Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τέταρτος

Part 1

Chapter 1 55 words Public domain Markdown

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis

Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.

Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος. Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ ΑΠΑΝΤΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ ΑΠΑΝΤΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΎ ΑΠΑΝΤΑ

ΔΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ή ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

ΖΕΥΣ Εις τ' ανάθεμα οι φιλόσοφοι όσοι λέγουν ότι μόνον οι θεοί είνε ευτυχείς• εάν εγνώριζαν πόσα υποφέρομεν ένεκα των ανθρώπων, δεν θα μας εζήλευαν δια το νέκταρ και την αμβροσίαν, πιστεύοντες εις τον Όμηρον, άνθρωπον τυφλόν και αγύρτην, ο οποίος μας λέγει ευδαίμονας και διηγείται τα συμβαίνοντα εις τον ουρανόν, ενώ ούτε τα επί της γης ηδύνατο να βλέπη. Ιδού ποία είνε η ευτυχία μας. Αρχίζω από τον Ήλιον, ο οποίος άμα ξημερώση είνε αναγκασμένος να ζεύξη το άρμα του και καθ' όλην την ημέραν να διατρέχη τον ουρανόν, ενδεδυμένος πυρ και ακτινοβολών και ούτε να ξύση τ' αυτί του, κατά το λεγόμενον, έχει καιρόν• διότι ολίγον αν απροσεκτήση, θ' αφηνιάσουν οι ίπποι και εξερχόμενοι από τον δρόμον των θα κατακαύσουν τα πάντα. Επίσης η Σελήνη κατά την νύκτα περιφέρεται άγρυπνος και φέγγει εις τους κωμάζοντας και τους αργά επιστρέφοντας από τα γεύματα. Ο δε Απόλλων, ο οποίος εξέλεξεν έργον πολυάσχολον, κινδυνεύει να κουφαθή από τας ενοχλητικάς απαιτήσεις των εχόντων ανάγκην της μαντικής• και οτέ μεν είνε ανάγκη να ευρίσκεται εις τους Δελφούς, άλλοτε δε εις τον Κολοφώνα• εκείθεν μεταβαίνει με σπουδήν εις τον Ξάνθον και τρέχων ευρίσκεται εις την Κλάρον, έπειτα δε εις την Δήλον ή εις τας Βραγχίδας και εν γένει πρέπει να είνε παρών παντού όπου η ιέρεια, αφού πίη το ιερόν ύδωρ και μασήση φύλλα δάφνης και διασείση τον τρίποδα, τον καλέση να παρευρεθή. Πρέπει να σπεύση χωρίς να παραμελήση διά να υπαγορεύση τους χρησμούς, άλλως κινδυνεύει να χάση την φήμην του. Παραλείπω όσα οι άνθρωποι μηχανεύονται διά να δοκιμάζουν την αλήθειαν της μαντικής του, ψήνοντες αναμεμιγμένα κρέατα αμνών και χελωνών• ώστε εάν δεν είχεν οξείαν την όσφρησιν, θα απήρχετο εμπαίζων αυτόν ο Λυδός. {1} Ο δε Ασκληπιός ενοχλούμενος υπό των ασθενούντων ευρίσκεται εις την ανάγκην να βλέπη φρικτά πράγματα και να εγγίζη αηδή και να λυπήται διά τας ξένας συμφοράς. {2} Και τι να είπω περί των ανέμων οίτινες είνε καταδικασμένοι να υπηρετούν την γεωργίαν, να κινούν τα πλοία και να φυσούν διά να ευκολύνουν το λίκμισμα εις τ' αλώνια; ή διά τον ύπνον όστις κατέρχεται προς όλους, ή τα όνειρα τα οποία διανυκτερεύουν μετά του ύπνου και του εμπνέουν προφητικάς ιδέας; Όλους αυτούς τους κόπους υποφέρουν οι θεοί χάριν των ανθρώπων και διά να υπηρετούν έκαστος την επί της γης ζωήν.

Και των μεν άλλων οι κόποι είνε υποφερτοί, αλλ' εγώ ο πάντων βασιλεύς και πατήρ πόσας αηδίας υποφέρω, πόσας ασχολίας έχω και εις πόσας φροντίδας είνε διηρημένη η προσοχή μου;

Εν πρώτοις πρέπει να επιτηρώ τας εργασίας των άλλων θεών, όσοι μετέχουν εις την εξουσίαν μου, διά να μη εργάζωνται αμελώς και κακώς• έπειτα δε και ο ίδιος έχω μυρίας άλλας ασχολίας, εις τας λεπτομερείας των οποίων μόλις επαρκώ• διότι το έργον μου δεν περιορίζεται μόνον εις τα κυριώτερα της διοικήσεως, να πέμπω βροχάς και χαλάζας και ανέμους και αστραπάς, και έπειτα ν' αδιαφορώ διά τας λεπτομερείας, αλλ' είμαι ηναγκασμένος και ταύτα να πράττω και συγχρόνως να προσέχω παντού και τα πάντα να επιτηρώ, όπως ο βουκόλος της Νεμέας,{3} τους κλέπτας, τους επιόρκους, τας θυσίας, εάν κανείς έκαμε σπονδήν, πόθεν έρχεται η κνίσα και ο καπνός, ποίος άρρωστος ή ταξειδεύων με εκάλεσε, και, εκείνο το οποίον είνε υπέρ όλα επιπονώτατον, συγχρόνως να παρευρίσκωμαι εις την εκατόμβην, ήτις θύεται εις την Ολυμπίαν, και εις την Βαβυλώνα διά να επιτηρώ τους πολεμούντας, να ρίπτω χάλαζαν εις την χώραν των Γετών και να συμποσιάζω εις την χώραν των Αιθιόπων. Αλλά και μεθ' όλα ταύτα δεν αποφεύγω τας μεμψιμοιρίας, και πολλάκις εν ώ οι άλλοι θεοί και οι άνθρωποι κοιμώνται καθ' όλην την νύκτα, δι' εμέ τον Δία δεν υπάρχει νήδυμος ύπνος. Διότι και ολίγον αν κλείσω τους οφθαλμούς, ευθύς ο φίλος της αληθείας Επίκουρος θα αποδείξη ότι οι θεοί δεν προνοούμεν διά τα επί γης πράγματα• και ο κίνδυνος δεν είνε μικρός εάν πιστεύσουν αυτά οι άνθρωποι• οι ναοί μας θα μείνουν αστεφάνωτοι, αι αγυιαί δεν θ' αναδίδουν πλέον κνίσαν θυσιών, σπονδαί δεν θα τελούνται, οι βωμοί θα μείνουν ψυχροί και εν γένει θα παύσουν αι θυσίαι και αι προσφοραί και νηστικοί θα μείνωμεν και πεινώντες οι θεοί. Διά τούτο, καθώς οι κυβερνήται των πλοίων, στέκομαι όρθιος και μόνος εις την πρύμνην και κρατώ το πηδάλιον, και οι μεν άλλοι επιβάται διασκεδάζουν και άμα νυστάξουν κοιμούνται, εγώ δε άγρυπνος και νηστικός σκέπτομαι και φροντίζω δι' όλους και ως μόνην αμοιβήν και απόλαυσιν έχω την τιμήν ότι θεωρούμαι κύριος.

Ώστε ευχαρίστως θα ηρώτων τους φιλοσόφους, οίτινες μόνους τους θεούς θεωρούν ευτυχείς, πότε με τόσας ασχολίας νομίζουν ότι ευρίσκομεν καιρόν ν' απολαμβάνωμεν το νέκταρ και την αμβροσίαν. Ορίστε, ένεκα των πολλών μας ασχολιών αφήκαμεν εκκρεμείς τόσας παλαιάς υποθέσεις, τας οποίας καλύπτουν η μούχλα και αι αράχναι, και μάλιστα αγωγάς τας οποίας έχουν κινήσει επιστήμαι και τέχναι εναντίον μερικών ανθρώπων και εκ των οποίων τινές είνε πολύ παλαιαί. Οι δε ενδιαφερόμενοι φωνάζουν εξ όλων των μερών και αγανακτούν και ζητούν την διεκπεραίωσιν των υποθέσεων και κατηγορούν εμέ διά την βραδύτητα, διότι αγνοούν ότι η εκκρεμότης δεν προήλθεν εξ ολιγωρίας, αλλ' εκ της ευτυχίας την οποίαν νομίζουν ότι απολαμβάνομεν, καθότι ευτυχίαν αποκαλούν τας ασχολίας.

ΕΡΜΗΣ. Και εγώ, ω Ζευ, έχω ακούσει εις την γην πολλούς να μεμψιμοιρούν, αλλά δεν ετόλμησα να σου το είπω. Αφού όμως μόνος σου ωμίλησες, σου το λέγω. Όλοι αγανακτούν και παραπονούνται, πατέρα• και φανερά μεν δεν τολμούν να εκφράζωνται, αλλά κρυφά μουρμουρίζουν διά την εκκρεμότητα των υποθέσεων, εν ώ έπρεπε προ πολλού να έχουν τελειώσει αυταί αι υποθέσεις και να γνωρίζη έκαστος τι να κάμη.

ΖΕΥΣ. Τι φρονείς λοιπόν; Να ορίσωμεν μίαν δικάσιμον και να τους καλέσωμεν να δικασθούν ή να το αναβάλωμεν διά το ερχόμενον έτος;

ΕΡΜΗΣ. Όχι, αμέσως να γείνη ό,τι θα γείνη.

ΖΕΥΣ. Καλά λοιπόν. Συ να κατεβής και να διακηρύξης ότι την τάδε ημέραν θα δικασθούν αι εκκρεμείς υποθέσεις και να έλθουν όλοι όσοι έχουν τοιαύτας εις τον Άρειον Πάγον, όπου η Δικαιοσύνη θα κληρώση τους δικαστάς αναλόγως των υποθέσεων εξ όλων των Αθηναίων. Εάν δε κανείς νομίση ότι η απόφασις η οποία θα εκδοθή δεν είνε δικαία, θα έχη το δικαίωμα να κάμη έφεσιν εις εμέ και να δικασθή εκ νέου η υπόθεσις ως να μη είχε δικασθή καθόλου. Συ δε, κόρη μου, να καθήσης πλησίον των σεμνών θεαινών,{4} να κληρώσης τους δικαστάς και να επιτηρής την διεξαγωγήν των δικών.

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Πάλιν θα πάω εις τον κόσμον διά να με διώξουν εκ νέου οι άνθρωποι και να με σκάση με τους εμπαιγμούς της η Αδικία;

ΖΕΥΣ. Τώρα πρέπει να έχης καλλιτέρας ελπίδας, διότι πιστεύω ότι θα τους έχουν πείσει οι φιλόσοφοι να σε προτιμούν από την Αδικίαν, μάλιστα, ο υιός του Σωφρονίσκου ο τόσον επαινέσας το δίκαιον και αποδείξας ότι είνε το μέγιστον των αγαθών.

ΔΙΚ. Πολύ τον ωφέλησαν όσα είπε περί εμού, αφού παραδοθείς εις τους ένδεκα και ριφθείς εις την φυλακήν κατεδικάσθη να πίη ο δυστυχής το κώνειον και ούτε να θυσιάση πετεινόν εις τον Ασκληπιόν του επέτρεψαν. Τόσον υπερίσχυσαν οι κατήγοροί του, οι οποίοι υπεστήριζαν την Αδικίαν εναντίον αυτού.

ΖΕΥΣ. Έως τότε η φιλοσοφία ήτο ακόμη ξένη προς τους περισσοτέρους και ολίγοι ήσαν οι φιλοσοφούντες, ώστε δεν είνε παράδοξον ότι οι δικασταί παρεσύρθησαν υπό του Ανύτου και του Μελήτου. Σήμερον όμως δεν βλέπεις πόσα φιλοσοφικά ενδύματα, πόσαι βακτηρίαι και πείραι υπάρχουν εις τας Αθήνας; Παντού φαίνονται μακραί γενειάδες και βιβλία κρατούμενα εις την αριστεράν και όλοι φιλοσοφούν υπέρ σου, είνε δε γεμάτοι οι περίπατοι από φιλοσόφους οίτινες διηρημένοι εις ίλας και φάλαγγας αντιμάχονται• και δεν υπάρχει κανείς όστις δεν θέλει να θεωρήται ως τρόφιμος της αρετής. Πολλοί αφήσαντες τας τέχνας τας οποίας είχον, εφορτώθησαν την πείραν και το φιλοσοφικόν ένδυμα και μαυρίσαντες το σώμα των εις το καύμα του ηλίου έγειναν φιλόσοφοι αυτοσχέδιοι από υποδηματοποιών ή κτιστών, τώρα δε σε περιτριγυρίζουν και εξυμνούν την αξίαν σου. Τόσοι δε είνε οι φιλόσοφοι, ώστε, κατά την παροιμίαν, ευκολώτερον είνε να πέση κανείς εις πλοίον και να μη συναντήση ξύλον παρά να κυττάξη γύρω του και να μη ίδη φιλόσοφον.

ΔΙΚ. Αλλ' αυτοί με τρομάζουν με τας φιλονεικίας των και με την σύγχισιν των γνωμών των εις όσα λέγουν περί εμού. Λέγεται δε ότι και οι περισσότεροι εξ αυτών εις μεν τους λόγους προσποιούνται ότι είνε με το μέρος μου, εις τα πράγματα όμως με αποστρέφονται τελείως και είνε βέβαιον ότι θα με διώξουν αν τύχη να κτυπήσω τας θύρας των• διότι προ πολλού ήδη έχουν εγκολπωθή την Αδικίαν.

ΖΕΥΣ. Δεν είνε όλοι κακοί, κόρη μου• αρκετόν δε θα είνε και αν επιτύχης ολίγους καλούς. Αλλά πηγαίνετε τώρα, διά να προφθάσουν να δικασθούν ολίγαι υποθέσεις σήμερον.

ΕΡΜ. Πάμε λοιπόν. Ας ακολουθήσωμεν την οδόν ήτις αρχίζει από το Σούνιον και διέρχεται ολίγον κατωτέρω του Υμηττού και αριστερά της Πάρνηθος διά να φθάση εκεί όπου φαίνονται δύο υψώματα. Φαίνεσαι ότι ελησμόνησες προ πολλού τον δρόμον. Αλλά τι έπαθες; Διατί δακρύζεις και παραπονείσαι; Μη φοβείσαι• ο κόσμος δεν είνε όπως τον ήξευρες• απέθαναν όλοι εκείνοι οι Σκείρωνες, οι Πιτυοκάμπται, οι Βουσίριδες και Φαλάριδες τους οποίους εφοβείσο άλλοτε• τώρα η Σοφία, η Ακαδημία και η Στοά επικρατούν εις όλα και παντού σε ζητούν και περί σου ομιλούν και χάσκοντες περιμένουν να σε ίδουν επιστρέφουσαν πάλιν προς αυτούς.

ΔΙΚ. Συ μόνον, Ερμή, δύνασαι να μου είπης την αλήθειαν, διότι τους συναναστρέφεσαι και διατρίβεις μετ' αυτών εις τα γυμναστήρια και την αγοράν — καθότι και αγοραίος είσαι και κηρύττεις εις τας συνελεύσεις — εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται και αν είνε δυνατή η διαμονή μου μεταξύ αυτών.

ΕΡΜ. Μα τον Δία, θα ήτο άδικον να μη σου είπω την αλήθειαν, αφού είσαι αδελφή μου• πολλοί εξ αυτών έχουν ωφεληθή όχι ολίγον από την φιλοσοφίαν• αν όχι άλλο, από εντροπήν προς το φιλοσοφικόν των σχήμα ολιγώτερον παρεκτρέπονται. Αλλ' όμως θα συναντήσης και κακούς μεταξύ αυτών — διότι πρέπει να σου είπω όλην την αλήθειαν —- μερικούς δε ημισόφους και ημιφαύλους. Η φιλοσοφία όταν τους παρέλαβε, τους έβαψε με το χρώμα της- και όσοι μεν απερρόφησαν άφθονον την βαφήν, εμορφώθησαν εντελώς χρηστοί και απηλλαγμένοι από άλλα χρώματα και προς υποδοχήν σου είνε ούτοι ετοιμότατοι• όσοι δε ένεκα του παλαιού ρύπου δεν ηδυνήθησαν ν' απορροφήσουν κατά βάθος και άφθονον την βαφήν, από μεν τους άλλους είνε καλλίτεροι, είνε όμως ατελείς και λευκόμαυροι, ως στιγματισμένοι, και παρδαλοί το χρώμα. Μερικοί δε και μόνον διότι ήγγισαν απ' έξω εις τον λέβητα με το άκρον του δακτύλου και επασαλείφθησαν με την καπνιάν νομίζουν ότι αρκετά και αυτοί μετεχρωματίσθησαν. Αλλά συ, εννοείται, θα συναναστρέφεσαι με τους καλλιτέρους. Ενώ όμως ομιλούμεν, επλησιάσαμεν εις την Αττικήν ώστε ας αφήσωμεν δεξιά το Σούνιον και ας διευθυνθώμεν προς την Ακρόπολιν. Και τώρα ότε εφθάσαμεν, συ μεν κάθησαι εδώ επί του βράχου και βλέπε προς την Πνύκα έως ου διαλαλήσω την παραγγελίαν του Διός• εγώ δε θ' αναίβω εις την Ακρόπολιν διά να δυνηθώ ούτω ευκολώτερον να τους καλέσω και να με ακούσουν όλοι.

ΔΙΚ. Μη φύγης, ω Ερμή, πριν μου είπης ποιος είνε αυτός που έρχεται προς τα εδώ, ο κερασφόρος και μαλλιαρός εις τους μηρούς και τα πόδια, ο οποίος κρατεί φλογέραν.

ΕΡΜ. Πώς, δεν γνωρίζεις τον Πάνα τον ζωηρότερον εκ των ακολούθων του Διονύσου; Αυτός άλλοτε έμενεν εις το Παρθένιον {5} αλλά κατά την εκστρατείαν του Δάτιδος και την απόβασιν των βαρβάρων εις τον Μαραθώνα, ήλθεν απρόσκλητος, ως σύμμαχος των Αθηναίων, έκτοτε δε εξέλεξεν ως κατοικίαν το σπήλαιον εκείνο το οποίον ευρίσκεται υπό την Ακρόπολιν και κατοικεί εκεί ολίγον υπεράνω του Πελασγικού, πληρώνων τον φόρον των μετοίκων• και τώρα άμα μας είδε έρχεται ως γείτων εδώ να μας χαιρετήση.

ΠΑΝ. Χαίρετε, ω Ερμή και Δικαιοσύνη.

ΔΙΚ. Χαίρε και συ, Παν μουσικώτατε και χορευτικώτατε εξ όλων των Σατύρων, εις τας Αθήνας δε και πολεμικώτατε.

ΠΑΝ. Και ποίος καιρός σας έφερεν εδώ, ω Ερμή;

ΕΡΜ. Η Δικαιοσύνη θα σου διηγηθή τα πάντα• εγώ δε ανεβαίνω εις την Ακρόπολιν διά το διαλάλημα.

ΔΙΚ. Ο Ζευς, ω Παν, με έστειλε να διεκπεραιώσω τας εκκρεμείς δίκας. Συ δε πώς τα περνάς εις τας Αθήνας;

ΠΑΝ. Η αλήθεια είνε ότι δεν με τιμούν όσον πρέπει, αλλά πολύ ολιγώτερον αφ' ό,τι ήλπιζα και μάλιστα αφού τους έσωσα από τέτοιον κίνδυνον από μέρους των βαρβάρων. Εν τοσούτω δύο ή τρεις φορές κατ' έτος ανεβαίνουν και μου θυσιάζουν ένα διαλεκτόν τράγον βαρβάτον, ο οποίος μυρίζει πολλήν βαρβατίλαν, και έπειτα περιδρομιάζουν τα κρέατα και μ' έχουν θεατήν της διασκεδάσεώς των, από την οποίαν απολαμβάνω εγώ μόνον τον θόρυβον. Αλλά με διασκεδάζουν κάπως τα γέλοια και τα παγνίδια των.

ΔΙΚ. Και κατά τα άλλα έγειναν εναρετώτεροι υπό των φιλοσόφων οι Αθηναίοι;

ΠΑΝ. Ποίους λέγεις φιλοσόφους; Μήπως εκείνους τους κατσουφιασμένους, οι οποίοι περπατούν πάντοτε κοπάδια και έχουν γένεια όμοια με τα δικά μου, εκείνους τους φλυάρους;

ΔΙΚ. Ακριβώς.

ΠΑΝ. Δεν καταλαβαίνω τι λέγουν, ούτε εννοώ την σοφίαν των• διότι εγώ είμαι βουνήσιος και δεν έμαθα αυτά τα ευγενικά λόγια των ανθρώπων των πόλεων. Μπορεί να βγη από την Αρκαδίαν ρήτωρ ή φιλόσοφος; Η σοφία η δική μου φθάνει μέχρι του πλαγιαύλου και της φλογέρας• κατά τα αλλά είμαι αιγοβοσκός και χορευτής, εάν παρουσιασθή δε ανάγκη και πολεμιστής. Τους ακούω όμως να φωνάζουν πάντοτε και να συζητούν διά κάποιαν αρετήν, διά ιδέας και φύσιν και ασώματα, πράγματα τα οποία ούτε ξέρω ούτε εννοώ. Εις την αρχήν η συζήτησίς των είνε ειρηνική• αλλ' όσω προχωρούν δυναμώνουν την φωνήν και καταντούν να κραυγάζουν• επειδή δε καθένας επιμένει με πείσμα εις την γνώμην του• και όλοι θέλουν συγχρόνως να μιλούν, τα πρόσωπά των κοκκινίζουν, οι λαιμοί πρίσκονται και η φλέβες φουσκώνουν, καθώς των αυλητών όταν με δύναμιν φυσούν εις τον στενόν αυλόν. Ούτω γίνεται σύγχυσις εις την οποίαν λησμονούν τι ήρχισαν να συζητούν, και αφού υβρισθούν μεταξύ των φεύγουν και με το δάκτυλον οι περισσότεροι σκουπίζουν τα ιδρωμένα μέτωπά των• εκείνος δε φαίνεται νικητής ο οποίος ανεδείχθη πλέον φωνακλάς και αδιάντρωπος και φεύγει τελευταίος. Αλλ' όμως ο πολύς λαός τους σέβεται και τους ακούει, όταν μάλιστα δεν έχει τίποτε καλλίτερον να κάμη, και το θράσος και ο θόρυβός των φαίνεται ότι ευχαριστεί τον όχλον. Εγώ όμως απ' αυτά που έβλεπα και ήκουα συνέλαβα την ιδέαν ότι είνε ασκοί φουσκωμένοι με αλαζονίαν και μου έκανε κακόν ότι ομοιάζομεν κατά τα γένεια. Εάν δε από τις φωνές και τα λόγια των εκείνα γίνεται καμμία ωφέλεια εις τον λαόν, δεν γνωρίζω. Αλλ' εάν πρέπει να είπω την αλήθειαν χωρίς να κρύψω τίποτε — διότι ως βλέπεις κατοικώ εις μέρος υψηλόν — πολλάκις, έτυχε να ίδω πολλούς από αυτούς αργά το βράδυ...

ΔΙΚ. Φθάνει, Παν. Δεν σου φαίνεται ότι ήρχισεν ο Ερμής να διαλαλή;

ΠΑΝ. Α, βέβαια.

ΕΡΜ. Ακούσετε, πολίται• σήμερον εβδόμην του μηνός Ελαφηβολιώνος θα συστήσωμεν δικαστήριον διά να δικάση τας εκκρεμείς δίκας. Όσοι δε έχουν τοιαύτας υποθέσεις να έλθουν εις τον Άρειον Πάγον, όπου η Δικαιοσύνη θα κληρώση τους δικαστάς και θα συμπαρεδρεύση. Οι δικασταί θα εκλεγούν εξ όλων των Αθηναίων, ο μισθός θα είνε τρεις οβολοί και ο αριθμός των δικαστών ανάλογος προς το δικαζόμενον έγκλημα. Όσοι δε απέθαναν πριν ή δικασθούν αι αγωγαί των, και αυτούς ας τους στείλη επάνω ο Αιακός. Και εάν κανείς νομίση ότι εδικάσθη αδίκως, θα δύναται να εφεσιβάλη την υπόθεσιν και η έφεσις θα γείνη εις τον Δία.

ΠΑΝ. Πωπώ θόρυβος! Τι αναφωνητό είνε αυτό; Κύτταξε πώς τρέχουν και τραβούν ο ένας τον άλλον προς την ανωφέρειαν του Αρείου Πάγου. Αλλά και ο Ερμής επιστρέφει• ώστε πηγαίνετε να φροντίσετε διά τας δίκας, να κληρώσετε τους δικαστάς και να κρίνετε κατά τους νόμους σας, εγώ δε θα επιστρέψω εις τη σπηλιά μου να παίξω κάποιον σκοπόν ερωτικόν, με τον οποίον συνειθίζω να πειράζω την Ηχώ. Από λόγους ρητόρων και δικηγόρων έχω παραχορτάσει, διότι ακούω κάθε μέρα εκείνους που δικάζονται εις τον Άρειον Πάγον.

ΔΙΚ. Βέβαια, διότι ως βλέπεις, έρχονται σωρηδόν και ως σμήνη σφηκών βομβούν γύρω εις τον βράχον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ. Επί τέλους σε συνέλαβα, αχρείε.

ΑΛΛ. Τώρα δε γλυτώνεις.

ΑΛΛ. Θ' αποδείξω τα μεγάλα σου εγκλήματα.

ΑΛΛ. Να προτιμηθή η δική μου υπόθεσις.

ΑΛΛ. Ακολούθει, κακούργε, εις το δικαστήριον.

ΑΛΛ. Μη με πνίξης.

ΔΙΚ. Ξέρεις τι πρέπει να κάμωμεν, ω Ερμή; Τας μεν άλλας δίκας ν' αναβάλωμεν δι' αύριον, σήμερον δε να κληρώσωμεν μόνον εκείνας εις τας οποίας ενάγονται άνθρωποι υπό διαφόρων τεχνών, επιτηδευμάτων ή επιστημών. Δόσε μου αυτάς τας δικογραφίας.

ΕΡΜ. Η Μέθη κατά της Ακαδημίας περί του Πολέμωνος επί εξανδραποδισμώ.

ΔΙΚ. Κλήρωσε επτά δικαστάς.

ΕΡΜ. Η Στοά κατά της Ηδονής επί αδικία, διότι απεπλάνησε τον εραστήν της Διονύσιον.

ΔΙΚ. Πέντε είνε αρκετοί.

ΕΡΜ. Η Τρυφή κατά της Αρετής διά τον Αρίστιππον.

ΔΙΚ. Πέντε και τούτους ας τους δικάσουν.

ΕΡΜ. Η Αργυραμοιβική κατά του Διογένους επί δραπετεύσει.

ΔΙΚ. Μόνον τρεις κλήρωσε.

ΕΡΜ. Η Ζωγραφική κατά του Πύρρωνος επί λιποταξία.

ΔΙΚ. Εννέα ας δικάσουν.

ΕΡΜ. Θέλεις, Δικαιοσύνη, να κληρώσωμεν και αυτάς τας δύο αγωγάς αίτινες προ ολίγου καιρού υπεβλήθησαν εναντίον του ρήτορος;

ΔΙΚ. Ας δικάσωμεν πρώτον τας παλαιάς, αυταί δε θα έλθουν έπειτα.

ΕΡΜ. Και όμως είνε όμοιαι και αυταί, και το αδίκημα αν και δεν είνε παλαιόν είνε παρόμοιον με τα άλλα τα οποία θα δικαστούν• ώστε ομού με αυτά πρέπει να δικασθή και τούτο.

ΔΙΚ. Μου φαίνεται, Ερμή, ότι θέλεις να κάμης χάριν εις κάποιον• όμως αφού το θέλεις ας δικασθούν και αυταί, αλλά μόνον αυταί• διότι όσαι εκληρώθησαν είνε αρκεταί. Δος μου τας μηνύσεις.

ΕΡΜ. Η Ρητορική κατά του Σύρου επί κακοποιήσει. Ο Διάλογος κατά του αυτού επί εξυβρίσει. {6}

ΔΙΚ. Και ποίος είνε αυτός; Δεν βλέπω να είνε γραμμένον το όνομά του.

ΕΡΜ. Ας μείνη ούτω, κατά του ρήτορος του Σύρου• η έλλειψις του ονόματος δεν είνε σπουδαίον εμπόδιον.

ΔΙΚ. Ωραίο αυτό, να κληρώσωμεν εις τας Αθήνας και εις τον Άρειον Πάγον δίκας ξένας αι οποίαι έπρεπε να δικασθούν πέραν του Ευφράτου. Εν τοσούτω ας κληρωθούν ένδεκα δικασταί και δια τας δύο αυτάς δίκας.

ΕΡΜ. Εύγε, Δικαιοσύνη, που φροντίζεις να μη γείνουν πολλαί αι δικαστικαί δαπάναι.

ΔΙΚ. Οι κληρωθέντες να δικάσουν την Ακαδημίαν και την Μέθην ας καθήσουν πρώτοι• συ δε γέμισε την κλεψύδραν. Τον λόγον έχεις συ πρώτη η Μέθη. Αλλά διατί σιγείς και αποφεύγεις να ομιλήσης; Πλησίασε, ω Ερμή, να μάθης τι έχει.

ΕΡΜ. Λέγει ότι δεν δύναται να αναπτύξη την αγωγήν της, διότι ο οίνος έχει δεσμεύσει την γλώσσαν της και φοβείται μήπως προκαλέση τον γέλωτα του δικαστηρίου. Βλέπεις δε ότι μόλις στέκεται εις τα πόδια της.

ΔΙΚ. Λοιπόν ας της διορίσωμεν ένα συνήγορον από αυτούς τους δικηγόρους, από τους οποίους πολλοί είνε έτοιμοι να σκάσουν διά να πάρουν τρεις οβολούς.

ΕΡΜ. Αλλά κανείς δεν θα θελήση να συνηγορήση εις το φανερόν υπέρ της Μέθης. Μου φαίνεται όμως ότι εκείνο το οποίον προτείνει η Μέθη είνε σωστόν.

ΔΙΚ. Τι;

ΕΡΜ. Η Ακαδημία είνε εξησκημένη εις το να υποστηρίζη πάντοτε δύο αντιθέτους γνώμας. Αυτή λοιπόν, λέγει η Μέθη, ας ομιλήση πρώτον υπέρ εμού και έπειτα ομιλεί και διά λογαριασμόν της.

ΔΙΚ. Αυτά είνε παράξενα, αλλ' ας είνε. Αφού σου είνε εύκολον, Ακαδημία, ανάπτυξε και την κατηγορίαν και την υπεράσπισιν.

ΑΚΑΔ. Ακούσετε, άνδρες δικασταί, πρώτον τας αιτιάσεις της Μέθης, αφού εις αυτήν ανήκει τώρα ο λόγος. Η δυστυχής Μέθη ηδικήθη μεγάλως υπ' εμού της Ακαδημίας, διότι τον μόνον δούλον τον οποίον είχε πιστόν και αφοσιωμένον εις αυτήν και ο οποίος ενόμιζεν ότι τίποτε εξ όσων έπραττε δεν ήτο αισχρόν, της τον αφήρεσα. Εννοεί τον Πολέμωνα εκείνον όστις εν καιρώ ημέρας διέτρεχε μεθυσμένος την αγοράν, συνοδευόμενος υπό τραγουδιστριών και άδων από πρωίας έως εσπέρας, αιωνίως μεθύων και κραιπαλών και στεφανωμένος με άνθη. Και ότι αυτά είνε αληθή μαρτυρούν όλοι οι Αθηναίοι, οίτινες ουδέποτε είδον τον Πολέμωνα αμέθυστον. Όταν δε ο δυστυχής ούτος ήλθε και ετραγούδησεν εις τας θύρας της Ακαδημίας, όπως συνείθιζε να τραγουδή εις τα πρόθυρα όλων, τον ήρπασε και αφού τον απέσπασε διά της βίας από τας χείρας της Μέθης και τον παρέλαβε πλησίον της τον ηνάγκασε να πίνη μόνον νερόν, τον εδίδαξε την εγκράτειαν, απέσπασε τους στεφάνους από την κεφαλήν του και αντί να κατακλίνεται και να πίνη, του εδίδαξε λόγους σκοτεινούς και ανιαρούς, οι οποίοι κουράζουν το πνεύμα του με σκέψεις. Ούτω δε αντί του ερυθήματος το οποίον ήνθει προηγουμένως εις τας παρειάς του, έγινεν ο άθλιος ωχρός και ισχνός το σώμα. Ελησμόνησεν όλα τα άσματα και νηστικός ενίοτε και διψών κάθηται μέχρι του μεσονυκτίου και λέγει τας φλυαρίας τας οποίας εγώ η Ακαδημία διδάσκω. Το δε χειρότερον είνε ότι και κατηγορεί την Μέθην παρακινούμενος υπ' εμού και πολλά λέγει εναντίον της.{7} Αυτά περίπου θα είχε να είπη η Μέθη. Τώρα θα απολογηθώ και διά τον εαυτόν μου και από της στιγμής ταύτης το νερόν της κλεψύδρας ας τρέξη δι' εμέ.

ΔΙΚ. Τι άρά γε έχει ν' απαντήση εις αυτά; Εν τοσούτω χύσε και δι' αυτήν ίσην ποσότητα νερού.

ΑΚΑΔ. Όσα η συνήγορος είπεν υπέρ της Μέθης, ω άνδρες δικασταί, φαίνονται πολύ ορθά όπως ελέχθησαν• αλλ' εάν δόσετε ευνοϊκήν ακρόασιν και εις όσα μέλλω να είπω εγώ, θα πεισθήτε ότι ουδόλως την ηδίκησα. Ο Πολέμων ούτος, τον οποίον λέγει δούλον της, ήτο εκ φύσεως αγαθός και χωρίς καμμίαν ροπήν να γείνη μέθυσος, αλλ' εσυγγένευε και ωμοίαζε προς εμέ κατά τον χαρακτήρα. Αυτή όμως με την συνδρομήν και της Ηδονής, ήτις συνήθως συνεργάζεται με αυτήν, επρόλαβε και τον ήρπασε όταν ακόμη ήτο νέος και τρυφερός και τον διέφθειρε τον δυστυχή με νυκτερινάς διασκεδάσεις και εταίρας, ούτως ώστε έχασε σχεδόν εξ ολοκλήρου την εντροπήν. Εκείνα τα οποία προ μικρού ενόμιζεν ότι έλεγεν υπέρ εαυτής, μάλλον υπέρ εμού πρέπει να τα θεωρήσετε ως λεχθέντα. Τω όντι ο δυστυχής από πρωίας περιεφέρετο στεφανωμένος και μεθυσμένος μέσα εις την αγοράν, συνοδευόμενος υπό μουσικής, ουδέποτε συνερχόμενος εκ της μέθης, τραγουδών ενώπιον των θυρών όλων, γενόμενος ύβρις διά τους προγόνους του και την πόλιν όλην και αφορμή γέλωτος διά τους ξένους. Όταν λοιπόν ήλθε προς εμέ, έτυχε να ομιλώ, όπως συνειθίζω να ομιλώ προς τους φίλους μου, ενώ αι θύραι ήσαν ανοικταί, περί αρετής και σωφροσύνης. Αυτός δε εμφανισθείς με στεφάνους και αυλούς, κατ' αρχάς εφώναζε και προσεπάθει να ταράξη την διδασκαλίαν με τον θόρυβον• επειδή δε ουδόλως επροσέξαμεν εις αυτόν, μετ' ολίγον (διότι δεν ήτο εντελώς μεθυσμένος) ήρχισε να συνέρχεται και να προσέχη εις τα λεγόμενα• και αφήρεσεν από την κεφαλήν του τους στεφάνους, διέταξε την αυλητρίδα να σιωπήση και διά το κόκκινον ένδυμα το οποίον εφόρει εντρέπετο• και ως να εξύπνησε από βαθύν ύπνον, και την κατάστασίν του έβλεπε και τον παρελθόντα βίον του κατεδίκαζε. Τότε το ερύθημα της μέθης εξέλιπε από το πρόσωπόν του, εκοκκίνιζε δε από εντροπήν διά τας πράξεις του και επί τέλους αποδράσας όπως ήτο, ήλθε προς εμέ, χωρίς ούτε να τον παρακινήσω ούτε να τον εξαναγκάσω, ως αυτή λέγει, αλλ' εκουσίως, διότι ενόμιζεν ότι πλησίον μου είνε καλλίτερα. Σας παρακαλώ δε να τον καλέσετε διά να το βεβαιωθήτε πως μετεβλήθη εξ αιτίας μου. Τον παρέλαβα εις γελοίαν κατάστασιν και μη δυνάμενον να λαλήση ούτε να σταθή εκ της οινοποσίας, τον επανέφερα εις την φρόνησιν και την εγκράτειαν και από ουτιδανόν τον έκαμα σεμνόν και σώφρονα και τον ανέδειξα άξιον πολλής εκτιμήσεως εκ μέρους των Ελλήνων. Και αυτός δε μ' ευγνωμονεί διά τούτο και οι συγγενείς του. Ταύτα είχα να είπω. Υμείς δε κρίνετε τώρα με ποίαν εξ ημών των δύο ήτο προτιμότερον εις αυτόν να συναναστρέφεται.

ΕΡΜ. Λοιπόν μη βραδύνετε, αλλά ψηφοφορήσετε• σηκωθήτε. Έχομεν και άλλους να εξετάσωμεν.

ΔΙΚ. Η Ακαδημία έλαβεν όλας τας ψήφους εκτός μιας.

ΕΡΜ. Διόλου παράδοξον ότι ευρέθη και ένας με το μέρος της Μέθης. Καθήσετε τώρα όσοι εκληρώθητε διά να δικάσετε την διένεξιν της Στοάς και της Ηδονής περί του εραστού. Εχύθη το νερόν. Συ η ζωγραφιστή και ποικιλόχρωμος έχεις τον λόγον.