Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τρίτος
Part 11
Ότι δεν εγνώριζες την λέξιν αποφράδα είνε ολοφάνερον. Διότι πώς θα με κατηγορείς δι' αυτό ως βαρβαρίζοντα εις την γλώσσαν, επειδή είπα περί σου ότι είσαι όμοιος με αποφράδα — τωόντι δε την ημέραν εκείνην ενθυμούμαι ότι παρωμοίασα την διαγωγήν σου προς την τοιαύτην ημέραν — εκτός αν σου είνε παντελώς άγνωστος η λέξις; Αλλά την σημασίαν της λέξεως ταύτης θα σε διδάξω μετ' ολίγον• τώρα δε σου λέγω εκείνο το οποίον είπεν ο Αρχίλοχος, ότι έπιασες τέττιγα από το πτερόν, εάν έτυχε να γνωρίζης την ύπαρξιν ενός σατυρικού ποιητού Αρχιλόχου ονομαζομένου και εκ Πάρου καταγομένου, όστις διεκρίνετο διά την ανεξαρτησίαν του φρονήματος και την ελευθερίαν της γλώσσης, και δεν εφοβείτο να κατακρίνη ό,τι δήποτε, ούτε εσκοτίζετο αν θα ελύπει υπερβολικά τους κινούντας την χολήν των στίχων του. Εκείνος λοιπόν, όταν ποτέ εκακολογήθη υπό τινος, είπεν ότι άσχημα έκαμε να πιάση τον τέττιγα από το πτερόν. Ο Αρχίλοχος παρωμοίαζε τον εαυτόν του προς τέττιγα, όστις εκ φύσεως και χωρίς αφορμήν είνε λάλος, όταν δε τον συλλάβουν και από το πτερόν, φωνάζει ακόμη δυνατώτερα. Και συ τώρα, είπε, δυστυχή άνθρωπε, τι ήθελες να ερεθίσης εναντίον σου ποιητήν λάλον ζητούντα αφορμήν και υπόθεσιν προς στιχουργίαν;
Αυτήν την απειλήν σου απευθύνω και εγώ, όχι μα τον Δία διότι θέλω να συγκρίνω τον εαυτόν μου προς τον Αρχίλοχον— κατά τι; πολύ απέχω — αλλά διότι γνωρίζω από τον βίον σου πολλά τα οποία είνε άξια σατυρισμού και διά τα οποία ούτε αυτός ο Αρχίλοχος θα ήτο αρκετός• και αν εκάλει τον Σιμωνίδην και τον Ιππώναντα εις συνεργασίαν, δεν θα ήσαν αρκετοί να εξεικονίσουν και μίαν μόνην από τας φαυλότητάς σου. Εις πάσαν διαφθοράν υπερβαίνεις τον Οροδοικίδην, τον Λυκάμβην και τον Βούπαλον,{79} οίτινες έγιναν αντικείμενα της σατύρας των ποινών εκείνων. Φαίνεται ότι κάποιος εκ των θεών έφερεν εις τα χείλη σου τον γέλωτα όταν ελέχθη η αποφράς, και ούτω συ μεν απεδείχθης περισσότερον και από τους Σκύθας ως εντελώς αμαθής, έδωκες δε δικαίαν αφορμήν επιθέσεως εις άνδρα ελεύθερον, όστις εξ ιδίας αντιλήψεως σε γνωρίζει καλώς και ουδόλως συστέλλεται ναποκαλύψη τα πάντα, μάλλον δε είνε έτοιμος να διακηρύξη όσα πράττεις νύκτα και ημέραν ακόμη και τώρα, εκτός των πολλών τα οποία έπραξες εις το παρελθόν. Ίσως είνε μάταιον και περιττόν να ομιλή κανείς περί σου με την ειλικρίνειαν ήτις αρμόζει εις τους μορφωμένους ανθρώπους. Διότι ούτε συ υπάρχει ελπίς να γίνης καλλίτερος διά της επιτιμήσεως, όπως ο κάνθαρος δεν δύναται να μεταπεισθή να κυλίη τας ακαθαρσίας αφού άπαξ συνείθισεν εις αυτάς, ούτε υπάρχει κανείς, υποθέτω, όστις αγνοεί την διαφθοράν σου και τας πράξεις με τας οποίας υβρίζεις το γήρας σου. Δεν είνε τόσον αφανείς και προφυλαγμέναι από την κοινήν αντίληψιν αι κακοήθειαί σου• ούτε είνε ανάγκη να σου αφαιρέση κανείς την λεοντήν διά να φανής ότι είσαι όνος, εκτός αν κανείς μας ήλθε προσφάτως εκ των Υπερβορείων Χωρών ή είνε τόσον μωρός, ώστε και χωρίς να σε ίδη να μη γνωρίζη και να εννοή αμέσως ότι είσαι ο θρασύτατος των όνων και να περιμένη να σε ακούση να ογκανίζης διά να βεβαιωθή τι είσαι. Προ πολλού και προ εμού και πολλάκις έχουν διατυμπανισθή αι κακοήθειαί σου και έχεις φήμην όχι μικράν δι' αυτάς, περισσοτέραν και από τον Αριφράδην,{80} τον Συβαρίτην Ημιθέωνα και τον Χίον Βάσταν τον θεωρούμενον σοφόν εις τα τοιαύτα. Θα τα είπω όμως, αν και θα φανώ ότι λέγω πασίγνωστα, διά να μη κατηγορηθώ ότι μόνος εγώ δεν τα γνωρίζω.
Αλλά προτιμώτερον να καλέσωμεν βοηθόν ένα εκ των προλόγων του Μενάνδρου, τον Έλεγχον, φίλον της Αληθείας και της Παρρησίας, όστις δεν είνε εκ των ασημοτέρων θεών των αναβαινόντων εις την σκηνήν και είνε εχθρός μόνον υμών των φοβουμένων την γλώσσαν του. Ο Έλεγχος όχι μόνον γνωρίζει τα πάντα, αλλά και σαφώς εκθέτει όσα περί υμών γνωρίζει. Θα είνε λοιπόν ευχάριστον εάν θελήση να προσέλθη και μας διηγηθή την υπόθεσιν του δράματος. Έλα λοιπόν, άριστε των προλόγων και των σκηνικών θεοτήτων, και φρόντισε να εξηγήσης προκαταβολικώς εις τους ακροατάς ότι ουχί αδίκως, ούτε εκ φιλοκατηγορίας και επιπολαιότητος επιχειρώ το κατηγορητήριον τούτο, αλλά και διά προσωπικήν άμυναν και διότι συμμερίζομαι το κοινόν μίσος διά την κακοήθειαν του ανθρώπου. Αφού είπης μόνον αυτά και κάμης σαφή εισαγωγήν, ναποσυρθής αμέσως και ναφήσης εις εμέ τα λοιπά. Θα σε μιμηθώ δε και θα ελέγξω τας περισσοτέρας των αισχρουργιών του ανθρώπου, ώστε να μη δύναται κανείς να σε κατηγορήση δι' έλλειψιν θάρρους και αληθείας. Δεν ζητώ, φίλτατε Έλεγχε, να επαινέσης εμέ προς τους ακροατάς, ούτε τα ελαττώματα εκείνου να εκθέσης. Διότι δεν είνε πρέπον να έλθουν εις το στόμα ενός θεού λόγοι περί ανθρώπου τόσον καταπτύστου.
Ο άνθρωπος ούτος (ομιλεί ο Έλεγχος)διατεινόμενος ότι είνε σοφιστής {81}, μετέβη μίαν φοράν εις την Ολυμπίαν διά να εκφωνήση προς τους πανηγυριστάς λόγον, τον οποίον είχε προ πολλού συνθέσει.
Ήτο δε υπόθεσις του λόγου το γεγονός ότι ο Πυθαγόρας ημποδίσθη υπό τινος Αθηναίου, νομίζω, να λάβη μέρος εις τα Ελευσίνια μυστήρια ως βάρβαρος, διά τον λόγον ότι αυτός ο Πυθαγόρας έλεγεν ότι άλλοτε ποτέ υπήρξε και Εύφορβος.{82} Ο λόγος αυτού ήτο, όπως ο κολιός του Αισώπου, στολισμένος με διάφορα ξένα πτερά. Διά να μη φανή δε ότι έλεγε παλαιά πράγματα, αλλ' ότι ωμίλει εκ του προχείρου, παρεκάλεσε ένα εκ των φίλων του — ήτο δε ούτος εκ Πατρών, ασχολούμενος συνήθως με δίκας—όταν ζητήση να του προβάλουν θέμα περί του οποίου να ομιλήση, να του προτείνη τον Πυθαγόραν. Ούτω και συνέβη και ο Πατρεύς εκείνος παρέσυρε τους παρόντας ν' ακούσουν ομιλίαν περί του Πυθαγόρου. Αλλ' όπως ήρχισε να αραδιάζη πράγματα τα οποία προ πολλού είχε σκεφθή και μελετήση, εφάνη αμέσως πολύ απίθανος αυτοσχεδιαστής, μολονότι η μεγάλη του αναισχυντία τον υπεβοήθει και τον υπεστήριζε και συνεκάλυπτε την απάτην. Οι δε ακροαταί εγέλων θορυβωδώς και άλλοι μεν παρατηρούντες τον Πατρέα εκείνον υπεδήλουν ότι εμάντευσαν την σύμπραξίν του εις την απάτην, άλλοι δε γνωρίζοντες και αυτά τα λεγόμενα παρά του ρήτορος, κατεγίνοντο καθ' όλην την διάρκειαν του λόγου να δοκιμάζουν αλλήλους κατά πόσον ηδύναντο ν' αναμνησθούν και διαγνώσουν τίνος εκ των σοφιστών, οίτινες ολίγον πρότερον είχον διακριθή εις τας καλουμένας μελέτας, ήτο εκάστη των περικοπών του λόγου. Μεταξύ των γελώντων ήτο και ο γράψας τον παρόντα λόγον. Και ηδύνατο να μη γελά διά τόσον φανεράν και απίστευτον και αναίσχυντον απάτην, αφού μάλιστα έχει και εύκολον τον γέλωτα; Αλλά και πώς να μη γελάση, όταν ο ρήτωρ τρέψας την φωνήν του εις μελωδίαν ήρχισε να ψάλλη, ως ενόμιζε, θρήνον διά τον Πυθαγόραν; Ο συγγραφεύς του παρόντος νομίζων ότι έβλεπεν όνον προσπαθούντα, κατά το λεγόμενον, να παίξη κιθάραν, ανεκάγχασε με όλην του την όρεξιν. Ο δε ρήτωρ στραφείς τον είδε και από της στιγμής εκείνης ο πόλεμος εκηρύχθη μεταξύ των.
Κατόπιν ήλθεν η πρώτη του έτους ή μάλλον η τρίτη ημέρα της μεγάλης νουμηνίας {83} ότε οι Ρωμαίοι, κατ' αρχαίον έθιμον, κάμνουν ευχάς δι' όλον το έτος και θυσίας, τας οποίας εκανόνισεν ο βασιλεύς Νουμάς. Πιστεύουν δε ότι οι θεοί κατ' εκείνην την ημέραν εξαιρετικώς εισακούουν τας ευχάς των ανθρώπων. Κατά τοιαύτην λοιπόν εορτήν, εκείνος ο οποίος εγέλασεν εις την Ολυμπίαν διά τον ψευδή εκείνον Πυθαγόραν, είδε πλησιάζοντα τον αισχρόν και φαντασμένον, τον σφετεριστήν των ξένων έργων — συνέπεσε δε να γνωρίζη ακριβώς και την διαγωγήν αυτού, την ασέλγειαν και την ρυπαρότητα του βίου και όσα συνελήφθη να πράττη. Και είπε προς ένα εκ των συντρόφων του• Πρέπει ναποφύγωμεν αυτό το κακόν συναπάντημα, του οποίου η εμφάνισις δύναται να μας μεταβάλλη αυτήν την ευτυχή ημέραν εις αποφράδα. Τούτο ακούσας ο σοφιστής και νομίσας την λέξιν αποφράδα, ως ξένην και άσχετον προς την Ελληνικήν γλώσσαν, ήρχισε να γελά και ενόμισεν ότι εύρε την περίστασιν να εκδικηθή διά τον παλαιόν εκείνον γέλωτα και προς όλους έλεγεν• Αποφράς; τι είνε αυτό; καρπός ή λάχανον ή σκεύος; είνε φαγώσιμον ή το πίνουν; Εγώ ούτε το ήκουσα ποτέ, ούτε δύναμαι να εννοήσω τι σημαίνει. Ενόμιζεν ότι έλεγε ταύτα εναντίον του εχθρού του και εγέλα πολύ με την αποφράδα και δεν ενόει ότι έδιδε την εσχάτην απόδειξιν της απαιδευσίας του. Διά τούτο έγραφε τον παρόντα λόγον εκείνος όστις με προαπέστειλε προς υμάς, διά να δείξη ότι ο περίφημος σοφιστής αγνοεί τα κοινότατα της Ελληνικής γλώσσης και αυτά ακόμη τα οποία γνωρίζουν οι άνθρωποι των εργαστηρίων και των καπηλειών.
Αυτά είπεν ο Έλεγχος. Εγώ δε — διότι τώρα θα συνεχίσω του δράματος την υπόθεσιν — καθήσας επί του Δελφικού τρίποδος, δικαιούμαι να είπω τα όσα έπραξες εις την πατρίδα σου, όσα εις την Παλαιστίνην, οποία εις την Αίγυπτον, εις την Φοινίκην και την Συρίαν, κατόπιν δε εις την Ελλάδα και την Ιταλίαν και τελευταίον τώρα εις την Έφεσον, όπου η κακοήθεια σου έφθασεν εις το κατακόρυφον αυτής. Αφού κατά την παροιμίαν είσαι κάτοικος της Ιλίου και εκάλεσες τραγωδούς διά να σου παίξουν, κατ' ανάγκην θ' ακούσης την διήγησιν των δυστυχημάτων σου {84}.
Αλλά προ τούτου ας ομιλήσωμεν περί της αποφράδος και σ' εξορκίζω εις την πάνδημον Αφροδίτην, τας Γενετυλλίδας και την Κυβέλην {85} να μου είπης κατά τι σου εφάνη αξιοκατάκριτος και αξία γέλωτος η λέξις αποφράς. Βέβαια θα την θεωρής ξένην και εισχωρήσασαν εις την γλώσσαν εκ της προς τους Κελτούς, τους Θράκας ή τους Σκύθας επιμιξίας. Και επειδή γνωρίζεις τελείως την γλώσσαν των Αθηναίων, απεκήρυξες και απέκλεισες αμέσως την αποφράδα εκ της ελληνικής γλώσσης και ο γέλως σου αυτήν την αφορμήν είχε, ότι τάχα βαρβαρίζω και ξενίζω και παραβαίνω τους Αττικούς κανόνας.
Αλλ' οι από σε καλλίτερα γνωρίζοντες τα τοιαύτα δύνανται να είπουν ότι ουδεμία άλλη λέξις είνε τόσον εντοπία όσον αυτή• και ευκολώτερον δύνασαι ν' αποδείξης τον Ερεχθέα και τον Κέκροπα ξένους και επήλυδας εις τας Αθήνας παρά την αποφράδα ότι δεν είνε συγγενής και αυτόχθων της Αττικής. Πολλά πράγματα λέγουν οι Αθηναίοι ομοίως με τους άλλους ανθρώπους, αλλ' αποφράδα μόνοι αυτοί λέγουν την κακήν, κατηραμένην και απαισίαν και ομοίαν προς σε ημέραν: Ιδού έμαθες ήδη τυχαίως τι σημαίνει διά τους Αθηναίους η αποφράς ημέρα• όταν ούτε αι αρχαί λειτουργούν, ούτε αι δίκαι δικάζονται, ούτε ιεροτελεστίαι τελούνται και ουδέν εν γένει γίνεται εκ των αισίων, η ημέρα αύτη ονομάζεται αποφράς.
Εισήχθη δε το έθιμον τούτο εις άλλους δι' άλλας αιτίας• είτε διότι ηττήθησαν εις μεγάλας μάχας, ώρισαν έπειτα να μη επιχειρούν τίποτε κατά τας ημέρας καθ' ας έπαθαν τα ατυχήματα ταύτα και να μη έχη κύρος καμμία πράξις επίσημος γενομένη κατά τας χρονολογίας ταύτας, είτε διότι... καίτοι είνε ίσως άκαιρον και πάρωρον να διδάσκη κανείς και να εξηγή τα τοιαύτα εις άνθρωπον γέροντα, όστις ουδέ τα στοιχειωδέστερα τούτων γνωρίζει. Αλλ' επί του προκειμένου η λέξις αύτη είνε το παν και ο γνωρίζων αυτήν γνωρίζει παν ό,τι σχετίζεται με την σημασίαν της. Δεν επιτρέπεται δε η άγνοια της• διότι αν δικαιολογείται ν' αγνοή κανείς λέξεις αι οποίαι δεν είνε της κοινής χρήσεως και δεν εννοούνται από τους πολλούς, την αποφράδα όμως και αν θέλη κανείς δεν δύναται να είπη κατ' άλλον τρόπον• διότι μόνον αυτή η λέξις υπάρχει δι' αυτήν την έννοιαν.
Έστω, θα παρατήρηση κανείς. Αλλά και εκ των παλαιών λέξεων άλλαι μεν πρέπει να λέγωνται, άλλαι δε όχι, όσαι δεν είνε γνωσταί εις τους πολλούς, διά να μη πλήττουν δυσαρέστως την ακοήν εκείνων προς τους οποίους απευθυνόμεθα. Ίσως δε τωόντι έσφαλα, διότι έπρεπε να σου ομιλήσω εις την γλώσσαν των Παφλαγόνων ή των Καπαδοκών ή των Βακτρίων, διά να εννοήσης τι σου έλεγα και να σου είνε ευχάριστα τα λεγόμενα. Αλλ' όταν κανείς απευθύνεται προς τους άλλους Έλληνας, νομίζω ότι πρέπει να μεταχειρίζεται την Ελληνικήν γλώσσαν. Καίτοι δε οι Αττικοί με την πάροδον του χρόνου πολλά μετέβαλαν εκ της γλώσσης των, η λέξις αποφράς παραμένει αμετάβλητος και εξακολουθεί να λέγεται ούτω πάντοτε υπό πάντων.
Θα ανέφερα και εκείνους οίτινες εις το παρελθόν μετεχειρίσθησαν αυτήν την λέξιν, εάν δεν υπήρχε φόβος να σε φέρω εις απορίαν με ονόματα ξένα και άγνωστα προς σε ποιητών και ρητόρων και συγγραφέων αλλ' είνε και περιττόν ν' αναφέρω τους μεταχειρισθέντας την λέξιν, διότι όλοι τους γνωρίζουν. Εάν δε συ μου αναφέρης ένα εκ των παλαιών όστις δεν έκαμε χρήσιν αυτής της λέξεως, σου υπόσχομαι χρυσούν, κατά το λεγόμενον, ανδριάντα εις την Ολυμπίαν. Αλλ' εκείνος ο οποίος εις γεροντικήν και περασμένην ηλικίαν αγνοεί τα τοιαύτα, βεβαίως δεν θα γνωρίζη και ότι αι Αθήναι είνε πόλις εις την Αττικήν, η Κόρινθος εις τον Ισθμόν και η Σπάρτη εις την Πελοπόννησον.
Η μόνη ίσως δικαιολογία ήτις σου υπολείπεται είνε να είπης ότι την μεν λέξιν εγνώριζες, αλλά την χρήσιν αυτής κατηγόρησες ως άκαιρον. Αλλά και εις τούτο θα σου δώσω την πρέπουσαν απάντησιν και να προσέξης εις όσα θα σου είπω, εκτός εάν πολύ ολίγον σε μέλει διά την αμάθειάν σου. Οι παλαιοί πολλάς τοιαύτας επωνυμίας έδωκαν εις τους ομοίους σου—διότι υπήρχον και τότε, ως φαίνεται, άνθρωποι βδελυροί κατά τα ήθη και βρωμεροί και με διεστραμμένον χαρακτήρα•—και κάποιος μεν ωνόμασεν ένα Κόθορνον, προσομοιάσας την αχαρακτήριστον αυτού διαγωγήν προς τα τοιαύτα υποδήματα{86}, άλλος δε ωνόμασεν άλλον Ενόχλησιν, διότι ήτο ρήτωρ θορυβώδης και συνετάρασσε τας συνελεύσεις. Άλλον ωνόμασαν Εβδόμην, διότι, όπως τα παιδία κατά την εβδόμην του μηνός, εκείνος εις τας συνελεύσεις έπαιζε και εγέλα καθ' ον χρόνον συνεζητούντο αι σοβαραί υποθέσεις του λαού{87}. Δεν επιτρέπεται λοιπόν και εις εμέ, δι' όνομα του Αδώνιδος, να παρομοιάσω ένα παγκάκιστον άνθρωπον, ο οποίος έχει όλας τας κακοηθείας, προς ημέραν δυσώνυμον και απαισίαν; Ημείς και τους χωλούς τον δεξιόν πόδα αποφεύγομεν, μάλιστα αν τους συναντήσωμεν το πρωί. Και αν τις άμα εξέλθη από την κατοικίαν του ίδη ευνούχον ή πίθηκον, στρέφεται προς τα οπίσω και επανέρχεται εις την οικίαν του, διότι μαντεύει ότι δεν θ' αποβούν εις καλόν αι πράξεις του κατά την ημέραν εκείνην μετά τοιούτον κακόν συναπάντημα. Εις την αρχήν δε και εις τα πρόθυρα και την πρώτην έξοδον και την πρωίαν, ούτως ειπείν, του όλου έτους εάν ίδη κανείς κίναιδον, ενεργούντα και πάσχοντα ακατονόμαστα, πασίγνωστον δι' αυτά και κατεξευτελισμένον και σχεδόν με το όνομα των αισχρουργιών τούτων ονομαζόμενον, απατεώνα, αγύρτην, επίορκον, εξωλέστατον, άξιον του κύφωνος και του βαράθρου{88}, δεν πρέπει να τον αποφύγη και να τον παρομοιάση προς αποφράδα ημέραν;
Αλλ' αρνείσαι ότι είσαι τοιούτος; Όχι δεν θ' αρνηθής, διότι εγώ γνωρίζω το θάρρος σου, μου φαίνεται δε ότι και υπερηφανεύεσαι διότι δεν χάνεται η δόξα των έργων σου, αλλ' είσαι εις όλους γνωστός και περιβόητος. Αλλά και αν θελήσης ν' αρνηθής ότι είσαι τοιούτος, ποίοι θα σε πιστεύσουν; οι συμπολίται σου; Διότι από αυτούς είνε ορθόν ν' αρχίσωμεν. Αλλ' εκείνοι γνωρίζουν την πρώτην σου ανατροφήν και πώς παρεδόθης εις τον φαυλότατον εκείνον στρατιωτικόν και συνδιεφθείρεσο μετ' αυτού, υπηρετών αυτόν καθ' όλους τους τρόπους, έως ου σ' έκαμε, κατά το λεγόμενον, κουρέλι χιλιοτρύπητον και σ' επέταξεν εις τον δρόμον. Θα ενθυμούνται προσέτι και τα νεανικά σου κατορθώματα εις το θέατρον, όπου ελάμβανες μέρος εις τας παραστάσεις των ορχηστών και ήθελες να είσαι ο αρχηγός των. Πριν ή εμφανισθή άλλος εις την σκηνήν και πριν ή αναγγελθή το όνομα του έργου, ενεφανίζεσο συ με πολλήν επισημότητα, φορών χρυσά υποδήματα και ένδυμα ηγεμονικόν, διά να ζητής την επιείκειαν του κοινού, ελάμβανες στεφάνους και απήρχεσο χειροκροτούμενος και εκ των προτέρων τιμώμενος. Σήμερον όμως παρουσιάζεσαι ως ρήτωρ και σοφιστής• και αν το μάθουν οι συμπολίται σου, θα νομίζουν, όπως εις την τραγωδίαν, ότι βλέπουν δύο ήλιους και διπλάς Θήβας {89}• και όλοι θα λέγουν απορούντες : Εκείνος ο τότε και ο κατόπιν είνε σήμερον ο ρήτωρ και ο σοφιστής; Διά τούτο και συ κάνεις καλά και δεν πηγαίνεις εις την πατρίδα σου, αλλ' είσαι εκούσιος εξόριστος, ενώ η πατρίς σου ούτε κατά τον χειμώνα είνε κακή ως διαμονή, ούτε το θέρος καθ' υπερβολήν θερμή, αλλ' η ωραιοτέρα και μεγαλειτέρα εξ όλων των πόλεων της Φοινίκης• διότι η ανάμνησις του παλαιού σου εκείνου βίου και η συναναστροφή με τους γνωρίζοντας τας τότε περιπετείας σου δεν θα σου είνε καθόλου ευχάριστος.
Αλλά διατί λέγω ανοησίας; Δύνασαι να εντραπής κανένα συ; Και τι εκ των αισχροτάτων δύνασαι να θεωρήσης αισχρόν; Πληροφορούμαι δε ότι έχεις και κτήματα σπουδαία εις την πατρίδα σου, ένα άθλιον πυργίσκον, προς τον οποίον συγκρινόμενος ο πίθος τους Διογένους θα ήτο του Διός ανάκτορον. Αλλά τέλος πάντων δεν υπάρχει τρόπος οιοσδήποτε να μεταπείσης τους συμπολίτας σου ώστε να μη σε νομίζουν τον σιχαμερώτερον των ανθρώπων και όνειδος κοινόν της πόλεώς των.
Αλλά μήπως και εις την άλλην Συρίαν θα εύρης υποστηρικτάς, αν είπης ότι έζησες χωρίς να πράξης τίποτε κακόν και αξιοκατάκριτον; Η Αντιόχεια γνωρίζει την ιστορίαν της απαγωγής του εκ Ταρσού νέου εκείνου....Αλλ' είνε αισχρόν ίσως και ν' ανακινή τις τοιαύτα πράγματα. Εν τοσούτω γνωρίζουν και ενθυμούνται εκείνοι οίτινες σας κατέλαβον καθ' ην στιγμήν συ μεν ήσο γονατιστός, εκείνος δε γνωρίζεις τι σου έκανε, εάν δεν έχασες εντελώς την μνήμην, εις το στόμα. Αλλ' ίσως δεν σε γνωρίζουν οι κατοικούντες εις την Αίγυπτον, οίτινες μετά τα εν Συρία θαυμαστά εκείνα κατορθώματα σε υπεδέχθησαν φεύγοντα και διότι κατεδιώκεσο και δι' όσα ανέφερα υπό των εμπόρων των ενδυμάτων, από τους οποίους ηγόρασες πολυτελή ενδύματα και σου εχρησίμευσαν διά το ταξείδι. Αλλ' η Αλεξάνδρεια δεν γνωρίζει περί σου ολιγώτερα, ούτε μα τον Δία έπρεπε να έρχεται εις δευτέραν μοίραν μετά την Αντιόχειαν υπ' αυτήν την έποψιν. Και η ακολασία σου υπήρξεν εκεί αναιδεστέρα και η αισχρουργία σου μανιωδεστέρα και η φήμη σου διά ταύτα μεγαλειτέρα. Δεν είχες πλέον καμμίαν συστολήν. Είς μόνον ευρέθη να σε πιστεύση αρνούμενον ότι έπραξες ποτέ όσα η φήμη σου απέδιδε και σε υπεστήριξε γενόμενος ο τελευταίος σου μισθοδότης. Ήτο εκ των εγκριτοτέρων Ρωμαίων. Αλλά θα μου επιτρέψης ν' αποσιωπήσω τ' όνομά του, μολονότι όλοι οι προς ους απευθύνομαι γνωρίζουν ποίον εννοώ. Προς τι δε ν' αναφέρω όσα υπέφερεν εκ της αναισχυντίας σου κατά την διάρκειαν των σχέσεών σας; Αλλ' όταν σε συνέλαβε πεσμένον εις τα γόνατα του νεαρού οινοχόου του Οινοποίωνος, τι νομίζεις; επίστευσεν ότι δεν είσαι τοιούτος, ενώ είχε τας αποδείξεις ενώπιον του; Μόνον αν ήτο θεότυφλος θα επίστευε. Και εξεδήλωσε την περί σου γνώμην του εκδιώξας σε παρευθύς εκ της οικίας του και εξαγνίσας αυτήν, ως λέγεται, μετά την έξοδόν σου.
Η Αχαΐα επίσης και η Ιταλία είνε πλήρεις εκ των πράξεών σου και της δι' αυτάς φήμης σου• απολάμβανε λοιπόν την δόξαν σου. Και εις εκείνους οίτινες απορούν δι' όσα τώρα πράττεις εις την Έφεσον λέγω, ότι αληθώς δεν θα εθαύμαζον, εάν εγνώριζον τον παλαιόν σου βίον• καίτοι εδώ έμαθες και κάτι νέον• νακολασταίνης και με γυναίκας.
Ειπέ μου λοιπόν, δεν σου ταιριάζει τελείως το όνομα αποφράς; Αλλά διατί, προς θεού, έχεις και την αξίωσιν να μας φιλής εις το στόμα μετά τας αισχρουργίας εκείνας; Διότι τούτο το υβριστικώτατον πράττεις και μάλιστα εις εκείνους οίτινες είνε ολιγώτερον άξιοι τοιαύτης ύβρεως και προς τους ακροατάς και μαθητάς σου. Δεν είνε δι' αυτούς αρκετά όσα άλλα δυσάρεστα υποφέρουν από το στόμα σου, οι βαρβαρισμοί της γλώσσης, η τραχεία φωνή, η ακρισία, η ασυναρτησία, η παντελής απειροκαλία και τα τοιαύτα; Πρέπει να λαμβάνουν επί πλέον και φιλήματα από τοιούτον στόμα, αλεξίκακε θεέ; Προτιμώτερον να φιληθή κανείς από ασπίδα {90} ή έχιδναν• ο κίνδυνος τότε θα είνε μόνον ο πόνος και η δηλητηρίασις, υπάρχει δε ελπίς ότι αν κληθή ιατρός θ' αποτρέψη τον κίνδυνον μετά το ιδικόν σου όμως φίλημα και τον εξ αυτού μολυσμόν δύναται τις πλέον να πλησίαση εις ναόν ή βωμόν; και ποίος εκ των θεών θα εισακούση τας ευχάς του; πόσων ραντισμών εξαγνιστικών, πόσων ποταμών έχει ανάγκην;
Και ενώ είσαι τοιούτος και τοιαύτα πράττεις, εχλεύαζες τους άλλους διά λέξεις και φράσεις. Εγώ εν τοσούτω θα εντρεπόμην μάλλον εάν δεν εγνώριζα την αποφράδα παρά διότι την είπα όπως την είπα. Σε δε ουδείς από ημάς κατηγόρησε διά τους βρωμολόγους και τους τροπομάσθλητας, τα ρησιμετρώ και αθηνιώ και ανθοκρατώ και σφενδικίζω και χειροβλημάω {91}, τα οποία μεταχειρίζεσαι εις τους λόγους σου. Ο λόγιος Ερμής ας σε συντρίψη ομού με τους λόγους σου. Διότι εις ποία βιβλία τα ευρίσκεις αυτά; Αναμφιβόλως τα ξετρυπόνεις από κάποιον εκ των ασημάντων και λησμονημένων υπό αράχνας και μούχλαν ποιητών ή ίσως εκ των βιβλίων της Φιλαινίδος {92}, τα οποία έχεις πάντοτε ανά χείρας. Είνε όμως άξια σού και του στόματός σου.
Αφού δε ανέφερα το στόμα, τι θα έλεγες αν η γλώσσα σου σενήγεν εις το δικαστήριον επί αδικήματι ή το ολιγώτερον επί εξυβρίσει — ας κάμωμεν αυτήν την υπόθεσιν — και σου έλεγε; Εγώ, αχάριστε, σε παρέλαβα πτωχόν και χωρίς επάγγελμα βιοποριστικόν, και κατ' αρχάς μεν σ' έκαμα να παρουσιάζεσαι επιτυχώς εις τα θέατρα, άλλοτε ως Νίνος και άλλοτε ως Μητίοχος, μετ' ολίγον δε και ως Αχιλλεύς. Έπειτα όταν εδίδασκες παιδία να συλλαβίζουν επί πολύν καιρόν σ' έτρεφα. Και τώρα ότε απαγγέλλεις τους ξένους λόγους ως ιδικούς σου, έκαμα ώστε να θεωρήσαι ρήτωρ και σου έδωκα δόξαν ήτις ουδόλως σου ανήκει. Ποίαν λοιπόν τόσο μεγάλην αφορμήν έχθρας έχεις εναντίον μου και με μεταχειρίζεσαι κατ' αυτόν τον τρόπον και με διατάσσεις να πράττω αίσχιστα πράγματα και να σε βοηθώ εις καταπτύστους πράξεις; Δεν σε αρκούν όσα με αναγκάζεις να πράττω την ημέραν, να ψεύδωμαι, να επιορκώ και να εκχύνω την τόσην σου φλυαρίαν και μωρολογίαν ή μάλλον να εμώ τον βόρβορον των λόγων σου; και ούτε την νύκτα μ' αφήνης την δυστυχή να ησυχάσω, αλλά μόνη εγώ σου κάνω τα πάντα και εξευτελίζομαι και μιαίνομαι• και ενώ είμαι γλώσσα με χρησιμοποιείς ως χείρα και ως ξένην με υβρίζεις και με τόσα κακά με φορτόνεις. Το μόνον έργον μου είνε να λαλώ, εις άλλα δε μέρη του σώματος ανήκει να κάμνουν και να παθαίνουν τα τοιαύτα, θα ήτο προτιμώτερον δι' εμέ να με κόψουν όπως της Φιλομήλας την γλώσσαν. Βεβαίως ευτυχέστεραι από εμέ είνε αι γλώσσαι εκείνων οίτινες τρώγουν τα τέκνα των.
Εάν η γλώσσα σου ελάλει δι' εαυτήν και σου έλεγεν αυτά, προσλαμβάνουσα ως συνήγορον και μάρτυρα και την γενειάδα σου, προς θεού, τι θα της απεκρίνεσο;
Μήπως θα της έλεγες εκείνα τα οποία και προ ολίγου καιρού είπες προς τον Γλαύκον, όταν ούτος σε κατηγόρει διά μίαν ωρισμένην αισχρουργίαν σου, ότι διά τούτο έγεινες εντός ολίγου ένδοξος και γνωστός εις όλους και πώς ήτο δυνατόν να γείνης τόσον περιβόητος διά της ρητορικής σου; Είνε δε ευχάριστον να γείνη κανείς καθ' οιονδήποτε τρόπον ένδοξος και ονομαστός. Έπειτα θα αριθμήσης προς αυτήν τας πολλάς σου προσωνυμίας, όσαι εις διάφορα έθνη σου εδόθησαν. Ακριβώς δε διά τούτο θαυμάζω, πώς εθύμωσες διότι εγώ σε ωνόμασα αποφράδα και διά τας προσωνυμίας εκείνας δεν ηγανάκτεις. Εις την Συρίαν σε ωνόμασαν ροδοδάφνην διά λόγον τον οποίον αισχύνομαι, μα την Αθηνάν, να αναφέρω• ώστε εγώ τουλάχιστον θ' αφήσω το πράγμα ασαφές. Εις την Παλαιστίνην ωνομάσθης φράκτης, διότι τα γένεια σου, τα οποία εξύριζες τότε, ηνώχλουν ως άκανθαι. Εις την Αίγυπτον ωνομάσθης πονόλαιμος, και τούτο είνε ευνόητον• διότι ως λέγουν παρ' ολίγον να πνιγής από ένα ναύτην τριίστου πλοίου ο οποίος εισβαλών σου απέφραξε το στόμα. Οι χαριέστατοι όμως Αθηναίοι δεν είπον περί σου τίποτε το αινιγματώδες, αλλ' απλώς σε ετίμησαν με την προσθήκην ενός γράμματος και σε ωνόμασαν Ατίμαρχον• διότι έπρεπε να έχης και κάτι περισσότερον από τον αρχαίον ομώνυμόν σου.{93} Εις την Ιταλίαν δε σου εδόθη ηρωικόν επώνυμον• ωνομάσθης κύκλωψ, επειδή μίαν φοράν εφιλοδόξησες να δώσης αρχαίαν μορφήν και να ραψωδήσης την αισχρουργίαν κατά τον Όμηρον. Και συ μεν είχες πέσει κάτω μεθυσμένος και εκράτεις εις την χείρα ποτήριον, ως Πολύφημος πλήρης ασελγών επιθυμιών, νεανίας δε μισθωτός έχων ορθόν τον μοχλόν και λίαν ακονισμένον ώρμησεν ως Οδυσσεύς εναντίον σου διά να σου εξορύξη τον οφθαλμόν.
κακείνου μεν άμαρτε, παραί δε οι ετράπετ' έγχος αιχμή δ' εξεσύθη παρά νείατον ανθερεώνα{94}.
Αφού περί σου ομιλώ δεν είνε παράδοξον και άτοπον να αισχρολογώ. Συ δε, ω Κύκλωψ, ανοίξας το στόμα όσον το δυνατόν πλατύτερον όχι μόνον εδέχεσο να σου πλήττη ο νέος εκείνος την σιαγόνα, αλλά και εφαίνεσο θέλων ως η Χάρυβδις να καταπίης ολόκληρον τον Ούτιν ομού με τους ναύτας, τα πηδάλια και τα ιστία. Ταύτα δε έβλεπον και άλλοι παρόντες. Έπειτα την επιούσαν εδικαιολογείσο αποδίδων αυτά εις την μέθην και εις τον άκρατον οίνον.
Αφού λοιπόν έχεις τοιούτον και τοσούτον πλούτον ονομάτων, εντρέπεσαι διά την αποφράδα; Προς θεού, ειπέ μου, τι αισθάνεσαι όταν ο κόσμος λέγει περί σου ότι λεσβιάζεις και φοινικίζεις; Μήπως και αυτά αγνοείς όπως την αποφράδα και νομίζεις ίσως ότι σε επαινούν; ή αυτά μεν, επειδή τα πράττεις συνήθως, τα γνωρίζεις, μόνον δε την αποφράδα ως άγνωστον υβρίζεις και αποκλείεις του καταλόγου των ονομάτων;