Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος
Part 8
ΤΥΧ. Και άλλοτε εσύχναζα εις το σπήτι του, όταν είχα καιρόν, σήμερον δε επειδή είχα ανάγκην να συναντήσω τον Λεόντιχον, με τον οποίον, ως γνωρίζεις, είμεθα πολύ φίλοι και έμαθα από τον υπηρέτην του ότι επήγε από το πρωί να επισκεφθή τον Ευκράτην, ο οποίος είνε άρρωστος, επήγα διά δύο λόγους και διά να εύρω τον Λεόντιχον και διά να ίδω τον Ευκράτην—διότι δεν εγνώριζα ότι ασθενεί. — Αλλά τον Λεόντιχον δεν ευρήκα- διότι προ ολίγου, ως μου είπαν, είχε φύγει — ευρήκα όμως άλλους πολλούς και μεταξύ αυτών τον περιπατητικόν Κλεόδημον, τον στωικόν Δεινόμαχον και τον Ίωνα, ο οποίος, ως γνωρίζεις, έχει την αξίωσιν να θαυμάζεται διά τα έργα του Πλάτωνος, ως ο μόνος ακριβώς εννοών τας ιδέας του φιλοσόφου και μόνος δυνάμενος να τας μεταδώση εις άλλους. Βλέπεις ποίους ανθρώπους σου αναφέρω, πανσόφους και έχοντας όλας τας αρετάς, ό,τι κορυφαίον έχουν αι διάφοροι φιλοσοφικαί αιρέσεις, όλους σοβαρούς και σχεδόν φοβερούς διά την αυστηρότητα της μορφής. Ήτο προσέτι εκεί και ο ιατρός Αντίγονος, ο οποίος, υποθέτω, είχε προσκληθή διά τον άρρωστον, και ο Ευκράτης εφαίνετο ότι τώρα ήτο καλλίτερα και ότι το νόσημά του ήσαν οι ρευματισμοί τους οποίους έχει χρονίους• του είχαν προσβάλλει πάλιν τα πόδια. Ο Ευκράτης μου ένευσε να καθήσω πλησίον του εις το κρεβάτι και εχαμήλωσε την φωνήν του κατά τον τρόπον των αρρώστων όταν με είδε, αν και όταν έμβαινα τον ήκουσα να λέγη κάτι τι με φωνήν δυνατήν. Εγώ δε με πολλήν προσοχήν, μήπως εγγίσω τα πόδια του και με τας συνήθεις δικαιολογίας, ότι δεν εγνώριζα πως ήτο άρρωστος και ότι μόλις το έμαθα έτρεξα κ' επήγα, εκάθησα πλησίον του. Τους ευρήκα να ομιλούν περί του νοσήματος και η ομιλία εξηκολούθησεν έκαστος συνεβούλευε μίαν θεραπείαν εις τον ασθενή. Ο Κλεόδημος λ.χ. έλεγεν ότι αν πάρη κανείς με το αριστερό χέρι από χάμω το δόντι αρουραίου ποντικού, ο οποίος να έχη φονευθή όπως προηγουμένως ανέφερε, και το περιτυλίξη με δέρμα λέοντος που να έχη προσφάτως γδαρθή, να το κρεμάση δε εις τα σκέλη του, αμέσως παύουν οι πόνοι των ρευματισμών. Όχι εις δέρμα λέοντος, είπεν ο Δεινόμαχος, έχω ακούσει εγώ, αλλά θηλυκής ελάφου, η οποία να είνε ακόμη παρθένος και αβάτευτη• και αυτό φαίνεται πιθανώτερον, διότι η έλαφος είνε ζώον πολύ γρήγορον και η μεγάλη της δύναμις είνε εις τα πόδια. Και ο λέων βέβαια είνε πολύ δυνατός, και το λίπος του και το δεξιό μπροστινό του πόδι και η τρίχες του μουστακιού του, που πηγαίνουν πέρα, δύνανται να ωφελήσουν πολύ, αν ξέρη κανείς να τα μεταχειρισθή με το σχετικόν εις έκαστον ξόρκισμα• αλλά διά τα νοσήματα των ποδιών πολύ ολίγον φαίνονται να συντελούν. Και εγώ, είπεν ο Κλεόδημος, έτσι το ήξευρα άλλοτε, ότι πρέπει να είνε το δέρμα από λάφι, διότι το λάφι είνε γρήγορον αλλά προ ολίγου καιρού μ' έκαμε ν' αλλάξω γνώμην κάποιος Αφρικανός, σοφός εις αυτά τα πράγματα, ο οποίος μου είπεν ότι το λεοντάρι είνε ταχύτερον και από τα λάφια, αφού τα καταδιώκει και τα συλλαμβάνει. Όλοι επεδοκίμασαν και είπαν ότι ο Αφρικανός έχει δίκαιον. Νομίζετε λοιπόν, είπα εγώ, ότι με ξόρκια και με εξωτερικά κρεμαστάρια δύναται να παύση ένα κακόν, το οποίον υπάρχει εντός του σώματος; Εγέλασαν δι' αυτούς μου τους λόγους, και ήτο φανερόν ότι μ' εθεώρουν πολύ ανόητον, διότι δεν ανεγνώριζα πράγματα τόσον πασιφανή, τα οποία κανείς με τον κοινόν νουν δεν ηδύνατο ν' αρνηθή. Ο ιατρός όμως Αντίγονος εφαίνετο ότι ευχαριστήθη από την ερώτησίν μου, διότι δεν εδίδετο, φαίνεται, προ πολλού πολλή προσοχή εις τας θεραπείας του, όταν συνεβούλευε τον Ευκράτην, κατά τας υποδείξεις της επιστήμης του, να μη πίνη κρασί, να τρώγη λάχανα και εν γένει η δίαιτά του να είνε κατευναστική.
Ο δε Κλεόδημος, ο οποίος συγχρόνως εχαμογέλα, Τι λέγεις, Τυχιάδη; μου είπε. Δεν πιστεύεις ότι από τα τοιαύτα γίνεται ωφέλεια εις τα νοσήματα; Βεβαίως, του απήντησα, δεν είμαι τόσον ανόητος, ώστε να πιστεύω ότι τα εξωτερικά και μη έχοντα συνάφειαν με το εσωτερικόν του οργανισμού, αποδιώκουν τα νοσήματα χάρις εις τα φρασίδια και τας μαγείας, τας οποίας λέλεγε, και επιφέρουν την θεραπείαν, διότι κρεμώνται επί του σώματος. Αλλ' αυτό δεν γίνεται και αν ακόμη εις του λέοντος της Νεμέας το δέρμα περιτυλίξη κανείς δέκα έξ ολοκλήρους αρουραίους. Εγώ τουλάχιστον είδα και λέοντα να χωλαίνη από πόνους εντός ολοκλήρου του δέρματός του. Είσαι πολύ απλοϊκός, είπεν ο Δεινόμαχος, αν δεν εφρόντισες να μάθης κατά ποίον τρόπον ωφελούν τα τοιαύτα εις τα νοσήματα, μου φαίνεται δε ότι δεν θα παραδέχεσαι και αυτά τα προφανέστατα, ότι με τους εξορκισμούς παύουν οι πυρετοί, μαγεύονται τα φείδια, θεραπεύονται οι βουβώνες, αυτά δε και άλλα γίνονται και υπό των γραιών ακόμη. Αφού δε αυτά γίνονται, διατί να μη πιστεύσης ότι γίνονται και άλλα διά παρομοίων μέσων; Τα συμπεράσματά σου, Δεινόμαχε, είνε αυθαίρετα, του είπα εγώ, και, κατά την παροιμίαν, βγάζεις το καρφί με το καρφί• διότι και αυτά τα οποία λες δεν είνε τόσον βέβαιον και τόσον ασφαλές ότι γίνονται. Αν λοιπόν δεν με πείσης προηγουμένως διά του λόγου, ότι είνε φυσικόν ο πυρετός και το οίδημα να φοβούνται μίαν λέξιν παράδοξον ή μίαν φράσιν βαρβαρικήν και διά τούτο φεύγουν εκ του βουβώνος, θα εξακολουθώ να θεωρώ τα λεγόμενα ως παραμύθια των γραιών.
Μου φαίνεται, είπεν ο Δεινόμαχος, ότι αφού λέγεις τα τοιαύτα, ούτε εις την ύπαρξιν των θεών πιστεύεις, εάν δεν νομίζεις δυνατάς τας θεραπείας με ιεράς λέξεις. Αυτό, απήντησα, να μη το λέγεις, φίλτατε• διότι ουδέν εμποδίζει να υπάρχουν οι θεοί και αυτά να είνε ψευδή. Εγώ δε και τους θεούς σέβομαι και τας θεραπείας των βλέπω και αναγνωρίζω ότι θεραπεύουν τους αρρώστους με τα φάρμακα και την ιατρικήν• διότι ο Ασκληπιός και οι μαθηταί του ιατροί, μεταχειριζόμενοι κοινά, φάρμακα εθεράπευαν τους αρρώστους και όχι με λέοντας και αρουραίους.
Άφησε τον, είπεν ο Ίων, εγώ δε θα σας διηγηθώ κάτι τι θαυμάσιον. Θα ήμουν δέκα τεσσάρων περίπου ετών παιδί, όταν ήλθε κάποιος και ανήγγειλεν εις τον πατέρα μου ότι τον Μίδαν τον αμπελουργόν, υπηρέτην μας πολύ εύρωστον και εργατικόν, εδάγκωσε κατά το μεσημέρι μία έχιδνα και ότι ήδη είχεν αρχίσει να σήπεται το πόδι του. Ενώ εσήκωνε και έδενε τα κλήματα εις τους στύλους, επλησίασε το ερπετόν και τον εδάγκωσε εις τον μεγάλον δάχτυλον και αυτό μεν επρόφθασε και εκρύβη πάλιν, ο δε αμπελουργός ήρχισε να φωνάζη από τρομερούς πόνους. Μόλις δε μας είπαν αυτά, είδαμεν τον Μίδαν να τον φέρουν επάνω εις καθέκλαν οι άλλοι δούλοι, και ήτον ολόκληρον το σώμα του πρισμένον και μαυροκίτρινον, είχεν αρχίσει να σήπεται και μόλις ανέπνεε. Ενώ δε ο πατέρας μου ήτο περίλυπος, κάποιος εκ των παρόντων φίλων «Μη ανησυχείς, του είπε, και εγώ θα σου στείλω μετ' ολίγον ένα Βαβυλώνιον, εξ εκείνων τους οποίους λέγουν Χαλδαίους, ο οποίος θα θεραπεύση τον άνθρωπον. Και τέλος πάντων ήλθεν ο Βαβυλώνιος, ο οποίος εθεράπευσε τον Μίδαν με μίαν επωδήν έβγαλε το δηλητήριον από το σώμα του, προσέτι δε εκρέμασεν εις το πόδι του ένα κομμάτι πέτρα, το οποίον είχε κόψει από την επιτύμβιον στήλην του τάφου μιας παρθένου• ο δε Μίδας εσήκωσε την καθέκλαν επί της οποίας τον είχα φέρει και έφυγε διά το αμπέλι. Τόσην ενέργειαν έκαμαν το εξόρκισμα και το κομμάτι της επιτυμβίας στήλης. Αλλ' ο Χαλδαίος εκείνος έκαμε και άλλα θαυμάσια. Το πρωί επήγε εις τον αγρόν και επρόφερεν επτά ιερατικάς λέξεις από μίαν παλαιάν βίβλον, αφού δε εξήγνισε το μέρος με θειάφι και δαδί και έκαμε τρεις γύρους πέριξ του τόπου, εξεδίωξεν όλα τα ερπετά τα οποία ευρίσκοντο εντός του χώρου εκείνου• ως εάν τα έσυρεν ο εξορκισμός, ήρχισαν να έρχωνται προς αυτόν φείδια πολλά και ασπίδες και έχιδναι και κερασφόροι όφεις και ακοντιοφόροι και δηλητηριώδεις βάτραχοι. Αλλ' υπελείπετο είς μέγας όφις γηραλέος, ο οποίος φαίνεται ένεκα της ηλικίας δεν ηδύνατο να εξέλθη και παρήκουσεν εις το πρόσταγμα• ο δε μάγος είπεν ότι δεν ήλθαν όλοι και αναθέσας χρέη πρεσβευτού εις ένα των νεωτέρων όφεων τον έστειλε προς τον καθυστερούντα, μετ' ολίγον δε ήλθε και ούτος. Αφού δε συνηθροίσθησαν, ο Βαβυλώνιος τα εφύσησε και τα ερπετά εκάησαν ευθύς υπό του φυσήματος, ημείς δε εθαυμάζαμεν.
Δεν μου λες, Ίων, του είπα, ο νεαρός όφις ο πρεσβευτής εχειραγώγει τον γέροντα ή μήπως εκράτει ούτος βακτηρίαν και εστηρίζετο; Συ αστειεύεσαι, είπεν ο Κλεόδημος, αλλ' εγώ ο οποίος ήμουν άλλοτε περισσότερον από σε άπιστος εις τα τοιαύτα—διότι ενόμιζα ότι κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να συμβαίνουν παρόμοια πράγματα— όταν είδα να πετά ένας ξένος και βάρβαρος — ως έλεγεν, ήτο από τα υπερβόρεια μέρη — επίστευσα και ηναγκάσθην να παραδεχθώ όσα επί πολύ δεν ήθελα κατ' ουδένα τρόπον να πιστεύσω. Αλλά τι έπρεπε να κάμω όταν τον έβλεπα εν καιρώ ημέρας να πετά εις τον αέρα και να βαδίζη επάνω εις το νερόν ή να περιπατή επάνω εις την φωτιάν με όλην του την ησυχίαν; Συ με τα μάτια σου, του είπα, τον είδες αυτόν τον υπερβόρειον να πετά ή να βαδίζη επάνω εις το νερόν;
Μάλιστα, απήντησεν ο Κλεόδημος• εφόρει δε εις τα πόδια του καρβατίνας {46}όπως συνηθίζουν εις τον τόπον του. Θεωρώ περιττόν να διηγηθώ ως μικρού λόγου άξια όσα άλλα κατώρθονε, εμπνέων έρωτας, καλών δαίμονας, επαναφέρων παλαιούς νεκρούς, αυτήν την Εκάτην παρουσιάζων φανεράν και την Σελήνην καταβιβάζων. Θα σας διηγηθώ μόνον τι τον είδα να κάνη εις την οικίαν Γλαυκίου του Αλεξικλέους. Προ ολίγου καιρού είχεν αποθάνει ο πατέρας του Γλαυκίου και ούτος είχε παραλάβει την περιουσίαν του, ότε ερωτεύθη την Χρυσίδα την θυγατέρα του Δημαινέτου. Εμέ δε είχεν ως διδάσκαλον της φιλοσοφίας και αν ο έρως εκείνος δεν τον απησχόλει, θα είχεν ήδη μάθει όλην την περιπατητικήν φιλοσοφίαν, αφού εις ηλικίαν δεκαοκτώ ετών έκανεν ανάλυσιν και είχεν αποπερατώσει τα μαθήματα της φυσικής. Επειδή δε ο Έρως τον έφερεν εις αμηχανίαν μου ανεκοίνωσε τα πάντα• και εγώ, αφού ως διδάσκαλός του έπρεπε να τον βοηθήσω, ωδήγησα προς αυτόν τον υπερβόρειον εκείνον μάγον, με την συμφωνίαν να λάβη ευθύς μεν τεσσάρας μνας—διότι έπρεπε κάτι να προκαταβληθή διά τας θυσίας αι οποίαι θα εγίνοντο — δέκα έξ δε εάν θ' απελάμβανε την Χρυσίδα. Ο μάγος επερίμενε την γέμισην της σελήνης— διότι τότε κατά το πλείστον γίνονται αυτού του είδους αι μαγείαι—και τότε ήνοιξε λάκκον εις ανοικτόν μέρος της οικίας και περί το μεσονύκτιον μας εκάλεσε τον Αλεξικλέα τον πατέρα του Γλαυκίου, ο οποίος είχεν αποθάνει προ επτά μηνών. Ο γέρων δεν επεδοκίμαζε τον έρωτα του υιού του και ωργίζετο, επί τέλους όμως συγκατένευσε.
Έπειτα έφερε την Εκάτην συνοδευομένην από τον Κέρβερον και κατέβασε την Σελήνην, η οποία παρουσίαζε πολύμορφον και μεταβαλλόμενον θέαμα• διότι κατ' αρχάς παρουσίαζε γυναικείαν μορφήν, έπειτα εφάνη ως βώδι ωραιότατον, έπειτα σκυλάκι. Επί τέλους λοιπόν ο υπερβόρειος έπλασεν εκ πηλού μικρόν έρωτα και του είπε: Πήγαινε και φέρε την Χρυσίδα. Ο πηλός επέταξε και μετ' ολίγον ήλθεν η Χρυσίς και εκτύπα την θύραν και εισελθούσα ενηγκαλίσθη τον Γλαυκίαν, ως να τον ηγάπα περιπαθέστατα, και εκοιμήθη μαζή του έως ότου έκραξαν οι πετεινοί. Τότε η Σελήνη επέταξεν εις τον ουρανόν και η Εκάτη εβυθίσθη εις την γην και τα άλλα φαντάσματα εξηφανίσθησαν, την δε Χρυσίδα εστείλαμεν εις το σπήτι της κατά την αυγήν περίπου. Αν τα έβλεπες αυτά, Τυχιάδη, δεν θα εξηκολούθεις να μη πιστεύης εις τους εξορκισμούς. Έχεις δίκαιον, του είπα• θα επίστευα τω όντι αν έβλεπα αυτά που είπες• αλλά τώρα νομίζω ότι δικαιολογείται η δυσπιστία μου αφού δεν έχω όμοιαν με σας οξυδέρκειαν. Γνωρίζω εν τοσούτω την Χρυσίδα που ανέφερες και 'ξέρω ότι είνε πρόθυμος και εύκολος εις τα ερωτικά. Δεν εννοώ δε διατί ενομίσατε αναγκαίον να της στείλετε τον πήλινον πρεσβευτήν και να καλέσετε τον υπερβόρειον μάγον και αυτήν την Σελήνην, ενώ με είκοσι δραχμάς ήτο δυνατόν και μέχρι των υπερβορείων χωρών να σας ακολουθήση η Χρυσίς. Διότι πολύ υπακούει εις αυτήν την επωδήν και της συμβαίνει το εναντίον αφ' ό,τι εις τα φαντάσματα• τα μεν φαντάσματα αν ακούσουν ήχον χαλκού ή σιδήρου φεύγουν—και αυτά σεις τα λέγετε — αυτή δε αν πουθενά κουδουνίζη χρήμα τρέχει προς τον ήχον. Απορώ άλλως τε πώς αυτός ο μάγος, αφού δύναται να κάμη τας πλουσιωτάτας των γυναικών να τον αγαπήσουν και να λαμβάνη παρ' αυτών τάλαντα ολόκληρα, αρκείται ολιγαρκέστατα εις τεσσάρας μνας, τας οποίας λαμβάνει από τον Γλαυκίαν διά να τον κάμη αξιέραστον.
Είνε γελοία αυτή η απιστία σου προς όλα, είπεν ο Ίων. Αλλά θα επεθύμουν ν' ακούσω τι λέγεις δι' εκείνους οι οποίοι εκδιώκουν, δι' εξορκισμού τους δαίμονας από τους δαιμονιζομένους τόσον φανερά, ώστε να μη δύναται να υπάρξη αμφιβολία. Και είνε περιττή η δική μου μαρτυρία, διότι όλοι γνωρίζουν τον εκ Παλαιστίνης Σύρον {47}, τον περίφημον διά τοιαύτα κατορθώματα, ο οποίος τους σεληνιαζομένους, οίτινες πίπτουν κάτω και διαστρέφουν τους οφθαλμούς και αφρίζουν, εγείρει και αποπέμπει υγιείς αντί μεγάλης αμοιβής. Όταν τους εύρη κυλιομένους κατά γης και ερωτά πόθεν εισήλθαν εις το σώμα, ο μεν ασθενής σιωπά, αποκρίνεται δε ο δαίμων εις γλώσσαν Ελληνικήν ή βαρβαρικήν, κατά την πατρίδα του δαιμονίζομένου και λέγει πως και πόθεν εισήλθεν εις τον άνθρωπον• εκείνος δε δι' εξορκισμών ή, αν δεν εισακουσθή, δι' απειλών εκδιώκει τον δαίμονα. Εγώ δε και είδα δαίμονα εξερχόμενον κατά τοιούτον τρόπον, μαύρον και καπνώδη κατά το χρώμα. Δεν είνε παράδοξον, του είπα, ότι βλέπεις τα τοιαύτα, Ίων, αφού δύνασαι να βλέπης και τας ιδέας του Πλάτωνος, αίτινες δι' ημάς τους αμβλυωπούντας είνε πράγμα σκοτεινόν.
Μήπως μόνος ο Ίων, είπεν ο Ευκράτης, είδε τοιαύτα φαντάσματα, δεν έτυχε δε να συναντήσουν δαίμονας άλλοι μεν νύκτα και άλλοι ημέραν; Εγώ όχι μίαν φοράν, αλλά μυριάκις είδα τοιαύτα πράγματα. Και κατ' αρχάς μεν κατελαμβανόμην υπό ταραχής, αλλά με τον καιρόν συνήθισα και τώρα δεν μου φαίνεται ότι βλέπω τίποτε παράδοξον, μάλιστα αφ' ότου ο Αράπης μου έδωκε το δακτυλίδι το οποίον είνε καμωμένον από σίδηρον των σταυρών και μου έμαθε τον μεγάλον εξορκισμόν, εκτός εάν δεν πιστεύης και εις εμέ, Τυχιάδη. Και πώς είνε δυνατόν, είπα εγώ, να απιστήσω εις τον Ευκράτην του Δείνωνος, άνθρωπον σοφόν, ο οποίος με τόσην ελευθερίαν λέγει ό,τι του καπνίση εις το σπήτι του, χωρίς να φοβήται αντιλογίας; Την ιστορίαν του ανδριάντος, είπεν ο Ευκράτης, ο οποίος εμφανίζεται καθ' όλας τας νύκτας και εις όλους τους ανθρώπους του σπητιού, όχι μόνον από εμέ δύνασαι ν' ακούσης, αλλά και από όλους τους δικούς μας. Ποίου ανδριάντος; ηρώτησα. Δεν είδες, είπεν, όταν εισέρχεσαι εις την αυλήν, ένα ωραιότατον ανδριάντα, έργον του Δημητρίου του αγαλματοποιού; Εννοείς εκείνον ο οποίος παρίσταται να ρίπτη τον δίσκον και σκύφτει εις την στάσιν της αφέσεως με το πρόσωπον γυρμένον προς το χέρι το οποίον κρατεί τον δίσκον, και λιγύζει ολίγον το γόνατον ούτως ώστε να φαίνεται έτοιμος με την βολήν του δίσκου να ανατιναχθή; Όχι εκείνον, είπεν ο Ευκράτης• αυτός ο δισκοβόλος είνε έργον του Μύρωνος. Αλλ' ούτε τον πλησίον του λέγω, τον ωραίον εκείνον νέον ο οποίος έχει δεμένην την κόμην του με ταινίαν, διότι αυτός είνε έργον του Πολυκλείτου. Δεν πρόκειται περί των ανδριάντων οίτινες ευρίσκονται εις την δεξιάν πλευράν, μεταξύ των οποίων είνε και τα έργα του Κριτίου και του Νησιώτου, οι Τυραννοκτόνοι. Αλλά θα είδες πλησίον εις το αναβρυτήριον ένα κοιλαράν, φαλακρόν και ημίγυμνον, από τα γένεια του οποίου ολίγαι τρίχες φαίνονται ως να τας σηκώνη ο αέρας• αι φλέβες του φουσκώνουν και είνε καθ' όλα φυσικόν ομοίωμα ανθρώπου. Αυτόν εννοώ, φαίνεται δε ότι είνε ο Κορίνθιος στρατηγός Πέλιχος. Ά ναι, είπα εγώ, ενθυμούμαι ότι είδα δεξιά του Κρόνου ένα ο οποίος κρατεί ταινίας και στεφάνους ξηρούς και έχει στολισμένον το στήθος με πέταλα χρυσά. Εγώ, είπεν ο Ευκράτης, τα εχρύσωσα, όταν διά τρίτην φοράν με εθεράπευσε από πυρετούς. Ήτο λοιπόν και ιατρός, είπα εγώ, ο λαμπρός εκείνος Πέλιχος; Μάλιστα και μη περιπαίζης, είπεν ο Ευκράτης, διότι δεν θα δυσκολευθή να σε τιμωρήση• εγώ γνωρίζω τι δύναται να κάμη ο υπό σου εμπαιζόμενος ανδριάς• ή δεν νομίζεις ότι δύναται να στέλλη πυρετούς εις όσους θέλη, αφού δύναται να τους αποδιώκη; Παρακαλώ τον ανδριάντα να μου φεισθή και να με συγχωρήση, αφού είνε τόσον γενναίος. Αλλά τι άλλο τον βλέπετε να κάνη όλοι οι κατοικούντες εις το σπήτι; Άμα νυκτώση, είπεν ο Ευκράτης, ο Πέλιχος κατεβαίνει από το βάθρον του και περιφέρεται εις το σπήτι, τον συναντούν δε όλοι και ενίοτε τον ακούουν να τραγουδή, αλλά δεν επείραξε ποτέ κανένα• πρέπει μόνον οποίος τον συναντά να παραμερίζη, αυτός δε περνά χωρίς να ενοχλήση τον συναντώμενον. Πολλάκις δε λούεται και παίζει καθ' όλην την νύκτα, ούτως ώστε ακούεται ο θόρυβος του νερού. Πρόσεξε, είπα εγώ, μήπως ο ανδριάς δεν είνε ο Πέλιχος, αλλ' ο Τάλως ο Κρης της εποχής του Μίνωος, ο οποίος ήτο χάλκινος και περιεπόλει εις την Κρήτην. Εάν δεν ήτο εκ χαλκού, αλλ' από ξύλον, τίποτε δεν θα ημπόδιζε να είνε όχι του Δημητρίου έργον, αλλά τεχνούργημα του Δαιδάλου• διότι, ως λέγεις, και αυτός φεύγει από το βάθρον του.
Πρόσεξε, Τυχιάδη, είπεν ο Ευκράτης, μη μετανοήσης διά τους εμπαιγμούς σου. Εγώ γνωρίζω τι έπαθεν εκείνος ο οποίος έκλεψε τους οβολούς που του προσφέρομεν κάθε πρώτην του μηνός. Έπρεπε να τιμωρηθή αυστηρώς, αφού ήτον ιερόσυλος, είπεν ο Ίων. Πώς λοιπόν τον ετιμώρησεν ο ανδριάς : Θέλω νακούσω και αν ακόμη δεν θα το πιστεύση και αυτό ο Τυχιάδης. Εις τα πόδια του ανδριάντος, είπεν ο Ευκράτης, ήσαν ριμμένοι πολλοί οβολοί και άλλα νομίσματα μεταξύ των οποίων και αργυρά ήσαν κολλημένα με κερί εις τον μηρόν του και πέταλα εξ αργύρου, αφιερώματα είτε διά παράκλησιν είτε ως ευχαριστία διά θεραπείαν πυρετού. Είχομεν δε τότε ένα Αφρικανόν δούλον, αχρειέστατον, ο οποίος εχρησίμευεν ως ιπποκόμος. Αυτός απεπειράθη μίαν νύκτα να κλέψη όλα εκείνα και τα υπεξήρεσε την ώραν κατά την οποίαν είχε κατεβή εκ της θέσεως του ο ανδριάς. Όταν δε μετ' ολίγον επανήλθεν ο Πέλιχος και ενόησεν ότι τον έκλεψαν, να 'δήτε πώς ετιμώρησε και απεκάλυψε τον Αφρικανόν. Καθ'όλην την νύκτα περιεφέρετο εις την αυλήν ο άθλιος μη δυνάμενος να εξέλθη, ως να ευρίσκετο εις λαβύρινθον, έως ου εξημέρωσε και συνελήφθη με τα κλοπιμαία. Και τότε μεν έφαγεν όχι ολίγον ξύλον, έζησε δε ολίγον καιρόν ακόμη και απέθανεν αθλίως, διότι, ως έλεγε, κάθε νύκτα τον έδερνεν ο Πέλιχος, ούτως ώστε την επιούσαν εφαίνοντο τα σημάδια εις το σώμα του. Και τώρα, Τυχιάδη, σκώπτε και τον Πέλιχον και εμένα ως ομήλικον του Μίνωος και παραληρούντα από τα γεράματα. Αλλά, φίλε μου Ευκράτη, του είπα, εφ' όσον ο χαλκός είνε χαλκός, το δε έργον κατεσκεύασεν ο Δημήτριος ο εκ του δήμου Αλωπεκής, ο οποίος δεν κατεσκεύαζε θεούς, αλλ' ανθρώπους, ουδέποτε θα φοβηθώ τον ανδριάντα του Πελίχου, τον οποίον και ζώντα και απειλούντα ολίγον θα εφοβούμην.
Μετά ταύτα ο ιατρός Αντίγονος είπε• Και εγώ, Ευκράτη, έχω ένα χάλκινον Ιπποκράτην ενός περίπου πήχεως κατά το μέγεθος, όστις άμα σβύση το φως, γυρίζει εις όλο το σπήτι, θορυβεί, ανατρέπει τα δοχεία και ανακατεύει τα φάρμακα, ανοίγει την θύραν, μάλιστα δε όταν παραλείπωμεν την θυσίαν την οποίαν του προσφέρομεν κατ' έτος. Ώστε, είπα εγώ, και ο Ιπποκράτης ο ιατρός έχει τώρα την αξίωσιν να του προσφέρουν θυσίας και οργίζεται αν δεν γευθή την ωρισμένην εποχήν τέλεια σφάγια; Αλλ' έπρεπε ν' αρκήται εις μίαν νεκρικήν θυσίαν, εις μίαν σπονδήν υδρομέλιτος επί του τάφου του ή στέφανον επί της στήλης του τάφου του.
Άκουσε κάτι τι, είπεν ο Ευκράτης, διά το οποίον έχω και μάρτυρας και το οποίον είδα προ πέντε ετών. Ήτον εποχή του τρυγητού, εγώ δε κατά το μεσημέρι, αφήσας τους εργάτας να τρυγούν εις τ' αμπέλι, επήγα να περιπατήσω εις το δάσος• κάποια σκέψις με κατείχε και συνεστρέφετο εις την κεφαλήν μου. Όταν δε έφθασα εις το πυκνόν μέρος, ήκουσα κατ' αρχάς γαβγίσματα σκύλων και ενόμισα ότι ο υιός μου ο Μνάσων έπαιζε και εκυνήγα, ως συνηθίζει, με τους φίλους του εις το δάσος. Δεν συνέβαινεν όμως αυτό, αλλά μετ' ολίγον έγινε κάποιος σεισμός και ηκούσθη ως βοή βροντής• και είδα να έρχεται προς το μέρος μου μία γυναίκα φοβερά, η οποία είχεν ύψος μισού περίπου σταδίου. Εκράτει δε και δάδα εις το αριστερόν χέρι και σπαθί εις το δεξιό έως είκοσι πήχεις μακρύ. Και το μεν κάτω μέρος αυτής ωμοίαζε με φίδι, εις δε το άνω ήμισυ ωμοίαζε με Γοργόνα, εννοώ κατά το βλέμμα και την φρικτήν μορφήν. Αντί δε μαλλιών από την κεφαλήν της εκρέμοντο δράκοντες, ως βόστρυχοι, και περιετυλίσσοντο εις τον λαιμόν της και συνεστρέφοντο επάνω εις τους ώμους της. Βλέπετε πώς και τώρα που σας το διηγούμαι φρίττω; Και ενώ έλεγεν αυτά μας εδείκνυεν ο Ευκράτης τας τρίχας του βραχίονός του που είχαν ορθωθή εκ της φρίκης.
Και οι μεν άλλοι, ο Ίων, ο Δεινόμαχος και ο Κλεόδημος προσείχον εις την διήγησιν με ανοικτόν το στόμα, ενώ ήσαν ηλικιωμένοι άνδρες• τους ετράβα από την μύτην ο ψευδολόγος Ευκράτης και ενδομύχως επροσκύνουν τον τόσον απίθανον κολοσσόν, την γυναίκα η οποία είχεν ύψος ημίσεος σταδίου, και ήτο κατάλληλος μόνον διά να χρησιμεύση ως φόβητρον εις πολύ μικρά παιδία. Εγώ δε εν τω μεταξύ εσκεπτόμην τι άνθρωποι είνε αυτοί, οι οποίοι διδάσκουν σοφίαν εις τους νέους και θαυμάζονται υπό πολλών, ενώ μόνον κατά τα άσπρα μαλλιά διαφέρουν από τα βρέφη, κατά δε τα άλλα είνε και αυτών πλέον εύπιστοι εις το ψεύδος.
Έπειτα ο Δεινόμαχος ηρώτησε• Δεν μου λες, Ευκράτη, τα σκυλιά της θεάς πόσα ήσαν κατά το μέγεθος; Υψηλότερα από τους ελέφαντας των Ινδιών, απήντησεν ο Ευκράτης, μαύρα ως αυτοί και μαλλιαρά με μαλλιά ανώμαλα και λερωμένα. Εγώ λοιπόν, εξηκολούθησε, άμα την είδα εγύρισα την σφραγίδα, την οποίαν μου είχε δώσει ο Αράπης, προς το εσωτερικόν του δακτύλου, η δε Εκάτη εκτύπησε με τον δρακόντιόν της πόδα το έδαφος και έκαμε χάσμα τεράστιον, και ως στόμα του ταρτάρου, έπειτα επήδησε εις αυτό και εξηφανίσθη. Τότε εγώ επήρα θάρρος και έσκυψα, αφού εκρατήθηκα από έν εκ των πλησίον δένδρων διά να μη ζαλισθώ και πέσω εις το χάσμα• και είδα όλο το εσωτερικόν του Άδου, τον Πυριφλεγέθοντα, την λίμνην, τον Κέρβερον και τους νεκρούς, ούτως ώστε ανεγνώρισα μερικούς εξ αυτών τον πατέρα μου τουλάχιστον είδα καθαρά και εφορούσε τα ίδια ενδύματα με τα οποία τον εθάψαμεν. Και τι έκαναν, Ευκράτη, αι ψυχαί; είπεν ο Ίων. Τι άλλο, απήντησεν ο Ευκράτης, παρά κατά φυλάς και φατρίας, όπως εζούσαν εις τον κόσμον, διέτριβαν και εκεί, ξαπλωμένοι επάνω εις τους ασφοδέλους; Ας αντιλέγουν λοιπόν ακόμη, είπεν ο Ίων, οι οπαδοί του Επικούρου εις τον θείον Πλάτωνα και εις τον περί ψυχής διάλογόν του. Μήπως μεταξύ των νεκρών είδες και τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα; Τον Σωκράτη μάλιστα, δεν είμαι όμως βέβαιος αλλά το υποθέτω εκ του ότι ήτο φαλακρός και προγάστωρ• τον Πλάτωνα όμως δεν ανεγνώρισα, διότι προς φίλους πρέπει να λέγη κανείς την αλήθειαν. Αφού λοιπόν είδα όλα λεπτομερώς και το χάσμα ήρχιζε να κλείη, μερικοί από τους υπηρέτας μου, μεταξύ δε αυτών και ο Πυρρίας αυτός εδώ, οι οποίοι με ανεζήτουν έφθασαν καθ' ην στιγμήν δεν είχε κλείσει εντελώς το χάσμα. Ειπέ, Πυρρία, αν δεν λέγω αλήθεια. Μα τον Δία, είπεν ο Πυρρίας, εγώ ήκουσα και ένα γαύγισμα που ήλθε από το χάσμα, μου εφάνη δε ότι είδα και μίαν μικράν λάμψιν η οποία θα ήτο από την δάδα της θεάς.
Εγώ εγέλασα διά την προσθήκην υπό του μάρτυρος του γαυγίσματος και της λάμψεως. Ο δε Κλεόδημος• Αυτά τα οποία είδες, είπε, δεν είνε πρωτοφανή• έχουν 'δη και άλλοι παρόμοια, αφού και εγώ όταν ησθένησα όχι προ πολλού καιρού, είδα κάτι τοιούτον? μ' επεριποιείτο δε και μ' εθεράπευεν ο Αντίγονος απ' εδώ. Ήτο εβδόμη ημέρα της ασθενείας μου και ο πυρετός μου είχε φθάσει εις την μεγαλειτέραν του σφοδρότητα. Με είχαν δε αφήσει μόνον όλοι και κλείσαντες τας θύρας επερίμεναν απ' έξω• διότι ούτω είχες διατάξει, Αντίγονε, ίσως δυνηθώ να κοιμηθώ. Τότε λοιπόν, ενώ ακόμη ήμουν ξυπνός, παρουσιάσθη ένας νέος ωραιότατος με λευκόν ένδυμα, ο οποίος με εσήκωσε και δι' ενός χάσματος με ωδήγησεν εις τον Άδην, όπου αμέσως είδα και εγνώρισα τον Τάνταλον, τον Τιτυόν και τον Σίσυφον. Τα άλλα είνε περιττόν να τα λέγω• όταν δε έφθασα εις το δικαστήριον — παρευρίσκοντο δε ο Αιακός, ο Χάρων, αι Μοίραι και αι Εριννύες — είδα τον Πλούτωνα να κάθηται ως βασιλεύς και να απαγγέλλη τα ονόματα εκείνων, οι οποίοι είχον ήδη συμπληρώσει τον καιρόν της ζωής των. Ο νέος με ωδήγησεν ενώπιον αυτού, ο δε Πλούτων εθύμωσε τότε και είπε προς εκείνον όστις με ωδήγει• Δεν ετελείωσεν ακόμη το νήμα αυτού, ώστε ας γυρίση πίσω. Συ δε να φέρης τον σιδηρουργόν Δημύλον, ο οποίος ζη περισσότερον αφ' όσον του ανήκει. Εγώ επέστρεψα χαρούμενος και ο πυρετός μου είχε παύσει• ανάγγειλα δε εις όλους ότι μετ' ολίγον θ' αποθάνη ο Δημύλος• ήτο δε ο Δημύλος γείτονάς μας και ησθένει, ως ελέγετο. Μετ' ολίγον τωόντι ηκούσαμεν αναφωνητά• είχεν αποθάνει και τον εμοιρολόγουν.