφεί ο Σύρος, πλην μιας ψήφου.

ΔΙΚ. Κάποιος ρήτωρ θα είνε αυτός ο οποίος κατεψήφισε. Τώρα ο Διάλογος ας ομιλήση περί της αυτής υποθέσεως. Σεις δε οι δικασταί μείνατε και θα λάβετε διπλασίαν αμοιβήν διά τας δύο δίκας.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Εγώ, ω άνδρες δικασταί, δεν ήθελα να σας απευθύνω μακρούς λόγους, αλλά να σας ομιλήσω διά βραχειών φράσεων όπως συνειθίζω. Αλλ' αφού άλλως ορίζουν τα έθιμα των δικαστηρίων, θα αναπτύξω ούτω την κατηγορίαν, καίτοι είμαι εντελώς άπειρος και άτεχνος εις αυτό το είδος του λόγου. Τούτο δε ας θεωρηθή και ως προοίμιον της προς υμάς αγορεύσεώς μου. Τα αδικήματα και αι ύβρεις τας οποίας έχω υποστή παρά του αντιδίκου είνε τα ακόλουθα• ενώ πριν ήμουν σοβαρός και συνεζήτουν περί θεών, περί φύσεως και περί κινήσεως του σύμπαντος και αεροβάτουν υψηλά, υπεράνω των νεφών, εκεί όπου ο μέγας Ζευς φέρεται εις τον ουρανόν καθήμενος επί πτερωτού άρματος, αυτός από τον ουρανόν με έσυρε κάτω, μου συνέτριψε τα πτερά και μ' έφερεν εις το αυτό επίπεδον με τον όχλον. Μου αφήρεσε το σοβαρόν και σεμνόν προσωπείον το οποίον εφόρουν και μου εφόρεσεν άλλο κωμικόν και σατυρικόν και σχεδόν γελοίον. Έπειτα συνδυάσας το σκώμμα, τον ίαμβον και τον κυνισμόν, τον Εύπολιν και τον Αριστοφάνην, έργον έχοντας να διακωμωδούν τα σεμνά και να χλευάζουν τα ορθά, τους συγκατέκλεισε μετ' εμού. Επί τέλους δε ανακαλύψας και κάποιον Μένιππον εκ των παλαιών κυνικών, κύνα αληθινόν, πολύ γαυγιστήν, άγριον και ύπουλον συγχρόνως, καθ' όσον εγέλα και εδάγκωνε, τον έκαμε και τούτον σύντροφόν μου. Πώς λοιπόν να μη τον κατηγορώ ότι με εξύβρισε κατά τρόπον ανυπόφορον, αφού με ηνάγκασε να εξέλθω εκ των συνηθειών μου και με έκαμε κωμικόν και γελωτοποιόν, αναγκάζων με να υποκρίνωμαι υποθέσεις αλλοκότους; Το δε μεγαλείτερον εξ όλων των αδικημάτων τα οποία μου έκαμε, είνε ότι με έφερεν εις μίαν αμφίβολον κατάστασιν, και ούτε πεζός είμαι, ούτε επί των μέτρων ιππεύω, αλλ' ως ιπποκένταυρος κάμνω εντύπωσιν τέρατος συνθέτου και παραδόξου.

ΕΡΜ. Τι θ' απαντήσσης λοιπόν εις αυτά, Σύρε; ΣΥΡ. Ο αγών τον οποίον αγωνίζομαι ενώπιόν σας, ω άνδρες δικασταί, είνε δι' εμέ απροσδόκητος• διότι τα πάντα ηδυνάμην να περιμένω, αλλ' όχι και ν' ακούσω τον Διάλογον να είπη τοιαύτα περί εμού. Εγώ τον παρέλαβα καθ' ον χρόνον εφαίνετο εις τους πολλούς σκυθρωπός και υπό των πολλών και συνεχών ερωτήσεων απεξηραμένος• και διά τούτο εθεωρείτο μεν σεβάσμιος αλλά και ουδόλως ευχάριστος και ουδεμίαν χάριν είχε διά ν' αρέση εις τους πολλούς. Και πρώτον τον συνείθισα να βαδίζη επί της γης κατά τον ανθρώπινον τρόπον, έπειτα δε αφού του απέπλυνα τον πολύν του ρύπον και τον ηνάγκασα να μειδιά, τον κατέστησα πλέον ευχάριστον την όψιν. Εκτός τούτου του έδωκα σύντροφον την κωμωδίαν και ούτω τον έκαμα πλέον αγαπητόν εις τους ακροατάς, οίτινες προηγουμένως εφοβούντο τας ακάνθας του και τον απέφευγον, όπως αποφεύγουν να πιάσουν εχίνον. Αλλ' εγώ γνωρίζω διατί προ πάντων λυπείται διά την μεταβολήν διότι δεν κάθημαι να μικρολογώ μετ' αυτού περί διαφόρων αφηρημένων λεπτολογιών, ως λόγου χάριν αν η ψυχή είνε αθάνατος{17}, πόσας κοτύλας{18} της ύλης, ήτις δεν είνε επιδεκτική αναμίξεως και διατηρείται πάντοτε εις την αυτήν κατάστασιν, έχυσεν ο θεός εις τον κρατήρα, εις τον οποίον ανέμιξε πάντα τα στοιχεία όταν κατεσκεύασε τον κόσμον {19}, και αν η ρητορική είνε εικών μέρους της πολιτικής και της κολακείας το τέταρτον{20}. Διότι του αρέσει, δεν γνωρίζω διατί, να λεπτολογή περί των τοιούτων, όπως οι ευχαριστούμενοι να ξύουν την ψώραν των. Η ασχολία αύτη του φαίνεται ευχάριστος και υπερηφανεύεται αν λέγεται ότι δεν είνε εύκολον εις τον καθένα να εννοή όπως αυτός τας ιδέας. {21} Αυτά λοιπόν απαιτεί και παρ' εμού και ζητεί τα πτερά τα οποία είχεν άλλοτε και προς τα επάνω παρατηρεί και τα προ των ποδών του δεν βλέπει. Διά τα άλλα δεν πιστεύω να δύναται να με κατηγορήση, διότι και το ελληνικόν του ένδυμα δεν του αφήρεσα διά να τον ενδύσω βαρβαρικόν, ενώ θεωρούμαι βάρβαρος. Αν έπραττα τίποτε τοιούτον και του έκλεπτα το εθνικόν του ένδυμα, δικαίως θα ηδύνατο να με κατηγορήση ως αδικούντα και παρανομούντα. Απελογήθην όπως ηδυνάμην• υμείς δε ψηφίσετε όπως και προηγουμένως.

ΕΡΜ. Περίεργον, και τώρα έλαβες και τας δέκα ψήφους• εκείνος δε ο οποίος προηγουμένως σε κατεψήφισε και πάλιν έδωκε καταδικαστικήν ψήφον. Φαίνεται ότι το έχει συνήθειαν και δεν θα παύση να καταψηφίζη πάντα τον οποίον θεωρεί καλλίτερόν του {22}. Και τώρα σεις οι δικασταί πηγαίνετε εις το καλόν, αύριον δε θα δικάσωμεν τας λοιπάς δίκας.

ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΣΙΤΟΥ

Ότι η παρασιτική είνε τέχνη

ΤΥΧΙΑΔΗΣ. Δεν μου εξηγείς, Σίμων, διατί ενώ όλοι οι άλλοι άνθρωποι, ελεύθεροι και δούλοι, γνωρίζουν έκαστος μίαν τέχνην διά της οποίας και εις τους εαυτούς των και εις τους άλλους γίνονται χρήσιμοι, συ δεν έχεις κανέν έργον διά του οποίου να γίνεσαι ωφέλιμος εις τον εαυτόν σου ή εις τους άλλους;

ΠΑΡΑΣΙΤΟΣ. Δεν εννοώ, Τυχιάδη, τι θέλεις να πης με αυτήν την ερώτησιν και προσπάθησε να εξηγηθής σαφέστερα.

ΤΥΧ. Γνωρίζεις καμμίαν τέχνην, ως παραδείγματος χάριν μουσικήν;

ΠΑΡ. Όχι.

ΤΥΧ. Μήπως ιατρικήν;

ΠΑΡ. Ούτε αυτήν.

ΤΥΧ. Γεωμετρίαν;

ΠΑΡ. Καθόλου.

ΤΥΧ. Μήπως γνωρίζεις ρητορικήν: Διά την φιλοσοφίαν δεν σ' ερωτώ διότι είσαι μακράν αυτής όσον και η κακία.

ΠΑΡ. Και ακόμη περισσότερον αν είνε δυνατόν ώστε μη νομίσης ότι θα εντραπώ αν με κατηγορήσης δι'αυτήν την άγνοιαν, διότι ομολογώ και αναγνωρίζω ότι είμαι κακός και χειρότερος αφ' όσον δύνασαι να φαντασθής.

ΤΥΧ. Καλά. Αυτάς τας επιστήμας δεν ηδυνήθης ίσως να μάθης ένεκα της δυσκολίας των• αλλά μήπως γνωρίζεις καμμίαν από τας λαϊκάς τέχνας, την κτιστικήν λόγου χάριν ή την υποδηματοποιίαν; Διότι δεν είσαι τόσον εύπορος ώστε ουδέ τοιούτου τινός επαγγέλματος να μη έχης ανάγκην.

ΠΑΡ. Καλά λέγεις, Τυχιάδη, αλλ' ουδ' από αυτάς τας τέχνας γνωρίζω καμμίαν.

ΤΥΧ. Ποίαν λοιπόν άλλην τέχνην γνωρίζεις;

ΠΑΡ. Ποίαν; Γνωρίζω, μίαν την οποίαν εγώ θεωρώ από τας ευγενεστέρας και την οποίαν άμα ακούσης πιστεύω ότι θα επαινέσης. Εις την πρακτικήν της τουλάχιστον εξάσκησιν έχω την ιδέαν ότι είμαι τέλειος• αλλ' ίσως θα δυσκολευθώ να σου αναπτύξω την θεωρίαν της.

ΤΥΧ. Ποίαν εννοείς;

ΠΑΡ. Δεν έχω ακόμη παρασκευασθή αρκετά διά να συζητώ περί της τέχνης μου επιστημονικώς. Ώστε αρκεί ότι έμαθες ότι γνωρίζω μίαν τέχνην διά να μη με κατηγορείς διά τούτο• ποία δε είνε αυτή θα το μάθης άλλην φοράν.

ΤΥΧ. Δεν δύναμαι να περιμένω.

ΠΑΡ. Το είδος της τέχνης θα σου φανή ίσως παράδοξον.

ΤΥΧ. Ακριβώς διά τούτο έχω περιέργειαν να την ακούσω.

ΠΑΡ. Άλλην φοράν, Τυχιάδη.

ΤΥΧ. Όχι τώρα να μου πης, εκτός αν εντρέπεσαι διά το επάγγελμά σου.

ΠΑΡ. Η παρασιτική.

ΤΥΧ. Και δύναται κανείς, εκτός αν είνε τρελλός, να την ονομάση τέχνην αυτήν;

ΠΑΡ. Γιατί όχι; Εάν δε σου φαίνωμαι παράφρων, ν' αποδώσης εις την παραφροσύνην το ότι δεν γνωρίζω καμμίαν άλλην τέχνην και να μη με κατηγορής δι' αυτό. Διότι λέγουν ότι η θεότης αύτη ναι μεν κακομεταχειρίζεται εκείνους τους οποίους κατέχει, αλλ' ως διδάσκαλος ή παιδαγωγός, αναλαμβάνει την ευθύνην των κακών τα οποία πράττουν.

ΤΥΧ. Λοιπόν, Σίμων, η παρασιτική είνε τέχνη;

ΠΑΡ. Τέχνη βέβαια και δημιουργός της είμαι εγώ.

ΤΥΧ. Είσαι λοιπόν παράσιτος;

ΠΑΡ. Το ομολογώ χωρίς εντροπήν.

ΤΥΧ. Και δεν εντρέπεσαι να ομολογής ότι είσαι παράσιτος;

ΠΑΡ. Καθόλου. Θα εντρεπόμην αν δεν το ωμολόγουν.

ΤΥΧ. Ώστε, όταν θέλωμεν να σε γνωρίσωμεν εις κανένα εξ εκείνων οίτινες δεν σε γνωρίζουν, πρέπει να σε είπωμεν παράσιτον;

ΠΑΡ. Πολύ μάλλον πρέπει να λέγεται περί εμού τούτο παρά ότι ο Φειδίας ήτο αγαλματοποιός• διότι υπερηφανεύομαι διά την τέχνην μου όχι ολιγώτερον παρ' όσον ο Φειδίας διά τον Δία του.

ΤΥΧ. Μου έρχεται να ξεκαρδισθώ όταν σκέπτωμαι κάτι τι.

ΠΑΡ. Τι;

ΤΥΧ. Εάν όταν σου γράφωμεν, πρέπει ν' αρχίζωμεν την επιστολήν, όπως συνειθίζεται, με την επιγραφήν «Προς τον Σίμωνα τον παράσιτον».

ΠΑΡ. Θα μευχαριστήσης ούτω περισσότερον παρά τον Δίωνα αν τον γράψης φιλόσοφον.

ΤΥΧ. Τέλος πάντων πώς ευχαριστείσαι να σε αποκαλούν ουδόλως ή ολίγον με μέλει• αλλά σκέψου και το άλλο άτοπον το οποίον θα συμβή.

ΠΑΡ. Ποίον άτοπον;

ΤΥΧ. Εάν κατατάξωμεν εις τας άλλας τέχνας την παρασιτικήν, όταν ερωτώμεν διά μίαν τέχνην ποίου είδους είνε θα λέγωμεν, όπως η γραμματική, η ιατρική, και η παρασιτική.

ΠΑΡ. Εγώ λοιπόν, Τυχιάδη, αυτήν θεωρώ τέχνην περισσότερον από κάθε άλλην και αν έχης όρεξιν να με ακούσης, θα σου εξηγήσω την γνώμην μου, μολονότι, ως προ ολίγου σου είπα, δεν είμαι καθόλου δι' αυτό παρεσκευασμένος.

ΤΥΧ. Αδιάφορον, όσον ολίγα και αν είπης, θα είνε αρκετά, αρκεί να είνε αληθινά.

ΠΑΡ. Λοιπόν αφού θέλεις, ας εξετάσωμεν κατά πρώτον τι είνε εν γένει τέχνη• ούτω δε θα φθάσωμεν εις τα ιδιαίτερα είδη, των τεχνών, διά να ίδωμεν εάν η παρασιτική ορθώς δύναται να συγκαταλεχθή εις αυτάς.

ΤΥΧ. Λοιπόν, λέγε τι είνε τέχνη. Βεβαίως γνωρίζεις.

ΠΑΡ. Βεβαίως.

ΤΥΧ. Αφού το ξέρεις λοιπόν, λέγε.

ΠΑΡ. Τέχνη είνε, κατά τον ορισμόν τον οποίον έχω ακούσει από ένα σοφόν, άθροισμα γνώσεων αι οποίαι τείνουν προς ένα σκοπόν ωφέλιμον διά τον βίον.

ΤΥΧ. Ο ορισμός είνε ορθός και καλά τον ενθυμείσαι.

ΠΑΡ. Εάν λοιπόν έχη όλα αυτά η παρασιτική, τι άλλο δύναται να είνε παρά τέχνη;

ΤΥΧ. Τέχνη βέβαια αν συντρέχουν αυτά.