Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος
Part 9
Τι το παράδοξον; είπεν ο Αντίγονος, εγώ γνωρίζω ένα ο οποίος μετά είκοσι ημέρας από της ταφής του ανέστη. Ήμουν ιατρός του και προ του θανάτου και μετά την ανάστασίν του. Και πώς, παρετήρησα εγώ, εις διάστημα είκοσι ημερών δεν εσάπισε το σώμα του ή πώς δεν απέθανεν από την πείναν; ή μήπως εθεράπευσες κάποιον νέον Επιμενίδην;
Ενώ ελέγαμεν αυτά εισήλθαν οι γυοί του Ευκράτους, ερχόμενοι από το γυμναστήριον, εκ των οποίων ο μεν ένας έχει ήδη υπερβή την ήβην, ο δε άλλος είνε δέκα πέντε περίπου ετών, και αφού μας εχαιρέτησαν εκάθησαν εις την κλίνην πλησίον εις τον πατέρα των• δι'εμέ δε έφεραν καθέκλαν. Και ο Ευκράτης ως να ανεμνήσθη από την εμφάνισιν των υιών του• Έτσι να τα χαρώ αυτά τα παιδιά, Τυχιάδη, είπε — και έβαλεν επάνω των το χέρι του—όπως είνε αλήθεια αυτά που θα σου 'πω. Όλοι γνωρίζουν πόσον αγαπούσα την μακαρίτισσα την μητέρα των• το έδειξα δε δι' όσων έκαμα δι' αυτήν, όχι μόνον όταν έζη, αλλά και αφού απέθανε, ότε έκαυσα μαζή της όλα της τα κοσμήματα και τα φορέματα, τα οποία περισσότερον της ήρεσαν. Επτά δε ημέρας μετά τον θάνατόν της ήμουν ξαπλωμένος εδώ, όπως τώρα, και διά να εύρω κάποιαν παρηγορίαν εις την θλίψίν μου, εδιάβαζα ησύχως το περί αθανασίας της ψυχής βιβλίον του Πλάτωνος. Εν τω μεταξύ τούτω εισέρχεται η Δημαινέτη, αυτή απαράλλακτη, και κάθεται πλησίον μου, όπως τώρα αυτός ο Ευκρατίδης — και έδειξε τον νεώτερον εκ των υιών του, ο οποίος και πριν ήτο ωχρός από την διήγησιν, και τώρα συνεταράχθη με παιδικήν δειλίαν. Εγώ, εξηκολούθησεν ο Ευκράτης, άμα την είδα, την αγκάλιασα και ήρχισα να κλαίω. Αλλ' αυτή διέκοψε τα κλάμματά μου και μου παρεπονείτο ότι ενώ της εχάρισα όλα τα άλλα, το έν εκ των χρυσών της σανδάλων δεν έκαυσα επί του τάφου της, μου είπε δε ότι το σάνδαλον εκείνο, είχε παραπέσει και ευρίσκετο κάτω από την κασέλαν και διά τούτο δεν το ευρήκαμεν κ' εκαύσαμεν μόνον το ένα. Ενώ δε ακόμη ωμιλούσαμεν, ένα αναθεματισμένο σκυλάκι της Μάλτας, που ευρίσκετο κάτω από το κρεββάτι, εγαύγισε και εκείνη εξηφανίσθη με το γαύγισμα. Αλλά το σάνδαλον ευρέθη κάτω από την κασέλαν και το εκαύσαμεν. Λοιπόν δυσπιστείς ακόμη, Τυχιάδη, εις γεγονότα τόσον φανερά και τα οποία συμβαίνουν συχνότατα; Όχι, μα τον Δία, απήντησα, και νομίζω ότι είνε άξιοι να δαρθούν εις τα πισινά, καθώς τα παιδιά, με χρυσόν σάνδαλον όσοι δεν πιστεύουν και δεικνύουν τόσην αναισχυντίαν προς την αλήθειαν.
Επάνω εις αυτά εισήλθεν ο Αρίγνωτος ο Πυθαγορικός φιλόσοφος με τα μεγάλα μαλλιά, ο σοβαρός την όψιν, τον γνωρίζεις δα τον περίφημον διά την σοφίαν του, ο οποίος επονομάζεται θείος. Άμα τον είδα ανέπνευσα, διότι ενόμισα ότι ήρχετο να κόψη ως πέλεκυς τα ψεύδη. Θα τους αποστομώση, εσκεπτόμην, ο σοφός, όταν τους ακούση να λέγουν τοιαύτα τερατολογήματα, και, κατά το λεγόμενον, θεόν από μηχανής, τον οποίον μου έστελλεν η τύχη, τον εθεώρησα. Αυτός δε αφού εκάθησε εις την θέσιν την οποίαν του προσέφερεν ο Κλεόδημος, ηρώτησε κατά πρώτον διά την ασθένειαν του οικοδεσπότου, όστις απήντησεν ότι ήτο τώρα καλλίτερα. Και περί τίνος φιλοσοφείτε; είπεν έπειτα. Διότι εισερχόμενος ήκουσα τους λόγους σας και μου εφάνη ότι δεν χάνετε τον καιρόν σας. Προσπαθούμεν, είπεν ο Ευκράτης, να πείσωμεν αυτόν εδώ τον σκληροτράχηλον—- και έδειξεν εμέ-—να πιστεύση ότι υπάρχουν πνεύματα και φαντάσματα και ότι αι ψυχαί των νεκρών γυρίζουν εις την γην και εμφανίζονται εις όποιους θέλουν. Εγώ εκοκκίνισα και έβλεπα κάτω, διότι εντράπηκα τον Αρίγνωτον. Αυτός δε είπε• Αν λέγη ο Τυχιάδης ότι μόνον των βιαίως αποθανόντων αι ψυχαί επιστρέφουν, π. χ. αν κανείς εκρεμάσθη ή απεκεφαλίσθη ή ανεσκολοπίσθη ή κατ' άλλον τοιούτον τρόπον απέθανε, όχι όμως και αι ψυχαί εκείνων οίτινες αποθνήσκουν με φυσικόν θάνατον—αν λέγη αυτό δεν λέγει πολύ παράλογα πράγματα. Μα τον Δία, είπεν ο Δεινόμαχος, δεν τα παραδέχεται καθόλου, ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι φαίνονται. Αλήθεια, είπεν ο Αρίγνωτος, και μ' εκύταξεν αυστηρώς, δεν πιστεύεις τίποτε από αυτά, ενώ τα βλέπει όλος ο κόσμος; Σας παρακαλώ, είπα εγώ, ν' απολογηθήτε δι' εμέ, διότι μόνος εξ όλων των άλλων δεν βλέπω τίποτε• αν έβλεπα θα επίστευα και εγώ όπως σεις. Αλλ' αν πας ποτέ εις την Κόρινθον, είπεν ο Αρίγνωτος, ερώτησε πού είνε το σπήτι Ευβατίδου και όταν σου το δείξουν πλησίον εις το Κράνειον, να έμβης και να 'πης εις τον θυρωρόν Τίβιον να σου δείξη το μέρος από το οποίον έσκαψε και έβγαλε τον δαίμονα ο Πυθαγορικός Αρίγνωτος και τοιουτοτρόπως έγεινε δυνατόν να κατοικήται εις το εξής το σπήτι εκείνο. Τι συνέβαινε; ηρώτησεν ο Ευκράτης. Προ πολλού, απήντησεν ο Αρίγνωτος, έμενεν ακατοίκητο το σπήτι εκείνο ένεκα φαντασμάτων εάν δε κανείς κατοικούσε έφευγεν αμέσως διότι τον κατεδίωκε και τον ετρόμαζε ένα φοβερόν και ταραχοποιόν φάντασμα. Το σπήτι αφέθη να γείνη ερείπιον και η στέγη του είχεν αρχίσει να πέφτη και κανείς δεν ετόλμα να εισέλθη. Εγώ δε όταν ήκουσα αυτά, επήρα τα βιβλία μου—έχω δε πολλά Αιγυπτιακά βιβλία διά τα τοιαύτα - και επήγα εις το σπήτι εκείνο κατά την ώραν του πρώτου ύπνου, χωρίς ν' ακούσω εκείνον όστις μ' εφιλοξένει, ο οποίος όταν έμαθε πού επήγαινα με ημπόδιζε και σχεδόν μ' ετράβα, διότι ενόμιζεν ότι μεταβαίνω εις βέβαιον όλεθρον. Εγώ επήρα λύχνον και εισήλθα μόνος και αφού ετοποθέτησα το φως εις το μεγαλείτερον δωμάτιον εκάθησα κατά γης και ήρχισα να διαβάζω ησύχως. Μετ' ολίγον παρουσιάσθη ο δαίμων ο οποίος είχε μαλλιά μεγάλα και άτακτα και ήτο κατάμαυρος. Ενόμιζεν ότι είχε να κάμη με κανένα από τους πολλούς και ήλπιζεν ότι θα με ετρόμαζεν όπως τους άλλους. Ήρχισε λοιπόν να με περιτριγυρίζη και να προσπαθή να μου επιτεθή πότε από 'δώ και πότε από 'κεί. Και διά να με φέρη εις σύγχυσιν μετεμορφόνετο άλλοτε μεν εις σκύλον, άλλοτε δε εις ταύρον ή λέοντα. Εγώ δε μεταχειρισθείς τον φρικτότερον εξορκισμόν εις Αιγυπτιακήν γλώσσαν, τον περιώρισα εις μίαν γωνίαν σκοτεινού δωματίου• και αφού είδα πού εκρύβη, ησύχασα. Το δε πρωί, ενώ όλοι ήσαν απηλπισμένοι και ενόμιζαν ότι θα μ'εύρουν νεκρόν καθώς τους άλλους, παρουσιάσθηκα απροσδοκήτως, ευρήκα τον Ευβατίδην και του ανήγγειλα προς μεγάλην του χαράν ότι του λοιπού το σπήτι θα είνε απηλλαγμένον από φαντάσματα και θα δύναται να κατοίκηση αφόβως εις αυτό. Παραλαβών δε αυτόν και άλλους πολλούς, οι οποίοι ηκολούθουν από περιέργειαν και θαυμασμόν, διέταξα όταν εφθάσαμεν εκεί να σκάψουν εις το μέρος όπου είδα να κρυφθή ο δαίμων• και όταν έσκαψαν ευρήκαν εις βάθος οργυιάς παλαιόν νεκρόν, του οποίου διετηρούντο μόνον τα κόκκαλα. Τον επήραμεν και τον εθάψαμεν αλλού, έκτοτε δε το σπήτι δεν ηνωχλήθη πλέον από φαντάσματα.
Αφού είπεν αυτά ο Αρίγνωτος, άνθρωπος θαυμαστός, διά την σοφίαν του και εις όλους σεβαστός, δεν έμεινε πλέον κανείς από τους παρόντας ο οποίος να μη με θεωρή ανόητον, διότι δεν επίστευα εις τα τοιαύτα, όταν μάλιστα και ο Αρίγνωτος τα εβεβαίωνεν. Εγώ όμως χωρίς να φοβηθώ ούτε τα μεγάλα του μαλλιά, ούτε την φήμην του; Τ' είν' αυτά Αρίγνωτε, είπα, και συ η μόνη ελπίς της αληθείας, είσαι γεμάτος από καπνόν και φαντάσματα; Όπως η παροιμία λέγει, άνθρακες ο θησαυρός απεδείχθης. Αφού, είπεν ο Αρίγνωτος, ούτε εις εμέ πιστεύεις δι' αυτά, ούτε εις τον Δεινόμαχον ή τον Κλεόδημον, ούτε εις τον Ευκράτην, δεν μας λέγεις ποίον θεωρείς αξιοπιστότερον από ημάς, ο οποίος υποστηρίζει τα εναντία; Ένα πολύ θαυμαστόν άνθρωπον, τον εξ Αβδήρων Δημόκριτον, όστις τόσην πεποίθησιν είχεν ότι δεν υπάρχει τίποτε τοιούτον, ώστε εκλείετο εις ένα μνήμα έξω της πόλεως και εκεί έγραφε και συνέτασσε τα έργα του. Όταν δε μερικοί νέοι, θέλοντες να τον πειράξουν και να τον φοβίσουν, ενδύθηκαν ως νεκροί με μαύρα ενδύματα και εφόρεσαν προσωπίδας αι οποίαι απεμιμούντσ τα κρανία και περικυκλώσαντες αυτόν ήρχισαν να χορεύουν και να πηδούν, ο Δημόκριτος χωρίς να ταραχθή και χωρίς να διακόψη το γράψιμόν του, εστράφη προς αυτούς και είπε• Παύσετε να παίζετε. Τόσον ήτο βέβαιος ότι δεν υπάρχουν πλέον ψυχαί άμα χωρισθούν από τα σώματα. Με αυτά που λέγεις, είπεν ο Ευκράτης, μας αποδεικνύεις ότι και ο Δημόκριτος ήτον ανόητος άνθρωπος, αφού είχε τοιαύτην ιδέαν. Αλλ' εγώ θα σας διηγηθώ και κάτι άλλο, το οποίον συνέβη εις εμέ, δεν το ήκουσα από άλλον ίσως δε και συ, Τυχιάδη, άμα το ακούσης θ' αναγκασθής ν' αναγνωρίσης την αλήθειαν της ιστορίας. Όταν κατά την νεότητά μου ευρισκόμην εις την Αίγυπτον όπου με είχε στείλει ο πατέρας μου διά να σπουδάσω, με κατέλαβεν επιθυμία να μεταβώ διά του Νείλου μέχρι του Κοπτού και απ' εκεί να υπάγω μέχρι του Μέμνονος, διά ν' ακούσω το θαυμαστόν εκείνο άγαλμα το οποίον ψάλλει κατά την ανατολήν του ηλίου. Και το μεν άγαλμα ήκουσα, αλλ' όχι όπως οι άλλοι άσμα χωρίς σημασίαν• εις εμέ έδωκε και χρησμόν ο Μέμνων δι' επτά στίχων, τους οποίους θα σας έλεγα, εάν το πράγμα δεν ήτο περιττόν. Κατά δε την επάνοδον συνεταξείδευε με ημάς κάποιος ιερογραμματεύς εκ Μέμφιδος, θαυμαστός κατά την σοφίαν και κάτοχος όλης της Αιγυπτιακής παιδείας. Ελέγετο δε ότι επί είκοσι τρία έτη έζησεν εις τα υπόγεια άδυτα του ναού της Ίσιδος και εδιδάσκετο υπό της θεάς την μαγείαν. Λέγεις τον Παγκράτην, είπεν ο Αρίγνωτος, τον διδάσκαλόν μου, άνθρωπον άγιον, ο οποίος έχει ξυρισμένον το πρόσωπον, φορεί λευκά, φαίνεται διηνεκώς σκεπτικός, δεν ομιλεί καθαρά την Ελληνικήν, είναι υψηλός, έχει την μύτην σιμήν, τα χείλη προέχοντα και τα σκέλη λεπτά; Ακριβώς, είπεν ο Ευκράτης, αυτόν τον Παγκράτην λέγω. Κατ' αρχάς δεν εγνώριζα ποίος ήτον αλλ' όταν το πλοίον μας άραξε και τον έβλεπα να κάνη πολλά άλλα θαυμάσια και να ιππεύη τους κροκοδείλους και να κολυμβά ομού με αυτούς, οι δε κροκόδειλοι να τον φοβούνται και να σείουν προς αυτόν την ουράν, ενόησα ότι ήτο κάποιος άγιος άνθρωπος. Του έκαμα πολλά φιλοφρονήματα, ολίγον δε κατ' ολίγον εγίναμεν φίλοι και οικείοι, ούτως ώστε μου έλεγεν όλα του τα μυστικά. Επί τέλους δε μ' έπεισε ν' αφήσω όλους μου τους υπηρέτας εις την Μέμφιδα, να τον ακολουθήσω δε μόνος, διότι, ως μου έλεγε, δεν θα εστερούμεθα ανθρώπων διά να μας υπηρετούν. Και του λοιπού εζήσαμεν ως εξής• άμα εφθάναμεν εις κανέν πανδοχείον, έπαιρνε τον μοχλόν της θύρας, την σκούπαν ή το γουδοκόπανον, το ένδυνε με φορέματα και με μίαν επωδήν το έκανε να περιπατή και να φαίνεται ως άνθρωπος. Αυτό επήγαινε κ' έφερνε νερόν, εψώνιζε κ' εσιγύριζε και μας έκανε παντός είδους υπηρεσίας εις την εντέλειαν όταν δε δεν είχαμεν πλέον ανάγκην υπηρεσίας, με άλλην επωδήν έκανε πάλιν την σκούπαν σκούπαν και το γουδοχέρι γουδοχέρι. Το πράγμα μου εκίνει μεγάλην περιέργειαν, αλλά δεν κατώρθονα να τον πείσω να μου μάθη πώς έκανεν αυτάς τας μεταμορφώσεις. Μολονότι εις τα άλλα δεν μου έκρυπτε τίποτε, δι' αυτό ήτο πολύ ζηλότυπος. Αλλά μίαν ημέραν κρυφθείς εις σκοτεινόν μέρος ήκουσα την επωδήν, ήτο δε τρισύλλαβος. Και αυτός μεν ανεχώρησεν εις την αγοράν παραγγείλας εις το γουδόχερον τι έπρεπε να κάμη. Εγώ δε την επιούσαν, ενώ εκείνος ευρίσκετο εις την αγοράν διά ν' αγοράση κάτι τι, επήρα το γουδοκόπανον και το ένδυσα και αφού είπα τας τρεις συλλαβάς, το διέταξα να φέρη νερόν. Αφού δ' εγέμισε μίαν στάμναν και την έφερε, του είπα• Παύσε να κουβαλής νερόν και γίνου πάλιν γουδόχερον αυτό όμως δεν μου υπήκουσε, αλλ' εξηκολούθει να κουβαλή νερόν, έως ου έκαμε το σπίτι λίμνην. Εγώ ευρεθείς εις αμηχανίαν — διότι εφοβούμην μήπως ο Παγκράτης επιστρέψη και θυμώσει, όπως και έγινε — επήρα αξίνην και έκοψα τον κόπανον εις δύο• αλλ' αντί ενός έγιναν τότε δύο οι νεροφόροι. Εν τω μεταξύ τούτω έφθασε και ο Παγκράτης και εννοήσας τι είχε γίνει, τους μεν υδροφόρους έκαμε πάλιν ξύλα, όπως ήσαν προ της επωδής, αυτός δε έπειτα ανεχώρησε κρυφίως, δεν γνωρίζω που. Και τώρα, είπεν ο Δεινόμαχος, γνωρίζεις τουλάχιστον να κάνης άνθρωπον το γουδόχερον; Κατά το ήμισυ, απήντησεν ο Ευκράτης• διότι δεν 'μπορώ να το επαναφέρω εις την αρχικήν του κατάστασιν, αφού άπαξ γίνη υδροφόρος και θα πλημμυρίση το σπίτι από νερά.
Δεν θα παύσετε, είπα εγώ, να λέγετε τοιαύτα τερατώδη ψεύδη, δεν εντρέπεσθε που είσθε γέροι άνθρωποι; Αν όχι δι' άλλο, αλλά τουλάχιστον χάριν αυτών των παιδιών αναβάλλετε εις άλλην ώραν αυτάς τας παραδόξους και φοβεράς διηγήσεις. Πρέπει να προσέχετε και να μη τ' αφήνετε ν'ακούουν τέτοια πράγματα, τα οποία καθ' όλην την ζωήν των θα τα παρακολουθούν και θα τα ταράσσουν, θα γεμίσουν τα μυαλά των με διαφόρους δεισιδαιμονίας και θα τους κάμη να φοβούνται την σκιάν των.
Καλά που μ' ενθύμισες με την δεισιδαιμονίαν που είπες. Τι φρονείς, αλήθεια, Τυχιάδη, διά τους χρησμούς και τας αποκαλύψεις και όσα αναγγέλλουν μερικοί θεόπνευστοι ή ακούονται λεγόμενα από τα άδυτα ή όσα λέγει η Πυθία εμμέτρως προλέγουσα τα μέλλοντα; ή και αυτά δεν τα πιστεύεις; Αλλ' εγώ δεν θ' αναφέρω ότι έχω και έν δακτυλίδι θαυματουργόν, το οποίον έχει επί της σφραγίδος τον Πύθιον Απόλλωνα, αυτός δε ο Απόλλων μου ομιλεί, — δεν το λέγω αυτό, διά να μη νομίσης ότι λέγω απίθανα πράγματα διά να καυχηθώ. Περιορίζομαι να σας διηγηθώ μόνον όσα μου συνέβησαν και είδα με τα μάτια μου εις την Μαλλόν, εις το ιερόν του Αμφιλόχου, ο οποίος φανερά μου ωμίλησε και μου έδωκε συμβουλάς διά τας υποθέσεις μου• έπειτα δε θα σας διηγηθώ και όσα είδα εις την Πέργαμον και ήκουσα εις τα Πάταρα. Όταν επέστρεφα από την Αίγυπτον και ήκουσα ότι το Μαντείον της Μαλλού είνε περίφημον και δίδει αληθείς και σαφείς απαντήσεις εις εκείνους οίτινες γράφουν τας ερωτήσεις των εις πινάκιον και τας παραδίδουν εις τον προφήτην, ενόμισα καλόν κατά την διάβασίν μου να ερωτήσω και εγώ το μαντείον και να ζητήσω την γνώμην του θεού περί του μέλλοντος. Ενώ ακόμη έλεγεν αυτά ο Ευκράτης, εγώ βλέπων ότι το πράγμα έμελλε να προχωρήση και ότι αι περί των μαντείων συζητήσεις θα ελάμβανον διαστάσεις, δεν ενόμισα πρέπον να εξακολουθήσω ν' αντιλέγω μόνος εις όλους. Τους αφήκα λοιπόν ενώ έπλεον εξ Αιγύπτου εις την Μαλλόν — διότι ενόουν ότι τους ενώχλουν με τας αντιρρήσεις μου εις τα ψεύδη των. — Εγώ, είπα, φεύγω, διά να ζητήσω τον Λεόντυχον, διότι έχω ανάγκην να τον συναντήσω. Σεις δε επειδή δεν νομίζετε, φαίνεται, ικανά τα ανθρώπινα, καλείτε τώρα και τους θεούς να σας βοηθήσουν εις τας μυθολογίας σας. Και άμα είπα αυτά εξήλθα. Αυτοί δε είδαν ευχαρίστως την αναχώρησίν μου, διότι έμειναν ελεύθεροι να γεύωνται και ν' απολαμβάνουν, κατά την συνήθειάν των, τα ψεύδη.
Αυτά, φίλε μου Φιλοκλή, ήκουσα εις του Ευκράτους και έρχομαι πρισμένος, όπως όσοι πίνουν μούστον, με ανάγκην να εμέσω. Ευχαρίστως δε και διά πολλών χρημάτων θα ηγόραζα φάρμακον εξ εκείνων τα οποία, ως ήκουσα, δίδουν την λησμοσύνην, διά να μη μου προξενήση τίποτε κακόν η ανάμνησις αυτών διατηρουμένη• διότι νομίζω έκτοτε ότι βλέπω τέρατα και δαίμονας και Εκάτας.
ΦΙΛ. Και εγώ, Τυχιάδη, κάτι παρόμοιον έπαθα από την διήγησίν σου• διότι, ως λέγουν, όχι μόνον όσοι δαγκωθούν υπό λυσσώντων σκύλων λυσσούν και φοβούνται το νερόν, αλλά και όσοι δαγκωθούν από αυτούς παθαίνουν τα ίδια, ως να τους εδάγκωσε σκύλος λυσσών, και έχουν τους αυτούς φόβους. Και συ λοιπόν εδαγκώθης εις του Ευκράτους υπό των πολλών ψευδολογημάτων, μετέδωκες δε και εις εμέ το δηλητήριον και μου εγέμισες την ψυχήν από δαίμονας.
ΤΥΧ. Ας μη ανησυχώμεν, φίλε μου, διότι έχομεν κατά των τοιούτων αλεξιφάρμακον την αλήθειαν και τον περί πάντων ορθόν λόγον• χάρις δε εις αυτά ουδόλως θα μας ταράξουν τα ανόητα και μάταια ταύτα ψεύδη.
ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ
Λέγεται, αγαπητέ Φίλων, ότι επί της βασιλείας του Λυσιμάχου ενέσκηψεν εις τα Άβδηρα μία τοιαύτη επιδημία. Όλοι οι κάτοικοι κατελήφθησαν υπό σφοδρού πυρετού, όστις εξηκολούθει με συχνούς παροξυσμούς επί επτά ημέρας. Κατά δε την εβδόμην ημέραν άλλοι μεν από τους αρρώστους επάθαιναν άφθονον αιμορραγίαν της μύτης, άλλοι δε εφίδρωσιν επίσης άφθονον και ούτω έπαυεν ο πυρετός. Αλλά το νόσημα έφερε και το πνεύμα αυτών εις μίαν κωμικήν κατάστασιν. Όλοι δηλαδή έκαμναν θεατρικάς κινήσεις και μεγαλοφώνως απήγγελλον ιαμβικούς στίχους, μάλιστα δε μέρη από την Ανδρομέδαν του Ευριπίδου {48} και ιδίως την επιφώνησιν του Περσέως:
συ δ' ω θεών τύραννε κανθρώπων Έρως,
και ήτο η πόλις γεμάτη εκ των ωχρών τούτων και εξησθενημένων υπό του εφθημέρου πυρετού τραγωδών. Διήρκεσε δε το γενικόν τούτο αναφώνημα επί πολύ, έως ου ο χειμών και ψύχος πολύ τους έκοψε την νοσηράν αυτήν φλυαρίαν. Αίτιος δε της παραφροσύνης μου φαίνεται ότι έγεινεν ο τραγικός ηθοποιός Αρχέλαος, ο οποίος τότε ήτο φημισμένος και εις τα μέσα του θέρους εν καιρώ μεγάλου καύσωνος έπαιξεν εις τα Άβδηρα την Ανδρομέδαν. Οι δε Αβδηρίται έπαθαν τον πυρετόν εις το θέατρον, όταν δε ανέρρωσαν, εξηκολούθουν να αναπολούν την τραγωδίαν• η Ανδρομέδα επί πολύ παρέμενεν εις την μνήμην των και ο Περσεύς με την Μέδουσαν εξηκολούθει να περιίπταται εις την φαντασίαν των.
Επειδή λοιπόν, κατά την παροιμίαν, το έν πράγμα δύναται να παραβληθή προς το άλλο, το νόσημα εκείνο των Αβδηριτών είνε όμοιον προς εκείνο, το οποίον έχει καταλάβει σήμερον τους περισσοτέρους των πεπαιδευμένων. Ούτοι είνε αληθές ότι δεν απαγγέλλουν τραγωδίαν,— θα ήτο μικρότερα παραφροσύνη, αν με ξένους στίχους ουχί ασχήμους επεδεικνύοντο — αλλ' αφ' ότου ήρχισεν ο εξακολουθών πόλεμος {49} κατά των βαρβάρων και συνέβη η ήττα εις την Αρμενίαν και ηκολούθησαν αι συνεχείς νίκαι, δεν έμεινε κανείς ο οποίος να μη γράψη ιστορίαν? όλοι έγειναν Θουκυδίδαι και Ηρόδοτοι και Ξενοφώντες, ούτως ώστε να αληθεύη εκείνο το οποίον είπεν ο φιλόσοφος {50}, «ο πόλεμος είνε των όλων ο πατήρ», αφού τόσους συγγραφείς εγέννησε διά μιας.
Αυτά λοιπόν, φίλτατε, βλέπων και ακούων, ενθυμήθηκα έν ανέκδοτον του Διογένους• όταν ηκούσθη ότι ο Φίλιππος εξεστράτευε κατά της Ελλάδος, οι Κορίνθιοι όλοι εταράχθησαν και ήρχισαν να εργάζωνται διά την άμυναν? άλλος διώρθονεν όπλα, άλλος εκόμιζε πέτρας, άλλος επεσκεύαζε το τείχος ή εστερέωνε πύργον και άλλος έπραττεν ό,τι χρήσιμον ηδύνατο• ο δε Διογένης βλέπων αυτά και μη έχων τι να πράξη και αυτός — διότι ουδείς του ανέθετε καμμίαν εργασίαν — περιέζωσε το ένδυμά του και με πολλήν δραστηριότητα ήρχισε να κυλίη το πιθάρι, το οποίον του εχρησίμευεν ως κατοικία, επάνω και κάτω εις το Κράνειον. Όταν δε κάποιος εκ των γνωστών του τον ηρώτησε, διατί το κάνεις αυτό, Διογένη; Κυλίω, είπε, και εγώ το πιθάρι, διά να μη φαίνωμαι ότι μόνος εγώ μένω αργός μεταξύ τόσων εργαζομένων. Και εγώ, αγαπητέ Φίλων, διά να μη μένω μόνος άφωνος εις εποχήν τόσον πολύφωνον και να μη παρουσιάζω κωμικόν θέαμα άνθρωπου έχοντος ανοικτόν το στόμα και μη λέγοντος τίποτε, ενόμισα καλόν να κυλίσω και εγώ όσον δύναμαι τον πίθον μου, όχι όμως διά να γράψω ιστορίαν και να διηγηθώ πολεμικά γεγονότα• δεν έχω τόσω μεγάλην τόλμην εγώ και μη φοβηθής ότι θ' αποτολμήσω τοιούτόν τι• διότι γνωρίζω πόσον μέγας είνε ο κίνδυνος, όταν κυλίη κανείς επάνω εις πέτρας και μάλιστα πιθάριον λεπτοκατασκευασμένον, οποίον το ιδικόν μου• μόλις προσκρούση εις μικράν πέτραν θα ευρεθώ εις την ανάγκην να περισυλλέγω τα κομμάτια του.
Πώς λοιπόν εσκέφθηκα και πώς θα λάβω μέρος εις τον πόλεμον με ασφάλειαν και μένων έξω βολής, θα σου είπω. Εγώ θα αποφύγω τους κόπους, τας φροντίδας και τους κινδύνους, τους οποίους έχει ο συγγραφεύς, θα περιορισθώ δε να δώσω μίαν μικράν συμβουλήν και ολίγα διδάγματα εις τους συγγράφοντας, διά να λάβω ούτω και εγώ μέρος εις την οικοδομήν, αν όχι διά της επιγραφής της πραγματείας μου, τουλάχιστον διότι θα θίξω με το άκρον του δακτύλου τον πηλόν τον οποίον μεταχειρίζονται. Το βέβαιον είνε ότι οι περισσότεροι εξ αυτών νομίζουν ότι δεν έχουν ανάγκην συμβουλής διά την εργασίαν των, όπως περίπου δεν έχουν ανάγκην διδασκαλίας διά να βαδίζουν, να βλέπουν ή να τρώγουν, αλλά θεωρούν ως λίαν εύκολον και πρόχειρον και δυνατήν εις όλους την συγγραφήν ιστορίας, ως δύναται τις να κρίνη εκ των συμβαινόντων. Αλλά γνωρίζεις και συ, φίλε μου, ότι η ιστορία δεν είνε από τα εύκολα και ακόπως συνθετόμενα έργα, αλλ' είνε από τα έχοντα περισσοτέραν ανάγκην φροντίδος, όταν, ως ο Θουκυδίδης λέγει, γίνεται διά να μείνη αθάνατος• «κτήμα ες αεί».
Γνωρίζω λοιπόν ότι δεν θα αποτρέψω πολλούς εξ αυτών, εις μερικούς δε θα φανώ και πολύ οχληρός και μάλιστα εις εκείνους των οποίων το έργον έχει ήδη τελειώσει και παραδοθή εις το κοινόν. Εάν δε και επηνέθη υπό εκείνων οίτινες το ανέγνωσαν, η ελπίς ότι θα μεταβάλουν και θα διορθώσουν κάτι εκ των ήδη θεσπισμένων και κατατεθειμένων, ούτως ειπείν, εις τα βασιλικά αρχεία {51}, είνε ματαία. Αλλ' όμως δεν είνε κακόν να λεχθή και προς αυτούς τούτους η αλήθεια, ώστε, εάν ποτε γείνη άλλος πόλεμος ή των Κελτών προς τους Γέτας ή των Ινδών προς τους Βακτρίους — διότι προς ημάς δεν θα τολμήση κανείς να κήρυξη πόλεμον, αφού ήδη όλους τους έχομεν υποτάξει — να μεταχειρισθούν τον κανόνα τούτον, εάν τον νομίσουν ορθόν προς καλλιτέραν σύνθεσιν της εργασίας των. Εάν δε πάλιν επιμείνουν εις τας μεθόδους των, ο ιατρός δεν θα παραστενοχωρηθή, διότι οι Αβδηρίται θα εξακολουθούν εκουσίως ν' απαγγέλλουν την Ανδρομέδαν.
Επειδή δε το έργον της συμβουλής είνε διττόν και διδάσκει ποία να προτιμώμεν και ποία ν' αποφεύγωμεν, ας είπωμεν πρώτα ποία πρέπει ν' αποφεύγη ο γράφων ιστορίαν και ποία ν' απορρίπτη προ πάντων, έπειτα δε ποία να μεταχειρίζεται, διά να μη εξέλθη της ορθής και ευθείας οδού, πώς ν' αρχίση και ποίαν τάξιν να εφαρμόση εις τα έργα του, και το μέτρον το οποίον θα τηρή διά κάθε τι, και όσα πρέπει ν' αποσιωπά και εις όσα να ενδιατρίβη, και όσα είνε προτιμότερον να παρατρέξη και πώς να τα εξηγή και τα συναρμόζη. Και αυτά μεν και τα τοιαύτα θ' αναπτύξωμεν κατόπιν• τώρα δε θ' αναφέρωμεν τα ελαττώματα, τα οποία παρακολουθούν τους κακούς συγγραφείς. Τα κοινά όμως εις όλα τα είδη του λόγου σφάλματα, εις την γλώσσαν, την αρμονίαν, την έννοιαν, και πάσα άλλη ατεχνία και μακράν ανάπτυξιν απαιτούν και της παρούσης πραγματείας τα όρια διαφεύγουν διότι, ως είπα, είνε κοινά όλων των ειδών του λόγου ελαττώματα.
Τα δε σφάλματά των εις την καθαρώς ιστορικήν εργασίαν δύνασαι να εύρης, αν προσέξης εις τα έργα αυτών, όπως εγώ πολλάκις παρατηρώ, οσάκις ακροώμαι τοιαύτας ιστορίας αναγινωσκομένας, και μάλιστα αν προσέξης εις όλους. Δεν είνε επομένως περιττόν να αναφέρω, ως παραδείγματα, τινά από τα κατ' αυτόν τον τρόπον συγγραφέντα. Αλλά προ τούτου ας εξετάσωμεν τα σπουδαιότερα αυτών ελαττώματα.
Οι πλείστοι εξ αυτών παραμελούντες να ιστορούν τα γεγονότα, καταγίνονται να επαινούν τους άρχοντας και τους στρατηγούς, και τους μεν ιδικούς των ανυψόνουν, τους δε εχθρούς καθ' υπερβολήν καταρρίπτουν. Αγνοούν ότι δεν χωρίζει την ιστορίαν από το εγκώμιον στενόν χώρισμα, αλλά μέγα τείχος υπάρχει μεταξύ των και, όπως λέγουν οι μουσικοί, ιστορία και εγκώμιον είνε δις διαπασών προς άλληλα. Ο μεν εγκωμιάζων φροντίζει μόνον πώς να επαινέση και ευχαριστήση τον επαινούμενον και αν είνε ανάγκη να ψευσθή διά να επιτύχη τον σκοπόν του, ολίγον θα σκοτισθή? η ιστορία όμως δεν δύναται ουδ' επί στιγμήν νανεχθή ψεύδος, ακριβώς όπως η τραχεία αρτηρία, κατά τους ιατρούς, δεν ανέχεται ό,τι εισέλθη εις αυτήν, ενώ καταπίνομεν. Φαίνονται προσέτι ν' αγνοούν οι τοιούτοι ιστορικοί ότι της ποιητικής τέχνης και των ποιημάτων είνε άλλος ο σκοπός και ιδιαίτεροι οι κανόνες, άλλοι δε της ιστορίας• εις μεν την ποίησιν είνε απεριόριστος η ελευθερία και είς ο νόμος, η θέλησις του ποιητού• διότι ο ποιητής, συνθέτει υπό το κράτος ενθουσιασμού και κατέχεται εξ ολοκλήρου υπό των Μουσών? ουδείς δε δύναται να τον κατηγορήση και αν θέλη να ζεύξη άρμα με ίππους πτερωτούς ή αν κάμη άλλους να τρέχουν επάνω εις το νερόν ή επί των κορυφών των φυτών, ούτε όταν ο Ζευς αυτών σύρη και ανυψόνη εις τον αέρα δι' ενός σχοινιού γην και θάλασσαν ομού, φοβούνται μήπως κοπή το σχοινί και καταπέσουν τα πάντα και γίνουν θρύμματα. Αλλά και αν θέλουν να επαινέσουν τον Αγαμέμνονα, ουδείς δύναται να τους εμποδίση, ώστε κατά την κεφαλήν και τους οφθαλμούς να τον κάμουν όμοιον προς τον Δία, κατά το στήθος όμοιον προς τον αδελφόν του Διός Ποσειδώνα και κατά την ζώνην όμοιον προς τον Άρην• και εν γένει εξ όλων των θεών σύνθετος πρέπει να γείνη ο υιός του Ατρέως και της Αερόπης• διότι δεν αρκεί μόνος ο Ζευς, ούτε ο Ποσειδών, ούτε ο Άρης χωριστά έκαστος, διά ναναπληρώση το κάλλος του. Η δε ιστορία, αν παραδεχθή τοιαύτην κολακείαν, μεταβάλλεται εις είδος τι πεζής ποιήσεως, η οποία δεν έχει την φραστικήν μεγαλοπρέπειαν της ποιήσεως, την λοιπήν δε τερατολογίαν παρουσιάζει χωρίς τον στολισμόν των μέτρων και επομένως φανερωτέραν.