Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος

Part 5

Chapter 5 19 words Public domain Markdown

ΦΙΛ. Και ποίους υπέταξες, οι οποίοι να είνε άνδρες πολεμικοί; Πάντοτε είχες να κάμης με δειλούς, οι οποίοι ήσαν ωπλισμένοι με παιδικά τόξα και ασπίδας γελοίας, πλεκτάς από λιγαριές. Το δύσκολον ήτο να νικήσης τους Έλληνας, τους Βοιωτούς και Φωκείς και Αθηναίους, το πεζικόν των Αρκάδων και το ιππικόν των Θεσσαλών, τους ακοντιστάς των Ηλείων και τους πελταστάς των Μαντινέων, και να υποτάξης τους Θράκας ή τους Ιλλυριούς και τους Παίονας• αυτά θα ήσαν σπουδαία κατορθώματα. Αλλά διά τους Μήδους και τους Πέρσας και Χαλδαίους, άνδρας φορούντας χρυσά ενδύματα και τρυφηλούς, δεν γνωρίζεις ότι προ σου δεκακισχίλιοι Έλληνες μετά του Κλεάρχου μεταβάντες τους ενίκησαν και δεν επερίμεναν να συμπλακούν, αλλ' ετράπησαν εις φυγήν πριν ακόμη τους φθάσουν τα βέλη των Ελλήνων;

ΑΛΕΞ. Αλλ' οι Σκύθαι, πατέρα, και οι ελέφαντες των Ινδών δεν είνε ευκολονίκητοι, και όμως τους ενίκησα χωρίς να προκαλέσω μεταξύ των διαιρέσεις και χωρίς διά προδοσιών ν' αγοράσω τας νίκας• ούτε επιόρκησα ποτέ, ούτε παρέβην τας υποσχέσεις μου ή έπραξα καμμίαν απιστίαν διά να νικήσω. Και από τους Έλληνας δε άλλους μεν χωρίς πόλεμον υπέταξα, τους δε Θηβαίους ίσως έμαθες πώς μετεχειρίσθην.

ΦΙΛ. Τα γνωρίζω αυτά όλα• μου τα ανέφερεν ο Κλείτος, τον οποίον συ εφόνευσες διά της λόγχης κατά το γεύμα, διότι ετόλμησε να συγκρίνη μετ' επαίνου τας πράξεις μου προς τας ιδικάς σου. Λέγουν δε ότι αφήκες και το Μακεδονικόν ένδυμα και εφόρεσες Περσικόν κάνδυν και τιάραν ορθήν επί της κεφαλής, και είχες την αξίωσιν να σε προσκυνούν οι Μακεδόνες, άνδρες ελεύθεροι, και, το γελοιωδέστερον εξ όλων, εμιμείσο τους τρόπους των νικημένων. Παραλείπω όσα άλλα έπραξες, που έρριψες εις κλωβόν λεόντων ανθρώπους πεπαιδευμένους, και τους γάμους τους οποίους ετέλεσες και την υπερβολικήν σου αγάπην προς τον Ηφαιστίωνα. Έν μόνον εξ όσων ήκουσα περί σου επήνεσα, ότι εσεβάσθης την γυναίκα του Δαρείου, αν και ήτο ωραία, και επεριποιήθης την μητέρα και τας θυγατέρας του• τοιαύτη διαγωγή είνε πράγματι βασιλική.

ΑΛΕΞ. Και δεν επαινείς, πατέρα, την αδιαφορίαν μου προς τους κινδύνους και το ότι όταν επολέμουν κατά των Οξυδρακών πρώτος ανέβηκα εις το τείχος και έλαβα τόσα τραύματα;

ΦΙΛ. Δεν το επιδοκιμάζω αυτό, Αλέξανδρε, όχι διότι δεν νομίζω ότι είνε καλόν και να τραυματίζεται ενίοτε ο βασιλεύς και να εκτίθεται πρώτος εις τους κινδύνους διά να ενθαρρύνη τον στρατόν του, αλλ' εις εσέ δεν εταίριαζε το τοιούτον διότι αφού ενομίζεσο θεός, εάν ετραυματίζεσο και σε έβλεπον να σε αποκομίζουν εκ της μάχης αιματωμένον και στενάζοντα εκ του πόνου, θα εγελούσαν οι βλέποντες και βέβαια ο Άμμων θα εθεωρείτο αγύρτης και ψευδομάντις, οι δε προφήται θ' απεδεικνύοντο κόλακες. Ποίος δεν θα εγέλα να βλέπη τον υιόν του Διός λιποθυμούντα και έχοντα ανάγκην ιατρών; Και τώρα ότε απέθανες δεν νομίζεις ότι πολλοί θα εμπαίζουν την προσποίησίν σου εκείνην, βλέποντες τον θεωρούμενον θεόν να είνε ξαπλωμένος νεκρός, ν' αρχίζη να σήπεται και να πρίσκεται όπως όλα τα πτώματα; Άλλως τε και εκείνο το οποίον είπες χρήσιμον, Αλέξανδρε, ότι διά τούτο ενίκας ευκόλως, αφήρει πολύ από την δόξαν των κατορθωμάτων σου• διότι όλα εφαίνοντο μικρά, αφού εγίνοντο υπό θεού.

ΑΛΕΞ. Και όμως αυτή δεν είνε η ιδέα των ανθρώπων περί εμού, αλλ' εξ εναντίας με θεωρούν εφάμιλλον προς τον Ηρακλήν και τον Διόνυσον, μολονότι την ακρόπολιν Άορνον, την οποίαν κανείς εξ αυτών δεν εκυρίευσε, εγώ μόνον εκυρίευσα.

ΦΙΛ. Βλέπεις ότι και αυτά τα λέγεις ως υιός του Άμμωνος και παραβάλλεις τον εαυτόν σου προς τον Ηρακλήν και τον Διόνυσον; Δεν εντρέπεσαι, Αλέξανδρε, και δεν θ' αποβάλης την οίησιν, δεν θ' αποκτήσης ορθήν συνείδησιν της καταστάσεώς σου και δεν θα καταλάβης επί τέλους ότι είσαι νεκρός;

15. &Αχιλλέως και Αντιολόχου.&

ΑΝΤ. Τι γελοία και ανάξια των δύο σου διδασκάλων Χείρωνος και Φοίνικος ήσαν εκείνα, τα οποία έλεγες προ ημερών προς τον Οδυσσέα {19} περί του θανάτου; Διότι σε ήκουα όταν έλεγες ότι θα ήθελες μάλλον να ευρίσκεσαι εις τον κόσμον έστω και να είσαι δούλος εις πτωχόν γεωργόν, «ω μη βίωτος πολλύς είη», {20} παρά να βασίλευες επί όλων των νεκρών. Αυτά θα ήρμοζον ίσως να τα λέγη κάποιος Φρυξ ουτιδανός και δειλός και υπέρ το πρέπον φιλόζωος• αλλά του Πηλέως ο υιός, ο αφοβώτερος εξ όλων των ηρώων να σκέπτεται τόσον ταπεινά περί του εαυτού του, είνε πολύ αισχρόν και αντίθετον προς όλα όσα έπραξες κατά την ζωήν σου, ότε ενώ ηδύνασο να βασίλευες και να ζης επί μακρόν εις την Φθιώτιδα χωρίς δόξαν, εκουσίως επροτίμησες τον ένδοξον θάνατον.

ΑΧΙΛ. Αλλά τότε, υιέ του Νέστορος, δεν εγνώριζα ακόμη τα εδώ και μη δυνάμενος να διακρίνω ποίον ήτο το καλλίτερον, επροτίμων την ελεεινήν εκείνην και ισχνήν δόξαν από την ζωήν• τώρα δε εννοώ, ότι η μεν δόξα ήτο ανωφελής, μολονότι πολλά εγκώμια θα μου ψάλλουν δι' αυτήν οι ζώντες, μεταξύ δε των νεκρών υπάρχει ισότης και ούτε το κάλλος διατηρείται, ούτε η ανδρεία, αλλά όλοι ευρισκόμεθα εις το αυτό σκότος όμοιοι και εις τίποτε δεν διαφέρομεν μεταξύ μας• και ούτε οι νεκροί των Τρώων με φοβούνται, ούτε αι νεκροί των Ελλήνων με σέβονται. Ισότης πλήρης και ως νεκρός προς τον νεκρόν ομοιάζει "ημέν κακός ηδέ και εσθλός». {21} Αυτά με στενοχωρούν και λυπούμαι διότι δεν ζω έστω και ως δούλος.

ΑΝΤ. Τι να γείνη όμως, Αχιλλεύ; Ούτω ηθέλησεν η Φύσις, ν' αποθνήσκωμεν, ώστε πρέπει να υποφέρωμεν τον νόμον της και να μη λυπούμεθα δια τα αναπόφευκτα. Άλλως τε και βλέπεις πόσοι φίλοι σου ευρισκόμεθα εδώ γύρω σου• μετ' ολίγον δε θα έλθη εξάπαντος και ο Οδυσσεύς. Αλλ' είνε παρήγορον και ότι ο θάνατος είνε κοινός και δεν αποθνήσκομεν μόνον ημείς. Βλέπεις τον Ηρακλή και τον Μελέαγρον και άλλους θαυμαστούς άνδρας, οι οποίοι πιστεύω, ότι δεν θα εδέχοντο να επιστρέψουν εις την ζωήν, εάν τούτο επετρέπετο εις αυτούς υπό τον όρον να γείνουν δούλοι εις ανθρώπους πτωχούς και ταπεινούς.

ΑΧΙΛ. Η συμβουλή σου είνε φιλική, αλλά δεν γνωρίζω πώς δεν παύει να με λυπή η ανάμνησις της ζωής. Νομίζω δε ότι και σεις παθαίνετε το ίδιον και αν δεν το ομολογήτε τόσω το χειρότερον, διότι κρατείτε εντός σας την πικρίαν σας.

ΑΝΤ. Όχι, είνε καλλίτερον, Αχιλλεύ, αυτό που κάνομεν, διότι βλέπομεν ότι οι λόγοι είνε ανωφελείς και προτιμώμεν να σιωπώμεν και να υπομένωμεν, διά να μη γελούν τουλάχιστον εις βάρος μας, όταν θα μας ακούουν να επιθυμούμεν οποία συ επιθυμείς.

16. &Διογένους και Ηρακλέους.&

ΔΙΟΓ. Δεν είνε αυτός ο Ηρακλής; Βέβαια δεν είνε άλλος, μα τον Ηρακλέα. Το τόξον, το ρόπαλον, η λεοντή, το μέγεθος του σώματος, όλα είνε του Ηρακλέους. Λοιπόν απέθανεν, ενώ είνε του Διός υιός; Ειπέ μου, ένδοξε νικητά, είσαι νεκρός; Διότι εγώ όταν εζούσα σου προσέφερα θυσίας ως θεού.

ΗΡ. Και καλά έκανες• διότι ο πραγματικός Ηρακλής ευρίσκεται εις τον ουρανόν με τους θεούς και έχει σύζυγον την καλλίσφυρον Ήβην, εγώ δε είμαι σκιά του.

ΔΙΟΓ. πώς είπες; Σκιά του θεού; Και είνε δυνατόν ένας να είνε κατά το ήμισυ θεός και ν' αποθάνη κατά το άλλο ήμισυ;

ΗΡ. Ναι, διότι δεν απέθανεν εκείνος, αλλ' εγώ το ομοίωμά του.

ΔΙΟΓ. Εννοώ• αντί του εαυτού του παρέδωκε σε εις τον Πλούτωνα και επομένως συ είσαι νεκρός αντί εκείνου.

ΗΡ. Κάτι τοιούτον.

ΔΙΟΓ. Αλλά δεν μου λες πώς ο Αιακός, ο οποίος είνε αυστηρός, δεν σε διέκρινε, αλλ' εδέχθη ένα ψεύτικον Ηρακλή;

ΗΡ. Διότι η ομοιότης ήτο τελεία.

ΔΙΟΓ. Πραγματικώς τόσον τελεία, ώστε είσαι ο ίδιος. Πρόσεξε μήπως συμβαίνη το εναντίον και είσαι συ ο Ηρακλής ο πραγματικός, η δε σκιά σου ενυμφεύθη την Ήβην και ευρίσκεται μεταξύ των θεών.

ΗΡ. Είσαι αυθάδης και φλύαρος και αν δεν παύσης τους εμπαιγμούς δεν θα βραδύνης να εννοήσης τίνος θεού είμαι ομοίωμα.

ΔΙΟΓ. Το τόξον σου είνε έτοιμον και πρόχειρον, αλλ' εγώ τι έχω να φοβηθώ αφού άπαξ απέθανα; Αλλά δεν μου λες, σε εξορκίζω εις τον άλλον Ηρακλή, και όταν εκείνος έζη, συνέζης με αυτόν και ήσουν και τότε φάσμα; ή ήσθε έν όλον εις την ζωήν, αφού δε απεθάνατε διηρέθητε και αυτός μεν επέταξεν εις τον ουρανόν, συ δε το φάσμα κατέβης εις τον Άδην;

ΗΡ. Δεν έπρεπε να δώσω καν απάντησιν εις άνθρωπον τόσον ενοχλητικόν αλλ' ας είνε, θα σου δώσω και αυτήν την εξήγησιν• όσον είχα από τον Αμφιτρύωνα τούτο απέθανε και είμαι εγώ εκείνο καθ' ολοκληρίαν• ό,τι δε είχα εκ του Διός ευρίσκεται εις τον ουρανόν μετά των θεών.

ΔΙΟΓ. Τώρα εκατάλαβα• λέγεις ότι η Αλκμήνη εγέννησε συγχρόνως δύο Ηρακλείς, τον μεν ένα εκ του Αμφιτρύωνος, τον δε άλλον εκ του Διός, ώστε χωρίς να το γνωρίζετε είσθε δίδυμοι.

ΗΡ. Όχι, ανόητε• ήμεθα έν και το αυτό πρόσωπον και οι δύο.

ΔΙΟΓ. Αυτό δεν είνε εύκολον να εννοηθή, ότι ήσαν δύο Ηρακλείς και απετέλουν ένα, εκτός εάν, όπως ο ιπποκένταυρος, ήσθε εις έν συγκολλημένοι άνθρωπος και θεός.

ΗΡ. Δεν σου φαίνεται ότι όλοι είνε ομοίως σύνθετοι από δύο, ψυχήν και σώμα; ώστε τι εμποδίζει η μεν ψυχή να ευρίσκεται εις τον ουρανόν, αφού προήρχετο εκ του Διός, εγώ δε το θνητόν μέρος μετά των νεκρών;

ΔΙΟΓ. Αλλά, λαμπρέ μου Αμφιτριωνίδη, αυτά θα ήσαν λογικά, αν ήσουν σώμα, ενώ τώρα είσαι ασώματον είδωλον• επομένως κινδυνεύεις τώρα να κάμης τριπλούν τον Ηρακλή.

ΗΡ. Πώς τριπλούν;

ΔΙΟΓ. Ούτω πως• εάν ο ένας ευρίσκεται εις τον ουρανόν, ο δε άλλος, συ το είδωλον, εδώ κάτω, το δε σώμα έλυωσε και μετεβλήθη εις κόνιν, αυτά γίνονται τρία• και σκέψου να εύρης πατέρα διά τον τρίτον Ηρακλή, δηλαδή το σώμα.

ΗΡ. Είσαι αυθάδης και κατεργάρης. Αλλά δεν μου λες ποίος είσαι;

ΔΙΟΓ. Είμαι το είδωλον του Διογένους του Σινωπέως• δεν είμαι δε εις τον ουρανόν μετά των αθανάτων, αλλ' εδώ ολόκληρος συναναστρέφομαι τους καλλιτέρους των νεκρών και καταγελώ τον Όμηρον και τα γελοία παραμύθια που αυτός μας διηγείται.

17. &Μενίπππου και Ταντάλου.&

ΜΕΝ. Γιατί κλαίεις, Τάνταλε, και θρηνολογείς κοντά στη λίμνη;

ΤΆΝ. Διότι πεθαίνω από την δίψαν.

ΜΕΝ. Και είσαι τόσο οκνηρός, ώστε βαρυέσαι να σκύψης να πιής ή και να πάρης νερόν με την παλάμην σου;

ΤΑΝ. Κι' αν σκύψω δεν μπορώ να σβύσω την δίψαν μου• διότι άμα πλησιάσω, φεύγει το νερόν και αν κατορθώσω να πάρω με τα χέρια μου, δεν προφθάνω να βρέξω τα χείλη μου, διότι φεύγει, δεν εννοώ πώς, διά μέσου των δακτύλων και αφήνει στεγνά τα χέρια μου.

ΜΕΝ. Φοβερόν αυτό που σου συμβαίνει, Τάνταλε. Αλλά δεν μου λες πώς έχεις ανάγκην να πίνης; Διότι σώμα δεν έχεις, το οποίον θα ηδύνατο να πεινά και να διψά• εκείνο έχει ταφή κάπου εις την Λυδίαν, συ δε είσαι ψυχή• πώς λοιπόν δύνασαι να διψάς ή να πίνης;

ΤΑΝ. Αυτή είνε η τιμωρία μου, να διψά η ψυχή μου, ως να ήτο σώμα.

ΜΕΝ. Τέλος πάντων ας το πιστεύσωμεν, αφού λέγεις ότι τιμωρείσαι με την δίψαν. Αλλά τι σε πειράζει αυτό; Ή φοβείσαι ότι θ' αποθάνης από δίψαν; Δεν βλέπω να υπάρχη άλλος Άδης εκτός τούτου ή θάνατος απ' εδώ εις άλλον τόπον.

ΤΑΝ. Σωστά, αλλά και αυτό είνε μέρος της καταδίκης, να επιθυμώ να πιω ενώ δεν έχω ανάγκην.

ΜΕΝ. Δεν είσαι καλά, Τάνταλε, και φαίνεται ότι αληθώς έχεις ανάγκην ποτού, ακράτου ελλεβόρου, {22} αφού έχεις πάθει το εναντίον του συμβαίνοντος εις τους λυσσώντας σκύλους και φοβείσαι, όχι το νερόν, αλλά την δίψαν.

ΤΑΝ. Και ελλέβορον Μένιππε, θα έπινα ευχαρίστως, αρκεί να τον είχα.

ΜΕΝ. Ησύχασε, Τάνταλε, διότι ούτε συ, ούτε άλλος εκ των νεκρών θα πίη ποτέ• είνε αδύνατον• μολονότι δεν είνε όλοι όπως συ καταδικασμένοι να επιθυμούν το νερόν και αυτό να τους αποφεύγη.

18. &Μενίππου και Ερμού.&

ΜΕΝ. Δεν μου λες πού είνε οι ωραίοι νέοι και η εύμορφες γυναίκες, Ερμή; Οδήγησε με διότι είμαι νεοφερμένος.

ΕΡΜ. Δεν έχω καιρόν, Μένιππε• αλλά κύτταξε εκεί προς τα δεξιά• εκεί είνε ο Υάκινθος και ο Νάρκισσος και ο Νιρεύς, ο Αχιλλεύς, η Τυρώ και η Ελένη και η Λήδα και όλα εν γένει τα αρχαία κάλλη.

ΜΕΝ. Δεν βλέπω παρά μόνον κόκκαλα και κρανία άσαρκα, όμοια μεταξύ των.

ΕΡΜ. Και όμως αυτά τα κόκκαλα είνε τα οποία εγκωμιάζουν όλοι οι ποιηταί και συ τώρα φαίνεσαι ότι τα περιφρονείς.

ΜΕΝ. Την Ελένην σε παρακαλώ να μου δείξης, διότι δεν δύναμαι να την διακρίνω εγώ.

ΕΡΜ. Αυτό το κρανίον είνε η Ελένη.

ΜΕΝ. Και χάριν αυτού εγέμισαν από στρατόν εξ όλης της Ελλάδος τα χίλια πλοία, τα οποία έπλευσαν κατά της Τρωάδος, και έπεσαν τόσοι Έλληνες και βάρβαροι και τόσαι πόλεις ανεστατώθησαν;

ΕΡΜ. Αλλά δεν την είδες, Μένιππε, αυτήν την γυναίκα όταν έζη• διότι και συ θα έλεγες τότε ότι δεν είνε αδικαιολόγητον

τοιήδ' αμφί γυναικί πολύν χρόνον άλγεα πάσχειν• {23}

αφού και όταν ίδη κανείς ξηρά τα άνθη και αποχρωματισμένα, θα του φάνουν άσχημα, ενώ όταν είνε δροσερά και διατηρούν το χρώμα των φαίνονται ωραιότατα.

ΜΕΝ. Αλλ' ακριβώς διά τούτο θαυμάζω, ω Ερμή, πώς δεν εσκέφθησαν οι Έλληνες ότι δεν ήξιζε τον κόπον να υποφέρουν τόσα χάριν πράγματος τόσον ολίγον διατηρουμένου και τόσον ευκόλως μαραινομένου.

ΕΡΜ. Δεν έχω καιρόν, Μένιππε, να φιλοσοφώ μαζύ σου. Ώστε έκλεξε μέρος, όπου θέλεις, διά να μένης, εγώ δε πηγαίνω να οδηγήσω άλλους νεκρούς.

19.

&Αιακού, Πρωτεσιλάου και Πάριδος.&

ΑΙΑΚ. Τι έπαθες, Πρωτεσίλαε, και εφώρμησες κατά της Ελένης διά να την πνίξης;

ΠΡΩΤ. Διότι εξ αιτίας της, ω Αιακέ, απέθανα και αφήκα μισόκτιστον το σπήτι μου και χήραν την νεαράν μου γυναίκα.

ΑΙΑΚ. Λοιπόν δι' αυτό πταίει ο Μενέλαος, ο οποίος σας ωδήγησε εναντίον της Τρωάδος χάριν τοιαύτης γυναικός.

ΠΡΩΤ. Έχεις δίκαιον, αυτόν πρέπει να αιτιώμαι.

ΜΕΝΕΛ. Όχι εμένα, φίλτατε• είνε δικαιότερον να κατηγορής τον Πάριν, που έκλεψε την γυναίκα εμού, ο οποίος τον εφιλοξένουν, κατά παράβασιν παντός δικαίου. Αυτός αξίζει να πνιγή όχι μόνον υπό σου αλλά υπό όλων των Ελλήνων και βαρβάρων, αφού τόσων τον θάνατον επροκάλεσε.

ΠΡΩΤ. Αυτό τω όντι είνε δικαιότερον. Συ λοιπόν, απαίσιε Πάρι, δεν θα μου γλυτώσης.

ΠΑΡ. Αυτό θα είνε άδικον, Πρωτεσίλαε, τοσούτω μάλλον καθ' όσον είμαι ομότεχνός σου• διότι και εγώ είμαι ερωτικός και εις τον αυτόν θεόν δουλεύω• γνωρίζεις δε ότι ο έρως είνε κάτι τι ακούσιον και κάποιος θεός μας οδηγεί όπου θέλει και μας είνε αδύνατον ν' αντισταθώμεν.

ΠΡΩΤ. Καλά λέγεις και θα ηυχόμην να δυνηθώ να συλλάβω εδώ τον Έρωτα.

ΑΙΑΚ. Εγώ θα σου απολογηθώ και εκ μέρους του Έρωτος. Αν ήτο εδώ θα έλεγεν ότι ίσως μεν έγινεν αφορμή να ερωτευθή ο Πάρις, αλλά διά τον θάνατόν σου ουδείς άλλος πταίει παρά συ, Πρωτεσίλαε, ο οποίος, λησμονήσας την νεόγαμον σύζυγον, άμα εφθάσατε εις την Τρωάδα, με τόσην αδιαφορίαν προς τον κίνδυνον και απρονοησίαν ώρμησες προ των άλλων διά να δοξασθής, ώστε και πρώτος κατά την απόβασιν εφονεύθης.

ΠΡΩΤ. Λοιπόν και εγώ, Αιακέ, θα σου δώσω μίαν απάντησιν διά τον εαυτόν μου ορθοτέραν• δεν πταίω εγώ δι' αυτά, αλλ' η Μοίρα η οποία ούτως είχεν ωρίσει εξ αρχής τα πράγματα.

ΑΙΑΚ. Σωστά• αλλά τότε διατί κατηγορείς τούτους;

20. &Μενίππου και Αιακού.&

ΜΕΝ. Σε παρακαλώ, Αιακέ, οδήγησέ με διά να ίδω όλα τα περίεργα του Άδου.

ΑΙΑΚ. Δεν είνε εύκολον, Μένιππε, να τα 'δης όλα• αλλά τα κυριώτερα δύνασαι να τα ίδης• γνωρίζεις ότι αυτός εδώ είνε ο Κέρβερος, γνωρίζεις και τον Πορθμέα ο οποίος σε επέρασε διά της Αχερουσίας, εισερχόμενος δε είδες την λίμνην και τον Πυριφλεγέθοντα.

ΜΕΝ. Τα γνωρίζω αυτά και σε ότι εκτελείς χρέη θυρωρού, είδα δε και τον βασιλέα και τας Ερινύας, αλλά δείξε μου τους παλαιούς ανθρώπους και μάλιστα τους δοξασμένους εξ αυτών.

ΑΙΑΚ. Αυτός εδώ είνε ο Αγαμέμνων, εκείνος ο Αχιλλεύς, αυτός δε ο πλησίον είνε ο Ιδομενεύς, ο άλλος απ' εδώ ο Οδυσσεύς, έπειτα ο Αίας, ο Διομήδης και οι άλλοι πρώτοι των Ελλήνων.

ΜΕΝ. Πωπώ Όμηρε, τι κατάπτωσιν έχουν πάθει τα κοσμήματα των ραψωδιών σου, πώς κατήντησαν άμορφα και αγνώριστα, όλα σκόνη και αηδία, αληθώς «αμενηνά κάρηνα» {24}. Αλλά ποίος είνε αυτός, Αιακέ;

ΑΙΑΚ. Είνε ο Κύρος• ο άλλος είνε ο Κροίσος, πλησίον του ο Σαρδανάπαλος, πάρα πέρα ο Μίδας, και εκείνος εκεί ο Ξέρξης.

ΜΕΝ. Μπα, συ λοιπόν είσαι, κάθαρμα, που έκαμες την Ελλάδα να τρέμη όταν εγεφύρωνες τον Ελλήσποντον και εσχεδίαζες να περάσης τα πλοία σου 'πάνω από τα όρη; Αλλά και ο Κροίσος τι γελοίος που είνε! Αυτόν δε τον Σαρδανάπαλον θα μου επιτρέψης, Αιακέ, να ραπίσω.

ΑΙΑΚ. Όχι, διότι είνε φόβος να του σπάσης το κρανίον, επειδή το έχει γυναικείον.

ΜΕΝ. Τότε δεν μπορώ παρά να τον πτύσω, αφού είνε ανδρόγυνος.

ΑΙΑΚ. Θέλεις να σου δείξω και τους σοφούς;

ΜΕΝ. Βέβαια.

ΑΙΑΚ. Αυτός εδώ ο πρώτος είνε ο Πυθαγόρας.

ΜΕΝ. Χαίρε, Εύφορβε {25} ή Απόλλων ή όπως άλλως θέλεις.

ΠΥΘ. Χαίρε και συ, ω Μένιππε.

ΜΕΝ. Δεν είνε πλέον χρυσούς ο μηρός σου;

ΠΥΘ. Όχι• αλλά φέρε να 'δούμε αν έχης τίποτε φαγώσιμον στη σακκούλα.

ΜΕΝ. Έχω κουκιά, φίλε μου• αλλά συ δεν τα τρώγεις τα κουκιά.

ΠΥΘ. Δος μου και μη σε μέλει. Άλλαι δοξασίαι επικρατούν εις τον Άδην. Εδώ έμαθα ότι τα κουκιά και των γονέων αι κεφαλαί δεν είνε το αυτό πράγμα {26}.

ΑΙΑΚ. Αυτός εδώ είνε ο Σόλων ο υιός του Εξηκιστίδου, εκείνος δε ο Θαλής και πλησίον αυτών ο Πιττακός και οι λοιποί• είνε επτά όλοι, ως βλέπεις.

ΜΕΝ. Βλέπω, Αιακέ, ότι μόνον αυτοί εκ των νεκρών είνε άλυποι και γελαστοί. Αυτός δε ο γεμάτος στάκτην, ως ψωμί που εψήθη εις την ανθρακιάν, και με φλυκταίνας εγκαυμάτων εις το δέρμα ποίος είνε;

ΑΙΑΚ. Είνε ο Εμπεδοκλής, ω Μένιππε, ο οποίος μας ήλθε μισοψημένος από την Αίτναν.

ΜΕΝ. Και τι σου ήλθε, λαμπρέ άνθρωπε με τα χάλκινα υποδήματα, κ' έπεσες μέσα εις τους κρατήρας του ηφαιστείου;

ΕΜΠ. Έπαθα μίαν διατάραξιν, Μένιππε.

ΜΕΝ. Όχι παραφροσύνην, αλλά ματαιοδοξίαν και αλαζονείαν και πολλήν κουταμάραν• αυτά σ' εκατάκαψαν ομού με τα χάλκινα υποδήματά σου και η τιμωρία σου έπρεπε. Αλλά το τέχνασμα δεν σου εχρησίμευσεν εις τίποτε, διότι ανεκαλύφθη ότι απέθανες. Ο δε Σωκράτης, ω Αιακέ, πού να είνε;

ΑΙΑΚ. Συνήθως κάθεται και φλυαρεί με τον Νέστορα και τον Παλαμήδην.

ΜΕΝ. Επεθύμουν να τον ίδω, εάν είνε εδώ πουθενά.

ΑΙΑΚ. Βλέπεις εκείνον τον φαλακρόν;

ΜΕΝ. Όλοι εδώ είνε φαλακροί• ώστε αυτό το γνώρισμα είνε γενικόν.

ΑΙΑΚ. Εκείνον σου λέγω με την σιμήν μύτην.

ΜΕΝ. Μήπως οι άλλοι όλοι δεν είνε σιμοί;

ΣΩΚΡ. Εμένα ζητάς, Μένιππε;

ΜΕΝ. Μάλιστα.

ΣΩΚΡ. Τι νέα από τας Αθήνας;

ΜΕΝ. Πολλοί από τους νέους κάνουν τους φιλοσόφους και αν κρίνη κανείς από το εξωτερικόν και το βάδισμά των, είνε τέλειοι φιλόσοφοι.

ΣΩΚΡ. Έχω ιδή πάρα πολλούς, Μένιππε.

ΜΕΝ. Αλλά θα είδες, υποθέτω, εις ποίαν κατάστασιν ήλθεν εδώ ο Αρίστιππος και αυτός ο Πλάτων• ο μεν ένας εμύριζεν αρώματα, ο δε άλλος είχε μάθει να κολακεύη τους τυράννους της Σικελίας.

ΣΩΚΡ. Περί εμού δε τι ιδέαν έχουν;

ΜΕΝ. Ως προς αυτό είσαι ο πλέον τυχερός άνθρωπος, Σωκράτη. Όλοι πιστεύουν ότι ήσουν θαυμαστός άνθρωπος, ότι εγνώριζες τα πάντα, ενώ να 'πούμε την αλήθεια — δεν εγνώριζες τίποτε.

ΣΩΚΡ. Κ' εγώ αυτό τους έλεγα, αλλ' αυτοί ενόμιζαν το πράγμα ειρωνείαν.

ΜΕΝ. Και ποιοι είνε αυτοί που σε περιστοιχούν;

ΣΩΚΡ. Είνε ο Χαρμίδης, Μένιππε, ο Φαίδρος και ο υιός του Κλεινίου {27}.

ΜΕΝ. Εύγε, Σωκράτη, και εδώ, βλέπω, εξακολουθείς την ίδιαν τέχνην και δεν αδιαφορείς δια τους ωραίους νέους.

ΣΩΚΡ. Τι άλλο πλέον ευχάριστον έχω να κάνω; Αν θέλης, μένε πλησίον μας.

ΜΕΝ. Όχι, πηγαίνω να εύρω τον Κροίσον και τον Σαρδανάπαλον, διότι απεφάσισα να κατοικήσω πλησίον αυτών.

ΑΙΑΚ. Κ' εγώ πηγαίνω, διότι φοβούμαι να μη δραπετεύση κατά την απουσίαν μου κανείς νεκρός. Άλλην φοράν βλέπεις τα λοιπά, Μένιππε.

ΜΕΝ. Πήγαινε. Και αυτά που είδα είνε αρκετά, Αιακέ.

21. &Μενίππου και Κερβέρου.&

ΜΕΝ. Ειπέ μου, Κέρβερε, σε παρακαλώ — διότι είμαι συγγενής σου, αφού και εγώ είμαι σκύλος {28}, — πώς ήτο ο Σωκράτης όταν ήλθε εδώ κάτω. Υποθέτω δε ότι, αφού είσαι θεός, δεν υλακτείς μόνον, αλλά και 'μιλείς ως άνθρωπος, οσάκις θέλεις.

ΚΕΡΒ. Από μακράν εφαίνετο ότι ήρχετο με ατάραχον πρόσωπον, ότι δεν εφοβείτο πολύ τον θάνατον και τούτο ήθελε να δείξη εις τους ευρισκομένους έξω της πύλης του Άδου. Αλλ' όταν έσκυψε μέσα εις το χάσμα και είδε το σκότος και εγώ, βλέπων ότι εδίσταζε, τον εδάγκωσα με το κώνειον και τον έσυρα από το πόδι κάτω, ήρχισε να κλαίη σαν παιδί και εθρήνει διά τα παιδιά του και δεν ήξευρε πλέον τι έλεγε και τι έκανε.

ΜΕΝ. Ήτο λοιπόν ψευδοφιλόσοφος και δεν ήτο αληθινή η περιφρόνησίς του προς τον θάνατον;

ΚΕΡΒ. Βέβαια, αλλ' έως ότου το ενόμιζεν αναγκαίον διά την εντύπωσιν, εδείκνυε θάρρος και εφαίνετο ότι δεν υπετάσσετο ακουσίως εις εκείνο το οποίον δεν ηδύνατο ν' αποφύγη, διά να τον θαυμάσουν οι θεαταί. Εν γένει δε τούτο δύναμαι να είπω περί όλων των τοιούτων ανθρώπων, ότι μέχρι της πύλης του Άδου φαίνονται τολμηροί και γενναίοι, αλλ' άμα εισέλθουν παρουσιάζονται οποίοι πραγματικώς είνε.

ΜΕΝ. Εγώ δε πώς σου εφάνηκα όταν ήλθα εδώ;

ΚΕΡΒ. Μόνον συ, Μένιππε, εφάνης άξιος της φιλοσοφίας σου και ο Διογένης προ σου• δεν εισήλθετε αναγκαζόμενοι, ουδέ ωθούμενοι, αλλά θεληματικώς και γελώντες και εμπαίζοντες όλους τους άλλους.

22. &Χάρωνος και Μενίππου.&

ΧΑΡ. Πλήρωσέ μου τον ναύλον, βρε παληάνθρωπε.

ΜΕΝ. Φώναζε, αν αυτό σ' ευχαριστεί.

ΧΑΡ. Σου λέγω να μου πληρώσης τον κόπον μου.

ΜΕΝ. Από 'κείνον που δεν έχει δεν μπορείς να πάρης τίποτε.

ΧΑΡ. Και υπάρχει κανείς που να μην έχη ένα οβολόν;

ΜΕΝ. Δεν ειξέρω τι έχουν οι άλλοι, εγώ ξέρω ότι δεν έχω.

ΧΑΡ. Μα τον Πλούτωνα, θα σε πνίξω, βρωμόσκυλον, αν δεν με πληρώσης.

ΜΕΝ. Κ' εγώ θα σου σπάσω το κεφάλι με το ξύλο.

ΧΑΡ. Ώστε δωρεάν έκαμες τόσο ταξείδι;

ΜΕΝ. Θα σε πληρώση για μένα ο Ερμής, ο οποίος με παρέδωκε σε σένα.

ΕΡΜ. Ωραία, μα τον Δία, θα είνε αν υποχρεωθώ και να πληρώνω διά τους νεκρούς.

ΧΑΡ. Δεν θα σε αφήσω χωρίς να πλήρωσης.

ΜΕΝ. Αν θέλης τράβηξε στην άμμο το πλοιάριον και περίμενε• αλλ' αφού δεν έχω πώς θα πληρωθής;

ΧΑΡ. Αλλά δεν εγνώριζες ότι θα επλήρωνες πορθμεία;

ΜΕΝ. Το εγνώριζα, αλλά δεν είχα. Λοιπόν έπρεπε διά τούτο να μη αποθάνω;

ΧΑΡ. Μόνον συ λοιπόν θα καυχάσαι ότι εταξείδευσες δωρεάν;

ΜΕΝ. Όχι δωρεάν, φίλε μου• διότι και τα νερά του πλοίου έχυνα και κουπί ετράβηξα και μόνον εγώ από τους επιβάτας σου δεν έκλαια.

ΧΑΡ. Αυτά δεν αξίζουν τίποτε για μένα• πρέπει να πληρώσης τον οβολόν• αλλοιώτικα δεν μπορεί να γείνη.

ΜΕΝ. Λοιπόν γύρισέ με πάλιν εις την ζωήν.

ΧΑΡ. Αστείος είσαι, διά να έχω και τιμωρίας από τον Αιακόν.

ΜΕΝ. Παύσε να με σκοτίζης λοιπόν.

ΧΑΡ. Δείξε μου τι έχεις στην σακκούλα.

ΜΕΝ. Λούπινα, αν θέλης, και το δείπνον της Εκάτης.

ΧΑΡ. Από πού μας τον εκουβάλησες αυτόν τον σκύλον, Ερμή; Και δεν δύνασαι να φαντασθής τι έλεγε εις το ταξείδι• εκορόιδευεν όλους τους επιβάτας και ενώ όλοι έκλαιαν αυτός ετραγουδούσε.

ΕΡΜ. Δεν γνωρίζεις, Χάρων, τι είδους άνθρωπον είχες εις το πλοίον σου; Είνε εντελώς ελεύθερος και αδιαφορεί δι' όλα. Είνε ο Μένιππος.

ΧΑΡ. Και όμως αν σε συναντήσω άλλην φορά...

ΜΕΝ. Αν με συναντήσης; Δεν θα με συναντήσης δύο φορές.

23. &Πρωτεσιλάου, Πλούτωνος και Περσεφόνης.&

ΠΡΩΤ. Ω κύριε και βασιλεύ και Ζευ του Άδου και συ θύγατερ της Δήμητρος, μη κωφεύσετε εις μίαν ερωτικήν παράκλησιν.

ΠΛΟΥΤ. Τι θέλεις από ημάς και ποίος είσαι;

ΠΡΩΤ. Είμαι ο Πρωτεσίλαος ο υιός του Ιφίκλου βασιλέως Θεσσαλού, είς των εκστρατευσάντων κατά της Τροίας Ελλήνων, όστις πρώτος εφονεύθη κατά την εκστρατείαν εκείνην. Σας ικετεύω να με αφήσετε να επανέλθω δι' ολίγον καιρόν εις την ζωήν.

ΠΛΟΥΤ. Αυτήν την επιθυμίαν, Πρωτεσίλαε, έχουν όλοι οι νεκροί, αλλ' εις ουδένα εξ αυτών θα δοθή τοιαύτη χάρις.

ΠΡΩΤ. Αλλ' εγώ δεν επιθυμώ την ζωήν, ω Πλούτων ποθώ να επανίδω την γυναίκα μου, την οποίαν αφήκα εις τον θάλαμον μόλις την ενυμφεύθηκα και έφυγα εις την εκστρατείαν, έπειτα δε ο δυστυχής εφονεύθην υπό του Έκτορος κατά την απόβασιν. Ο έρως της συζύγου, κύριε, με βασανίζει πολύ και θα ήθελα να την ίδω ολίγον και πάλιν να επιστρέψω.

ΠΛΟΥΤ. Δεν έπιες το νερόν της λήθης, Πρωτεσίλαε;

ΠΡΩΤ. Μάλιστα, αλλ' ο έρως μου είνε τόσον ισχυρός, ώστε και ούτω δεν εστάθη δυνατόν να τον λησμονήσω.

ΠΛΟΥΤ. Λοιπόν περίμενε• διότι μίαν ημέραν θα έλθη και εκείνη και ούτω δεν θα είνε ανάγκη να ανέλθης συ.

ΠΡΩΤ. Αλλά δεν υποφέρω να περιμένω. Και συ ηγάπησες και γνωρίζεις τι είνε έρως.

ΠΛΟΥΤ. Και τι θα σε ωφελήση να αναζήσης μίαν ημέραν και έπειτα πάλιν να έχης την αυτήν θλίψιν;

ΠΡΩΤ. Πιστεύω ότι θα την πείσω να έλθη και εκείνη εδώ, ώστε αντί ενός θα σου έλθουν δύο νεκροί μετ' ολίγον.

ΠΛΟΥΤ. Δεν επιτρέπεται να γείνουν αυτά, ούτε και έγειναν ποτέ.

ΠΡΩΤ. Θα σου ενθυμίσω, ω Πλούτων, δύο περιστατικά• εις τον Ορφέα δι' ομοίαν αιτίαν παρεδώκατε την Ευρυδίκην και την συγγενή μου Άλκηστιν απεστείλατε εις τον Ηρακλή διά να τον ευχαριστήσετε.

ΠΛΟΥΤ. Και θα θελήσης να παρουσιασθής με αυτό το γυμνόν και άσχημον κρανίον εις την ωραίαν και νεαράν σου σύζυγον; Και πώς εκείνη θα σε δεχθή αφού ούτε να σε αναγνώριση θα δύναται; Είμαι βέβαιος ότι θα σε φοβηθή και θα σε αποφύγη και άδικα θα κάμης τόσον ταξείδι διά να επανέλθης εις την ζωήν.

ΠΕΡΣ. Λοιπόν, άνδρα μου, συ και τούτο δύνασαι να διορθώσης και διάταξε τον Ερμήν όταν ο Πρωτεσίλαος φθάση εις το φως να τον εγγίση με την μαγικήν του ράβδον και τον μεταμορφώση ευθύς εις νέον ωραίον, οποίος ήτο κατά την ημέραν του γάμου του.