Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τρίτος
Part 12
Λοιπόν τόσον αληθή είνε αυτά διά τα οποία σε κατηγορώ, ώστε και μέχρι των γυναικωνιτών έχει φθάσει η φήμη σου. Όταν δε προ καιρού ετόλμησες να ζήτησης εις γάμον μίαν γυναίκα εις την Κύζικον, εκείνη, η οποία ήτο καλώς περί σου πληροφορημένη, απήντησε• Δεν θέλω άνδρα ο οποίος έχει και αυτός ανάγκην ανδρός. Και ενώ ευρίσκεσαι εις αυτήν την κατάστασιν, σκοτίζεσαι διά λέξεις και γελάς και υβρίζεις τους άλλους; Αλλά τούτο είνε επόμενον• διότι δεν δυνάμεθα όλοι να λέγωμεν όμοια με εκείνα τα οποία συ λέγεις. Ποίος έχει τόσον μεγάλην τόλμην εις τους λόγους του, ώστε να ζητή τρίαιναν αντί ξίφους διά να φονεύση τους τρεις μοιχούς; Και ποιος δύναται να είπη, όπως συ όταν έκρινες τον Θεόπομπον διά την κατάληψιν του Τρικαράνου, ότι με τρίκοπον λόγον καθυπέταξε τας πρωτευούσας πόλεις και έπειτα ότι εξετριαίνωσε την Ελλάδα και ήτο Κέρβερος εις τους λόγους; Αλλά και πρό τινος καιρού ανάψας λύχνον εζήτεις κάποιον αδελφόν{95} τον οποίον είχες χάσει, φαίνεται. Και πολλά άλλα τοιαύτα, γελοία και σόλοικα, τα οποία είνε ανάξια και να τ' απομνημονεύση κανείς, εκτός μόνον εκείνου το οποίον όσοι ήκουσαν αναφέρουν εξ ενός σου λόγου. Επρόκειτο, νομίζω, περί ενός πλουσίου και δύο πτωχών, οίτινες ήσαν εχθροί• ομιλών δε περί του πλουσίου είπες• «απέκτεινε θάτερον των πενήτων»• επειδή δε, ως ην επόμενον, οι παρόντες εγέλασαν, συ διά να διορθώσης το σφάλμα σου, είπες• όχι, αλλά «άτερον αυτών απέκτεινεν». Παραλείπω τους αρχαϊσμούς σου, το τριών μηνοίν, το ανηνεμία, το πέταμαι, το εκχύνειν και όσα άλλα ωραία πράγματα επανθούν εις τους λόγους σου.
Και δι' όσα μεν αναγκαζόμενος υπό της πενίας κάμνεις δεν θα σε κατηγορήσω, μα την Αδράστειαν, διότι είνε δικαιολογημένος όπως δήποτε εκείνος, όστις πιεζόμενος υπό της πείνης επιορκεί αρνούμενος τας παρακαταθήκας τας οποίας του ενεπιστεύθησαν, ή αναιδώς ζητεί και αφού λάβη ζητεί και άλλα και κλέπτει ενδύματα και φορολογεί τον κόσμον• δεν λέγω αυτά• διότι δεν είνε τόσον αξιοκατάκριτος εκείνος όστις διά παντός τρόπου προσπαθεί να σωθή από την πενίαν. Αλλά το ασυγχώρητον είνε ότι εν ώ είσαι πτωχός, δαπανάς μόνον εις τας τοιαύτας ηδονάς όσα κερδίζεις διά της αναισχυντίας σου.
Αλλ' αν θέλης και να επαινέσω κάτι τι το οποίον με πολλήν ευφυίαν έπραξες, θ' αναφέρω πώς με την τέχνην του Τισίου {96} και μιμούμενος τον Κόρακα ήρπασες ενός ανοήτου γέροντος τριάκοντα χρυσά νομίσματα και πώς ο αυτός με την μέθοδον του Τισίου παγιδευθείς σου επλήρωσε δι' έν βιβλίον επτακοσίας πεντήκοντα δραχμάς.
Καίτοι έχω πολλά αλλά ακόμη να είπω, σε αφίνω, τούτο δε μόνον προσθέτω• εξακολούθει να πράττης αυτά όπως σου αρέσουν και μη παύσης να εξυβρίζης κατ' αυτόν τον τρόπον τον εαυτόν σου• αλλ' όχι και εκείνο το οποίον αποσιωπώ• διότι είνε ανόσιον να καλούμεν εις την οικίαν μας τους ούτω εξηχρειωμένους και να προσφέρωμεν εις αυτούς το ποτήριον της φιλίας και να γευώμεθα τα αυτά φαγητά. Αλλά να παύσης επίσης και τα μετά τους λόγους φιλήματα και μάλιστα προς εκείνους οίτινες όχι προ πολλού σου έκαμαν αποφράδα το στόμα. Και αφού τέλος πάντων ήρχισα να σου δίδω φιλικάς συμβουλάς, παύσε, αν θέλης, ν' αρωματίζης τας λευκάς σου τρίχας και να περιποιήσαι μόνον ωρισμένα μέρη του σώματός σου. Διότι εάν μεν σε αναγκάζη κανέν νόσημα, πρέπει όλον σου το σώμα να θεραπεύης• εάν δε δεν έχης καμμίαν τοιαύτην αφορμήν, διατί θέλεις να διατηρής καθαρά και λεία και ολισθηρά μέρη τα οποία ούτε να φαίνωνται επιτρέπει η αιδώς; Ό,τι μόνον κάμνεις φρόνιμον είνε ότι διατηρείς λευκάς τας τρίχας σου και δεν τας βάφεις, διά να χρησιμεύουν ως προκάλυμμα της αισχρότητός σου. Σέβου λοιπόν αυτάς κατά τούτο τουλάχιστον και μάλιστα την γενειάδα σου και μη τα μιαίνης και τα υβρίζης περισσότερον. Αλλ' αν δεν δύνασαι να κρατηθής, πράττε τουλάχιστον τας αισχρότητάς σου την νύκτα και εις το σκότος, όχι την ημέραν, διότι είνε πολύ κτηνώδες.
Βλέπεις ότι θα ήτο προτιμότερον ν' αφήσης ακίνητα τα ύδατα της Καμαρίνης και να μη εμπαίζης την αποφράδα, η οποία θα σου καταστήση όλην την ζωήν αποφράδα; ή έχεις ανάγκην και άλλων κοσμητικών; Εις πάσαν περίστασιν εγώ δεν θα παραλείψω να συμπληρώσω τον πανηγυρικόν σου. Δεν ενόησες λοιπόν ότι είσαι εξουθένωμα και έπρεπεν, ω παιπάλημα και κίναδε, να μαζεύεσαι όταν ανήρ δασύτριχος και μάλιστα, ως οι αρχαίοι έλεγον, μελάμπυγος σε ατενίση και μόνον αυστηρώς; Ίσως και τώρα θα γελάσης διά το παιπάλημα και τον κίναιδον, ως ν' ακούης αινίγματα και γρίφους, διότι σου είνε άγνωστα των έργων σου τα ονόματα. Ώστε φρόντισε να τα κατηγορήσης και αυτά, εάν δεν σου επληρώθη τριπλή και τετραπλή η αποφράς. Μόνον δε τον εαυτόν σου να αιτιάσαι δι' όλα αυτά• διότι, ως συνείθιζε να λέγη ο καλός Ευριπίδης, των αχαλινώτων στομάτων και της αφροσύνης και της ανομίας το τέλος είνε η δυστυχία.
ΤΕΛΟΣ Γ' ΤΟΜΟΥ
1} Την ιστορίαν του Κτησίου γνωρίζομεν μόνον εξ αποσπάσματος αυτής διασωθέντος υπό του Φωτίου. Φαίνεται δε ότι ο Λ. τον αδικεί λέγων ότι έγραψεν όλως φαντασιώδη. Τουλάχιστον εις όσα γράφει περί των κυνοκεφάλων ανθρώπων των κατοικούντων εις τα όρη και οίτινες αντί πάσης λαλιάς έχουν είδος υλακής, ευκόλως αναγνωρίζεται ο Ουραγκουτάγκος. Ουχ ήττον τερατώδη εφάνησαν κατά την αρχαιότητα όσα έγραψε περί των ομιλούντων πτηνών• αλλ' οι Έλληνες δεν εγνώριζον ακόμη τους ψιτακούς, τους οποίους ενόει προδήλως ο Κ.
{2} Άγνωστον πότε έγραψεν ο συγγραφεύς ούτος.
{3} Τον Ατλαντικόν.
{4} Αφροδίτη ή Αυγερινός
{5} Πεζοί ελαφρώς ωπλισμένοι, ακροβολισταί.
{6} Κατά τον Στράβωνα, ο κολοσσός της Ρόδου είχεν ύψος 70 οργυιών.
{7} Δηλαδή Σελήνιος, διότι η σελήνη ελέγετο και μήνη.
{8} Φαλλός, ομοίωμα, του ανδρικού αιδοίου, το οποίον περιέφερον εις τας πομπάς του Διονύσου.
{9} Η πόλις την οποίαν κτίζουν εις τους «Όρνιθας» του Αριστοφάνους τα πτηνά.
{10} Ξύλα τα οποία προστριβόμενα επ' αλλήλων ήναπτον.
{11} Αρπάγαι, γάντζοι.
{12} Κατά τον σχολιαστήν, ο Λουκ. σκώπτει εδώ τον Αντώνιον Διογένην, όστις είχε γράψει ότι εις την νήσον Θούλην (Ισλανδίαν) δεν νυκτώνει μίαν ημέραν κατ' έτος. Αλλ' ο Α. Δ. είχε δίκαιον, διότι αληθώς εις την Ισλανδίαν ο ήλιος μόλις δύση ανατέλλει την 21 Ιουνίου.
{13} Διότι δεν εσέβετο τους θεούς, εβίασε δε την Κασάνδραν και εκεραυνώθη, υπό της ΑΘηνάς, ήτις έρριψε κατ' αυτού το όπλον του πατρός της, ως λέγει ο Βιργίλιος εις το α' βιβλίον της Αινειάδος.
{14} Διότι έγινε τύραννος.
{15} Υπαινιγμοί κατά των δοξασιών των διαφόρων φιλοσοφικών σχολών.
{16} Τώρα δε, Μούσα, ψάλλε μου την μάχην των νεκρών ηρώων.
{17} Ο Λουκιανός φίλος των μακαρίων Θεών, είδε πάντα τα εδώ και πάλιν επέστρεψεν εις την πατρίδα του.
{18} Ναρκωτικά φυτά.
{19} Νήγρετος σημαίνει αξύπνητος και Παννυχία ολονυκτία.
{20} Ίδε τόμ. Α' σελ. 27 υποσημ. 2.
{21} Αντίμαχος ο Κολοφώνιος, επικός ποιητής, ήκμασε προ του Πλάτωνος. Έγραψε δε έπος «Θηβαΐδα» επιγραφόμενον του οποίου στίχους τινάς παραθέτει ο Αθηναίος, και ελεγείας περί των οποίων ομιλεί ο Πλούταρχος. Η φήμη του Αντιμάχου ήτο πολύ μικρά μέχρι του αυτοκράτορος, Αδριανού, όστις τον εθεώρει ανώτερον του Ομήρου και ήθελε να επιβάλη την προτίμησιν αυτού• αλλά δεν το κατώρθωσε διότι το χαλαρόν και άτονον ύφος της «Θηβαΐδος» δεν ηδύνατο να υποστή την σύγκρισιν προς την Ιλιάδα. και ο Αντίμαχος ελησμονήθη. Δεν διεσώθησαν δε εξ αυτού παρά μόνον μικρά τινα αποσπάσματα.
{22} Εν ω δε ήρχοντο πλέοντες διά του δάσους.
{23} Τα βιβλία ταύτα ή απωλέσθησαν ή δεν εγράφησαν ποτέ υπό του Λουκιανού.
{24} Ο λόγος ούτος και οι τέσσαρες επόμενοι είνε μιμήσεις των ρητορικών υποδειγμάτων, τα οποία οι διδάσκαλοι συνέθετον προς άσκησιν των μαθητών αυτών. Η τυραννοκτονία ήτο το συνηθέστερον και προσφιλέστερον θέμα των ασκήσεων τούτων. Ο Έρασμος έγραψε Λατινικήν απάντησιν εις το ρητορικόν δοκίμιον του Λουκιανού.
{25} Τινές των κριτικών αποδίδουν τον λόγον τούτον εις τον Λιβάνιον.
{26} Εννοεί την Κλεψύδραν, ήτις εκανόνιζε την διάρκειαν της ομιλίας των διαδίκων ή των δικηγόρων αυτών εις τα δικαστήρια.
{27} Ο βράχος ωνομάζετο Πέτρα Υάμπεια και εκ του ύψους αυτού εκρημνίζοντο προς τιμωρίαν οι ιερόσυλοι. Λέγεται και ότι μυθοποιός Αίσωπος υπέστη την τιμωρίαν ταύτην εις τους Δελφούς κατηγορηθείς αδίκως ότι έκλεψε έν των αγγείων των αφιερωμένων εις τον Απόλλωνα.
{28} Εκ του μίσους τούτου η λέξις τύραννος (ηγεμών) εξέπεσε βραδύτερον να σημαίνη τον σκληρόν και απάνθρωπον δυνάστην.
{29} Λιμήν της Φωκίδος
{30} Ο Κέλσος ούτος είνε ο περίφημος Επικούριος φιλόσοφος όστις έγραψε κατά του Χριστιανισμού υπό τον τίτλον «Αληθής λόγος ή περί Αληθείας» σύγγραμμα διηρημένον εις οκτώ βιβλία, το οποίον ανεσκεύασεν ο Ωριγένης όστις και διετήρησεν αποσπάσματά τινα αυτού.
{31} Αλεξίκακος και αποτρόπαιος είνε συνώνυμα σημαίνοντα τους αποδιώκοντας τα δυστυχήματα από τους ανθρώπους.
{32} Ομήρου Οδύσσεια Δ. σ. 252 : Εγνώριζε να παρασκευάζη πολλά φάρμακα, τα μεν καλά, τα δε ολέθρια.
{33} Περίφημος μάγος, ούτινος τον βίον έγραψεν ο Φιλόστρατος.
{34} Καταγόμενος εκ του Περσέως και του Ποδαλειρίου συγγενής, αναδεικνύεται φίλος του Απόλλωνος ο Θείος Αλέξανδρος.
{35} Το όνομα Αλέξανδρος σημαίνει, ως γνωστόν, τον υπερασπιστήν.
{36} Ο Λουκιανός παίζει με τας λέξεις Κορωνίς, όνομα της μητρός του Ασκληπιού, και κορώνη (κουρούνα).
{37} Είμαι ο Γλύκων, τρίτου βαθμού απόγονος του Διός, φως διά τους ανθρώπους.
{38} Διατάσσω να αμείβεται ο λειτουργός μου προφήτης• διότι δεν ενδιαφέρομαι τόσον διά τας προς εμέ προσφοράς, όσον διά τον προφήτην.
{39} Φέρων δεσμά εκ μολύβδου κάθηται εις τον βόρβορον.
{40} Αφού υποτάξης τους Πάρθους και τους Αρμενίους, θα επιστρέψης εις την Ρώμην φέρων ακτινωτόν στέμμα επί της κεφαλής.
{41} Μη εκστρατεύσης κατά των Αρμενίων, διότι δεν θα σου αποβή εις καλόν. Ανήρ θηλυπρεπής θα σου δώση σκληρόν θάνατον και θα σε στερήση την ζωήν και το φως.
{42} Μάτην περιμένεις σωτηρίαν από την δεινήν νόσον• ο θάνατος είνε βέβαιος και να τον αποφύγης αδύνατον.
{43} Πήγαινε τώρα εις την Κλάρον διά ν' ακούσης και του πατρός μου την γνώμην.
{44} Εις των Βραγχιδών τον ναόν πήγαινε και ζήτει χρησμούς.
{45} Εις Μαλλόν ζήτει τας γνώμας του Αμφιλόχου.
{46} Τον Πυθαγόραν και τον ένδοξον ψάλτην των πολέμων.
{47} Κατά πρώτον υπήρξες υιός του Πηλέως, έπειτα Μένανδρος, έπειτα οποίος είσαι τώρα, κατόπιν θα γείνης ηλιακή ακτίς και θα ζήσης εκατόν ογδοήκοντα έτη.
{48} Να νυμφευθής την θυγατέρα του Αλεξάνδρου και της Σελήνης.
{49} Ο βαθύκομος Απόλλων απομακρύνει του λοιμού το μίασμα.
{50} Εύγε ή χαίρε, επιφώνημα των μυστικών τελετών.
{51} Οι Ευμολπίδαι ήσαν οικογένεια ιερατική, ήτις διαδοχικώς ετέλει τα μυστήρια της Δήμητρος εις την Ελευσίνα. Κατήγοντο εκ του Ευμόλπου, υιού του Μουσαίου, όστις είχε φέρει τα μυστήρια ταύτα εκ της Θράκης εις την Αττικήν. Ο Λουκιανός ειρωνεύεται τους βαναύσους ακολούθους του Αλεξάνδρου αποκαλών αυτούς Ευμολπίδας.
{52} Των χορών οίτινες εγίνοντο εις τας αποκρύφους τελετάς, τα μυστήρια και τα όργια.
{53} Του Πυθαγόρου η ψυχή άλλοτε μεν φθίνει, άλλοτε δε αυξάνει, η δε ψυχή του προφήτου μου εγεννήθη εκ της θείας ψυχής. Τον έστειλε δε ο πατήρ μου διά το καλόν των αγαθών ανθρώπων• και πάλιν θα επιστρέψη εις τον Δία κεραυνοβοληθείς.
{54} Μη πιστεύης εις τον Λέπιδον, διότι κακόν τέλος τον περιμένει.
{55} Λιμήν της Αιγύπτου προς την ΕρυΘράν θάλασσαν, όστις συνεκοινώνει τον Νείλον με διώρυγα.
{56} Διατάσσω να πυρπολούνται τα έργα του τυφλού γέροντος.
{57} Όπως εγίνετο ο εξαγνισμός εις τα μυστήρια της Δήμητρος.
{58} Εννοεί τον Αυτοκράτορα Μάρκον Αυρήλιον.
{59} Εις το ρεύμα του ορμητικού ποταμού Ίστρου παραγγέλλω να ριφθώσι δύο της Κυβέλης θεράποντες, θηρία άγρια, και όσα παράγουν αι Ινδίαι άνθη και ευώδη βότανα• παρευθύς δε θα επέλθη νίκη και δόξα μεγάλη και συγχρόνως η ποθητή ειρήνη.
{60} Άλυν διαβάς μεγάλην δύναμιν καταλύσεις.
{61} Επιθυμείς να μάθης ποίος εισερχόμενος κρυφίως εις τον οίκον σου σε ατιμάζει μετά της συζύγου σου; Ο δούλος σου Πρωτογένης, εις τον οποίον έχεις πάσαν εμπιστοσύνην• ό,τι παρά σου έπαθε, σου το αποδίδει εις την σύζυγόν σου και εκ συμφώνου παρασκευάζονται να σε δηλητηριάσουν, ώστε. ούτε να μάθης, ούτε να ίδης τα υπ' αυτών πραττόμενα• θα εύρης δε το δηλητήριον υπό την κλίνην σου, πλησίον του τοίχου και προς το μέρος της κεφαλής. Και η υπηρέτριά σου Καλυψώ γνωρίζει τα πάντα.
{62} Ν' αλείφεται με κυτμίδα και με αφρόν ίππου.
{63} Μη πλεύσης, αλλά προτίμητε την ξηράν οδόν.
{64} Αγαπά τα νυκτογυρίσματα και τους ανόμους έρωτας.
{65} Άγνωστον πρόσωπον.
{66} Φαίνεται ότι η μικρά αύτη πραγματεία, όπως και η επομένη περί του Διονύσου, εχρησίμευσεν ως πρόλογος ομιλίας την οποίαν εις προηγουμένους καιρούς είχε συνθέσει ο Λουκιανός.
{67} Ιλιάδος Γ, στ. 108. των οπλωτέρων φρένες ηερέθονται.
{68} Ευριπίδου «Φοίνισσαι» στ. 533.
{69} Των λάλων όλων η γλώσσα είνε εις το άκρον τρυπημένη.
{70} Η δύναμίς σου εχαλαρώθη.
{71} Κακόν γήρας σε κατέλαβε.
{72} Ο ηνίοχός σου εξησθένησε και τα άλογα σου έγειναν βραδυκίνητα.
{73} Εννοεί τον Ανακρέοντα.
{74} Τι δυνατόν μηρόν παρουσιάζει ο γέρων μέσ' από τα ράκη του!
{75} Χορός Βακχικός με ασέμνους κινήσεις.
{76} Βακχική επευφημία.
{77} Όμοιοι με νιφάδας της χιόνος, όπως πίπτουν τον χειμώνα.
{78} Ψευδολόγος. Ο λίβελλος ούτος φαίνεται ότι εγράφη εις την Έφεσον.
{79} Ο Λυκάμβης ηρνήθη να δώση εις γάμον την θυγατέρα του εις τον Αρχίλοχον, όστις με τόσην σκληρότητα εσατύρισε τον πατέρα και τας θυγατέρας αυτού, ώστε ο Λυκάμβης μη υποφέρων τον εξευτελισμόν απηγχονίσθη. Όμοιον τέλος αποδίδεται και εις τον ζωγράφον Βούπαλον, όστις εξοργίσας τον Ιππώνακτα, εσατυρίσθη υπ' αυτού.
{80} Άνθρωπος κακοηθέστατος, σύγχρονος του Αριστοφάνους, όστις ομιλεί περί αυτού εις τους Σφήκας στ. 1271.
{81} Ρήτωρ και διδάσκαλος ανωτέρων μαθημάτων.
{82} Ο Εύφορβος ήτο Φρυξ και επομένως βάρβαρος, διό και δεν ηδύνατο να γείνη δεκτός εις τα Ελευσίνια μυστήρια εις τα οποία εμυούντο τότε μόνον οι Έλληνες.
{83} Η εορτή των ευχών, ήτις ετελείτο κατά την τρίτην ημέραν των Καλενδών του Ιανουαρίου.
{84} θίασος τραγικών ηθοποιών διήλθεν εκ της Τρωάδος• οι Ιλιείς τους εκάλεσαν επιμόνως να παίξουν, αυτοί δε παρέστησαν την άλωσιν της Ιλίου και αντί να τους διασκεδάσουν τους κατελύπησαν.
{85} Η πάνδημος Αφροδίτη, αι Γενετυλλίδες και η Κυβέλη εθεωρούντο ως προστάτιδες των διεφθαρμένων και εκτεθηλυμένων.
{86} Ο κόθορνος ήτο υπόδημα το οποίον εταίριαζε και εις τους δύο πόδας. Ωνομάσθη δε ούτω κάποιος ρήτωρ, ονομαζόμενος Θηραμένης.
{87} Η εβδόμη ημέρα εκάστου μηνός ήτο αφιερωμένη εις τον Απόλλωνα. Ήτον εορτή και ημέρα αργίας διά τα παιδία.
{88} Ο κύφων ήτον όργανον βασανισμού, το δε βάραθρον ήτο χάσμα της γης βαθύ εις την Αττικήν, όπου ερρίπτοντο οι κακούργοι.
{89} Ευριπίδου «Βάκχαι» στ. 916
{90} Είδος φαρμακερού όφεως.
{91} Ως λέγει αυτός ο Λουκιανός αι λέξεις αύται ήσαν αδόκιμοι, κατά το πλείστον κατασκευάσματα κακόζηλα ποιητών και πεζογράφων ασημάντων, οίτινες διά τοιούτων μέσων επεδίωκαν να φανούν πρωτότυποι και να κάμουν εντύπωσιν.
{92} Πολλοί εκ των αρχαίων συγγραφέων αναφέρουν την Φιλαινίδα ως εταίραν παροιμιώδους αισχρότητος και της αποδίδουν βιβλίον επιγραφόμενον• «Περί σχημάτων αφροδισίων». Ο Αθήναιος όμως είπεν ότι η φήμη αύτη προήλθεν εκ συκοφαντίας. Είς των Αθηναίων σοφιστών ονόματι Πολυκράτης έγραψε το βιβλίον εκείνο και το διέδωκε με το όνομα της Φιλαινίδος, εκδικούμενος ίσως διότι απέκρουσε τον έρωτά του. Εις απόδειξιν ο Αθήναιος παραθέτει το επίγραμμα του τάφου της το οποίον έλεγε• «Είμαι η περίφημος Φιλαινίς. Μετά γήρας βαθύ εκοιμήθην υπό το μάρμαρον τούτο. Μη γελάσετε και μη υβρίσετε την μνήμην μου οι ταξειδεύοντες, όσοι διέρχεσθε προ του ακρωτηρίου τούτου• υπήρξα αγνή. Αλλ' ο Αθηναίος Πολυκράτης, άνθρωπος κακόγλωσσος και ασήμαντος λογοποιός έγραψε το βιβλίον το οποίον μου αποδίδουν και το οποίον ουδέποτε εγνώρισα».
{93} Εννοεί τον περίφημον Τίμαρχον, εναντίον του οποίου έγραψε τον σωζόμενον λόγον ο Αισχύνης.
{94} Παρωδία στίχων του Ομήρου : Και εκείνον μεν απέτυχε, παρωλίσθησε δε η λόγχη και επέρασε παρά τον πώγωνα.
{95} Η λέξις αδελφός έχει προδήλως εδώ σημασίαν ανήθικον, την οποίαν θα εννοήσουν όσοι έχουν αναγνώσει τον Πετρώνιον.
{96} Ο Τισίας, διδάσκαλος της ρητορικής εις τας Συρακούσας, είχε μαθητήν τον Κόρακα. Διά να τον πείση να γίνη μαθητής του, υπέσχετο ότι θα τον εδίδασκε να πείθη τους άλλους διά παν ό,τι ήθελε. Αφού ετελείωσαν τα μαθήματα, ο Τισίας εζήτησε την αμοιβήν του• αλλ' ο Κόραξ υπεστήριξεν ότι δεν ώφειλε τίποτε. Επειδή όμως και ο διδάσκαλος επέμενεν, ο μαθητής είπεν, ότι αφού δεν ηδύνατο να τον πείση ότι δεν του ώφειλεν, άρα δεν τον είχε διδάξει την τέχνην του και επομένως δεν του ώφειλε τίποτε.