Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τρίτος

Part 5

Chapter 5 1 words Public domain Markdown

—Διότι δεν εφόνευσες τον ίδιον τον τύραννον, ο δε νόμος δίδει αμοιβήν εις τον τυραννοκτόνον. — Και τι διαφέρει, ειπέ μου, να φονεύση κανείς αυτόν ή να γείνη αίτιος του θανάτου του; Εγώ νομίζω ότι δεν υπάρχει καμμία διαφορά• ο δε νομοθέτης αποβλέπει μόνον εις την ελευθερίαν, την δημοκρατίαν και την απαλλαγήν από τα δεινά της τυραννίας• αυτά τιμά, αυτά έκρινεν άξια αμοιβής, δεν θα τολμήσης δε να ισχυρισθής ότι δεν έγειναν αυτά εξ αιτίας μου. Διότι, εάν εφόνευσα εκείνον άνευ του οποίου ο τύραννος δεν ηδύνατο να ζη, εγώ εφόνευσα τον τύραννον. Είναι ιδικόν μου έργον ο φόνος, διότι εγώ διηύθυνα την χείρα του. Παύσε λοιπόν να λεπτολογής διά τον τρόπον του θανάτου και μη εξετάζης πώς απέθανεν, αλλ' αν δεν υπάρχη πλέον και αν εξ αιτίας μου δεν υπάρχη. Αλλά διά να συκοφαντήσης τους ευεργέτας της πόλεως δύνασαι ίσως να κάμης ζήτημα και αν όχι με ξίφος, αλλά με λίθον ή ξύλον ή κατ' άλλον τρόπον εφόνευσα τύραννον. Αλλ' εάν επολιόρκησα τύραννον και διά της πείνης τον έφερα εις την ανάγκην ν' αυτοκτονήση, θα έλεγες και τότε ότι έπρεπε να τον φονεύσω ιδιοχείρως ή θα διετείνεσο ότι δεν συνεμορφώθην προς τον νόμον, ενώ ούτω ο κακούργος απέθανε σκληρότερον θάνατον;

Έν μόνον πρέπει να εξετάζης, τούτο ν' απαιτής και περί τούτου να λεπτολογής, αν μένη κανείς εκ των κακών, αν υπάρχη αφορμή φόβου ή υπόμνησις των συμφορών μας. Εάν δε όλα εκαθαρίσθησαν και παντού επικρατή ειρήνη, είνε ίδιον συκοφάντου να προσπαθής διά της επικρίσεως του τρόπου καθ' ον έγειναν τα πράγματα να με στερήσης την αμοιβήν της πράξεώς μου.

Εγώ ενθυμούμαι ότι εις τους νόμους αναφέρεται και τούτο, εκτός εάν από την πολλήν δουλείαν ελησμόνησα τα υπ' αυτών αναφερόμενα, ότι τα καθιστώντα το έγκλημα του φόνου είνε διττά, πρώτον εάν κανείς ο ίδιος εφόνευσε και δεύτερον, εάν αυτός μεν δεν εφόνευσεν ούτε ιδιοχείρως έπραξε τον φόνον, αλλ' ηνάγκασε και έδωκεν αφορμήν του φόνου. Αμφοτέρους τούτους τιμωρεί εξ ίσου ο νόμος και πολύ δικαίως• διότι η παρακίνησις δεν είνε ολιγώτερον της πράξεως εγκληματική• είνε λοιπόν περιττή η εξέτασις του τρόπου καθ' ον έγεινεν ο φόνος. Αφού τον ούτω φονεύοντα νομίζεις δίκαιον να τιμωρηθή ως φονεύς και δεν νομίζεις ότι πρέπει να απολύεται, πώς δεν θεωρείς ισότιμον με τους ευεργέτας εκείνον ο οποίος κατά τον αυτόν τρόπον ευηργέτησε την πόλιν; Αλλ' ουδέ τούτο δύνασαι να είπης, ότι εγώ απλώς εφόνευσα τον υιόν του τυράννου, επήλθε δε αποτέλεσμα αγαθόν χωρίς εγώ να το θέλω. Διότι, τι ηδυνάμην να φοβηθώ, αφού ήδη είχε φονευθή ο δυνατώτερος; Διατί δε αφήκα το ξίφος εις το σώμα του φονευθέντος, εάν δεν προεμάντευα ακριβώς αυτό το οποίον έγεινεν; Εκτός εάν θα ισχυρισθής ότι ο φονευθείς δεν ήτο τύραννος, ούτε είχεν αυτήν την ονομασίαν, ούτε ότι θα εδίδατε ευχαρίστως πολλάς αμοιβάς διά ν' αποθάνη. Αλλά δεν θα είπης τίποτε τοιούτον. Και αφού ο τύραννος εφονεύθη δεν θα δώσης αμοιβήν εις εκείνον ο οποίος έγεινεν αίτιος του θανάτου αυτού; ω της μικρολογίας. Τι σε μέλει πώς απέθανεν, αφού απολαμβάνεις ελευθερίαν και τι περισσότερον απαιτείς από εκείνον όστις σου απέδωκε την δημοκρατίαν; Ως ο ίδιος λέγεις, ο νόμος εξετάζει μόνον την ουσίαν των πραγμάτων, τας δε λεπτομερείας παραλείπει και δεν πολυπραγμονεί. Μήπως και εάν εκδιώξη κανείς τύραννον δεν θα είνε άξιος να λάβη αμοιβήν τυραννοκτόνου; πολύ δικαίως, διότι και εκείνος ελευθερίαν αντί δουλείας θα μας προσφέρη. Αλλ' εκείνο το οποίον εγώ έπραξα δεν είνε εξορία ούτε αφίνει τον φόβον και την ανάγκην δευτέρας επαναστάσεως, αλλ' υπήρξε τελεία καθαίρεσις και εξόντωσις όλου του γένους του τυράννου και το κακόν απεκόπη εκ της ρίζης. Αλλά σας παρακαλώ να εξετάσετε τα πάντα εξ αρχής μέχρι τέλους, εάν θέλετε, διά να ίδετε εάν παρελείφθη τι το οποίον απαιτεί ο νόμος και εάν μου λείπη καμμία εκ των αρετών τας οποίας πρέπει να έχη ο τυραννοκτόνος. Πρώτον πρέπει να έχη χαρακτήρα γενναίον και φιλοπατρίαν τοιαύτην, ώστε προθύμως να κινδυνεύη χάριν των κοινών συμφερόντων και χάριν της σωτηρίας των πολλών να θυσιάζη την ζωήν του. Λοιπόν εφάνην εγώ άνανδρος και απεδειλίασα προβλέπων τους κινδύνους εις τους οποίους θα εξετιθέμην; Δεν θα τολμήση κανείς να είπη τίποτε τοιούτον περί εμού.

Λοιπόν ας μείνωμεν εις το δεδομένον τούτο και ας υποθέσωμεν ότι μόνον ηθέλησα και απεφάσισα ταύτα και ότι ουδέν καλόν αποτέλεσμα προήλθεν, αλλά μόνον διότι είχα τοιαύτην προαίρεσιν, αξιώ να λάβω αμοιβήν ως ευεργέτης της πόλεως. Εγώ μεν δεν ηδυνήθην, άλλος δε μετ' εμέ εφόνευσε τον τύραννον• λοιπόν δεν νομίζεις ότι θα ήτο παράλογον και άδικον να μου δοθή η αμοιβή; και μάλιστα αν έλεγα• είχα τον πόθον, το ηθέλησα, το επεχείρησα, εδοκίμασα και μόνον διότι είχα την προαίρεσιν είμαι άξιος να τιμηθώ ως τυραννοκτόνος, τι θα απεκρίνεσο τότε; Τώρα όμως δεν λέγω τούτο, αλλά και ανέβηκα εις το φρούριον και πολύ εκοπίασα προ του φόνου του νέου• διότι μη υποθέσετε ότι είνε τόσον εύκολον και άκοπον το πράγμα να νικήση κανείς φρουράν και να υπερισχύση δορυφόρων και να τους τρέψη εις φυγήν, αλλ' αυτό είνε σχεδόν το μέγιστον εις την τυραννοκτονίαν και το κυριώτερον. Βέβαια αυτός ο τύραννος δεν είνε τι μέγα και δυσνίκητον και δυσφόνευτον, αλλ' οι φρουρούντες και υποστηρίζοντες την τυραννίαν. Όστις νικήση αυτούς τα πάντα κατώρθωσε και το υπολειπόμενον είνε μικρόν. Δεν θα κατώρθωνα να φθάσω μέχρι των τυράννων, εάν δεν ενίκων τους γύρω αυτών φύλακας και δορυφόρους όλους, αν εκείνους όλους δεν κατετρόπωνα προηγουμένως. Ουδέν άλλο προσθέτω, αλλ' επαναλαμβάνω• την φρουράν ενίκησα, τους δορυφόρους κατέκοψα και τον τύραννον αφύλακτον, άοπλον, γυμνόν της δυνάμεως του κατέστησα. Δεν σου φαίνεται λοιπόν ότι διά ταύτα είμαι άξιος τιμής ή εξακολουθείς ακόμη να απαιτής παρ' εμού τον φόνον του τυράννου; Αλλ' εάν και φόνον απαιτής και ο φόνος υπάρχει• δεν είμαι αναίμακτος, αλλ' έκαμα μεγάλην και γενναίαν σφαγήν νέου ακμαίου και εις όλους φοβερού, εξ αιτίας του οποίου και ουδείς ετόλμα να επιβουλευθή την ζωήν του τυράννου, όστις εις αυτόν είχε πεποίθησιν, και ήτο ίσος με πολλούς δορυφόρους. Λοιπόν δεν είμαι άξιος αμοιβής, αλλά πρέπει αφού τοιαύτα κατώρθωσα να μείνω χωρίς τιμάς; Και αν εφόνευα ένα δορυφόρον, αν εσκότωνα ένα υπηρέτην του τυράννου, ένα δούλον πιστόν, δεν θα εφαίνετο και τούτο μέγα, να ανέλθω εις την ακρόπολιν και εκεί μεταξύ των ενόπλων ανδρών να φονεύσω ένα εκ των φίλων του τυράννου;

Τώρα δε σκέψου και ποίος ήτο ο φονευθείς• υιός τυράννου, μάλλον δε τύραννος και αυτός και τύραννος χειρότερος και πλέον ανυπόφορος, σκληρότερος εις τας τιμωρίας του και βιαιότερος εις τας ύβρεις, το δε σπουδαιότερον κληρονόμος και διάδοχος όστις επί πολύ θα ηδύνατο να παρατείνη την δυστυχίαν μας. Θέλεις να δεχθώμεν ότι μόνον τούτο έπραξα και ότι ζη ακόμη ο τύραννος, διαφυγών τον θάνατον; Λοιπόν διά τούτο ζητώ βραβείον. Τι λέγετε; δεν θα δώσετε;, Δεν ήτο εκείνος τον οποίον εφοβείσθε; δεν ήτο δεσποτικός; δεν ήτο σκληρός; δεν ήτο ανυπόφορος;

Τώρα επικαλούμαι την προσοχήν σας και εις το εξής σπουδαίον σημείον• και εκείνο το οποίον απαιτεί παρ' εμού ο αντίπαλος άριστα έπραξα και τον τύραννον εφόνευσα δι' άλλου φόνου, ουχί απλώς, ούτε δι' ενός τραύματος, το οποίον αυτός θα εθεώρει πολύ ελαφράν τιμωρίαν διά τοιαύτα αδικήματα, αλλά τον εβασάνισα προηγουμένως με πολλήν λύπην και τον έκαμα να ίδη εκείνον τον οποίον υπερηγάπα οικτρώς φονευμένον και κυλιόμενον εις το αίμα του, υιόν εις την ακμήν της νεότητος, αν και φαύλον, και ομοιάζοντα προς αυτόν. Αυτά είνε διά τους πατέρας τα θανάσιμα τραύματα, αυτά είνε τα ξίφη τα οποία πρέπει να μεταχειρίζωνται οι δίκαιοι τυραννοκτόνοι και τοιούτος πρέπει να είνε ο θάνατος των ωμών τυράννων, τοιαύτη η τιμωρία η αρμόζουσα εις τόσα εγκλήματα. Το ναποθάνη ευθύς και ναγνοή, να μη ίδη κανέν τοιούτον θέαμα, δεν είνε τιμωρία αξία δι' ένα τύραννον. Διότι δεν ηγνόουν, ούτε εκ των άλλων ηγνόει κανείς πόσην ο τύραννος έτρεφε προς τον υιόν του αγάπην και ότι δεν θα ήτο ικανός ουδ' επ' ολίγον καιρόν να ζήση κατόπιν αυτού. Πάντες ίσως οι πατέρες αγαπούν ομοίως τα τέκνα των• αλλ' αυτός δικαίως τον ηγάπα κάπως περισσότερον των άλλων, διότι έβλεπεν ότι εκείνος ήτο ο μόνος υποστηρικτής και φύλαξ της τυραννίας, και μόνος προέβαλλε το στήθος του χάριν του πατρός και παρείχεν εις την εξουσίαν του την ασφάλειαν. Ώστε αν όχι διά την αγάπην, αλλά διά την απελπισίαν εγνώριζα ότι θα απέθνησκεν ευθύς, διότι θα ενόμιζε την ζωήν πλέον ανωφελή, αφού θα έχανε την ασφάλειαν την οποίαν του παρείχεν ο υιός του. Με όλα λοιπόν συγχρόνως τον επολιόρκησα, με την φυσικήν αδυναμίαν, την λύπην, την απόγνωσιν, τον φόβον, την διάψευσιν των ελπίδων του διά το μέλλον. Ταύτα μου εχρησίμευσαν ως σύμμαχοι εναντίον του• και ούτω τον ηνάγκασα να φθάση εις την απόφασιν της αυτοκτονίας. Απέθανε δε άτεκνος, περίλυπος, κλαίων και οδυρόμενος, πενθών βραχύ μεν πένθος, αλλ' αρκετόν δι' ένα πατέρα, και το φοβερώτερον εφόνευσεν αυτός εαυτόν, το οποίον είνε ο οικτρότατος των θανάτων και πολύ φοβερώτερος παρά εάν φονευθή κανείς υπό άλλου.

Πού είνε το ξίφος μου; μήπως κανείς άλλος το γνωρίζη; μήπως είνε άλλου τινός όπλον; ποιος το ανεβίβασεν εις την ακρόπολιν; ποίος το μετεχειρίσθη πριν ή το μεταχειρισθή ο τύραννος; τις το απέστειλε κατ' εκείνου; ξίφος, σύντροφε και διάδοχε των κατορθωμάτων μου, μετά τόσους κινδύνους και μετά τόσους φόνους μας περιφρονούν και μας θεωρούν αναξίους αμοιβής. Και αν μόνον χάριν τούτου εζήτουν παρ' υμών την τιμήν, αν έλεγον άνδρες δικασταί, ο τύραννος απεφάσισε να αποθάνη και επειδή ευρέθη εκείνην την ώραν άοπλος, το ξίφος μου τον υπηρέτησε και προς την απελευθέρωσίν μας συνετέλεσε, δεν θα μ' ενομίζατε άξιον τιμής και αμοιβής μόνον διότι είμαι κύριος πράγματος τόσον πατριωτικού; Δεν θα με αντημείβατε; δεν θα με κατετάσσατε μεταξύ των ευεργετών και δεν θα εφυλάσσατε το ξίφος ως κειμήλιον ιερόν; και δεν θα το επροσκυνείτε μετά των θεών;

Και τώρα δυνάμεθα να φαντασθώμεν τι έπραξε και τι είπεν ο τύραννος προ του θανάτου του. Όταν εγώ τον εφόνευα και του κατέφερα πολλά τραύματα εις τα φαινόμενα μέρη του σώματος, ώστε να προξενήση μεγαλειτέραν λύπην εις τον πατέρα του και εις το πρώτον βλέμμα να του σπαράξη την ψυχήν, ο νέος ανεφώνησε γοερώς επικαλούμενος τον πατέρα του, όχι βέβαια ως βοηθόν και σύμμαχον, διότι εγνώριζεν ότι ήτο γέρων και αδύνατος, αλλά διά να ίδη την δυστυχίαν του. Εγώ μετά τούτο έφυγα• αφού έγεινα ποιητής της όλης τραγωδίας, αφήκα εις τον τραγωδόν τον νεκρόν και την σκηνήν και το ξίφος και τα λοιπά του δράματος• φθάσας δ' εκείνος και ιδών τον μονογενή υιόν του μόλις αναπνέοντα ακόμη, καταιματωμένον και κατασφαγμένον και φέροντα τραύματα πολλά και συνεχή, ανεφώνησε• τέκνον μου εχαθήκαμεν, εφονεύθημεν, ετυραννοκτονήθημεν, Πού είνε ο φονεύς σου; διατί δεν φονεύει και εμέ; τι με αφίνει αφ' ου ήδη ο θάνατός σου, τέκνον μου, με φονεύει; ή με περιφρονεί ως γέροντα και με την βραδύτητα θέλει να με τιμωρήση περισσότερον και παρατείνει τον θάνατόν μου και κάμνει μακρότερον το μαρτύριόν μου;

Και ενώ έλεγε ταύτα εζήτει το ξίφος• διότι ήτο άοπλος, επειδή είχε πεποίθησιν εις την εξ αιτίας του υιού του ασφάλειαν. Αλλ' ουδέ τούτο του έλειψε, διότι και τούτο ήδη του είχα προπαρασκευάσει και διά την τραγικήν του απόφασιν το είχα εγκαταλείψει. Αποσπάσας λοιπόν εκ του σώματος του υιού του το ξίφος είπε• Προ ολίγου με εφόνευσες, τώρα δε ανάπαυσε με, ξίφος, και δόσε παρηγορίαν εις πατέρα πενθούντα, με γεροντικήν χείρα δυστυχή συνεργάσθητι και σφάξε, τυραννοκτόνησε και από την θλίψιν απάλλαξε. Είθε να σε συνήντων πρώτος εγώ και να επρολάμβανα να φονευθώ πρώτος. Θα απέθνησκα ούτω τουλάχιστον με την ιδέαν ότι μένει εκείνος ο οποίος θα μ' εκδικηθή. Τώρα αποθνήσκω άτεκνος και ουδέ φονέα ευρίσκω διά να με φονεύση. Και ενώ έλεγε ταύτα συγχρόνως, εβύθιζε το ξίφος εις το στήθος του τρέμων και μη έχων δύναμιν, έχων την απόφασιν, αλλ' όχι και την δύναμιν να εκτελέση την απόφασίν του. Πόσαι τιμωρίαι είνε αυτά; πόσα τραύματα; πόσοι θάνατοι; πόσαι τυραννοκτονίαι; και πόσας δωρεάς αξίζουν;

Τέλος πάντων είδατε όλοι τον μεν νέον νεκρόν κατακείμενον, πράγμα το οποίον δεν ήτο μικρόν και εύκολον έργον, τον δε γέροντα να τον έχη περιβάλει με τους βραχίονάς του και το αίμα των ν' αναμιγνύεται, ως σπονδή της ελευθερίας και της νίκης, έργον του ξίφους μου, το οποίον ευρίσκετο μεταξύ αυτών, άξιον του κυρίου του και μαρτυρούν ότι πιστώς με υπηρέτησεν. Εάν έπραττα εγώ τούτο θα είχεν ολιγωτέραν σημασίαν, ενώ τώρα το καινοφανές το καθιστά λαμπρότερον. Ο καταλύσας λοιπόν την τυραννίαν όλην είμαι εγώ• διαμοιράζεται δε εις πολλούς το έργον, όπως εις τα δράματα• και τα μεν πρώτα μέρη υπεκρίθην εγώ, τα δεύτερα δε ο υιός του τυράννου και τα τρίτα αυτός ο τύραννος• το δε ξίφος μας υπηρέτησεν όλους.

Α Π Ο Κ Η Ρ Υ Τ Τ Ο Μ Ε Ν Ο Σ {25}

Νέος τις, τον οποίον ο πατήρ του είχεν αποκληρώσει, εσπούδασεν ιατρικήν. Έπειτα εθεράπευσε τον πατέρα του, ο οποίος έπαθεν από παραφροσύνην και οι ιατροί τον είχον απελπίσει, ο δε πατήρ του τον ανεγνώρισε πάλιν ως υιόν του. Μετά ταύτα έπαθε και η μητρυιά του τας φρένας και ο πατήρ του τον παρεκάλεσε να την θεραπεύση και επειδή ηρνήθη, ο πατήρ του τον απεκήρυξεν εκ νέου.

Δεν είνε νέα δι' υμάς, ω άνδρες δικασταί, ούτε θα σας εκπλήξουν όσα ο πατήρ μου ταύτην την στιγμήν ενεργεί εναντίον μου, ούτε πρώτην φοράν με καταδιώκει κατ' αυτόν τον τρόπον η οργή του, αλλ' είνε πρόχειρον εις αυτόν αυτό το μέσον της τιμωρίας και πολύ συχνά έρχεται εις το δικαστήριόν σας. Αλλά το καινοφανές εις την δυστυχίαν μου τώρα είναι ότι εγώ μεν δεν έπραξα τίποτε διά το οποίον να κατηγορούμαι, αλλά κινδυνεύω να τιμωρηθώ διά την επιστήμην μου, επειδή δεν δύναται να υπακούη εις όλας τας διαταγάς του πατρός μου. Αλλά δύναται να γείνη τι παραλογώτερον από το να θεραπεύη ο ιατρός κατά διαταγήν, όχι όπως η επιστήμη δύναται, αλλ' όπως ο πατήρ θέλει; Θα ήτο ευχής έργον αν η ιατρική είχε και φάρμακον το οποίον όχι μόνον τους παράφρονας να θεραπεύη, αλλά και των αδίκως, οργιζομένων την οργήν να παύη, διά να δυνηθώ να θεραυπεύσω και τούτο το νόσημα του πατρός μου. Τώρα η μεν παραφροσύνη του εντελώς έπαυσεν, αλλ' η οργή του επί μάλλον επιτείνεται• και το χειρότερον είνε ότι διά μεν τους άλλους όλους είνε φρόνιμος, μόνον δε εναντίον εμού ο οποίος τον εθεράπευσα, μαίνεται. Βλέπετε ποίαν αμοιβήν έλαβα διά την θεραπείαν• με αποκηρύττει και πάλιν και διά δευτέραν φοράν με αποκληροί. Φαίνεται ότι με ανεκάλεσε μόνον και μόνον διά να με εκδιώξη εκ νέου και εντός ολίγου και ούτω ατιμασθώ περισσότερον.

Εγώ, προκειμένου περί πραγμάτων εξαρτωμένων εκ της θελήσεώς μου και δυνατών, δεν περιμένω να με διατάξη• και όταν έπασχε προσήλθον εις βοήθειάν του χωρίς να με καλέση. Αλλ' όταν πρόκηται περί νοσήματος το οποίον δεν επιδέχεται καμμίαν θεραπείαν, ουδέ να επιχειρήσω θέλω, προκειμένου δε περί της γυναικός εκείνης είμαι δικαίως ακόμη ατολμότερος• διότι σκέπτομαι τι έχω να πάθω από τον πατέρα μου, εάν αποτύχω, αφού και χωρίς ν' αρχίσω την θεραπείαν αποκηρύττομαι. Λυπούμαι διά το πάθημα της μητρυιάς μου, ω άνδρες δικασταί, διότι ήτο αγαθή γυνή, και διά τον πατέρα μου ο οποίος στενοχωρείται δι' αυτήν, αλλά προ πάντων λυπούμαι διότι φαίνομαι ότι απειθώ και παρακούω εις τας πατρικάς προσταγάς, μη δυνάμενος να τας εκτελέσω, και ένεκα του ανιάτου της νόσου και διά την αδυναμίαν της επιστήμης μου. Αλλά μου φαίνεται ότι δεν είνε δίκαιον να αποκηρύττεταί τις, διότι δεν πράττει όσα δεν δύναται και όσα δεν υπεσχέθη.

Εκ των παρόντων δύνασθε να κρίνετε περί των αιτίων διά τα οποία και προηγουμένως με απεκήρυξεν. Αλλ' εγώ νομίζω ότι αρκετά απελογήθην διά της κατόπιν διαγωγής μου και διά την σημερινήν του κατηγορίαν θα προσπαθήσω να απολογηθώ όσον δύναμαι, διηγούμενος μικρά τινα περιστατικά εκ του βίου μου. Εγώ ο αυθάδης και απειθής υιός, ο οποίος γίνομαι αφορμή καταισχύνης εις τον πατέρα και φαίνομαι ανάξιος της οικογενείας μου, την πρώτην φοράν, ενώ τόσα μου κατεβόα και μου απέδιδεν ο πατήρ μου δι' ολίγων απήντησα. Απελθών δε εκ της πατρικής οικίας εσκεπτόμην ότι η καλλιτέρα κρίσις και ψήφος δι' εμέ θα ήτο ο κατόπιν βίος μου, εάν εφαίνετο διαψεύδων όλα τα παραπτώματα τα οποία μου απέδιδεν ο πατήρ μου, αν επεδιδόμην εις τας ευγενεστέρας ασχολίας και συνανεστρεφόμην τους αρίστους. Προέβλεπα δε και υπώπτευα τα γενόμενα, καθότι ο πατήρ μου είχε τάσιν εις το να οργίζεται αδίκως και να αποδίδη ψευδή εγκλήματα εις τον υιόν του• και υπήρχόν τινες, οίτινες ενόμιζον ταύτα αρχήν παραφροσύνης, προανακρούσματα και ακροβολισμόν νοσήματος, το οποίον δεν θα εβράδυνε να επέλθη και να εκδηλωθή με μίσος παράλογον και σκληρότητα και βλασφημίας εις πάσαν στιγμήν και δίκας και οργήν και παντός είδους εξάψεις. Διά τούτο ενόμισα ότι δεν θα εβράδυνα να λάβω ανάγκην της ιατρικής. Ξενητευθείς λοιπόν και μαθητεύσας πλησίον των καλλιτέρων ξένων ιατρών και αναπτύξας πολλήν επιμέλειαν και φιλοπονίαν, έμαθα την επιστήμην. Όταν δε επέστρεψα ευρήκα τον πατέρα μου πάσχοντα ήδη καθαρώς τας φρένας• και οι εντόπιοι ιατροί τον είχον απελπίσει, διότι δεν ήσαν εις θέσιν να διαγνώσουν κατά βάθος και ακριβώς τα νοσήματα. Αλλ' εγώ ως καλός υιός ούτε εμνησικάκησα διά την αποκλήρωσίν μου, ούτε επερίμενα να με καλέσουν διότι δεν είχα και καμμίαν αφορμήν εναντίον του, αφού παν ό,τι μου έκαμε δεν προήρχετο απ' αυτού, όπως ήδη είπον, αλλ' εκ του νοσήματος. Μετέβην λοιπόν απρόσκλητος, αλλά δεν ήρχισα αμέσως την θεραπείαν, διότι ούτω πράττομεν οι ιατροί και η τέχνη μας διδάσκει να εξετάζωμεν πρώτον εάν το νόσημα είνε θεραπεύσιμον ή αθεράπευτον και υπερβαίνη τα όρια της επιστήμης• και τότε αν μεν είναι ιάσιμον επιχειρούμεν την θεραπείαν και πάσαν επιμέλειαν καταβάλλομεν διά να σώσωμεν τον πάσχοντα• εάν δε ίδωμεν ότι το νόσημα έχει ήδη επικρατήσει και νικήσει τον οργανισμόν, ούτε δοκιμάζομεν κατ' αυτού τα φάρμακά μας, διότι ακολουθούμεν παλαιάν τινα παραγγελίαν των προπατόρων της ιατρικής επιστήμης, οίτινες έλεγον ότι δεν πρέπει να επιχειρούμεν την θεραπείαν νοσημάτων, τα οποία έχουν ήδη επικρατήσει.

Ιδών λοιπόν ότι ο πατήρ μου ευρίσκετο ακόμη εις κατάστασιν παρέχουσαν ελπίδας και ότι το πάθος του δεν ήτο υπέρτερον της επιστήμης, αφού επί πολύ τον εξήτασα λεπτομερώς και ακριβώς, ήρχισα την θεραπείαν και με θάρρος του έδιδα φάρμακα, καίτοι πολλοί εκ των παρόντων εθεώρουν υπερβολικήν την δόσιν του φαρμάκου και εσυκοφάντουν την θεραπείαν και ήσαν έτοιμοι προς κατηγορίας. Και αυτή δε η μητρυιά μου εφοβείτο και εδυσπίστει, όχι διότι με εμίσει, αλλά διότι εφοβείτο και εγνώριζεν ακριβώς την δεινήν κατάστασιν εις την οποίαν ευρίσκετο ο πατήρ μου• συζώσα με τον άρρωστον, εγνώριζε μόνη αυτή τα καθέκαστα του νοσήματός του. Αλλ' εγώ χωρίς ν' αποδειλιάσω παντάπασι—διότι εγνώριζα ότι δεν με ηπάτησαν τα συμπτώματα, ούτε η επιστήμη θα μ' επρόδιδεν—εβεβαίουν την ίασιν από της αρχής της θεραπείας, μολονότι τινές εκ των φίλων μου με συνεβούλευαν να μη έχω τόσην αυτοπεποίθησιν, μήπως η αποτυχία γείνη αφορμή μεγαλειτέρας συκοφαντίας εναντίον μου, ότι ηθέλησα να εκδικηθώ τον πατέρα διά δηλητηρίου, επειδή εμνησικάκουν δι' όσα έπαθα εκ μέρους αυτού. Το βέβαιον είνε ότι εντός ολίγου εθεραπεύθη και ανέκτησε το λογικόν και την διαύγειαν του πνεύματος• οι δε συμπολίται εθαύμαζον και η μητρυιά μου επεδαψίλευεν επαίνους και ήτο φανερά η μεγάλη της χαρά και διά την ιδικήν μου επιτυχίαν και διά την θεραπείαν του πατρός μου. Ούτος δε—και επικαλούμαι την μαρτυρίαν του—χωρίς να διστάση και χωρίς να παρακινηθή υπό άλλου, άμα έμαθε τα γενόμενα ανεκάλεσε την αποκήρυξιν, με ανεγνώρισεν εκ νέου ως υιόν του και με απεκάλεσε σωτήρα και ευεργέτην, ομολογών δε ότι τώρα εγνώρισε την αξίαν και την αγαθότητα του χαρακτήρας μου και μετενόει διά την προτέραν προς εμέ διαγωγήν του.

Τούτο επροξένησεν ευχαρίστησιν μεν εις πολλούς αγαθούς ανθρώπους, λύπην δε εις τους μοχθηρούς, οίτινες χαίρουν περισσότερον διά μίαν αποκήρυξιν παρά διά μίαν υιοθεσίαν. Είδα δε τότε ότι το πράγμα δεν έκαμεν ομοίαν εντύπωσιν εις όλους, αλλ' ότι τινές ήλλαξαν χρώμα και το βλέμμα των εταράχθη και το πρόσωπον αυτών έδειξε δυσαρέσκειαν, όπως συμβαίνει εις τον φθόνον και το μίσος. Αλλ' ημείς δεν εδίδαμεν προσοχήν παρά μόνον εις την χαράν, διότι επανεβλεπόμεθα και συνεφιλιούμεθα μετά τον μακρόν μας αποχωρισμόν.

Αλλά μετ' ολίγον ήρχισε και η μητρυιά μου να πάσχη από νόσημα σοβαρόν και παράδοξον• το παρηκολούθησα δε ευθύς από της αρχής του• και δεν ήτο απλούν, ουδέ ελαφρόν είδος μανίας, αλλ' ως παλαιόν κακόν το οποίον υπεκρύπτετο προ πολλού εις την ψυχήν της, εξέσπασε διά μιας και εκδηλωθέν την κατεκυρίευσεν. Έχομεν πολλά σημεία εκ των οποίων διαγινώσκομεν τους πάσχοντας από ανίατον παραφροσύνην, έν δε παράδοξον παρετήρησα εις εκείνην την γυναίκα• προς μεν τους άλλους είνε ημερωτέρα και ενώπιον αυτών το νόσημά της ησυχάζει• άμα δε ίδη ιατρόν ή και μόνον ακούση το όνομα ιατρού, εξερεθίζεται μεγάλως, το οποίον είνε σημείον της δεινής και ανιάτου καταστάσεώς της.

Ταύτα δε βλέπων εγώ εστενοχωρούμην και ελυπούμην την γυναίκα, διότι είνε καλή και αδίκως πάσχει. Ο δε πατήρ μου εξ αμαθείας — διότι ούτε την προέλευσιν, ούτε την αιτίαν, ούτε την σοβαρότητα του νοσήματος εγνώριζε — μου είπε να την θεραπεύσω και να της δώσω το αυτό φάρμακον διότι ενόμιζεν ότι έν μόνον είδος παραφροσύνης υπάρχει και ότι το νόσημα της συζύγου του ήτο το ίδιον με το ιδικόν του και εκ της αυτής θεραπείας είχεν ανάγκην. Όταν δε του είπα την καθαράν αλήθειαν, ότι είνε αδύνατον να σωθή η γυνή και ωμολόγησα ότι το νόσημα ήτο υπέρτερον των δυνάμεων μου, κατελήφθη υπό αγανακτήσεως και οργής και έλεγεν ότι εκουσίως εγκατέλειπα εις την τύχην της την γυναίκα, ότι ήθελα την καταστροφήν της και διά την αδυναμίαν της τέχνης κατηγόρει εμέ. Και είνε μεν σύνηθες εις τους λυπουμένους να θυμώνουν κατ' εκείνων οι οποίοι λέγουν προς αυτούς απεριφράστως την αλήθειαν• αλλ' εγώ θα προσπαθήσω να δικαιολογηθώ και υπέρ του εαυτού μου και υπέρ της επιστήμης.