Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος
Part 6
ΠΛΟΥΤ. Αφού η Περσεφόνη το θέλει, πήγαινέ τον επάνω, ω Ερμή, και κάμε τον πάλιν γαμβρόν. Συ δε να ενθυμήσαι ότι έχεις μόνον μιας ημέρας άδειαν. {29}
24. &Διογένους και Μαυσώλου.&
ΔΙΟΓ. Δεν μου λες διατί τόσον υπερηφανεύεσαι συ, ω Καρ, και έχεις την αξίωσιν να προτιμάσαι από όλους ημάς;
ΜΑΥΣ. Πρώτον διά την βασιλείαν μου, ω Σινωπεύ, διότι εβασίλευσα επί ολοκλήρου της Καρίας, υπέταξα δε και μέρος των Λυδών και νήσους τινάς εκυρίευσα και μέχρι της Μιλήτου έφθασα και τα περισσότερα μέρη της Ιωνίας κατέλαβα• έπειτα ήμουν ωραίος και μεγαλόσωμος και γενναίος εις τον πόλεμον• το δε σπουδαιότερον είνε ότι εις την Αλικαρνασσόν έχω τάφον παμμέγιστον, όμοιον του οποίου κατά την μεγαλοπρέπειαν ουδείς άλλος νεκρός έχει και αι παραστάσεις ίππων και ανθρώπων, αίτινες τον στολίζουν, είνε τόσον ωραίαι και τόσον τεχνικαί επί του πολυτιμοτέρου μαρμάρου, ώστε δυσκόλως δύναται να ευρεθή ναός παρόμοιος. Δεν νομίζεις λοιπόν ότι δικαίως υπερηφανεύομαι δι' αυτά;
ΔΙΟΓ. Διά την βασιλείαν, εννοείς, το κάλλος και το βάρος του τάφου;
ΜΑΥΣ. Βέβαια, δι' αυτά.
ΔΙΟΓ. Αλλά, καλέ Μαύσωλε, ούτε την δύναμιν εκείνην πλέον έχεις, ούτε την μορφήν και αν καλέσωμεν ένα κριτήν ωραιότητος, δεν βλέπω διατί θα προτιμηθή το δικό σου το κρανίον από το δικό μου• διότι και τα δύο είνε φαλακρά και άσαρκα, και των δύο φαίνονται τα δόντια ομοίως, και οι δύο έχομεν χάσει τα μάτια και η μύτες μας έχουν γείνει σιμές• ο δε τάφος και τα πολυτελή εκείνα μάρμαρα ίσως μεν χρησιμεύσουν εις τους Αλικαρνασσείς διά να τα επιδεικνύουν εις τους ξένους και να υπερηφανεύωνται, ότι έχουν ένα τόσο μέγα οικοδόμημα• αλλά συ, φίλε μου, δεν βλέπω τι απολαύεις εξ αυτού, εκτός αν θέλης να 'πης ότι αχθοφορείς περισσότερον από ημάς τους άλλους, διότι ευρίσκεσαι υπό το βάρος τόσων μεγάλων λίθων.
ΜΑΥΣ. Λοιπόν όλα αυτά δεν μου χρησιμεύουν εις τίποτε και ο Μαύσωλος είνε ίσος με τον Διογένην;
ΔΙΟΓ. Όχι ίσος, γενναιότατε, καθόλου ίσος• διότι ο μεν Μαύσωλος θα κλαίη ενθυμούμενος την ζωήν και όσα ενόμιζεν ως αποτελούντα την ευτυχίαν του, ο δε Διογένης θα τον καταγελά. Και συ μεν θα καυχάσαι ότι έχεις τάφον εις την Αλικαρνασσόν, τον οποίον σου κατεσκεύασεν η σύζυγος και αδελφή Αρτεμισία, ο δε Διογένης, και αν έχη πουθενά τάφον του σώματός του, δεν τον γνωρίζει• διότι ουδ' εσκέφθη ποτέ περί τούτου• αλλά ζήσας βίον ανδρός, αφήκεν εις τους αρίστους των ανθρώπων ανάμνησιν ήτις αποτελεί μνημείον πολύ υψηλότερον και εδραιότερον από τον τάφον σου, δουλοπρεπέστατε Καρ.
25. &Νιρέως, Θερσίτου και Μενίππου.&
ΝΙΡ. Να, ας καλέσωμεν τον Μένιππον να κρίνη ποίος είνε ωραιότερος. Δεν είμαι ευμορφότερος εγώ, Μένιππε;
ΜΕΝ. Ποίοι είσθε; Διότι μου φαίνεται ότι πρέπει πρώτον αυτό να μάθω.
ΝΙΡ. Ο Νιρεύς και ο Θερσίτης.
ΜΕΝ. Ποίος είνε ο Νιρεύς και ποίος ο Θερσίτης; Διότι ούτε τούτο διακρίνεται.
ΘΕΡΣ. Έχω ήδη ένα πλεονέκτημα, ότι ο Μένιππος σε αναγνωρίζει όμοιον με εμένα και δεν διαφέρεις όσον ο τυφλός εκείνος Όμηρος ηθέλησε να παραστήση λέγων ότι είσαι ο ωραιότερος όλων. Εγώ ο κρομμυδοκέφαλος και φαλακρός δεν εφάνηκα χειρότερος εις τον κριτήν. Τώρα δε, Μένιππε, κύτταξε να μας 'πης και ποίος είνε ο ευμορφότερος.
ΝΙΡ. Έγω γε, ο Αγλαΐας και Χάροπος, ως κάλλιστος ανήρ υπό ήλιον ήλθον {30}
ΜΕΝ. Αλλά δεν μου φαίνεται να ήλθες και εις τον Άδην ωραιότερος, διότι τα μεν κόκκαλα είνε όμοια, το δε κρανίον σου κατά τούτο μόνον διαφέρει από το κρανίον του Θερσίτου, ότι είνε πλέον εύθραυστον• διότι είνε μαλακόν και όχι ανδρικόν.
ΝΙΡ. Ερώτησε τον Όμηρον να μάθης πώς ήμουν όταν συνεξεστράτευσα με τους Αχαιούς.
ΜΕΝ. Παραμύθια μου λες• εγώ βλέπω πώς είσαι σήμερον πώς δε ήσουν τότε το ξέρουν οι τότε.
ΝΙΡ. Και όμως εγώ και εδώ είμαι ο ωραιότερος, Μένιππε.
ΜΕΝ. Ούτε συ ούτε άλλος είναι ωραίος, διότι εις τον Άδην επικρατεί ισοτιμία και όλοι είμεθα όμοιοι.
ΘΕΡΣ. Εις εμέ λοιπόν και τούτο είναι αρκετόν.
26. &Μενίππου και Χείρωνος.&
ΜΕΝ. Ήκουσα, Χείρων, ότι ενώ ήσουν θεός, επεθύμησες ν' αποθάνης.
ΧΕΙΡ. Είνε αληθές αυτό που ήκουσες, Μένιππε, και ως βλέπεις, απέθανα ενώ ηδυνάμην να είμαι αθάνατος.
ΜΕΝ. Και πώς σου ήλθεν αυτή η αγάπη προς τον θάνατον, ο οποίος συνήθως εις τους ανθρώπους είνε πράγμα απεχθές;
ΧΕΙΡ. Θα σου το 'πω, διότι είσαι φρόνιμος άνθρωπος. Δεν έβρισκα πλέον καμμίαν ευχαρίστησιν εις την αθανασίαν.
ΜΕΝ. Δεν σου ήτο ευχάριστον να ζης και να βλέπης το φως;
ΧΕΙΡ. Όχι, Μένιππε• διότι εγώ νομίζω ότι το ευχάριστον υπάρχει εις την ποικιλίαν και όχι εις την μονοτονίαν. Εγώ δε ζων μίαν μακράν ζωήν και απολαμβάνων τα ίδια και τα ίδια, τον ήλιον, το φως, την τροφήν, ενώ αι ώραι του έτους ήρχοντο και παρήρχοντο όμοιαι και τα γεγονότα επίσης, ως να ηκολούθουν το ένα το άλλο, εκορέσθην από αυτά• διότι η τέρψις δεν υπάρχει εις τα αυτά πράγματα πάντοτε, αλλά και εις το να στερήται κανείς μερικά.
ΜΕΝ. Σωστά λέγεις, Χείρων. Ο δε Άδης πώς σου φαίνεται, αφού τον επροτίμησες και ήλθες εδώ;
ΧΕΙΡ. Δεν μου είνε δυσάρεστος η εδώ διαμονή• διότι η ισοτιμία είνε πολύ δημοκρατική και δεν είνε μεγάλη η διαφορά να ζη κανείς εις το φως ή εις το σκότος. Άλλως τε και εδώ ούτε διψούμεν, ούτε πεινούμεν, όπως επάνω, αλλ' είμεθα εντελώς απηλλαγμένοι όλων τούτων των αναγκών.
ΜΕΝ. Πρόσεξε, Χείρων, μήπως αντιφάσκης προς τον εαυτόν σου και ευρεθής εις την ανάγκην να είπης τα ίδια και διά τα εδώ.
ΧΕΙΡ. Πώς δηλαδή;
ΜΕΝ. Αν εις την ζωήν τα πάντοτε όμοια και τα ίδια σου έφεραν κόρον, και τα εδώ επειδή είνε όμοια ομοίως δύνανται να σου φέρουν κόρον, και τότε θα ευρεθής εις την ανάγκην να ζητής να μεταβής και απ' εδώ εις άλλην ζωήν, το οποίον μου φαίνεται αδύνατον.
ΧΕΙΡ. Τι να γείνη λοιπόν, Μένιππε;
ΜΕΝ. Εκείνο το οποίον λέγουν, ότι ο φρόνιμος πρέπει ν' αρκήται και να ευχαριστήται εις τα υπάρχοντα και να μη νομίζη τίποτε εξ αυτών ανυπόφορον.
27. &Διογένους, Αντισθένους και Κράτητος.&
ΔΙΟΓ. Ακούσετε, Αντισθένη και Κράτη• αφού δεν έχομεν τίποτε να κάμωμεν, δεν πηγαίνομεν περίπατον μέχρι της εισόδου του Άδου, διά να ίδωμεν τους ερχόμενους, ποίοι είνε και τι κάνουν;
ΑΝΤ. Πάμε, Διογένη. Το θέαμα θα είνε ευχάριστον να βλέπη κανείς άλλους μεν να κλαίουν, άλλους δε παρακαλούντας να τους αφήσουν, και μερικούς να αναγκάζουν τον Ερμήν να τους πιάνη από τον τράχηλον και να τους ωθή και πάλιν ν' αντιστέκωνται και να πίπτουν ανάσκελα προς ανωφελή αντίστασιν.
ΚΡΑΤ. Να σας διηγηθώ εγώ τι είδα όταν κατέβαινα.
ΔΙΟΓ. Να μας διηγηθής, Κράτη, διότι φαίνεται ότι θα είδες πολύ αστεία πράγματα.
ΚΡΑΤ. Ήρχοντο πολλοί μαζή μας, μεταξύ δε αυτών ο Ισμηνόδωρος ο πλούσιος ο συμπολίτης μας, ο Αρσάκης ο ύπαρχος της Μηδίας και ο Αρμένιος Ορείτης. Λοιπόν ο Ισμηνόδωρος ο οποίος είχε φονευθή υπό ληστών κατά τον Κιθαιρώνα, ενώ επήγαινε εις την Ελευσίνα, νομίζω — εστέναζε και εκράτει την πληγήν του και ανέφερε τα παιδιά του, τα οποία αφήκε πολύ μικρά και μετενόει διά την τόλμην του, διότι ενώ επρόκειτο να διαβή τον Κιθαιρώνα και τα περίχωρα των Ελευθερών, τα οποία έχουν εντελώς ερημωθή υπό των πολέμων, είχε παραλάβει δύο μόνον δούλους, ενώ είχε μαζύ του πέντε χρυσάς φιάλας και τέσσερα ποτήρια. Ο δε Αρσάκης — ο οποίος ήτο ήδη ηλικιωμένος και αληθώς σεβάσμιος την όψιν —εξέφραζε εις βαρβαρικήν γλώσσαν την δυσφορίαν και την αγανάκτησίν του, διότι εβάδιζε πεζός και εζήτει να του φέρουν τον ίππον του. Διότι ο ίππος του είχεν αποθάνει συγχρόνως με αυτόν. Ένας Θραξ ακροβολιστής τους είχε φονεύσει και τους δύο δι ενός κτυπήματος εις την μάχην την γενομένην παρά τον ποταμόν Αράξην εναντίον του βασιλέως της Καππαδοκίας. Ο Αρσάκης, ως διηγείτο, έτρεχε, εξορμήσας πολύ προ των άλλων• ο δε Θραξ τον ανέμενε και προβαλών την ασπίδα απέκρουσε το κοντάρι του Αρσάκη, έπειτα δε διευθύνας εκ των κάτω την λόγχην διεπέρασε και αυτόν και τον ίππον.
ΑΝΤ. πώς είνε δυνατόν, Κράτη, να γείνη αυτό με ένα κτύπημα;
ΚΡΑΤ. Ευκολώτατα, Αντισθένη• ο Αρσάκης ήρχετο με ορμήν κρατών προτεταμένον κοντάρι είκοσι πήχεων, ο δε Θραξ, αφού διά της ασπίδος του απέκρουσε την επίθεσιν και απέφυγε το λόγχισμα, εγονάτισε και με την λόγχην προτεταμένην εδέχθη τον επερχόμενον και επλήγωσε κάτω του στήθους τον ίππον, ο οποίος εκ της ορμής του διεπεράσθη• διετρυπήθη δε και ο Αρσάκης εκ του βουβώνος πέρα πέρα. Ως βλέπεις το φοβερόν τούτο κτύπημα έγεινε μάλλον εξ αιτίας της ορμής του ίππου παρά εκ της θελήσεως και της δυνάμεως του ανθρώπου. Ηγανάκτει λοιπόν ο Αρσάκης διότι ετάσσετο εις την αυτήν με τους άλλους τάξιν και απήτει να καταβή έφιππος. Ο δε Ορείτης είχε τόσον αβρούς τους πόδας, ώστε ούτε να σταθή, ούτε να βαδίζη ηδύνατο. Τούτο δε συμβαίνει εις όλους σχεδόν τους Μήδους, όταν αφιππεύουν βαδίζουν, ως να πατούν επί ακανθών, ακροποδητί. Διά τούτο όταν έπεσε κάτω και δεν ήθελε κατ' ουδένα τρόπον να σηκωθή, ο Ερμής τον εσήκωσε και τον έφερε μέχρι της αποβάθρας, εγώ δε εγελούσα.
ΑΝΤ. Και εγώ όταν κατέβαινα, δεν ανεμίχθην καθόλου με τους άλλους, αλλά τους αφήκα να κλαίουν και προτρέξας εισήλθα εις το πλοίον και κατέλαβα θέσιν διά να ταξειδεύσω με άνεσιν• κατά δε το ταξείδι οι μεν άλλοι έκλαιαν και ξερνούσαν, εγώ δε διεσκέδαζα με αυτούς.
ΔΙΟΓ. Συ, Κράτη και Αντισθένη, είχατε αυτούς τους συνοδοιπόρους• εγώ δε είχα τον Βλεψίαν τον τοκιστήν από την Πίσαν, τον Λάμπιν τον Ακαρνάνα, τον αρχηγόν των ξένων μισθοφόρων και τον Δάμιν τον πλούσιον από την Κόρινθον. Εξ αυτών ο μεν Δάμις είχεν αποθάνει δηλητηριασθείς υπό του υιού του, ο δε Λάμπις ηυτοκτόνησεν εξ έρωτος προς την Μύρτιον την εταίραν, και ο Βλεψίας ελέγετο ότι είχεν αποθάνει εξ ασιτίας ο δυστυχής, το οποίον και εφαίνετο εις την μεγάλη του ωχρότητα και την άκραν εξασθένησιν. Εγώ δε αν και εγνώριζα τους ανέκρινα διά να μου 'πουν κατά ποίον τρόπον απέθαναν. Και όταν ο Δάμις κατηγόρει τον υιόν του; Δεν έπαθες άδικα, του είπα, αφού είχες περιουσίαν χιλίων ταλάντων και συ μεν απελάμβανες που ήσουν εννενηκοντούτης, εις δε τον υιόν σου ο οποίος ήτο δέκα οκτώ ετών νέος έδιδες μόνον τεσσάρας οβολούς. Συ δε, Ακαρνάν, — διότι εστέναζε και αυτός και κατηράτο την Μύρτιον -- διατί αιτιάσαι τον έρωτα και όχι τον εαυτόν σου; Τους εχθρούς δεν εφοβήθης ποτέ και ήσουν πρώτος εις τους κινδύνους, και το πρώτον τυχόν γύναιον με τα ψευδή του δάκρυα και τους στεναγμούς σε υπεδούλωσε, γενναιότατε. Ο δε Βλεψίας κατηγόρει τον εαυτόν του ως πολύ ανόητον, διότι εφύλατε τα χρήματά του διά κληρονόμους αγνώστους, νομίζων ο ανόητος ότι δεν θ' απέθνησκε ποτέ. Εν γένει δε πολύ με διεσκέδασαν με τους στεναγμούς των. Αλλ' εφθάσαμεν εις την είσοδον και τώρα ας σταματήσωμεν εδώ και ας παρατηρούμεν εξ αποστάσεως τους ερχομένους. Πωπώ, είνε πάρα πολλοί και διάφοροι και όλοι δακρύουν εκτός των νεογνών και των νηπίων. Αλλά και οι πολύ γέροντες κλαίουν. Διατί αρά γε; Από αγάπην προς την ζωήν; Θέλω να ερωτήσω αυτόν τον υπέργηρον.—Διατί κλαίεις ενώ απέθανες τόσον ηλικιωμένος; Διατί τόσον σου κακοφαίνεται, φίλε μου, αφού έρχεσαι γέρων; Μήπως ήσουν πουθενά βασιλεύς;
ΠΤΩ. Καθόλου.
ΔΙΟΓ. Μήπως σατράπης;
ΠΤΩ. Ούτε.
ΔΙΟΓ. Λοιπόν μήπως ήσουν πλούσιος και αφήκες πολλάς απολαύσεις εις την ζωήν;
ΠΤΩ. Τίποτε απ' αυτά. Είχα γείνει εννενήντα χρονών επάνω κάτω, εζούσα δε ζωήν δυστυχισμένην και ως μόνον πόρον είχα την ψαρρικήν με το καλάμι και την ορμιάν. Εκτός δε της μεγάλης φτώχειας, ήμουν άτεκνος, ήμουν κουτσός και μόλις έβλεπα.
ΔΙΟΓ. Και μολονότι ευρίσκεσο εις αυτήν την κατάστασιν ήθελες να ζης;
ΠΤΩ. Ναι, διότι το φως είνε ευχάριστον και ο θάνατος κακός και μαύρος.
ΔΙΟΓ. Είσαι ανόητος, γέρω, και δεν ξέρεις το συμφέρον σου, σαν να ήσουν παιδί, ενώ είσαι ομήλικος του Χάρωνος. Τι να λέγη λοιπόν κανείς διά τους νέους όταν οι έχοντες τόσην ηλικίαν αγαπούν την ζωήν, ενώ έπρεπε να επιδιώκουν τον θάνατον ως φάρμακον των δυστυχιών του γήρατος; Αλλά καιρός να φύγωμεν διά να μη νομίση κανείς ότι σκεπτόμεθα να δραπετεύσωμεν, επειδή μας βλέπουν να περιφερώμεθα εδώ εις την είσοδον.
28. &Μενίππου και Τειρεσίου.&
ΜΕΝ. Εάν αληθώς είσαι τυφλός, ω Τειρεσία, δεν είνε εύκολον να το διακρίνη κανείς πλέον• διότι όλοι εδώ έχομεν ομοίως κενά τα μάτια, μόνον δε τα κοιλώματά των διατηρούνται• κατά δε τα άλλα δεν δύναται κανείς να είπη ποίος ήτο ο Φινεύς και ποιος ο Λυγκεύς. Ότι όμως ήσουν μάντις και ότι υπήρξες αρσενικός και θηλυκός το γνωρίζω από τους ποιητάς. Κάμε μου λοιπόν την χάριν να μου 'πης ποία ζωή σου εφάνη πλέον ευχάριστος, του ανδρός ή της γυναικός;
ΤΕΙΡ. Πάρα πολύ καλλιτέρα η γυναικεία ζωή, Μένιππε, διότι έχει ολιγωτέρας φροντίδας. Εκτός δε τούτου αι γυναίκες διευθύνουν τους άνδρας, και ούτε εις τον πόλεμον πηγαίνουν, ούτε φρουρούν, ούτε εις τας συνελεύσεις του λαού συζητούν, ούτε εις τα δικαστήρια καλούνται.
ΜΕΝ. Δεν ήκουσες, Τειρεσία, την Μήδειαν του Ευριπίδου, τι λέγει, ελεεινολογούσα την τύχην των γυναικών, ότι ζουν αθλίαν ζωήν και τραβούν αφόρητους πόνους κατά τον τοκετόν; Και — αφού οι στίχοι της Μηδείας μου το ενθύμισαν — δεν μου λες εγέννησες ποτέ όταν ήσουν γυναίκα,- ή στείρα και άγονος επέρασες την γυναικείαν ζωήν;
ΤΕΙΡ. Διατί ερωτάς αυτό, Μένιππε;
ΜΕΝ. Όχι για κακό, Τειρεσία• λοιπόν 'πες μου, αν δεν σ' εμποδίζη τίποτε.
ΤΕΙΡ. Δεν ήμουν μεν στείρα, αλλά και δεν εγέννησα.
ΜΕΝ. Καλά, αλλά ήθελα να μάθω αν είχες και μήτραν.
ΤΕΙΡ. Είχα, πώς όχι;
ΜΕΝ. Λοιπόν με τον καιρόν σου εξηφανίσθη η μήτρα και το γυναικείον όργανον εφράχθη και οι μαστοί απεσπάσθησαν και το ανδρικόν όργανον εφύτρωσε και έβγαλες γένεια, ή διά μιας από γυναίκα έγεινες άνδρας;
ΤΕΙΡ. Δεν βλέπω τι σκοπόν έχει η ερώτησίς σου• φαίνεται λοιπόν ότι δεν πιστεύεις ότι έγειναν αυτά, όπως σου τα λέγω.
ΜΕΝ. Ώστε δεν πρέπει κανείς, Τειρεσία, να δυσπιστή εις τοιαύτας διηγήσεις, αλλά χωρίς να εξετάζη αν είνε δυνατά ή μη να τα παραδέχεται, ως βλαξ;
ΤΕΙΡ. Συ λοιπόν δεν πιστεύεις ούτε όταν ακούης ότι γυναίκες μετεμορφώθησαν εις πτηνά ή δένδρα ή θηρία; όπως λ. χ. η Αηδών, η Δάφνη, ή του Λυκάονος η θυγατέρα;
ΜΕΝ. Εάν συναντήσω και αυτάς πουθενά, θα τας ερωτήσω και θα μάθω τι λέγουν. Συ δε, όταν ήσουν γυναίκα, ήσουν και μάντις όπως κατόπιν, ή μόνον όταν έγεινες άνδρας έγεινες και μάντις;
ΤΕΙΡ. Βλέπω ότι αγνοείς όλην μου την ιστορίαν, εκτός δε των άλλων ότι διέλυσα μίαν φιλονεικίαν των θεών και η μεν Ήρα με ετύφλωσε, ο δε Ζευς προς παρηγορίαν της συμφοράς μού έδωκε την μαντικήν δύναμιν.
ΜΕΝ. Ακόμη επιμένεις εις τα ψεύδη σου, Τειρεσία; Αλλ' είσαι και συ όπως οι άλλοι μάντεις, οι οποίοι ποτέ δεν λέγουν τίποτε σωστόν.
29. &Αίαντος και Αγαμέμνονος.&
ΑΓΆΜ. Εάν συ παρεφρόνησες, Αία, και ηυτοκτόνησες, εφοβέρισες δε και ημάς όλους να μας φονεύσης, διατί κατηγορείς τον Οδυσσέα και προ ολίγου ούτε τον ητένισες, όταν ήλθε να ζητήση την γνώμην του Τειρεσίου, ούτε τον εχαιρέτισες, ενώ υπήρξε συστρατιώτης σου και φίλος, αλλ' επροσπέρασες βιαστικά και περιφρονητικώς;
ΑΙΑΣ. Δικαίως, Αγαμέμνων, διότι αυτός έγεινεν αίτιος να παραφρονήσω• μόνος αυτός μου διεφιλονείκησε τα όπλα του Αχιλλέως.
ΑΓΑΜ. Και είχες την αξίωσιν να μη συναγωνισθή κανείς και να υπερισχύσης αμαχητί όλων;
ΑΙΑΣ. Τουλάχιστον εις αυτήν την περίστασιν, διότι τα όπλα ανήκον εις εμέ αφού ήσαν του ανεψιού μου. Και σεις μεν οι άλλοι, αν και ήσθε πολύ καλλίτεροι του Οδυσσέως, παρητήθητε από τον αγώνα και παρεχωρήσατε εις εμέ τα όπλα• ο υιός όμως του Λαέρτου, τον οποίον εγώ πολλάκις έσωσα όταν εκινδύνευε να σφαγή υπό των Φρυγών, επέμενεν ότι είνε καλλίτερός μου και ότι εις αυτόν μάλλον έπρεπαν τα όπλα.
ΑΓΑΜ. Τότε μάλλον κατά της Θέτιδος πρέπει να παραπονήσαι, η οποία ενώ έπρεπε να σε κάμη κληρονόμον των όπλων, αφού είσαι συγγενής, τα έφερε και τα κατέθεσεν εις το κοινόν.
ΑΙΑΣ. Όχι, κατά του Οδυσσέως παραπονούμαι ο οποίος μόνος επέμενε να τα πάρη.
ΑΓΑΜ. Πρέπει να τον συγχωρήσης, Αία, διότι ως άνθρωπος επεθύμησε την δόξαν, πράγμα τόσον γλυκύ, διά το οποίον και ημείς οι άλλοι υπεφέραμεν κινδύνους. Άλλως σ' ενίκησεν, ως απεφάνθησαν και Τρώες κριταί.
ΑΙΑΣ. Ξέρω εγώ ποίος με κατεδίκασε• αλλά δεν πρέπει να λέγωμεν τίποτε εναντίον των θεών. Δεν δύναμαι όμως να μη μισώ τον Οδυσσέα, Αγαμέμνων, και αν ακόμη αυτή η Αθηνά με διέτασσε το εναντίον.
30. &Μίνωος και Σωστράτου.&
ΜΙΝ. Αυτός εδώ ο ληστής Σώστρατος ας ριφθή εις τον Πυριφλεγέθοντα, ο ιερόσυλος ας σπαραχθή υπό της Χιμαίρας, ο δε τύραννος, ω Ερμή, ας σταυρωθή πλησίον του Τιτυού και να του τρώγουν οι γύπες τα ήπατα• σεις δε οι δίκαιοι, πηγαίνετε αμέσως εις το Ηλύσιον πεδίον και κατοικείτε εις τας νήσους των Μακάρων, εις αμοιβήν των καλών σας πράξεων εις την ζωήν.
ΣΩΣΤΡ. Άκουσε, ω Μίνω, διά να κρίνης αν έχω δίκαιον.
ΜΙΝ. Πάλιν θα σε ακούσω; Δεν απεδείχθη ότι είσαι κακούργος και ότι τόσους ανθρώπους εφόνευσες;
ΣΩΣΤΡ. Βέβαια, αλλά πρέπει να εξετάσης αν και δικαίως θα τιμωρηθώ.
ΜΙΝ. Πολύ δικαίως, αφού πρέπει να τιμωρηθής κατά τα έργα σου.
ΣΩΣΤΡ. Σε παρακαλώ να μου απαντήσης• θα σου κάμω μίαν σύντομον ερώτησιν.
ΜΙΝ. Λέγε, αλλά μη πολυλογάς διότι έχω και άλλους να δικάσω.
ΣΩΣΤΡ. Όσα έκανα όταν εζούσα τα έκανα εκουσίως, ή η Μοίρα μου είχεν ορίσει να τα κάμω;
ΜΙΝ. Βέβαια η Μοίρα.
ΣΩΣΤΡ. Λοιπόν και οι αγαθοί και οι κακοί όλοι υπήρξαμεν τοιούτοι, διότι ούτω ηθέλησεν η Μοίρα;
ΜΙΝ. Ναι, η Κλωθώ, η οποία εις έκαστον κατά την γέννησίν του ορίζει τι θα πράξη.
ΣΩΣΤΡ. Εάν λοιπόν κανείς αναγκασθή υπό άλλου, εις τον οποίον δεν δύναται να παρακούη, όπως ο δήμιος αν διαταχθή υπό δικαστού και ο δορυφόρος αν διαταχθή υπό τυράννου, και φονεύση άνθρωπον, ποίον θα κατηγορήσης διά τον φόνον;
ΜΙΝ. Εννοείται, τον δικαστήν ή τον τύραννον, διότι δεν δύναται, κανείς να κατηγορήση διά τον φόνον το όπλον το οποίον χρησιμεύει ως απλούν όργανον της οργής του φονέως.
ΣΩΣΤΡ. Ευχαριστώ, Μίνω, διότι δυναμόνεις το παράδειγμά μου. Εάν δε έλθη ένας υπηρέτης εκ μέρους του κυρίου του και μας φέρη χρυσόν ή άργυρον, εις ποίον πρέπει να γνωρίζωμεν την χάριν και ποίον πρέπει να θεωρούμεν ευεργέτην;
ΜΙΝ. Εκείνον όστις μας έστειλε τον χρυσόν• εκείνος όστις τον έφερε έκαμε μόνον τον κόπον.
ΣΩΣΤΡ. Λοιπόν βλέπεις ότι αδίκως μας τιμωρείς διότι επράξαμεν όσα η Κλωθώ διέταξε και ευχαριστείς τους υπηρέτας διά δώρα ξένα; Διότι δεν δύναται κανείς να είπη ότι ήτο δυνατόν να παρακούσωμεν εις διαταγάς τόσον επιτακτικάς.
ΜΙΝ. Άκουσε, Σώστρατε, και πολλά άλλα, αν καλώς εξετάσης, θα ίδης ότι δεν γίνονται λογικώς. Αλλ' από την ερώτησίν σου αποδεικνύεσαι ότι δεν είσαι μόνον ληστής, αλλά και ρήτωρ. Και δι' αυτό απόλυσέ τον, Ερμή, και ας μη τιμωρηθή. Αλλά πρόσεξε να μη διδάξης και τους άλλους νεκρούς να μου κάνουν τοιαύτας ερωτήσεις.
&ΜΕΝΙΠΠΟΣ Η ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΑ&
&Μένιππος και Φίλωνίδης.&
ΜΕΝ. ω Χαίρε μέλαθρον προ πυλά θ' εστίας εμής, ως άσμενός σε γ' είδον ές φάος μολών. {31}
ΦΙΛ. Δεν είνε αυτός ο Μένιππος ο κυνικός; Βέβαια δεν είνε άλλος, εκτός εάν εγώ δεν βλέπω καλά• όλος κι' όλος ο Μένιππος. Αλλά τι αλλόκοτος ενδυμασία είνε αύτη; Φορεί πίλον και δέρμα λέοντος και κρατεί λύραν. Ας τον πλησιάσω. Χαίρε, Μένιππε• από πού μας έρχεσαι; διότι έχεις πολύν καιρόν να φανής εις την πόλιν.
ΜΕΝ. Ήκω νεκρών κευθμώνα και σκότου πύλας λιπών, ίν' Άδης χωρίς ώκισται θεών. {32}
ΦΙΛ. Περίεργον, ο Μένιππος είχεν αποθάνει χωρίς να το μάθωμεν. Και έπειτα πάλιν εξανάζησες;
ΜΕΝ. Ουκ, αλλ' ετ' έμπνουν Αίδης μ' εδέξατο. {33}
ΦΙΛ. Και η αιτία αυτού του πρωτοφανούς και παραδόξου ταξειδίου σου;
ΜΕΝ. Νεότης μ' επήρε και θράσος του νου πλέον.{34}
ΦΙΛ. Παύσε, ευλογημένε, να παίζης τραγωδίαν, ξεπέζευσε από τους ιάμβους και πες μου εις απλήν γλώσσαν τι είνε αυτή η στολή και ποία ανάγκη σε, έκαμε να ταξειδεύσης εις τον κάτω κόσμον, διότι δεν είνε, φαίνεται, ευχάριστον τοιούτον ταξείδι, ώστε να το επιχειρή κανείς χωρίς ανάγκην.
ΜΕΝ. ω φιλότης χρειώ με κατήγαγεν εις Αίδαο ψυχή χρησόμενον Θηβαίου Τειρεσίου.{35}
ΦΙΛ. Τι έπαθες, τρελλάθηκες; με στίχους της τραγωδίας ομιλείς προς τους φίλους σου;
ΜΕΝ. Μη απορής, φίλε μου• διότι προ ολίγου ακόμη, ήμουν με τον Ευριπίδην και τον Όμηρον και χωρίς να το καταλάβω εγέμισα από στίχους, οι οποίοι αυτομάτως ανεβαίνουν εις το στόμα μου. Αλλά δεν μου λες πώς τα περνάτε εδώ εις την γην και τι γίνεται εις την πόλιν;
ΦΙΛ. Τίποτε νέον, αλλ' όπως και προτήτερα, κλέπτουν, επιορκούν, τοκογλυφούν, φιλαργυρεύονται.
ΜΕΝ. Ω τους αθλίους και δυστυχείς• δεν γνωρίζουν τι νόμοι εψηφίσθησαν προ ολίγου καιρού και τι ψηφίσματα έγειναν εναντίον των πλουσίων, τα οποία, μα τον Κέρβερον, κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να διαφύγουν.
ΦΙΛ. Τι λες; Έγειναν νεώτεροι νόμοι εις τον κάτω κόσμον περί των εδώ;
ΜΕΝ. Και πολλοί, μα τον Δία. Αλλά δεν επιτρέπεται να λέγωνται αυτά προς όλους και να φανερόνωνται τα απόρρητα, μήπως και κανείς με καταγγείλη επί ασεβεία προς τον Ραδάμανθυν.
ΦΙΛ. Σε παρακαλώ, Μένιππε, μη μου τα κρύψης• είμαι φίλος σου και γνωρίζω να κρατώ μυστικά, εκτός δε τούτου είμαι και μεμυημένος εις τα μυστήρια.
ΜΕΝ. Μου απαιτείς δύσκολον πράγμα και επικίνδυνον, αλλά τέλος πάντων προς χάριν σου θα το αποτολμήσω. Απεφασίσθη λοιπόν, όπως οι πλούσιοι και πολυχρήματοι, όσοι κρατούν κατάκλειστον τον χρυσόν, όπως την Δανάην...
ΦΙΛ. Σε παρακαλώ όμως πριν μου αναφέρης τα αποφασισθέντα να μου 'πης εκείνα τα οποία ενδιαφέρομαι περισσότερον ν' ακούσω, δηλαδή πώς σου επήλθεν η ιδέα να κατεβής εις τον Άδην, ποίος σου εχρησίμευσεν ως οδηγός, έπειτα δε τι είδες και τι ήκουσες εκεί κάτω• διότι ως φιλόκαλος άνθρωπος που είσαι δεν θα παρέλειψες τίποτε εκ των αξιοθεάτων και αξιακούστων.
ΜΕΝ. Θα σου κάμω και αυτήν την χάριν διότι τι να κάμη κανείς όταν φίλος άνθρωπος τον παρακαλή; Λοιπόν θα σου ομιλήσω πρώτα περί της αποφάσεώς μου και της αφορμής της καθόδου μου. Αφ' ότου ήμουν παιδί, ακούων τας διηγήσεις του Ομήρου και Ησιόδου περί πολέμων και στασιασμών όχι μόνον των ημιθέων, αλλά και αυτών των θεών, προσέτι δε περί μοιχειών αυτών και βιασμών και αρπαγών, περί δικών και εκθρονισμών πατέρων υπό των τέκνων αυτών και γάμων μεταξύ αδελφών, ενόμιζα ότι όλα αυτά είνε καλά και ζωηρώς επόθουν να τα μιμηθώ. Αλλ' όταν ήρχισα να ενηλικιούμαι, έβλεπα ότι οι νόμοι διατάσσουν, αντιθέτως προς τους ποιητάς, να μη μοιχεύωμεν, ούτε να στασιάζωμεν, ούτε ν' αρπάζωμεν. Ευρέθηκα λοιπόν εις μεγάλην αμφιβολίαν, μη γνωρίζων ποίαν διαγωγήν ν' ακολουθήσω. Διότι ούτε οι θεοί εφανταζόμην θα εμοίχευαν και θα εστασίαζαν μεταξύ των, εάν δεν ενόμιζαν αυτά καλά, ούτε πάλιν οι νομοθέται θα μας συνεβούλευαν τα εναντία, εάν δεν τα ενόμιζαν ως ωφελιμώτερα. Εις την απορίαν μου εσκέφθηκα να υπάγω να εύρω τους λεγομένους φιλοσόφους, να τεθώ εις την διάθεσίν των και να τους παρακαλέσω να με μεταχειρισθούν όπως θέλουν και να μου υποδείξουν ένα απλούν και ασφαλή τρόπον ζωής. Με τοιαύτας σκέψεις επήγα προς αυτούς, αλλά δεν ενόησα ότι έπεφτα εις την φωτιάν, κατά το λεγόμενον, διά ν' αποφύγω τον καπνόν. Διότι όταν τους εγνώρισα ευρήκα εις αυτούς τόσην άγνοιαν και αμφιβολίαν, ώστε να μου φανούν εν συγκρίσει προς αυτούς πολύ σοφώτεροι εις τον τρόπον του ζην οι απλοί άνθρωποι. Ο είς εξ αυτών λ.χ. εδίδασκε ν' απολαμβάνωμεν πάσαν ήδονήν και μόνον την ηδονήν να επιζητώμεν εις όλα, διότι αυτά είνε η τελεία ευτυχία• ο άλλος εξ εναντίας εδίδασκε να εργαζώμεθα διηνεκώς και να μοχθούμεν, να σκληραγωγούμεν το σώμα και να είμεθα ρυπαροί και ελεεινοί, να ενοχλούμεν δε τους πάντας και να τους υβρίζωμεν και συχνά επανελάμβανε τους πασίγνωστους στίχους του Ησιόδου περί αρετής, περί του ιδρώτος και περί της αναβάσεως εις την κορυφήν• {36} άλλος συνεβούλευε να περιφρονούμεν τα πλούτη και ν' αδιαφορούμεν διά την απόκτησιν αυτών• άλλος εξ εναντίας ήτο της γνώμης ότι και ο πλούτος είνε κάτι αγαθόν. Αλλά τι να σου είπω διά τας γνώμας των περί του κόσμου; Σου ομολογώ ότι όταν τους ήκουα καθ' εκάστην να ομιλούν περί ιδεών και ασωμάτων και ατόμων και περί κενών και να επαναλαμβάνουν πλήθος τοιούτων λέξεων, μου ήρχετο αναγούλα. Και το γελοιωδέστερον εξ όλων είνε ότι και όταν ωμίλουν περί πραγμάτων εντελώς αντιθέτων εύρισκαν επιχειρήματα τόσον πιθανά και πειστικά, ώστε να μη δύναται κανείς να τους αντικρούη και όταν υπεστήριζαν ότι το θερμόν και το ψυχρόν είνε το ίδιον πράγμα, ενώ γνωρίζομεν σαφώς ότι θερμόν και ψυχρόν δεν δύναται να είνε συγχρόνως ένα πράγμα. Μου συνέβαινε λοιπόν ακριβώς ό,τι εις τους νυστάζοντας, οίτινες οτέ μεν κατανεύουν οτέ δε ανανεύουν. Αλλ' έτι μάλλον παράλογον ήτο το ακόλουθον• παρακολουθών αυτούς παρετήρουν ότι αι πράξεις των ήσαν εντελώς εναντίαι προς την διδασκαλίαν των διότι οι διδάσκοντες την περιφρόνησιν του πλούτου παρετήρουν ότι είχαν άπληστον όρεξιν χρημάτων και περί τόκων εφιλονείκουν και επί πληρωμή εδίδασκαν και τα πάντα χάριν των χρημάτων υπέφεραν. Εκείνοι δε οίτινες εδίδασκον την περιφρόνησιν της δόξης έπρατταν και έλεγαν τα πάντα χάριν αυτής• ενώ δε όλοι σχεδόν κατηγόρουν τας απολαύσεις, ιδιαιτέρως εις αυτάς ήσαν αφιερωμένοι.