Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τέταρτος

Part 12

Chapter 12 147 words Public domain Markdown

Μετ' ολίγον και η σελήνη μου εφαίνετο μικρά και την γην απέκρυπτε. Αφήσας δε τον ήλιον δεξιά και πετών διά μέσου των άστρων έφθασα μετά τρεις ημέρας πλησίον του ουρανού. Και κατ' αρχάς εσκέφθηκα ότι ηδυνάμην ευθύς και όπως ήμουν να εισέλθω• διότι ενόμιζα ότι ευκόλως θα διέφευγα την προσοχήν, αφού κατά το ήμισυ ήμουν αετός, εγνώριζα δε ότι προ πολλού ο αετός ήτο φίλος του Διός• αλλ' έπειτα εσκέφθην ότι θα μ' εννοήσουν, αφού είχα μίαν πτέρυγα γυπός. Έκρινα λοιπόν ότι το καλλίτερον ήτο να μη εκτεθώ εις τοιούτον κίνδυνον και πλησιάσας εκτύπησα την θύραν. Ο Ερμής ήκουσε και αφού ηρώτησε το όνομά μου έτρεξε να ειδοποιήση τον Δία, μετ' ολίγον δε εκλήθην να εισέλθω και εισήλθα περίφοβος και τρέμων. Ευρήκα όλους τους θεούς συναθροισμένους, δεν ήσαν δε και αυτοί ήσυχοι• τους είχε ταράξη ολίγον η παράδοξος άφιξίς μου, καθότι εφοβούντο μήπως μετ' ολίγον ίδουν και τους άλλους ανθρώπους να φθάσουν εις τον ουρανόν κατά τον αυτόν τρόπον. Ο Ζευς μου έρριψε φοβερόν βλέμμα οργής και μου είπε•

Τις πόθεν είς ανδρών, πόθι τοι πόλις ηδέ τοκήες; {104}

Εγώ δε όταν ήκουσα την φωνήν του Διός παρ' ολίγον ν' αποθάνω εκ του φόβου και έμενα άναυδος και ξεκουφαμένος υπό της βροντώδους εκείνης φωνής. Όταν δε μετ' ολίγην ώραν συνήλθα διηγήθηκα τα πάντα εξ αρχής, πώς επεθύμησα να μάθω τι συμβαίνει εις τον ουρανόν, πώς απετάθην προς τους φιλοσόφους και εις ποίαν ασυμφωνίαν τους ευρήκα, πώς απέκαμα ελκόμενος αντιθέτως, και κατόπιν την επινόησίν μου και τα πτερά και όλα τα άλλα μέχρις ου έφθασα εις τον ουρανόν• έπειτα δε ανέφερα και όσα μου παρήγγειλεν η Σελήνη.

Τότε ο Ζευς εμειδίασε και χαλαρώσας ολίγον το συνοφρύωμά του, είπε• Τι να λέγωμεν τώρα περί του Ώτου και του Εφιάλτου όταν και ο Μένιππος ετόλμησε ν' ανέλθη εις τον ουρανόν; {105} Αλλά θα σε φιλοξενήσωμεν αφού ήλθες, αύριον δε θα σου δώσωμεν τας πληροφορίας διά τας οποίας ήλθες και θα σε αποπέμψωμεν. Και αφού είπεν αυτά εσηκώθη και επορεύθη προς το μέρος του ουρανού οπόθεν καθαρώτατα ακούονται τα λεγόμενα εκ της γης, διότι ήτο η στιγμή κατά την οποίαν έπρεπε ν' ακροασθή τας ευχάς. Ενώ δε επροχώρει με ηρώτα περί των συμβαινόντων εις την γην• κατ' αρχάς ποία είνε η τιμή του σίτου εις την Ελλάδα, εάν ο περυσινός χειμών μας έκαμε πολλάς ζημίας και εάν τα λάχανα έχουν ανάγκην περισσοτέρας βροχής. Έπειτα με ηρώτα εάν ζη κανείς εκ των απογόνων του Φειδίου και διά ποίον λόγον οι Αθηναίοι έπαυσαν να τελούν την εορτήν των Διασίων επί τόσα έτη, αν σκέπτωνται να τελειώσουν το Ολύμπιον {106} και αν συνελήφθησαν οι συλήσαντες τον ναόν της Δωδώνης. Αφού δε του απήντησα εις όλα ταύτα, μου είπε• Δεν μου λες, Μένιππε, και περί εμού τι ιδέαν έχουν οι άνθρωποι; Ποίαν άλλην, δέσποτα, απήντησα, παρά ότι είσαι ο βασιλεύς όλων των θεών και τρέφουν διά σε τον μεγαλείτερον σεβασμόν; Μη αστειεύεσαι, μου είπε, διότι γνωρίζω καλά και χωρίς να μου το πης πόσον αρέσκονται εις τας μεταβολάς. Άλλοτε μ' εθεώρουν και μάντιν και ιατρόν και το παν δι' αυτούς ήμουν εγώ,

ήσαν δε πλήρεις του Διός πάσαι αι οδοί και πάσαι αι αγοραί.

Και τότε η Δωδώνη και η Πίσσα ήσαν λαμπραί και περίφημοι εις όλον τον κόσμον και τόσος ήτον ο καπνός των θυσιών, ώστε ούτε τα μάτια μου ν' ανοίγω δεν με άφηνεν. Αλλ' αφ' ότου ο μεν Απόλλων ίδρυσε το μαντείον του εις τους Δελφούς, εις την Πέργαμον δε το ιατρείον ο Ασκληπιός και το Βενδίδιον έγινεν εις την Θράκην, το Ανουβίδειον εις την Αίγυπτον και το Αρτεμίσιον εις την Έφεσον, όλοι τρέχουν εις αυτά και τελούν πανηγύρεις και θύουν εκατόμβας, εμέ δε ως να παραγήρασα νομίζουν ότι αρκετά με τιμούν αν κάθε πέντε έτη μου προσφέρουν μίαν θυσίαν εις την Ολυμπίαν. Και ούτω οι βωμοί μου κατήντησαν ψυχρότεροι από τους νόμους του Πλάτωνος και τους συλλογισμούς του Χρυσίππου.

Με αυτάς τας ομιλίας εφθάσαμεν εις το μέρος, όπου έπρεπε να καθήση διά ν' ακούση τας ευχάς των ανθρώπων. Ήσαν δε εκεί θυρίδες κατά σειράν όμοιαι προς τα στόμια των φρεάτων, αι οποίαι είχαν σκεπάσματα, και πλησίον εκάστης ήτο θρόνος χρυσούς. Ο Ζευς εκάθησεν επί της πρώτης και αφαιρέσας το σκέπασμα έδωκεν ακρόασιν εις τας ευχάς των ανθρώπων. Ηύχοντο δε εξ όλων των μερών της γης και εζήτουν πολλά και διάφορα• διότι έσκυψα και εγώ και ήκουα συγχρόνως με τον Δία τας ευχάς, αι οποίαι ήσαν τοιαύται• Ω Ζευ, βοήθησε με να γείνω βασιλεύς. Ώ Ζευ κάμε να φυτρώσουν τα κρεμμύδια και τα σκόρδα μου. Ω θεοί, θέλω ν' αποθάνη ταχέως ο πατέρας μου. Κάποιος έλεγεν• είθε να κληρονομήσω την γυναίκα μου. Αλλος δε ηύχετο να μη αποκαλυφθή η παγίς την οποίαν είχε στήση κατά του αδελφού του• τρίτος εζήτει να κερδίση μίαν δίκην και άλλος ηύχετο να νικήση εις τα Ολύμπια. Εκ των ταξειδευόντων δε ο μεν ηύχετο να πνεύση βορράς, ο δε να πνεύση νότος• ο γεωργός εζήτει βροχήν, ο δε γναφεύς ήλιον. Ο δε Ζευς ακροώμενος και εξετάζων ακριβώς πάσαν ευχήν δεν υπέσχετο τα πάντα,

αλλ' έτερον μεν έδωκε πατήρ, έτερον δε ανένευσε, {107}

τας μεν δικαίας ευχάς έσυρεν άνω του στομίου και τας ετοποθέτει δεξιά του, τας δε παρανόμους απέπεμπεν απράκτους, τας εφύσα προς τα κάτω και ούτε να πλησιάσουν προς τον ουρανόν τας άφηνε. Τον είδα δε και να απορή διά μίαν ευχήν• δύο άνθρωποι εζήτουν τα αντίθετα και υπέσχοντο ίσας θυσίας, ο δε Ζευς ευρέθη εις αμηχανίαν μη γνωρίζων τίνος εκ των δύο να εισακούση• έπαθε κάτι ανάλογον προς τους δισταγμούς των Ακαδημαϊκών και δεν ηδύνατο ν' αποφανθή, αλλά καθώς ο Πύρρων εδίσταζε και εσκέπτετο.

Αφού δε αρκετά εφρόντισε διά τας ευχάς, επήγεν εις τον επόμενον θρόνον και ανοίξας την δευτέραν θυρίδα ήρχισε ν' ακούη τους όρκους και τους ορκιζομένους. Τακτοποιήσας δε και τούτους και κεραυνοβολήσας τον Επικούρειον Ερμόδωρον, μετέβη εις τον επόμενον θρόνον διά να φροντίση περί των μαντείων, των φημών και των οιωνών. Απ' εκεί μετέβη εις την θυρίδα των θυσιών διά της οποίας ο καπνός ανερχόμενος ανέφερεν εις τον Δία το όνομα εκάστου εκ των θυσιαζόντων. Αφήσας έπειτα και τούτους, έδωκε διαταγάς εις τους ανέμους και εις τας ώρας δι' όσα έπρεπε να πράξουν. Σήμερον να βρέξη εις την Σκυθίαν, εις την Λιβύην ν' αστράψη, εις την Ελλάδα να χιονίση, συ δε ο Βορράς να φυσήσης εις την Λυδίαν και συ, Νότε, να ησυχάσης• ο δε Ζέφυρος να ταράξη τον Αδρίαν και έως χίλιοι μέδιμνοι χαλάζης ας σκορπισθούν εις την Καππαδοκίαν. Αφού δε περί όλων σχεδόν εμερίμνησε, μετέβημεν εις την αίθουσαν του συμποσίου, διότι ήτο καιρός του δείπνου. Εκεί ο Ερμής με παρέλαβε και με έβαλε να κατακλιθώ πλησίον εις τον Πάνα, τους Κορύβαντας, τον Άττην και τον Σαβάζιον, τους μετοίκους τούτους και αμφιβόλους θεούς.{108}

Μας παρείχε δε άρτον η Δήμητρα, οίνον ο Διόνυσος, κρέατα ο Ηρακλής, μύρτα η Αφροδίτη και ο Ποσειδών μαρίδες. Αλλά κρυφίως εδοκίμασα και την αμβροσίαν και το νέκταρ• διότι ο καλός Γανυμήδης εκ φιλανθρωπίας, οσάκις ο Ζευς έστρεφεν αλλού τα βλέμματα του, εγέμιζε και μου έδιδεν ένα ή δύο ποτήρια με νέκταρ. Οι δε θεοί, ως λέγει κάπου ο Όμηρος, ο οποίος βέβαια θα είδε τα εκεί όπως εγώ, «ούτε σίτον έδουσιν, ούτε πίνουσιν αίθοπα οίνον», αλλ' ως τροφήν έχουν την αμβροσίαν και με το νέκταρ ευθυμούν• η τροφή όμως την οποίαν προτιμούν είνε ο καπνός των θυσιών, ο οποίος ανεβαίνει εις τον ουρανόν ομού με την οσμήν των ψηνομένων κρεάτων, και το αίμα των σφαγίων το οποίον οι θυσιάζοντες χύνουν γύρω εις τους βωμούς. Αφού δε το δείπνον ετελείωσεν, ο μεν Απόλλων έπαιξε κιθάραν, ο δε Σειληνός εχόρευσε κόρδακα και αι Μούσαι ηγέρθησαν και μας έψαλαν μέρη εκ της Θεογονίας» του Ησιόδου και την πρώτην ωδήν του Πινδάρου.{109} Αφού δε από όλα εχορτάσαμεν και όλοι ήμεθα αρκετά μεθυσμένοι, ανεπαύθημεν όπως ευρέθη έκαστος,

άλλοι μεν ρα θεοί τε και ανέρες ιπποκορυσταί εύδον παννύχιοι, εμέ δ' ουκ έχε νήδυμος ύπνος, {110}

διότι εσκεπτόμην και πολλά άλλα, αλλά προ πάντων πώς ο Απόλλων τόσον καιρόν δεν έβγαλε γένεια ή πώς νυκτώνει εις τον ουρανόν αφού ο Ήλιος είνε πάντοτε παρών και συντρώγει με τους άλλους θεούς.

Έπειτα όμως μ' επήρεν ολίγος ύπνος. Ο δε Ζευς εξύπνησεν από την αυγήν και διέταξε να κληθούν οι θεοί εις συνέλευσιν. Όταν δε συνήλθον όλοι, ήρχισε να λέγη τα εξής• Την αιτίαν διά την οποίαν σας συνεκάλεσα έδωκεν ο ξένος ο οποίος μας ήλθε χθες. Προ πολλού εσκεπτόμην να συζητήσωμεν και να λάβουμεν μίαν απόφασιν διά τους φιλοσόφους, τώρα δε τα παράπονα της Σελήνης με ηνάγκασαν να μη αναβάλλω περισσότερον αυτήν την σύσκεψιν. Υπάρχει είδος τι ανθρώπων το οποίον όχι προ πολλού ενεφανίσθη εις τον κόσμον, ανθρώπων οι οποίοι ρέπουν προς την φιλονεικίαν, είνε κενόδοξοι, οξύθυμοι, λαίμαργοι, μωροί, φαντασμένοι και πλήρεις θράσους και, διά να μεταχειρισθώ την φράσιν του Ομήρου, «Ετώσιον άχθος αρούρης».{111} Ούτοι λοιπόν διαιρεθέντες εις συστήματα και επινοήσαντες διαφόρους σκολιάς σκέψεις ωνομάσθησαν οι μεν Στωικοί, οι δε Ακαδημαϊκοί, άλλοι Επικούρειοι, άλλοι Περιπατητικοί και άλλοι με πολύ γελειωδέστερα ονόματα. Έπειτα εστολίσθησαν με το σεπτόν όνομα της αρετής, ύψωσαν τα φρύδια των, αφήκαν γενειάδας μεγάλας και ούτω περιφέρονται κρύπτοντες υπό ψευδή εξωτερικήν αυστηρότητα αισχρότατα ήθη και ομοιάζουν πολύ με τους τραγικούς εκείνους ηθοποιούς, από τους οποίους άμα αφαιρεθή το προσωπείον και η χρυσοκόσμητος στολή, μένουν ανθρωπίσκοι γελοίοι, οι οποίοι υπηρετούν εις το θέατρον με μισθόν επτά δραχμών. Ενώ δε είνε τοιούτοι, περιφρονούν όλους τους ανθρώπους, περί δε των θεών λέγουν αλλόκοτα πράγματα και συναθροίζοντες ευπείστους και ευαπατήτους νέους ομιλούν προς αυτούς κατά κόρον περί της αρετής και τους διδάσκουν να κάμνουν συλλογισμούς σκοτεινούς και γριφώδεις. Όταν όμως μένουν μόνοι των, δεν δύναμαι να σας παραστήσω πόσον τρώγουν, εις ποίας δε ασελγείας παραδίδονται και πώς γλύφουν των οβολών την βρώμαν, και το φοβερώτερον είνε ότι, ενώ μήτε εις την δημοσίαν, μήτε εις την ιδιωτικήν ωφέλειαν συντελούν, αλλά ζουν άχρηστοι και περιττοί,

ούτε ποτ' εν πολέμω εναρίθμιοι ούτ' ενί βοιλή, {112}

όμως κατακρίνουν τους άλλους και αναμιγνύοντες ύβρεις και λόγους πικρούς, επικρίνουν και υβρίζουν τους πάντας• και εκείνος εξ αυτών θεωρείται πρώτος, ο οποίος έχει την μεγαλειτέραν αναισχυντίαν και το μεγαλείτερον θράσος εις τας βλασφημίας. Αλλ' αν ερωτήση κανείς ένα εξ αυτών, ο οποίος φωνάζει περισσότερον και δεικνύει το περισσότερον θράσος και κατακρίνει τους άλλους, συ δε τι πράττεις και κατά τι, προς θεού, δυνάμεθα να είπωμεν ότι συντελείς εις την κοινήν ωφέλειαν; θ' απαντήση, εάν θέλη να είπη δίκαια και αληθή• να ταξιδεύω ή να γεωργώ, ή να υπηρετώ ως στρατιώτης ή να επαγγέλλωμαι μίαν τέχνην μου φαίνεται περιττόν• το έργον μου είνε να φωνάζω, να είμαι ρυπαρός, να λούωμαι με ψυχρόν νερόν και να περιφέρωμαι ανυπόδητος τον χειμώνα και καθώς ο Μώμος να κατηγορώ όσα οι άλλοι πράττουν• και αν κανείς εκ των πλουσίων κάμνη πολυτελείς προμηθείας διά την τράπεζάν του ή συντηρή εταίραν, το σχολιάζω και αγανακτώ• εάν δε κανείς εκ των φίλων ή των συναδέλφων μου κατάκειται άρρωστος και έχει ανάγκην βοηθείας και θεραπείας το αγνοώ. Τοιαύτα είνε, ω θεοί, αυτά τα θρέμματά μας. Εκείνοι δε εξ αυτών οίτινες ονομάζονται Επικούρειοι είνε οι πλέον αυθάδεις• υβρίζουν ασυστόλως, κατηγορούν δε φοβερά και ημάς τους θεούς, λέγοντες ότι ούτε φροντίζομεν διά τα ανθρώπινα, ούτε παντάπασιν επιτηρούμεν τα συμβαίνοντα εις τον κόσμον• ώστε καιρός να σκεφθήτε σοβαρώς, διότι αν αυτοί κατορθώσουν να πείσουν τους ανθρώπους, έχετε να πεινάσετε πολύ. Διότι ποίος πλέον θα σας προσφέρη θυσίαν, αφού δεν θα ελπίζη τίποτε από σας; Ηκούσατε τι παραπονείται η Σελήνη, όπως διηγήθη χθες αυτός ο ξένος• λοιπόν σκεφθήτε τι πρέπει να γείνη και διά την ωφέλειαν των ανθρώπων και διά την ασφάλειαν ημών των θεών.

Οι λόγοι ούτοι του Διός επρόξένησαν ταραχήν και θόρυβον εις την συνέλευσιν και ήρχισαν να φωνάζουν όλοι• Κεραύνωσε, κατάκαυσε, σύντριψε, εις το βάραθρον, εις τον Τάρταρον όπως τους Γίγαντας. Ο Ζευς διέταξε πάλιν να γείνη ησυχία και είπεν• Ας γείνη λοιπόν όπως θέλετε• όλοι οι φιλόσοφοι θα συντριβούν ομού με την διαλεκτικήν των• αλλ' επί του παρόντος δεν επιτρέπεται να τιμωρηθή κανείς• διότι έχομεν, ως γνωρίζετε, ιερομηνίαν του τετραμήνου και ήδη εκήρυξα διακοπήν πάσης εχθροπραξίας. Κατά το νέον έτος λοιπόν και κατά την αρχήν της ανοίξεως θα λάβουν τα επίχειρα της κακίας των διά του φοβερού μου κεραυνού.

Η και κυανέησιν επ' οφρύσι νεύσε Κρονίων. {113}

Διά δε τον Μένιππον, είπεν έπειτα, αποφασίζω τα εξής• να του αφαιρεθούν τα πτερά, διά να μη μας έλθη και πάλιν εδώ, {114} να τον παραλάβη δε ο Ερμής και να τον κατεβάση εις την γην σήμερον. Και ο μεν Ζευς αφού είπεν αυτά διέλυσε την συνέλευσιν, εμέ δε έλαβεν ο Κυλλήνιος {115} από το δεξιόν αυτί και περί την εσπέραν μ' έφερε και με απέθηκεν εις τον Κεραμεικόν.

Αυτή, φίλε μου, είνε όλη η ιστορία του ταξειδίου μου εις τον ουρανόν• και τώρα πηγαίνω να δώσω εις τους φιλοσόφους τους περιπατούντας εις την Ποικίλην αυτάς τας καλάς ειδήσεις.

ΤΕΛΟΣ Δ' ΤΟΜΟΥ

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στα ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Άπαντα ΤΟΜΟΣ Δ'. Δις κατηγορούμενος ή δικαστήρια. — Περί παρασίτου, — Ανάχαρσις. — Προς τον απαίδευτον και πολλά βιβλία αγοράζοντα. — Ότι δεν πρέπει να πιστεύωμεν εύκολα την διαβολήν. — Ζευς ελεγχόμενος. — Ρητόρων διδάσκαλοι. — Ικαρομένιππος ή Υπερνέφελος.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

*** {1} Ο Κροίσος.

{2} Η περικοπή αυτή είνε εις Ιονικήν γλώσσαν και έχει ληφθή αυτολεξεί από τον Ιπποκράτην• «ορή τε δεινά, θιγγάνει τε αηδέων επ' αλλοτρίησι τε ξυμφορήσιν ιδίας καρπούται λύπας».

{3} Ο Άργος.

{4} Των Ερινύων, τας οποίας οι αρχαίοι απέφευγον να ονομάζουν.

{5} Όρος της Αρκαδίας.

{6} Διά του Σύρου ρήτορος, ο Λουκιανός παρεισάγει εις τον διάλογον εαυτόν, ίνα δικαιολογηθή διότι εγκαταλείψας την Ρητορικήν επεδόθη εις τον Διάλογον και εδημιούργησε νέον είδος διαλόγου.

{7} Όταν ο μέθυσος Πολέμων εισήλθεν εις την Ακαδημίαν με την πρόθεσιν να προπηλακίση φιλοσοφίαν και φιλοσόφους εδίδασκεν ο εκ Χαλκηδόνος Ξενοκράτης. Ούτος δε, χωρίς να δώση προσοχήν εις την αυθάδειαν του μεθύσου, εξηκολούθησε να ομιλή, και ήτο τόση η πειθώ των λόγων του, ώστε ο Πολέμων ησθάνθη εντροπήν διά τας ακολασίας του, έγινε μαθητής του Ξενοκράτους και έπειτα τον διεδέχθη. Απέθανε δε εις βαθύ γήρας και αφήκε πολλά συγγράμματα τα οποία δεν εσώθησαν.

{8} Τα εκλεκτά σύκα της Αττικής.

{9} Ο πίλος (κυνή) του Πλούτωνος, όπως και ο δακτύλιος του Γύγου, καθίστα αόρατον εκείνον όστις τον εφόρει.

{10} Ήτο έν των δογμάτων της Στοάς να μεταχειρίζωνται το σώμα ως άγαλμα, δηλαδή, αναίσθητον εις τους πόνους και τας κακοπαθείας.

{11} Ευριπίδου «Φοίνισσαι» 863: Με τους λόγους επιδεικνύεται ευχαριστημένος, αλλ' η ψυχή του είνε περίλυπος.

{12} Προηγμένα κατά τους Στωικούς ελέγοντο τα σχετικώς καλλίτερα αγαθά του βίου.

{13} Είδος συλλογισμού. Ο Απούλιος λέγει ότι αναπόδεικτον δεν σημαίνει το μη δυνάμενον ν' αποδειχθή, αλλά το μη έχον ανάγκην αποδείξεως.

{14} Το προοίμιον τούτο είνε του Δημοσθένους εις τον «Περί στεφάνου» λόγον.

{15} Η φράσις «ουχί δε ταυτά παρίσταταί μοι γινώσκειν» είνε εκ του τρίτου Ολυνθιακού.

{16 1} Ο Δημοσθένης.

{17} Υπαινίσσεται την περί ψυχής συζήτησιν εις τον «Φαίδωνα» του Πλάτωνος.

{18} Κοτύλη μέτρον χωρητικότητος ίσον με 71/2 ουγγίας περίπου.

{19} «Τιμαίος».

{20} Υπαινίσσεται τον ορισμόν της ρητορικής εις τον «Γοργίαν».

{21} «Παρμενίδης».

{22} Εις το κείμενον το καταψηφίζω λέγεται «φέρει την τετρυπημένην» διότι αι καταδικαστικαί ψήφοι ήσαν τρυπημέναι• τούτο δε εχρησίμευε διά να τας διακρίνουν οι δικασταί με την αφήν, καθότι αι δίκαι εις τον Άρειον Πάγον εγίνοντο εν καιρώ νυκτός.

{23} Ευριπίδου «Μήδεια» στ. 518. Δεν υπάρχει γνώρισμα σωματικόν εκ του οποίου να διακρίνομεν τον καλόν από τον κακόν άνθρωπον.

{24} «Θεαίτητος».

{25} Οδυσσείας I στ. 5. Δεν νομίζω ζωήν πλέον ευχάριστον παρά όταν βλέπω ολόκληρον λαόν να ευφραίνεται, να είνε δε στρωμέναι τράπεζαι πλήρεις άρτων και κρεών, ο δε οινοχόος να αντλή από τους κρατήρας οίνον και να γεμίζη γύρω τα ποτήρια.

{26} Οδυσσείας ΙΕ στ. 244. Δεν μου φαίνεται να υπάρχη ευτυχία καλλιτέρα από αυτήν.

{27} Οδυσσείας ΙΕ. στ. 244.

{28} Τα οποία δηλονότι ήσαν ως εκείνα τα οποία εφόρουν οι Στωικοί φιλόσοφοι.

{29} Εξείης ίσον εξής, κατά σειράν.

{30} Ούτε φυτεύει ούτε αροτριά, αλλ' άσπαρτα και αγεώργητα απολαμβάνει πάντα.

{31} Το ποτήρι σου είνε πάντοτε γεμάτον, ώστε να πίνης εις υγείαν μου οσάκις η καρδιά σου το θέλει.

{32} Τον ωδήγησαν εις την σκηνήν του σεπτού Αγαμέμνονος.

{33} Ο Απόλλων, ο Εύφορβος και ο Έκτωρ.

{34} Και είκοσι πολεμισταί τοιούτοι αν εφώρμων εναντίον μου, όλοι θα έπιπτον υπό το δόρυ μου.

{35} Τα οστά μου να μη τεθούν χωριστά από τα δικά σου, Αχιλλεύ, αλλά και να ταφώμεν ομού, όπως ομού ανετράφημεν εις το μέγαρόν σας.

{36} Ο Πηλεύς μ' εδέχθη εις τον οίκον του, με ανέθρεψεν επιμελώς και με ωνόμαζε θεράποντά σου.

{37} Πλειν ή παραπλείν. Ομοίως παίζει και εις τα επόμενα και σοφιστεύει με την πρόθεσιν παρά• τρέχειν και παρατρέχειν, ιππεύειν και παριππεύειν, ακοντίζειν και παρακοντίζειν.

{38} Εννοεί τον διευθύνοντα τας ασκήσεις, τον λεγόμενον γυμνασίαρχον ή γυμνασιάρχην.

{39} Βραχύ ξίφος των Περσών και των Σκυθών.

{40} Το έλαιον τούτο ετίθετο εις ιδιαίτερον είδος αμφορέων.

{41} Επώνυμοι ήσαν οι ήρωες από των οποίων ωνομάσθησαν αι δέκα φυλαί της Αττικής.

{42} Ο σχολιαστής λέγει: Ως δύναταί τις να συμπεράνη, επειδή εζήτησες από κάποιον βιβλία, Λουκιανέ, και δεν σου έδωκε, τον αντήμειψες με αυτό το ωραίον και αιώνιον δώρον.

{43} Καλλίνος και Αττικός, διάσημοι καλλιγράφοι.

{44} Ησιόδου «Θεογονία» στ. 30. Ο αναφερόμενος ποιμήν είνε αυτός ο ποιητής Ησίοδος.

{45} Όνομα της Αφροδίτης ήτις ελατρεύετο επί του όρους Λιβάνου διά πράξεων ακατανομάστων.

{46} Οι μοιχοί εμαστιγούντο με φύλλα τσουκνίδας.

{47} Ποταμός του Ελικώνος.

{48} Οι Έλληνες εσφράγιζον τους καλούς ίππους επί του μηρού ή του ώμου με διάφορα σημεία τα οποία εσήμαινον την αξίαν αυτού. Εκείνοι δε οι οποίοι ήσαν σφραγισμένοι με το κόππα, σημείον αριθμητικόν {1}, ή με το σίγμα, διό και σαμπφόροι ωνομάζοντο, ήσαν οι εκλεκτότεροι. Ίδε Αριστοφάνους Νεφέλας στ. 23.

{49} Τον Σκάμανδρον.

{50} Τα βιβλία εγράφοντο επί μακρού φύλλου περγαμηνής το οποίον εκολλάτο εις κυλινδρικόν ξύλον, εις το οποίον το βιβλίον ετυλίσσετο. Εις το έν άκρον του κυλίνδρου, όστις απετέλει το κέντρον του βιβλίου, προσεκολλάτο τεμάχιον ελέφαντος ή μετάλλου, επί του οποίου εχαράσσετο ο τίτλος του έργου• τούτο δε ωνομάζετο ομφαλός. Το βιβλίον εγράφετο συνήθως επί της μιας επιφανείας της μεμβράνης, η δε άλλη επιφάνεια εκαλύπτετο δι' υφάσματος ή δέρματος, το εποίον έδιδε περισσοτέραν στερεότητα εις το βιβλίον.

{51} Οι στυλίσκοι με τους οποίους εστρέφοντο και ετανύοντο αι χορδαί.

{52} Ελέγετο ότι ήτο υιός της Μούσης Καλλιόπης.

{53} Ίδε κατωτέρω «Περεγρίνου τελευτή».

{54} Ο Φιλόξενος κατεδικάσθη να εργάζεται εις τα λατομεία των Συρακουσών, διότι δεν επήνεσε τα δραματικά έργα του τυράννου. Όταν δε του απεδόθη η ελευθερία και ο Διονύσιος υπέβαλεν εις την κρίσιν του μίαν των τραγωδιών του, είπε το περίφημον: - «Ας με οδηγήσουν πάλιν εις τα λατομεία».

{55} Τον Μάρκον Αυρήλιον.

{56} Μανδραγόρας είνε φυτόν ναρκωτικόν.

{57} Κωμωδία του Ευπόλιδος, η οποία είχε, φαίνεται, σκηνάς λίαν ασέμνους.

{58} Ούτε το συνένοχον σκότος φοβούνται, ούτε τους τοίχους, οίτινες τους βλέπουν, μήπως τυχόν φωνάξουν και τους προδώσουν.

{59} Δεν πρόκειται περί του περιφήμου ζωγράφου, αλλά περί άλλου συνωνύμου.

{60} Πτολεμαίος ο Δ' ο επιλεγόμενος Φιλόπαππος.

{61} Πλίνιος ο πρεσβύτερος αναφέρει περί αυτού ότι δεν ήτο κακός ζωγράφος.

{62} Ο Φωκυλίδης.

{63} Μη δικάσης πριν ακούσης και τους δύο.

{64} Εις τον πόλεμον πολλάκις και ο φονεύων φονεύεται.

{65} Υπαινιγμός εις ένα ιστορικόν γεγονός αναφερόμενον εις τον Σέλευκον ούτινος σύζυγος είνε η Στρατονίκη.

{66} Ταραντίδιον. κατά τον σχολιαστήν, διαφανές έστιν ένδυμα ωνομασμένον από της των Τραντίνων χρήσεως και τρυφής.

{67} Θ' αποθάνης, ω Προίτε, αν δεν φονεύσης τον Βελλεροφόντην, όστις χωρίς να θέλη, επεχείρησε να με παρασύρη εις απιστίαν. Ιλιάδ. Ζ. 165.

{68} Μήπως και παρά τον ορισμόν της μοίρας καταβής εις τον Άδην.

{69} Ομού με την γην και την θάλασσαν θ' ανασύρης.

{70} Μη γονιμοποιήσης γυναίκα παρά την θέλησιν των θεών• διότι εάν τεκνοποιήσης, θα σε φονεύση ο υιός σου.

{71} Πιστεύεται ότι η σάτυρα αύτη εγράφη εναντίον του Πολυδεύκους του συγγράψαντος το «Ονομαστικόν», όστις υπήρξε διδάσκαλος του αυτοκράτορος Κομμόδου.

{72} Ησιόδου «Έργα και ημέραι»

{73} Τον Δημοσθένην.

{74} Τον Αισχύνην.

{75} Οι οποίοι τρώγομεν τον καρπόν της γης.

{76} Περίφημοι εταίραι των οποίων τα ονόματα εδίδοντο εις τα ερωτικά πρόσωπα της μέσης κωμωδίας. Περί αυτών ο Αθήναιος (Βιβλ. 1} αναφέρει περιέργους λεπτομερείας.

{77} Εις την ερώτησιν του Χαιρεφώντος η Πυθία απήντησε το γνωστόν εκείνο Ανδρών απάντων Σωκράτης σοφώτατος.

{78} Μυθικοί γίγαντες.

{79} Λόγοι απαγγελλόμενοι, δημόσιαι διαλέξεις.

{80} Ονόματα Αιγυπτιακών πόλεων, τα οποία εδίδοντο εις τους εκείθεν καταγομένους δούλους. Φαίνεται δε ότι ο Λουκιανός θέλει να δείξη διά τούτου ότι ο υπ' αυτού σατυριζόμενος κατήγετο εξ Αιγύπτου και τωόντι ο Πολυδεύκης ήτο Αιγύπτιος.

{81} Θεά ήτις εθεωρείτο τιμωρός των περιαυτολογούντων.

{82} Άλλη ένδειξις, ότι ο Λουκιανός εννοεί τον ονοματολόγον Πολυδεύκην.

{83} Ο ρήτωρ όστις εκέρδιζε δίκην εστόλιζε το υπέρθυρον της οικίας του με κλάδον φοίνικος.

{84} Ούτε αρχήν είχε, ούτε τέλος θα έχη.

{85} Εννοεί τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.

{86} Ο Δημόκριτος.

{87} Σκώπτει τον Εμπεδοκλή διά την περί του νείκους θεωρίαν.

{88} Κατά τον Πυθαγόραν.

{89} Εννοεί τον Σωκράτην.

{90} Τους Σωκρατικούς υπαινίσσεται.

{91} Εμπαίζει τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα.

{92} Γνώμη του Διαγόρα του επικληθέντος αθέου.

{93} Άλλη δε επιθυμία επεκράτει εις την ψυχήν μου.

{94} Εις ένα μύθον ενάγεται κάμηλος συνδιαλεγομένη με τον Δία.

{95} Δεν είμαι Θεός• διατί μ' εκλαμβάνεις ως ένα εκ των αθανάτων;

{96} Ο Πτολεμαίος ο ξάδελφος είχε σύζυγον την αδελφήν του Στρατονίκην.

{97} Ο Λυσίμαχος, είς των διαδόχων του Αλεξάνδρου, εφόνευσε τον υιόν του συνεπεία διαβολής.

{98} Τινές διορθώνουν «απατώντες» ή «επαιτούντες».

{99} Πεδιάς μεταξύ των κτήσεων των Αργείων και των Λακεδαιμονίων, διά την κυριότητα της οποίας εμάχοντο οι δύο ούτοι λαοί.

{100} Όρος της Μακεδονίας, πλησίον των Φιλίππων, το οποίον είχε μεταλλεία χρυσού.

{101} Ιλιάδος Α'. Προς τ' ανάκτορα όπου κατοικεί ο Ζευς μετά των άλλων θεών.

{102} Ο Αναξιμένης μαθητής του Αναξιμάνδρου ανεκάλυψε πρώτος ότι το φως της σελήνης είναι δάνειον και εξήγησε τας εκλείψεις.

{103} Ομήρου Οδυσ. Όπου ούτε βοών ούτε ανθρώπων εφαίνοντο ίχνη.

{104} Ποίος και πόθεν είσαι, άνθρωπε, ποία η πατρίς σου και τίνες οι γονείς σου; (στίχος ομηρικός εκ της Οδυσσείας).

{105} Ο Ώτος και ο Εφιάλτης επεχείρησαν ν' ανέλθουν εις τον ουρανόν επιθέτοντες όρη επί ορέων, έως ου ο Απόλλων τους ετόξευσε.

{106} Ο ναός του Ολυμπίου Διός, του οποίου το σχέδιον ήτο τόσον μέγα, ώστε οι Αθηναίοι δι' έλλειψιν χρημάτων δεν ηδύναντο να τον αποπερατώσουν, έως ου ο Αυτοκράτωρ Αδριανός τον συνεπλήρωσε.

{107} Άλλα μεν έδιδεν, αλλά δε ηρνείτο ο πατήρ των θεών.

{108} Οίτινες εξ ανθρώπων έγιναν θεοί.

{109} Άριστον μεν ύδωρ.

{110} Και οι μεν άλλοι Θεοί και άνθρωποι εκοιμώντο καθ' όλην την νύκτα αλλ' εγώ δεν ηδυνάμην να κλείσω μάτι.

{111} Περιττόν βάρος της γης.

{112} Ούτε εις τον πόλεμον χρησιμεύουν ούτε εις τα συμβούλια. Εκ της Ιλιάδος.

{113} Είπε και ένευσε με τας μαύρας του οφρύς ο υιός του Κρόνου. Ιλιάς.

{114} Ο σχολιαστής παρατηρεί πολύ λογικώς• και τι θα τον ημπόδιζε να προσαρμόση πάλιν πτέρυγας αετού και γυπός και εκ νέου να πετάξη προς τον ουρανόν;

{115} Επίθετον του Ερμού ως τιμωμένου εις Κυλλήνην.