Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος
Part 4
ΠΟΛ. Και όμως είνε γνωστός αυτός ο έρως προς τους πλουσίους και ατέκνους γέροντας.
ΣΙΜ. Α! τώρα εννοώ ότι το κάλλος σου, θαυμάσιε Πολύστρατε, προήρχετο από την χρυσήν Αφροδίτην.
ΠΟΛ. Λοιπόν, Σιμύλε, δεν απήλαυσα ολίγα από τους εραστάς, οι οποίοι σχεδόν μ' επροσκυνούσαν• έκανα δε και νάζια πολλάκις και απέπεμπα μερικούς εξ αυτών ενίοτε, αυτοί δε συνηγωνίζοντο και προσπαθούσαν ποίος να υπερβή τον άλλον εις τας προς εμέ περιποιήσεις των.
ΣΙΜ. Επί τέλους δε πώς διέθεσες την περιουσίαν σου;
ΠΟΛ. Εις μεν το φανερόν έλεγα εις έκαστον εξ αυτών ότι θα τον αφήσω κληρονόμον μου, αυτός δε επίστευε και εγίνετο κολακευτικώτερος, αλλ' εις την αληθινήν μου διαθήκην έλεγα εις όλους ότι τους έχω γραμμένους εκεί που ξέρεις.
ΣΙΜ. Και εις την αληθινήν σου διαθήκην ποίον αφήκες κληρονόμον ή μήπως κανένα συγγενή σου;
ΠΟΛ. Ά μπα ! κληρονόμον μου έκαμα ένα νεαρόν δούλον τον οποίον είχα προσφάτως αγοράσει, ένα ωραίον Φρύγα.
ΣΙΜ. Πόσον ετών, Πολύστρατε;
ΠΟΛ. Είκοσι περίπου.
ΣΙΜ. Εννοώ τίνος είδους υπηρεσίας σου παρείχεν αυτός.
ΠΟΛ. Άξιζε περισσότερον από αυτούς να κληρονομήση αν και ήτο βάρβαρος και διεφθαρμένος. Τώρα και οι επιφανέστεροι των συμπολιτών τον περιποιούνται και τον έχουν φίλον. Εκείνος λοιπόν μ' εκληρονόμησε και τώρα συγκαταλέγεται μεταξύ των ευγενών, ξυρίζει το πρόσωπον και βαρβαρίζει εις την γλώσσαν, αλλά θεωρείται ευγενέστερος του Κόδρου, ωραιότερος του Νιρέως και συνετώτερος του Οδυσσέως.
ΣΙΜ. Αδιάφορον• ας γείνη και αρχιστράτηγος της Ελλάδος, εάν θέλη, αρκεί ότι εκείνοι οι άλλοι δεν εκληρονόμησαν.
10. &Χάρωνος, Ερμού και νεκρών διαφόρων.&
ΧΑΡ. Ακούσετε πώς είνε η κατάστασίς μας. Το πλοιάριον είνε μικρόν, ως βλέπετε, και σαθρωμένον ολίγον και κάνει από παντού νερά και με την παραμικράν κλίσιν προς τα πλάγια ημπορεί να ανατραπή και να βυθισθή, σεις δε ήλθετε τόσοι πολλοί συγχρόνως και έχετε μαζή σας τόσα πράγματα? αν λοιπόν εμβήτε με αυτά φοβούμαι μήπως μετανοήσετε και μάλιστα όσοι δεν γνωρίζετε να κολυμβάτε.
ΕΡΜ. Πώς να κάμωμεν λοιπόν διά να ταξειδεύσωμεν με ασφάλειαν;
ΧΑΡ. Θα σας 'πω• πρέπει να εισέλθετε εις το πλοίον γυμνοί και να αφήσετε όλα αυτά τα περιττά εις την ακτήν, διότι και έτσι μόλις θα σας χωρέση το πλοιάριον. Συ δε, Ερμή, πρόσεξε, να μη δεχθής πλέον κανένα εξ αυτών που να μη είνε γυμνός και να μη έχη αφήση τα πράγματά του, καθώς είπα. Να σταθής εις την αποβάθραν, να τους εξετάζης ένα ένα και να τους παραλαμβάνης αφού τους αναγκάζεις να εισέρχωνται γυμνοί.
ΕΡΜ. Καλά λέγεις και αυτό θα πράξω. —Συ ο πρώτος ποίος είσαι;
ΜΕΝ. Είμαι ο Μένιππος εγώ. Ιδού η σακκούλα μου, ω Ερμή, και η βακτηρία ερρίφθησαν εις την λίμνην• την κάπα μου ούτε καν την έφερα και έκαμα καλά.
ΕΡΜ. Πέρνα, Μένιππε, λαμπρέ άνθρωπε, και έχε την πρώτην θέσιν πλησίον του πλοιάρχου, εις το υψηλότερον μέρος του πλοίου διά να βλέπης όλους τους συμπλωτήρας. Αυτός δε ο ωμορφονιός ποίος είνε;
ΧΑΡ. Χαρμόλεως από τα Μέγαρα, ο αξιέραστος, ο οποίος διά κάθε φίλημα ελάμβανε δύο τάλαντα.
ΕΡΜ. Εκδύσου λοιπόν το κάλλος και τα χείλη μαζύ με τα φιλήματα και την κόμην την πυκνήν και το ερύθημα των παρειών και ολόκληρον το δέρμα. Καλά είσαι τώρα• είσαι ελαφρός και δύνασαι να εισέλθης. Αυτός δε εδώ που φορεί την πορφύραν και το διάδημα και έχει το βλέμμα άγριον ποίος είνε;
ΛΑΜΠ. Λάμπιχος, ο τύραννος των Γελώων.
ΕΡΜ. Διατί λοιπόν, Λάμπιχε, ήλθες με τόσας αποσκευάς;
ΛΑΜΠ. Τι, έπρεπε να έλθω γυμνός, ω Ερμή, εγώ ένας βασιλεύς;
ΕΡΜ. Βασιλεύς πλέον δεν είσαι, αλλά νεκρός• ώστε να ταφήσης αυτά.
ΛΑΜΠ. Ιδού, απέρριψα τον πλούτον.
ΕΡΜ. Και την αλαζονείαν ν' απορρίψης, Λάμπιχε, και την υπεροψίαν διότι θα δώσουν βάρος εις το πλοιάριον και τα δύο μαζή.
ΛΑΜΠ. Τουλάχιστον να μου επιτρέψης να έχω το διάδημα και τον μανδύαν.
ΕΡΜ. Όχι, αλλά και αυτά να ταφήσης.
ΛΑΜΠ. Καλά, τι άλλο; Διότι όλα τα αφήκα, ως βλέπεις.
ΕΡΜ. Και την σκληρότητα και την μωρίαν και το θράσος και την οργήν, και αυτά να ταφήσης.
ΛΑΜΠ. Ιδού είμαι γυμνός κατά το θέλημά σου.
ΕΡΜ. Πήγαινε τώρα μέσα. Συ δε ο παχύς με τας πολλάς σάρκας ποίος είσαι;
ΔΑΜ. Δαμασίας ο αθλητής.
ΕΡΜ. Ναι, φαίνεσαι• σε αναγνωρίζω, διότι σε είδα πολλάκις εις τας παλαίστρας.
ΔΑΜ. Μάλιστα, ω Ερμή. Αλλά δέξου με αφού είμαι γυμνός.
ΕΡΜ. Δεν είσαι γυμνός, φίλε μου, αφού φορείς τόσα κρέατα. Λοιπόν να ταποβάλης, διότι μόνον το έν σου πόδι εάν πατήσης εις το πλοίον θα το βυθίσης. Αλλά και τους στεφάνους τούτους να ρίψης και τα κηρύγματα {14}.
ΔΑΜ. Ιδού, είμαι γυμνός, ως βλέπεις, πραγματικώς και ισοβαρής με τους άλλους νεκρούς.
ΕΡΜ. Έτσι ελαφρός είσαι όπως πρέπει, ώστε έμβαινε. Και συ, Κράτων, άφησε τον πλούτον και την χαύνωσιν και την τρυφηλότητα• και μη φέρης μαζύ σου τα πολυτελή σου σάβανα, ούτε των προγόνων σου τα αξιώματα, εγκατάλειψε δε και την ευγένειαν και την δόξαν σου και τους τίτλους τους οποίους σου απένειμε ποτέ η πόλις και τας επιγραφάς των ανδριάντων σου και να μη ενθυμήσαι ότι σου κατεσκεύασαν μέγαν τάφον• διότι και αυτά ακόμη βαρύνουν αν τα ενθυμήσαι.
ΚΡΑΤ. Θα τα απορρίψω αν και ακουσίως• διότι τι δύναμαι να κάμω;
ΕΡΜ. Μπα! μπα! Συ δε ο ωπλισμένος τι θέλεις; Και διατί φέρεις αυτό το τρόπαιον;
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Διότι ενίκησα, ω Ερμή, και ηνδραγάθησα και η πόλις με ετίμησε.
ΕΡΜ. Άφησε το εδώ το τρόπαιον διότι εις τον Άδην επικρατεί ειρήνη και δεν υπάρχει ανάγκη όπλων. Αυτός δε ο σοβαρός το ήθος και αγέρωχος, ο έχων τα φρύδια σηκωμένα, ο οποίος φαίνεται βυθισμένος εις σκέψεις και έχει δάσος από γένεια;
ΜΕΝΙΠ. Είνε κάποιος φιλόσοφος, ω Ερμή, ή μάλλον αγύρτης και γεμάτος από ψεύδη, ώστε γδύσε τον και αυτόν και θα 'δης πολλά και γελοία κρυπτόμενα κάτω από το ένδυμά του.
ΕΡΜ. Απόβαλε πρώτον την σοβαρότητα του ήθους και έπειτα όλα τα άλλα. ω Ζευ, πόσην αλαζονείαν φέρει μαζύ του, πόσην δε αμάθειαν και φιλονεικίαν και ματαιοδοξίαν και ερωτήσεις αινιγματώδεις και λόγους σκοτεινούς και εννοίας πολυπλόκους• αλλά και ματαιοπονίαν πάρα πολλήν και όχι ολίγην κενολογίαν και φλυαρίαν και μικρολογίαν, βλέπω δε να έχη και χρυσόν και ηδυπάθειαν και αναισχυντίαν και οργήν και τρυφηλότητα• τα βλέπω αυτά αν και με ιδιαιτέραν φροντίδα τα κρύπτεις. Άφησε δε και το ψεύδος και την έπαρσιν και την ιδέαν ότι είσαι καλλίτερος των άλλων διότι αν εισέλθης με όλα αυτά ποίον πλοίον με πενήντα κουπιά δύναται να σε χωρέση;
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Τα αφίνω λοιπόν αυτά, αφού ούτω διατάσσεις.
ΜΕΝ. Αλλά και τα γένεια αυτά ν' αφήση, ω Ερμή, διότι είνε πυκνά και βαρειά, ως βλέπεις. Έχουν τουλάχιστον πέντε μνων τρίχας.
ΕΡΜ. Καλά λέγεις- άφησε και αυτά.
ΦΙΛ. Και ποιος θα μου τα κουρεύση;
ΕΡΜ. Ο Μένιππος απ' εδώ ας πάρη ένα πέλεκυν ναυπηγικόν και αφού στηρίξη το πηγούνι του επί της αποβάθρας ας του τα κόψη.
ΜΕΝ. Όχι, ω Ερμή, αλλά πριόνι δόσε μου• διότι αυτό θα είνε αστειότερον.
ΕΡΜ. Ο πέλεκυς θα είνε αρκετός. Λαμπρά, τώρα είσαι ανθρωπινώτερος, αφού απέβαλες αυτήν την τραγίσιαν βρώμαν.
ΜΕΝ. Θέλεις να του κόψω ολίγον και από τα φρύδια;
ΕΡΜ. Μάλιστα, διότι δεν γνωρίζω πώς κατορθώνει να τα σηκώνη υψηλότερα από το μέτωπον. Μπα! κλαίεις, κάθαρμα, και φοβείσαι τον θάνατον; Έλα, έλα, πήγαινε μέσα.
ΜΕΝ. Κάτι τι ακόμη το βαρύτερον απ' όλα κρύπτει υπό την μασχάλην του.
ΕΡΜ. Τι, ω Μένιππε;
ΜΕΝ. Την κολακείαν, ω Ερμή, η οποία πολύ του εχρησίμευσε εις την ζωήν.
ΦΙΛ. Λοιπόν και συ, ω Μένιππε, άφησε την ελευθερίαν, την ελευθεροστομίαν, την αναισθησίαν προς την λύπην και το θάρρος και τον γέλωτα• διότι συ μόνος εξ όλων γελάς εδώ.
ΕΡΜ. Όχι. Αλλά κράτησέ τα αυτά• διότι -είνε ελαφρά -και πολύ ευκολοσήκωτα και χρήσιμα εις το ταξείδι. Και συ δε, ρήτωρ, άφησε την τόσην απεραντολογίαν και την πληθώραν των λόγων, τας αντιθέσεις και τας παρομοιώσεις, τας στρογγυλάς περιόδους και τους βαρβαρισμούς και τα άλλα βάρη των λόγων.
ΡΗΤ. Ιδού, τα αφίνω.
ΕΡΜ. Καλά. Ώστε τώρα λύσε τα σχοινιά, ας τραβήξωμεν την σκάλαν, ας ανελκυσθή η άγκυρα, τέντωσε το πανί και κανόνισε το τιμόνι• και τώρα καλό ταξείδι. Αλλά τι έχετε και κλαίετε, ανόητοι, και μάλιστα συ ο φιλόσοφος, του οποίου προ ολίγου εκλαδέψαμεν τα γένεια;
ΦΙΛ. Διότι, ω Ερμή, ενόμιζα ότι η ψυχή ήτο αθάνατος.
ΜΕΝ. Ψεύδεται• δι' άλλα πράγματα λυπείται.
ΕΡΜ. Ποία;
ΜΕΝ. Ότι δεν θα καθήση πλέον εις πολυτελή γεύματα, ούτε θα εξέρχεται την νύκτα κρυφά και σκεπάζων την κεφαλήν με το ένδυμά του θα περιέρχεται τα χαμαιτυπεία, την δε ημέραν θα εξαπατά τους νέους με την δήθεν σοφίαν του και θα τους φορολογή• δι' αυτά λυπείται.
ΦΙΛ. Και συ, Μένιππε, δεν λυπείσαι διότι απέθανες;
ΜΕΝ. Πώς; Εγώ έτρεξα εις τον θάνατον χωρίς κανείς να με καλέση {15} Αλλ' ενώ ομιλούμεν, δεν σας φαίνεται ότι έρχεται μία βοή ως να φωνάζουν άνθρωποι από την γην;
ΕΡΜ. Ναι, ω Μένιππε, και δεν έρχεται μόνον από ένα μέρος αυτός ο θόρυβος• αλλ' άλλοι μεν συνήλθον εις την συνέλευσιν του λαού χαρούμενοι και γελούν διά τον θάνατον του Λαμπίχου, ενώ αι γυναίκες συνέλαβον την γυναίκα του και τα μικρά του τέκνα λιθοβολούνται υπό των παιδίων. Αλλού χειροκροτούν τον Ρήτορα Διόφαντον ο οποίος εξεφώνησεν εις την Σικυώνα τον επιτάφιον αυτού του Κράτωνος. Αλλ' ακούω, μα τον Δία, και την μητέρα του Δαμασίου, η οποία κλαίει και μοιρολογεί με άλλας γυναίκας τον Δαμασίαν, Μόνον σε, ω Μένιππε, δεν κλαίει κανείς, αλλά σε αφίνουν μόνον και ήσυχον.
ΜΕΝ. Όχι δα• μετ' ολίγον θ' ακούσης τα σκυλιά να κλαίουν συγκινητικώτατα δι' εμέ και τα κοράκια να κτυπούν τα πτερά των, όταν θα συναχθούν να με θάψουν.
ΕΡΜ. Είσαι γενναίος, Μένιππε. Αλλ' επειδή εφθάσαμεν, σεις μεν πηγαίνετε εις το δικαστήριον, ακολουθούντες αυτόν τον ίσιον δρόμον, εγώ δε και ο Χάρων θα επιστρέψωμεν να φέρωμεν άλλους.
ΜΕΝ. Καλό ταξείδι, ω Ερμή• ας προχωρήσωμεν δε και ημείς. Αλλά διατί διστάζετε και βραδύνετε; Ν' αποφύγωμεν την δίκην δεν είνε δυνατόν, λέγουν δε ότι αι καταδίκαι είνε βαρείαι, τροχοί και λίθοι βαρείς και γύπες• θ' αποκαλυφθή δε καθενός η ζωή λεπτομερώς.
11. &Κράτητος και Διογένους.&
ΚΡΑΤ. Εγνώριζες, Διογένη, τον Μοίριχον τον πλούσιον, τον πολύ πλούσιον, από την Κόρινθον, ο οποίος είχε τα πολλά πλοία και του οποίου ανεψιός ήτο ο Αριστέας, πλούσιος και αυτός; ο οποίος συνήθιζε να λέγη το του Ομήρου:
ή μ' ανάειρ' ή εγώ σε {16}
ΔΙΟΓ. Διατί;
ΚΡΑΤ. Επεριποιούντο ο είς τον άλλον χάριν της κληρονομίας, διότι ήσαν ομήλικοι και τας διαθήκας των συνέταξαν φανερά• και ο μεν Μοίριχος άφινε τον Αριστέα κληρονόμον, εάν θ' απέθνησκε προ αυτού, τον Μοίριχον δε ο Αριστέας, εάν αυτός ανεχώρει προτήτερα. Αυτά έγραφαν και συνηγωνίζοντο εις τας κολακείας και τας περιποιήσεις. Οι δε μάντεις, και εκείνοι οι οποίοι από την κίνησιν των άστρων συμπεραίνουν το μέλλον και εκείνοι οίτινες το εξηγούν από τα όνειρα, όπως οι Χαλδαίοι, αλλά και αυτός ο Πύθιος Απόλλων οτέ μεν εις τον Αριστέα προέλεγον ότι θα επιζήση, οτέ δε εις τον Μοίριχον, και τα τάλαντα άλλοτε μεν έγερναν προς το μέρος του ενός, άλλοτε δε προς το μέρος του άλλου.
ΔΙΟΓ. Και το πράγμα πώς ετελείωσε, Κράτη; διότι ενδιαφέρομαι να το ακούσω.
ΚΡΑΤ. Και οι δύο απέθαναν την αυτήν ημέραν, αι δε κληρονομίαι περιήλθαν εις τον Ευνόμιον και τον Θρασυκλέα, συγγενείς οι οποίοι ουδέποτε εφαντάζοντο ότι θα εκληρονόμουν. Θείος και ανεψιός ταξειδεύοντες από Σικυώνος εις Κίρραν, κατελήφθησαν εις το μέσον του πορθμού υπό σφοδρού βορειοδυτικού, ο οποίος, τους ανέτρεψε και τους εβύθισε.
ΔΙΟΓ. Καλά έπαθαν. Ημείς δε όταν εζούσαμεν δεν είχαμεν τοιαύτας ιδέας μεταξύ μας• ούτε εγώ ευχήθηκα ποτέ ν' αποθάνη ο Αντισθένης διά να κληρονομήσω την βακτηρίαν του—είχε δε μίαν πολύ δυνατήν από αγριεληάν — ούτε συ, νομίζω, Κράτη, επεθύμεις ν' αποθάνω διά να κληρονομήσης τα κτήματά μου, το πιθάρι και την σακκούλαν, η οποία περιείχε δύο χοίνικας λούπινα.
ΚΡΑΤ. Διότι δεν είχα καμμίαν ανάγκην από αυτά, αλλ' ούτε και συ, Διογένη. Όσα μας εχρειάζοντο τα εκληρονομήσαμεν, συ από τον Αντισθένην και εγώ από σε, τα οποία είνε πολύ μεγαλείτερα και ευγενέστερα από το βασίλειον των Περσών.
ΔΙΟΓ. Ποία εννοείς;
ΚΡΑΤ. Την σοφίαν, την ολιγάρκειαν, την αλήθειαν, την ειλικρίνειαν και την ελευθερίαν.
ΔΙΟΓ. Ναι, ενθυμούμαι ότι αυτόν τον πλούτον εκληρονόμησα από τον Αντισθένην και εις εσέ αφήκα έτι περισσότερα.
ΚΡΑΤ. Οι άλλοι όμως δεν απέδιδαν σημασίαν εις αυτά τα κτήματα και κανείς δεν μας επεριποιείτο με την ελπίδα της κληρονομίας, αλλ' όλοι απέβλεπαν εις το χρήμα.
ΔΙΟΓ. Ευλόγως, διότι δεν είχαν πού να φυλάξουν τα δικά μας αγαθά. Από τας απολαύσεις ήσαν διάτρητοι, καθώς τα σάπια βαλάντια• ώστε και αν συνέβαινε να εισαγάγη κανείς εις αυτούς σοφίαν ή ελευθεροστομίαν και αλήθειαν εξέφευγεν αμέσως και κατέρρεε, καθότι ο πυθμήν δεν ηδύνατο να υποβαστάση• δήλα δή κάτι ανάλογον με εκείνο το οποίον παθαίνουν αι θυγατέρες του Δαναού που προσπαθούν να γεμίσουν το τρύπιο πιθάρι• τον χρυσόν όμως εφύλατταν με δόντια και νύχια και με πάντα τρόπον.
ΚΡΑΤ. Λοιπόν ημείς μεν θα έχωμεν και εδώ τον πλούτον μας, αυτοί δε θα έλθουν με ένα μόνον οβολόν και αυτόν μέχρις ου πληρώσουν τον πορθμέα.
12. &Αλεξάνδρου, Αννίβου, Μίνωος και Σκηπίωνος.&
ΑΛΕΞ. Εγώ πρέπει να προτιμηθώ από σε, Αφρικανέ• διότι είμαι καλλίτερός σου.
ΑΝ. Όχι δα, εγώ.
ΑΛΕΞ. Λοιπόν ο Μίνως ας δικάση.
ΜΙΝ. Πρώτον ειπέτε μου ποίοι είσθε.
ΑΛΕΞ. Αυτός μεν εδώ είνε ο Αννίβας ο Καρχηδόνιος, εγώ δε Αλέξανδρος ο υιός του Φιλίππου.
ΜΙΝ. Αληθώς είσθε ένδοξοι και οι δύο. Αλλά διατί φιλονεικείτε;
ΑΛΕΞ. Περί πρωτείων, διότι αυτός εδώ διατείνεται ότι υπήρξε στρατηγός καλλίτερος από εμέ, εγώ δε, καθώς όλοι γνωρίζουν όχι μόνον αυτού, αλλ' όλων σχεδόν των προ εμού υπήρξα ανώτερος εις τους πολέμους.
ΜΙΝ. Λοιπόν έκαστος ιδιαιτέρως ας ομιλήση, συ δε πρώτος ο Αφρικανός έχεις τον λόγον.
ΑΝ. Τούτο, ω Μίνω, εκέρδισα εδώ κάτω ότι έμαθα και την Ελληνικήν γλώσσαν,{17} ώστε ουδέ κατά τούτο δύναται ούτος να με υπερβάλη. Φρονώ δε μάλιστα ότι εκείνοι προ πάντων είνε αξιέπαινοι όσοι δεν ήσαν εξ αρχής τίποτε και όμως διά των ιδίων προσπαθειών και της ευφυίας των προώδευσαν μεγάλως, εδοξάσθησαν και εκρίθησαν άξιοι να ανατεθή εις αυτούς η αρχή. Εγώ λοιπόν με ολίγους εκστρατεύσας εις την Ιβηρίαν ως υπαρχηγός του αδελφού μου, εκρίθην άξιος και μου ανετέθησαν τα μεγαλείτερα αξιώματα• και όχι μόνον τους Κελτίβηρας υπέταξα και τους Γαλάτας ενίκησα τους προς δυσμάς κατοικούντας, αλλ' υπερβάς και τα μεγάλα όρη τα πέριξ του Ιριδανού, επέδραμα εις όλας τας εκείθεν χώρας, κατέστρεψα τόσας πόλεις και την πεδινήν Ιταλίαν υπέταξα και μέχρι των προαστείων της πρωτευούσης πόλεως έφθασα και τόσους εφόνευσα εντός μιας ημέρας, ώστε τα δακτυλίδια των εμετρήθησαν με μεδίμνους και τους ποταμούς εγεφύρωσα με νεκρούς. Και ταύτα πάντα έπραξα, χωρίς ούτε του Άμμωνος υιός να λέγωμαι, ούτε να προσποιούμαι ότι είμαι θεός ή να διηγούμαι όνειρα της μητρός μου, αλλ' ωμολόγουν ότι είμαι άνθρωπος και είχα αντιπάλους τους συνετωτέρους των στρατηγών, και κατά των μαχιμωτέρων στρατιωτών επολέμησα• δεν ενίκησα Μήδους και Αρμενίους οίτινες έφευγον πριν τους καταδιώξη κανείς και παρέδιδαν ευθύς την νίκην εις εκείνον ο οποίος είχεν ολίγην τόλμην. Ο Αλέξανδρος δε εύρων έτοιμον κράτος από τον πατέρα του ηύξησε την δύναμίν του και πάρα πολύ εξέτεινε τα όριά του με την βοήθειαν της τύχης. Αφού δε ενίκησε και τον ελεεινόν εκείνον Δαρείον εις τον Ισσόν και τα Άρβηλα κατετρόπωσε, απαρνηθείς τα πάτρια ήθη, είχε την αξίωσιν να προσκυνήται και τα ήθη των Μήδων προσέλαβε και εφόνευε τους φίλους του κατά τα συμπόσια και μόνος εξετέλει τας θανατικάς του καταδίκας. Εγώ δε εκυβέρνησα με δικαιοσύνην την πατρίδα μου, και όταν μ' εκάλεσε, διότι οι εχθροί κατέπλευσαν με στόλον μέγαν εις την Αφρικήν, ευθύς υπήκουσα και ως απλούς πολίτης προσεφέρθην εις την υπεράσπισίν της• και όταν κατεδικάσθην αγογγύστως υπέφερα την καταδίκην. Τοιαύτα δε έπραξα, ενώ είμαι βάρβαρος και άγευστος της Ελληνικής παιδείας και ούτε τας Ραψωδίας του Ομήρου γνωρίζω απ' έξω όπως αυτός, ούτε τον σοφόν Αριστοτέλη είχα διδάσκαλον, τα πάντα δε οφείλω εις την ευφυίαν μου. Και δι' αυτά υποστηρίζω ότι είμαι καλλίτερος του Αλεξάνδρου. Εάν δε αυτός είνε καλλίτερος, διότι φέρει περί την κεφαλήν βασιλικόν διάδημα, ίσως μεν εις τους Μακεδόνας φαίνεται τούτο σπουδαίον, πραγματικώς όμως δεν είνε διά τούτο καλλίτερος γενναίου και στρατηγικού ανδρός, ο οποίος ανεδείχθη μάλλον διά της αξίας του παρά διά της τύχης.
ΜΙΝ: Δεν ωμίλησεν άσχημα, ουδέ ως θα επερίμενε κανείς από ένα Αφρικανόν. Συ δε, Αλέξανδρε, τι απαντάς εις αυτά;
ΑΛΕΞ. Έπρεπεν, ω Μίνω, να μη απαντήσω τίποτε προς άνθρωπον τόσον αυθάδη• διότι αρκεί και μόνον η φήμη διά να σε πληροφορήση ποίος μεν βασιλεύς υπήρξα εγώ, τι δε ληστής ήτο αυτός. Αλλ' όμως άκουσε διά να ίδης πόσον ανώτερος αυτού υπήρξα. Νέος ακόμη ανέλαβα την εξουσίαν και ανήλθα εις θρόνον σαλευόμενον, και κατεδίωξα τους φονείς του πατρός μου• αφού δε εστερέωσα την εξουσίαν μου εις την Μακεδονίαν και κατεπτόησα την Ελλάδα διά της καταστροφής των Θηβών και ανεκηρύχθην στρατηγός υπό των Ελλήνων, δεν ηρκέσθην να βασιλεύω επί των Μακεδόνων και δεν περιωρίσθην εις όσα ο πατήρ μου μού αφήκε, αλλ' απεφάσισα να υποτάξω όλην την γην και εθεώρουν ως αποτυχίαν εάν δεν κατώρθωνα να γείνω κύριος όλου του κόσμου. Έχων δε ολιγάριθμον στρατόν εισέβαλα εις την Ασίαν και εις τον Γρανικόν ενίκησα μεγάλην νίκην και υποτάξας την Λυδίαν την Ιωνίαν και Φρυγίαν, από νίκης εις νίκην έφθασα μέχρι του Ισσού, όπου μ' επερίμενεν ο Δαρείος με πολλάς μυριάδας στρατού• γνωρίζετε δε, Μίνω, πόσους νεκρούς σας έστειλα εντός μιας ημέρας, διότι λέγεται ότι το πορθμείον δεν ήρκεσε και ο Χάρων ηναγκάσθη να κατασκευάση σχεδίας διά να περάση τους περισσοτέρους. Και εις τας μάχας αυτάς εμαχόμην μεταξύ των πρώτων και δεν απέφευγα τα τραύματα. Και διά να μη σου διηγούμαι όσα έπραξα εις την Τύρον και εις τα Άρβηλα, περιορίζομαι να σου είπω ότι και μέχρι των Ινδιών έφθασα και τον Ωκεανόν έκαμα όριον του κράτους μου και τους ελέφαντας των Ινδών εκυρίευσα και τον Πώρον αιχμαλώτισα. Υπερβάς δε τον Τάναϊν, ενίκησα εις μεγάλην ιππομαχίαν και τους Σκύθας, πολεμιστάς όχι ευκαταφρονήτους, και τους φίλους ευηργέτησα και τους εχθρούς εξεδικήθην. Εάν δε οι άνθρωποι με ενόμιζον θεόν, είνε συγγνωστοί διότι εκ του μεγέθους των πράξεών μου επίστευσαν τοιούτον τι περί εμού. Επί τέλους εγώ μεν απέθανα βασιλεύς, αυτός δε εξόριστος πλησίον του Βιθυνού Προυσία, όπως ήξιζεν εις ένα τόσω πανούργον και σκληρόν άνθρωπον. Πώς δε ενίκησε τους Ιταλούς είνε γνωστόν? δεν τους ενίκησε με την δύναμιν, αλλά με πονηρίαν και απιστίαν και δόλους, με τίποτε δε νόμιμον και φανερόν. Επειδή δε κατηγόρησε τον τρυφηλόν μου βίον, φαίνεται ότι ελησμόνησε τι έπραττεν εις την Καπύην, συγκυλιόμενος με εταίρας και κατατρίβων εις διασκεδάσεις ο ανόητος καιρόν τον οποίον έπρεπε να χρησιμοποίηση εις τον πόλεμον. Εγώ δε θεωρήσας ασήμαντα τα προς δυσμάς μέρη, εστράφην μάλλον προς ανατολάς• διότι τι μέγα κατόρθωμα θα ήτο αν υπέτασσα αναιμωτεί την Ιταλίαν και εκυρίευα την Αφρικήν και τα μέχρι Γαδείρων μέρη; Αλλά δεν μου εφάνησαν αξιοπολέμητα τα μέρη ταύτα τα οποία μ' έτρεμαν ήδη και κύριον με ανεγνώριζαν. Αυτά είχα να είπω, συ δε, Μίνω, δίκασε• διότι αρκετά είνε και αυτά εκ των πολλών τα οποία ηδυνάμην να επικαλεσθώ.
ΣΚΗΠ. Παρακαλώ να μη αποφασίσης πριν ακούσης και εμέ.
ΜΙΝ. Ποίος είσαι συ και πόθεν έρχεσαι;
ΣΚΗΠ. Ρωμαίος στρατηγός, το όνομα Σκηπίων, ο οποίος κατέστρεψα την Καρχηδόνα και ενίκησα τους Αφρικανούς εις μεγάλας μάχας.
ΜΙΝ. Λοιπόν τι έχεις να 'πης και συ;
ΣΚΗΠ. Λέγω ότι είμαι κατώτερος του Αλεξάνδρου, αλλά καλλίτερος από τον Αννίβαν, αφού τον ενίκησα και τον ηνάγκασα να φύγη ατίμως. Δεν είνε λοιπόν αναίσχυντος αυτός, ο οποίος συγκρίνεται προς τον Αλέξανδρον, προς τον οποίον ούτε εγώ ο Σκηπίων, ο οποίος τον ενίκησα, τολμώ να παραβάλλομαι;
ΜΙΝ. Μα τον Δία, πολύ σωστά τα λέγεις Σκηπίων ώστε πρώτος μεν αναγνωρίζεται ο Αλέξανδρος, έπειτα δε συ, και κατόπιν, αν θέλης, ας είνε τρίτος ο Αννίβας, αφού και αυτός δεν είνε ευκαταφρόνητος.
13. &Διογένους και Αλεξάνδρου.&
ΔΙΟΓ. Τι βλέπω, Αλέξανδρε, και συ απέθανες καθώς όλοι ημείς;
ΑΛΕΞ. Το βλέπεις, Διογένη• δεν είνε δε παράδοξον ότι απέθανα αφού ήμουν άνθρωπος.
ΔΙΟΓ. Λοιπόν ο Άμμων εψεύδετο όταν έλεγε ότι ήσο υιός του, ενώ συ είσαι του Φιλίππου;
ΑΛΕΞ. Εννοείται, του Φιλίππου• διότι αν ήμουν του Άμμωνος δεν θ' απέθνησκα.
ΔΙΟΓ. Και όμως και διά την Ολυμπιάδα ελέγοντο παρόμοια, ότι τάχα ένας ο δράκων συνευρίσκετο με αυτήν και ούτως εγεννήθης, ο δε Φίλιππος ηπατάτο νομίζων ότι ήσο παιδί του.
ΑΛΕΞ. Και εγώ τ' ήκουα αυτά, όπως συ, αλλά τώρα βλέπω ότι ούτε η μητέρα μου, ούτε οι Αμμώνιοι προφήται έλεγαν σωστά πράγματα.
ΔΙΟΓ. Τα ψεύδη των όμως σου εχρησίμευσαν εις τους σκοπούς σου, διότι πολλοί υπέκυψαν εις εσέ επειδή σ' ενόμιζαν θεόν. Αλλά δεν μου λες εις ποίον αφήκες την τόσην σου εξουσίαν;
ΑΛΕΞ. Δεν γνωρίζω, Διογένη• διότι δεν επρόφθασα να σκεφθώ τίποτε περί της διαδοχής• μόνον όταν απέθνησκα έδωσα το δακτυλίδι μου. εις τον Περδίκαν. Αλλά διατί γελάς, Διογένη;
ΔΙΟΓ. Διατί άλλο παρά διότι ενθυμήθηκα τα όσα έκαναν οι Έλληνες όταν κατ’ αρχάς ανέλαβες την εξουσίαν, κολακεύοντές σε και ανακηρύττοντες προστάτην και στρατηγόν κατά των βαρβάρων; Μερικοί δε σε κατέταξαν και μεταξύ των δώδεκα θεών και σου ανήγειραν ναούς και σου προσέφερον θυσίας, ως υιού δράκοντος. Αλλ' ειπέ μου πού σ' έθαψαν οι Μακεδόνες;
ΑΛΕΞ. Ακόμη ευρίσκομαι εις την Βαβυλώνα και έχουν περάσει τριάντα ημέρες από του θανάτου μου• υπόσχεται δε ο Πτολεμαίος ο υπασπιστής μου, άν ποτε του δώσουν καιρόν οι περισπασμοί τους οποίους έχει κατ' αυτάς, να με μεταφέρη εις την Αίγυπτον και να με θάψη εκεί διά να γείνω είς εκ των Αιγυπτίων θεών.
ΔΙΟΓ. Θέλεις λοιπόν να μη γελώ, Αλέξανδρε, όταν σε βλέπω και εις τον Άδην ακόμη να λες ανοησίας και να ελπίζης ότι θα γείνης Άνουβις ή Όσιρις; Αλλ' αυτά μη τα ελπίζης, ω θειότατε, διότι είνε αδύνατον, άμα μίαν φοράν κανείς περάση την λίμνην και την πύλην του Άδου, - να επιστρέψη• ούτε ο Αιακός είνε αμελής, ούτε τον Κέρβερον δύναται κανείς να περιφρονήση. Αλλ' ευχαρίστως θα ήκουα παρά σου πώς υποφέρεις όταν σκέπτεσαι πόσην ευτυχίαν αφήκες εις την γην και ήλθες εδώ, τους σωματοφύλακας και υπασπιστάς και σατράπας και τόσα πλούτη και έθνη τα οποία σ' επροσκυνούσαν και την Βαβυλώνα και τα Βάχτρα και τους ελέφαντας και την τιμήν και την δόξαν και την εντύπωσιν την οποίαν έκανες όταν εξήρχεσο με την λευκήν ταινίαν περί την κεφαλήν και με την πορφύραν. Δεν σε λυπεί η ανάμνησις όλων αυτών; Διατί κλαίεις, ανόητε; Δεν σ' εδίδαξεν ο σοφός Αριστοτέλης ουδέ αυτό, να μη νομίζης ασφαλή τα δώρα της τύχης;
ΑΛΕΞ. Ο σοφός; Αυτός ήτο ο αχρειέστατος εξ όλων των κολάκων. Εγώ μόνον γνωρίζω τι ήτο ο Αριστοτέλης, πόσα μου εζήτησε, τι μου έγραφε, πόσον κατεχράτο την αγάπην μου προς την παιδείαν, κολακεύων και επαινών με άλλοτε μεν διά το κάλλος μου, το οποίον όπως έλεγε αποτελεί μέρος του αγαθού, άλλοτε δε διά τας πράξεις και τα πλούτη μου. Διότι και τον πλούτον εθεώρει αγαθόν, διά να μη εντρέπεται να λαμβάνη και αυτός, εξ αυτού. Ήτο υποκριτής άνθρωπος, Διογένη, και πανούργος• και τούτο εκέρδισα από την σοφίαν του, ότι λυπούμαι, ως διά την απώλειαν μεγίστων ευτυχημάτων, δι' εκείνα τα οποία, ανέφερες προ ολίγου.
ΔΙΟΓ. Ξέρεις τι πρέπει να κάμης; Θα σου συμβουλεύσω ένα φάρμακον κατά της λύπης. Επειδή εδώ κάτω δεν φύεται ελλέβορος {18}, πήγαινε εις το νερόν της Λήθης και πίνε και ξαναπίνε και μη βαρεθής να πίνης• διότι τοιουτοτρόπως θα παύσης να λυπάσαι διά τα αγαθά του Αριστοτέλους. Αλλά βλέπω τον Κλείτον και τον Καλλισθένην και άλλους πολλούς να τρέχουν κατ' επάνω σου, προφανώς διά να σε κατασπαράξουν και να εκδικηθούν δι' όσα τους έκαμες• ώστε τράβα από τον άλλον αυτόν δρόμον και πίνε, ως σου είπα, πολλάκις.
14. &Φιλίππου και Αλεξάνδρου.&
ΦΙΛ. Τώρα, Αλέξανδρε, δεν δύνασαι ν'αρνηθής πλέον ότι είσαι υιός μου, διότι αν ήσουν του Άμμωνος, δεν θ' απέθνησκες.
ΑΛΕΞ. Ουδ' εγώ το ηγνόουν, πατέρα, ότι ήμουν υιός Φιλίππου του Αμύντου, αλλά παρεδέχθην το μάντευμα διότι το ενόμιζα ότι ήτο χρήσιμον εις τους σκοπούς μου.
ΦΙΛ. Τι λέγεις; Σου εφαίνετο χρήσιμον ν' αφίνης να σε εξαπατούν οι προφήται;
ΑΛΕΞ. Δεν λέγω αυτό, αλλ' οι βάρβαροι κατεπτοήθησαν και δεν μου ανθίστατο πλέον κανείς εξ αυτών, διότι ενόμιζαν ότι επολέμουν προς θεόν και ούτω ευκολώτερα τους υπέτασσα.