Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος

Part 3

Chapter 3 16 words Public domain Markdown

Αλλά θέλω να μου είπης και τούτο, ω Ερμή, εάν νομίζης ότι δύναται να υπάρξη αγαθόν άγνωστον, κτήμα ή έργον το οποίον ουδείς βλέπει και ουδείς επαινεί και αν το τοιούτον δύναται να είνε εξ ίσου ευχάριστον εις τον κάτοχον αυτού. Διά τούτου θέλω να είπω, ότι αν δεν εδημιουργούντο οι άνθρωποι, θα έμενε χωρίς θεατάς το κάλλος του σύμπαντος και θα ήμεθα κάτοχοι πλούτου, ο οποίος ούτε υπό άλλων θα εθαυμάζετο, ούτε δι' ημάς θα ήτο όσον σήμερον πολύτιμος, διότι, δεν θα είχαμεν τίποτε κατώτερον προς το οποίον να τον συγκρίνωμεν, ούτε θα είχαμεν συνείδησιν όλης της ευτυχίας μας μη βλέποντες άλλους στερουμένους των όσων ημείς απολαμβάνομεν. Το μέγα φαίνεται τοιούτον μόνον όταν συγκρίνεται προς το μικρόν. Σεις, δε αντί να με τιμήσετε δι' αυτάς μου τας πράξεις, μ' εσταυρώσατε, και αυτήν την αμοιβήν μου εδώκατε διά την προνοητικότητά μου.

Αλλά θα είπης ότι μεταξύ των ανθρώπων υπάρχουν κακούργοι και μοιχεύουν και πολεμούν και τας αδελφάς των νυμφεύονται και επιβουλεύονται την ζωήν των γονέων των. Αλλά μήπως και μεταξύ ημών των θεών δεν είνε πολλή αφθονία τοιούτων εγκλημάτων; Και πρέπει κανείς διά τούτο να κατηγορήση την Γην και τον Ουρανόν διότι μας εγέννησαν; Αλλά δύνασαι να είπης και τούτο ακόμη ότι μας δίδει πολλάς φροντίδας η επιτήρησίς των. Ο ποιμήν όμως δεν θεωρεί δυστύχημα ότι έχει το ποίμνιον και ευρίσκεται εις την ανάγκην να φροντίζη δι' αυτό• διότι αι φροντίδες αποτελούν την ευτυχίαν του• άλλως και η φροντίς είνε τέρψις διότι συντελεί να διερχώμεθα τον καιρόν χωρίς πλήξιν. Διότι τι θα εκάναμεν εάν δεν είχαμεν να φροντίζωμεν περί των ανθρώπων;

Θα διηρχόμεθα τον καιρόν με αργίαν, θα επίναμεν το νέκταρ και θα εγεμίζαμεν την γαστέρα με αμβροσίαν χωρίς να έχωμεν κανένα πόθον. Εκείνο δε το οποίον προ πάντων με πνίγει από αγανάκτησιν, είνε ότι ενώ με κατηγορείτε ότι έκαμα τους ανθρώπους και μάλιστα τας γυναίκας, όμως τας ερωτεύεσθε και δεν παύετε να κατέρχεσθε εις την γην, άλλοτε μεν εις ταύρους, άλλοτε δε εις σατύρους και κύκνους μεταμορφούμενοι και καταδέχεσθε να γεννάτε εξ αυτών θεούς. Αλλ' ίσως θα είπης ότι έπρεπε μεν να πλασθούν οι άνθρωποι, διαφορετικοί όμως και όχι ομοιάζοντες προς ημάς. Και ποίον άλλο υπόδειγμα ηδυνάμην να προτιμήσω από εκείνο το οποίον εγνώριζα ως το τελειότερον; Ή έπρεπε να κάμω τον άνθρωπον ζώον ανόητον, άγριον και θηριώδες; Αλλά τότε πώς θα προσέφεραν θυσίας εις τους θεούς και πώς θα σας απένεμον τας άλλας τιμάς αν ήσαν τοιούτοι; Αλλά σεις όταν μεν σας προσφέρουν εκατόμβας προσέρχεσθε και δεν βαρύνεσθε ούτε και αν είνε ανάγκη να μεταβήτε μέχρι του Ωκεανού «μετ' αμύμονας Αιθιοπήας {7}»• τον δε αίτιον των προσφερομένων προς υμάς τιμών εσταυρώσατε. Ως προς το ζήτημα λοιπόν των ανθρώπων, όσα είπα είνε επίσης αρκετά.

Τώρα δε μεταβαίνω εις την υπόθεσιν του πυρός και την επονείδιστον εκείνην κλοπήν. Και σ' εξορκίζω εις τους θεούς να μην αρνηθής να μου αποκριθής εις την εξής ερώτησιν• μήπως ημείς εστερήθημεν το πυρ, αφ' ότου το έχουν και οι άνθρωποι; Βεβαίως όχι. Διότι η φύσις του πράγματος τούτου είνε, μου φαίνεται, να μη ολιγοστεύη, εάν και άλλος πάρη εξ αυτού• διότι δεν σβύνει αν ανάψη κανείς άλλος. Επομένως είνε φθόνος καθαρός το τοιούτον, διότι εμποδίζατε να δοθή εις τους έχοντας ανάγκην κάτι το οποίον σεις δεν θα εστερείσθε και ουδόλως θα εζημιώνεσθε. Και όμως αφού είσθε θεοί έπρεπε να είσθε αγαθοί και «δοτήρες εάων»{8} και απηλλαγμένοι παντός φθόνου. Άλλως τε και αν ολόκληρον το πυρ αφήρουν εκ του ουρανού και το εκόμιζα κάτω εις την γην, χωρίς ν' αφήσω εξ αυτού τίποτε, η ζημία σας δεν θα ήτο μεγάλη. Διότι ουδόλως έχετε ανάγκην αυτού, καθότι ούτε κρυόνετε, ούτε την αμβροσίαν ψήνετε, ούτε τεχνητόν φως χρειάζεσθε. Εις τοις ανθρώπους δε είνε απαραίτητον το πυρ και διά τας άλλας των ανάγκας, αλλά και διά τας θυσίας, διά να διαχύνουν εις τας οδούς την κνίσσαν των θυμάτων, να θυμιάζουν διά του λιβανωτού και να καίουν τα μηρία επί των βωμών. Γνωρίζω δε πόσον σας ευχαριστεί ο καπνός των θυσιών και ότι αυτήν την ευωχίαν νομίζετε ως την νοστιμωτέραν, όταν η κνίσσα φθάνη εις τον ουρανόν «ελισσομένη περί καπνώ {9}». Επομένως η κατηγορία αύτη είνε όλως εναντία προς τας διαθέσεις σας. Απορώ δε πώς δεν διατάσσετε και τον ήλιον να παύση να φωτίζη τους ανθρώπους• διότι και αυτός είνε πυρ, πολύ θαυμαστότερον και φλογερώτερον. Ή και εκείνον κατηγορείτε ότι ασωτεύει την περιουσίαν σας; Αυτή είνε η απολογία μου. Σεις δε, Ερμή και Ήφαιστε, εάν νομίζετε ότι είπα τίποτε, το οποίον δεν είνε ορθόν, ελέγξετε και επανορθώσετέ με, εγώ δε θα απολογηθώ εκ νέου.

ΕΡΜ. Δεν είνε εύκολον, ω Προμηθεύ, να συναγωνισθή κανείς προς δικηγόρον τόσον δυνατόν. Αλλά να είσαι ευχαριστημένος ότι ο Ζευς δεν ήκουσε την απολογίαν σου• διότι αντί ενός δέκα έξ αετούς θα έστελλε να σου σπαράσσουν τα εντόσθια. Τόσον φοβερόν κατηγορητήριον του έκαμες, ενώ εφαίνεσο απολογούμενος. Αλλά δεν εννοώ πώς, ενώ είσαι μάντις, δεν προέβλεπες ότι θα υποστής τοιαύτην τιμωρίαν.

ΠΡΟΜ. Εγνώριζα, ω Ερμή, και αυτό και ότι πάλιν θ' απολυθώ γνωρίζω. Εντός ολίγου καιρού θα έλθη κάποιος εκ Θηβών, αδελφός σου, ο οποίος θα τοξεύση και θα φονεύση τον αετόν, όστις, ως λέγεις, θα έλθη να με βασανίζη.

ΕΡΜ. Εύχομαι να γίνουν όλα αυτά, Προμηθεύ, και να σ' επανίδω ελεύθερον και συντρώγοντα με ημάς, αλλ' όχι και διανέμοντα τα κρέατα.

ΠΡΟΜ. Να είσαι βέβαιος ότι θα συμφάγω με σας. Ο Ζευς θα με λύση εις ανταπόδοσιν εκδουλεύσεως όχι μικράς, την οποίαν θα του κάμω.

ΕΡΜ. Ποίαν εκδούλευσιν; Δεν μου την λες, σε παρακαλώ;

ΠΡΟΜ. Γνωρίζεις, ω Ερμή, την Θέτιν; Αλλά δεν πρέπει να σου 'πω• πρέπει να φυλάξω το μυστικόν, διά να μου χρησιμεύση ως πληρωμή και λύτρον διά την καταδίκην μου.

ΕΡΜ. Φύλαξε το, Τιτάν, αφού αυτό νομίζεις καλλίτερον. Ημείς δε ας φύγωμεν, Ήφαιστε• διότι πλησιάζει ο αετός. Λοιπόν καλή υπομονή• και εύχομαι να έλθη ταχέως ο Θηβαίος τοξότης, που είπες, διά να σε σώση από τους σπαραγμούς του ορνέου.

ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ

1. &Διογένους και Πολυδεύκους.&

ΔΙΟΓ. Άκουσε, Πολυδεύκη, έχω μίαν παραγγελίαν να σου κάμω, άμα θα πας επάνω—και νομίζω πως αύριον είνε η σειρά σου να αναζήσης—αν ίδης πουθενά τον κυνικόν Μένιππον,—δύνασαι δε να τον εύρης εις την Κόρινθον κατά το Κράνειον {10} ή εις το Λύκειον να περιγελά τους φιλονεικούντας μεταξύ των φιλοσόφους — να του 'πης, ότι ο Διογένης, ω Μένιππε, σε καλεί, αν αρκετά εγέλασες με τα εγκόσμια, να έλθης εδώ, όπου έχεις να γελάσης πολύ περισσότερον. Διότι εκεί μεν ο γέλως είνε ακόμη διστακτικός και πολλή η αμφιβολία διά τα μετά θάνατον• εδώ όμως δεν θα παύσης να γελάς με όλη σου την καρδιά, όπως εγώ τώρα και μάλιστα όταν θα βλέπης τους πλουσίους, τους μεγιστάνας και βασιλείς τόσον ταπεινούς και ευτελείς, ώστε μόνον από το κλάψιμον διακρίνονται, και πόσον η ανάμνησις του επάνω κόσμου τους αρρωσταίνει και τους κάνει γελοίους. Αυτά να του 'πης και ακόμη όταν θα έλθη να μη λησμονήση να γεμίση την σακκούλα του λούμπινα και αν εύρη εις τας τριόδους κανένα δείπνον της Εκάτης ή αυγόν καθαρισμού ή άλλο τι τοιούτον. {11}

ΠΟΛ. Θα τα είπω όλα αυτά, Διογένη• αλλά διά να τον γνωρίσω ευκολώτερα, δεν μου λες πώς είνε το εξωτερικόν του;

ΔΙΟΓ. Είνε γέρων φαλακρός και φορεί ένδυμα μυριοτρύπητον, το οποίον είνε ανοικτόν εις κάθε άνεμον και έχει όλων των χρωμάτων τα μπαλώματα. Γελά δε πάντοτε και ως επί το πολύ εμπαίζει τους φαντασμένους εκείνους φιλοσόφους.

ΠΟΛ. Ευκολώτερον θα τον εύρω με αυτά τα χαρακτηριστικά.

ΔΙΟΓ. Θέλεις να σου παραγγείλω κάτι και διά τους ιδίους τους φιλοσόφους;

ΠΟΛ. Μάλιστα, διότι ουδέ τούτο θα μου δώση βάρος.

ΔΙΟΓ. Λοιπόν ειπέ τους εν γένει να παύσουν να φλυαρούν και περί όλων να φιλονεικούν και να φυτεύουν κέρατα {12} εις αλλήλους και κροκοδείλους να κατασκευάζουν και με τοιαύτα αλλόκοτα αινίγματα να εξασκούν τάχα τον νουν.

ΠΟΛ. Αλλά θα 'πουν ότι εγώ είμαι αμαθής και ανάξιος διά να κατακρίνω την σοφίαν των.

ΔΙΟΓ. Και συ να τους 'πης εκ μέρους μου να σκάσουν.

ΠΟΛ. Θα τα 'πω και αυτά.

ΔΙΟΓ. Εις τους πλουσίους δε, αγαπητόν Πολυδεύκιον, να 'πης και τα εξής εκ μέρους μου. Προς τι, ανόητοι, φυλάττετε τον χρυσόν; Διατί δε βασανίζετε τον εαυτόν σας να λογαριάζετε τους τόκους και να σωρεύετε τάλαντα επί ταλάντων, ενώ ένας μόνον οβολός θα σας χρειασθή διά να έλθετε εδώ μετ' ολίγον;

ΠΟΛ. Θα τα 'πω και αυτά προς εκείνους.

ΔΙΟΓ. Αλλά και εις τους ωραίους και δυνατούς να πης, εις τον Μέγιλλον λ. χ. τον Κορίνθιον και τον Δαμόξενον τον παλαιστήν, ότι εδώ ούτε τα ξανθά μαλλιά, ούτε τα λαμπρά ή μαύρα μάτια, ή το ερύθημα του προσώπου υπάρχει πλέον μετά θάνατον, ούτε νεύρα έντονα ή ώμοι δυνατοί, αλλ' όλοι είμεθα μία και η αυτή σκόνη, ως λέγει και η παροιμία, και κρανία γυμνά, από κάθε κάλλος.

ΠΟΛ. Δεν είνε δύσκολον να 'πω και αυτά εις τους ωραίους και ισχυρούς.

ΔΙΟΓ. Και εις τους πτωχούς, ω Λάκων, — διότι πολλοί μεταξύ αυτών είνε οι λυπούμενοι διά την τύχην των και καταρώμενοι την πενίαν — λέγε να μη κλαίουν, ούτε να οδύρωνται και να διηγηθής την ισοτιμίαν η οποία επικρατεί εδώ και ότι εδώ θα ίδουν τους εκεί πλουσίους κατ' ουδέν καλλιτέρους από αυτούς. Και εις τους δικούς σου δε τους Λακεδαιμονίους να 'πης, αν θέλης, εκ μέρους μου και να τους επιπλήξης ότι εχαυνώθησαν.

ΠΟΛ. Ά, μη λες τίποτε περί των Λακεδαιμονίων, Διογένη, διότι δεν θα το ανεχθώ. Όσα όμως παρήγγειλες διά τους άλλους θα τα 'πω.

ΔΙΟΓ. Αφού το θέλεις, ας αφήσωμεν τους Λακεδαιμονίους, αλλά μη παραλείψης να 'πης εις τους άλλους όσα σου παρήγγειλα.

2. &Πλούτων ή κατά Μενίππου.&

ΚΡΟΙΣΟΣ. Δεν υποφέρομεν πλέον, ω Πλούτων, να συγκατοική με ημάς αυτός ο σκυλάνθρωπος• ώστε ή αυτόν μετάθεσε ή ημείς να μετοικήσωμεν εις άλλο μέρος.

ΠΛΟΥΤ. Τι κακόν σας κάνει αφού και αυτός είνε νεκρός όπως σεις;

ΚΡ. Οσάκις ημείς κλαίομεν και στενάζομεν, ενθυμούμενοι όσα αφήκαμεν επάνω, ο μεν Μίδας αυτός τον χρυσόν, ο δε Σαρδανάπαλος τας πολλάς απολαύσεις και εγώ τους θησαυρούς, μας περιγελά και μας υβρίζει και μας αποκαλεί ανδράποδα και καθάρματα, ενίοτε δε και τραγουδεί και ταράσσει την θλίψιν μας και κατά πάντα τρόπον είνε οχληρός.

ΠΛ. Τ' είν' αυτά που λέγουν, Μένιππε;

ΜΕΝ. Είνε αληθινά, ω Πλούτων. Τους μισώ αυτούς διότι είνε χυδαίοι και απαίσιοι. Δεν αρκεί ότι έζησαν κακώς, αλλά και αφού απέθαναν ακόμη ενθυμούνται και ποθούν τα του κόσμου• ευχαριστούμαι λοιπόν να τους πειράζω.

ΠΛ. Δεν πρέπει όμως• διότι δεν εστερήθησαν μικρά πράγματα και η λύπη των δεν είνε αδικαιολόγητος.

ΜΕΝ. Και συ, είσαι ανόητος, ω Πλούτων, και συμφωνείς με τους στεναγμούς των;

ΠΑ. Καθόλου, αλλά δεν θέλω να ερίζετε.

ΜΕΝ. Και όμως, φαυλότατοι Λυδοί και Φρύγες και Ασσύριοι, μάθετε ότι δεν θα παύσω• διότι όπου και αν θα πάτε θα σας ακολουθήσω διά να σας πειράζω, να σας ξεκουφαίνω και να σας εμπαίζω.

ΚΡ. Δεν είνε ύβρεις αυταί;

ΜΕΝ. Όχι, ύβρεις είνε εκείνα τα οποία εκάνετε σεις, αξιούντες να σας προσκυνούν, εξευτελίζοντες ανθρώπους ελευθέρους και ουδόλως ενθυμούμενοι ότι υπάρχει και θάνατος. Λοιπόν κλαίετε τώρα διότι εστερήθητε όλα εκείνα.

ΚΡ. Αλλοίμονον, εχάσαμεν πολλά και μεγάλα.

ΜΙΔ. Πόσον χρυσόν εγώ.

ΣΑΡΔ. Πόσας δε απολαύσεις εγώ.

ΜΕΝ. Λαμπρά, έτσι σας θέλω, να οδύρεσθε, εγώ δε να τραγουδώ και να σας ενθυμίζω αδιακόπως το «γνώθι σαυτόν»• διότι ταιριάζει ως επωδός εις αυτούς τους κλαυθμούς.

3. &Μενίππου, Αμφιλόχου και Τροφωνίου.&

ΜΕΝ. Σεις, ω Τροφώνιε, και Αμφίλοχε, ενώ είσθε νεκροί δεν γνωρίζω πώς σας έκτισαν ναούς και θεωρείσθε μάντεις και οι ανόητοι άνθρωποι σας νομίζουν θεούς.

ΑΜΦ. Τι πταίομεν λοιπόν ημείς εάν εκείνοι εξ ανοησίας έχουν τοιαύτας ιδέας περί νεκρών;

ΜΕΝ. Αλλά δεν θα τας είχαν, εάν σεις όταν εζήτε δεν εκάνετε αγυρτείας διά να τους πείσετε ότι προβλέπετε τα μέλλοντα και ότι δύνασθε να τα 'πήτε -εις τους ερωτώντας.

ΤΡΟΦ. Ο Αμφίλοχος απ' εδώ, ω Μένιππε, ας σου απαντήση εις αυτά, εγώ δε είμαι ήρως και δίδω χρησμούς εις εκείνους οι οποίοι κατεβαίνουν εις το σπήλαιόν μου. Φαίνεται ότι δεν επήγες ποτέ εις την Λεβαδείαν, άλλως δεν θα εδυσπίστεις προς τα λεγόμενα παρ' εμού.

ΜΕΝ. Τι λες; Εάν δεν επήγα εις την Λεβαδείαν και τυλιγμένος εις σινδόνια κατά τρόπον γελοίον, κρατών δε εις τα χέρια προσφοράν δεν εισήλθα διά του χαμηλού στομίου εις το σπήλαιον, δεν θα μου ήτο δυνατόν να γνωρίζω ότι είσαι νεκρός καθώς ημείς και μόνον κατά την αγυρτείαν διαφέρεις; Αλλά σε εξορκίζω εις την μαντικήν σου, δεν μου λες τι είνε ήρως; διότι δεν το ξέρω.

ΤΡΟΦ. Κάτι σύνθετον εξ ανθρώπου και θεού.

ΜΕΝ. Το οποίον ούτε άνθρωπος είνε, ως λέγεις, ούτε θεός και είνε και τα δύο; Τώρα δε τι απέγεινε το θείον σου ήμισυ;

ΤΡΟΦ. Ευρίσκεται εις την Βοιωτίαν, ω Μένιππε, και δίδει χρησμούς.

ΜΕΝ. Αυτό το οποίον λέγεις, ω Τροφώνιε, δεν το ξέρω• αλλ' εκείνο που βλέπω καθαρά είναι ότι είσαι καθ' ολοκληρίαν νεκρός.

4. &Ερμού και Χάρωνος.&

ΕΡΜ. Έλα να λογαριάσωμεν, αν θέλης, ω πορθμεύ, πόσα μου χρεωστείς έως τώρα, διά να μη έχωμεν πάλιν φιλονεικίας δι' αυτά.

ΧΑΡ. Ας λογαριασθούμεν, ω Ερμή. Αυτό είνε το καλλίτερον και διά την ησυχίαν μας.

ΕΡΜ. Μου παρήγγειλες και σου έφερα μίαν άγκυραν πέντε δραχμών.

ΧΑΡ. Πολλά λες.

ΕΡΜ. Μα τον Πλούτωνα, πέντε δραχμάς την ηγόρασα, και ένα σπάγγον διά τους σκαρμούς δύο οβολών.

ΧΑΡ. Λοιπόν, βάλε πέντε δραχμάς και δύο οβολούς.

ΕΡΜ. Και μίαν σακκορράφαν διά το πανί• επλήρωσα πέντε οβολούς.

ΧΑΡ. Πρόσθεσε και αυτούς.

ΕΡΜ. Σου έφερα επίσης κερί διά να φράξης του πλοιαρίου τα ανοίγματα, προσέτι δε καρφιά και σχοινί με το οποίον έκαμες την υπέραν• όλα δύο δραχμάς.

ΧΑΡ. Και αυτά εις καλήν τιμήν τα ηγόρασες.

ΕΡΜ. Αυτά είνε, εκτός αν ελησμονήσαμεν τίποτε. Πότε λοιπόν λες να μου τα πληρώσης αυτά;

ΧΑΡ. Τώρα, ω Ερμή, είνε αδύνατον• αν δε κανένα θανατικόν ή πόλεμος μας στείλη κάτω πολλούς, θα γείνη τρόπος να κερδίσω, διότι θα δύναμαι να τους γελώ εις τον λογαριασμόν των πορθμείων.

ΕΡΜ. Λοιπόν εγώ διά να πάρω όσα έχω να λαμβάνω πρέπει να εύχωμαι να συμβούν συμφοραί;

ΧΑΡ. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, ω Ερμή. Τώρα δε όπως βλέπεις μας έρχονται ολίγοι, διότι εις τον κόσμον είνε ειρήνη.

ΕΡΜ. Προτιμότερον αυτό, αν έτσι αναβάλλεται η εξόφλησις. Αλλ' ενθυμείσαι, ω Χάρων, πώς ήσαν οι παλαιοί οι οποίοι μας ήρχοντο εδώ; Όλοι ανδρείοι, καταιματωμένοι και πληγωμένοι οι περισσότεροι; Τώρα δε όποιος έρχεται ή υπό του τέκνου του εδηλητηριάσθη ή υπό της γυναικός του ή έχει πρισμένην την κοιλιάν και τα σκέλη εκ της πολυφαγίας, όλοι δε είνε ωχροί και άθλιοι, ουδόλως ομοιάζοντες προς εκείνους• και οι πλείστοι εξ αυτών φαίνεται ότι έρχονται εξ αιτίας επιβουλών διά χρήματα.

ΧΑΡ. Ναι, είνε περιπόθητον το χρήμα.

ΕΡΜ. Λοιπόν δεν μου φαίνεται ότι και εγώ έχω άδικον να σου ζητώ όσα μου οφείλεις.

5. &Πλούτωνος και Ερμού.&

ΠΛΟΥΤ. Γνωρίζεις τον γέροντα, τον πολύ γέροντα, τον πλούσιον Ευκράτην, ο οποίος δεν έχει μεν παιδιά, αλλ' έχει πεντακισμυρίους κόλακας που θέλουν να τον κληρονομήσουν;

ΕΡΜ. Ναι, λέγεις τον Σικυώνιον. Λοιπόν τι;

ΠΛΟΥΤ. Αυτόν μεν, ω Ερμή, άφησε να ζήση και μετά τα ενενήντα έτη, τα οποία έζησε και να του χαρίσης άλλα τόσα, και αν δυνατόν ακόμη περισσότερα• τους δε κόλακάς του, τον νέον Χαρίνον και τον Δάμονα και τους άλλους όλους φέρε τους εδώ κάτω το ταχύτερον.

ΕΡΜ. Αυτό θα φανή άτοπον.

ΠΛΟΥΤ. Εξ εναντίας δικαιότατον• διότι διατί αυτοί εύχονται ν' αποθάνη εκείνος και διατί θέλουν να πάρουν τα χρήματά του, χωρίς να έχουν καμμίαν συγγένειαν προς αυτόν; Και το αισχρότερον είνε ότι, ενώ επιθυμούν τον θάνατόν του, εις το φανερόν τον περιποιούνται, και όταν ασθενή, οι σκοποί των είνε φανεροί εις όλους και όμως υπόσχονται να προσφέρουν θυσίας εις τους θεούς διά την ανάρρωσίν του και παντοιοτρόπως τον κολακεύουν. Δι' αυτά αυτός μεν ας μένη εις την ζωήν, αυτοί δε ας προαποθάνουν και ας μείνουν με το στόμα ανοικτόν.

ΕΡΜ. Το αξίζουν να πάθουν αυτό το παιγνίδι διά την πανουργίαν των. Αλλά και εκείνος δεν τους εμπαίζει ολιγώτερον• τους τρέφει με ελπίδας και ενώ φαίνεται ετοιμοθάνατος αντέχει περισσότερον από τους νέους. Αυτοί δε τώρα έχουν διαιρέσει μεταξύ των την περιουσίαν του και πλουτούν με την φαντασίαν των.

ΠΛΟΥΤ. Λοιπόν αυτός μεν ας αποβάλη το γήρας και, καθώς ο Ιόλεως {13} ας επανέλθη εις την νεότητα. Αυτοί δε ας αφήσουν τας ελπίδας και τον ονειροποληθέντα πλούτον και ας έλθουν εδώ διά να τιμωρηθούν επαξίως της κακίας των.

ΕΡΜ. Μη σε μέλει, ω Πλούτων• θα τους φέρω τον ένα μετά τον άλλον• είνε δε νομίζω επτά.

ΠΛΟΥΤ. Φέρε τους, ο δε Ευκράτης ας τους θάψη όλους και από γέρος ας γείνη πάλιν έφηβος.

6. &Τερψίωνος και Πλούτωνος.&

ΤΕΡΨ. Είνε δίκαιον αυτό, Πλούτων, ν' αποθάνω εγώ εις ηλικίαν τριάκοντα ετών, ο δε γέρων Θούκριτος να ζη ακόμη, ενώ έχει περάσει τα ενεννήντα;

ΠΛΟΥΤ. Δικαιότατον, ω Τερψίων, αφού αυτός μεν ζη χωρίς να εύχεται ν' αποθάνη κανείς εκ των φίλων του, συ δε καθ' όλον τον καιρόν επεβουλεύεσο την ζωήν του, περιμένων να τον κληρονομήσης.

ΤΕΡΨ. Και δεν έπρεπε αυτός, ο οποίος είνε γέρων και δεν δύναται πλέον ν'απολαύση τον πλούτον, να φύγη εκ της ζωής και να παραχωρήση την περιουσίαν του εις τους νέους;

ΠΛΟΥΤ. Νέους νόμους θέλεις να εισαγάγης, Τερψίων, ώστε ο μη δυνάμενος να μεταχειρισθή τον πλούτον προς τέρψιν ν' αποθνήσκη• αλλ' η Μοίρα και η φύσις άλλως ώρισαν.

ΤΕΡΨ. Λοιπόν, αυτήν την τάξιν κατακρίνω• έπρεπε να γίνονται τα πράγματα ούτω πως, ώστε ο γεροντότερος ν' αποθνήσκη προτήτερα και μετ' αυτόν ο κατόπιν ερχόμενος κατά την ηλικίαν• να μη γίνεται δε καμμία παράβασις αυτού του κανόνος, και να ζη μεν ο υπέργηρως, ο οποίος έχει τρία δόντια ακόμη, μόλις βλέπει, στηρίζεται επί τεσσάρων υπηρετών διά να βαδίζη και τρέχει η μύτη του, είνε δε τσιμπλιασμένα τα μάτια του και δεν έχει πλέον καμμίαν απόλαυσιν, οι δε νέοι τον εμπαίζουν ως ζωντανόν τάφον, και ν' αποθνήσκουν προ αυτού οι ωραιότεροι και ευρωστότεροι νέοι. Αυτό είνε άνω ποταμών. Τουλάχιστον έπρεπε να γνωρίζωμεν πότε θ' αποθάνη έκαστος γέρων, διά να μη περιποιούμεθα μερικούς εξ αυτών εις μάτην. Τώρα δε συμβαίνει το λεγόμενον υπό της παροιμίας, ότι η βωδάμαξα πολλάκις σύρει τα βώδια.

ΠΛΟΥΤ. Όπως γίνονται τα πράγματα είνε λογικώτερα παρά όπως τα θέλεις συ. Διατί επιδιώκετε τα ανήκοντα εις τους άλλους και διά κολακειών προσπαθείτε να καταφέρετε τους ατέκνους γέροντας να σας υιοθετούν; Ούτω γίνεσθε γελοίοι αποθνήσκοντες προτήτερα από εκείνους και ο κόσμος διασκεδάζει διά λογαριασμόν σας• διότι όσον σεις εύχεσθε ν' αποθάνουν εκείνοι, τόσον ευχαριστούνται οι άλλοι όταν προαποθαίνετε. Είνε νέα τέχνη αυτή την οποίαν σεις επενοήσατε, ν' αγαπάτε τας γραίας και τους γέροντας, όταν είνε άτεκνοι, ν' αδιαφορήτε δε δι' αυτούς, αν έχουν τέκνα. Ούτω δε πολλοί εκ των γερόντων, εννοούντες τους σκοπούς σας και αν τύχη να έχουν τέκνα, προσποιούνται ότι τα μισούν, διά να έχουν και αυτοί την αγάπην σας. Έπειτα δε εις τας διαθήκας των, αποκλείονται μεν οι φίλοι, επικρατούν δε τα τέκνα και η φύσις, όπως είνε δίκαιον, οι δε κόλακες βλέποντες ότι εγελάσθηκαν, τρίζουν από πείσμα τα δόντια.

ΤΕΡΨ. Αυτά είνε αληθινά. Πόσα μου έφαγεν εμένα ο Θούκριτος, που εφαίνετο ότι από στιγμής εις στιγμήν θ' αποθάνη ! Οσάκις εισηρχόμην να τον ιδώ εστέναζε και εξέπεμπε κάτι τι βαθύ από το στήθος του, ως νεοσσός ατελής, ο οποίος μικροκράζει μέσα από το αυγό του. Ούτω δε εγώ νομίζων ότι μετ' ολίγον θ' αναβή επάνω εις το φέρετρον, του έστελνα πολλά δώρα, διά να συναγωνίζωμαι προς τους αντεραστάς κατά την μεγαλοδωρίαν, και πολλάκις αγρυπνούσα, σκεπτόμενος και υπολογίζων και τακτοποιών τα της κληρονομίας. Αύται αι αγρυπνίαι και αι φροντίδες έγειναν και του θανάτου μου αφορμή• ο δε γέρων αφού μου κατέπιε τόσον δόλωμα, παρέστη εις την κηδείαν μου και εγέλα διά το πάθημα μου.

ΠΛΟΥΤ. Εύγε Θούκριτε, και να ζήσης πολύ ακόμη διά να εμπαίζης τους τοιούτους• να μη αποθάνης δε πριν ή συνοδεύσης τας κηδείας όλων των κολάκων.

ΤΕΡΨ. Τώρα και εγώ θα ευχαριστηθώ πολύ, ω Πλούτων, εάν ο Χαροιάδης αποθάνη προ του Θουκρίτου.

ΠΛΟΥΤ. Να είσαι βέβαιος, Τερψίων, ότι και ο Φείδων και ο Μέλανθος και όλοι οι άλλοι θα έλθουν εδώ προ αυτού, αποστελλόμενοι υπό των ιδίων φροντίδων.

ΤΕΡΨ. Τα επιδοκιμάζω αυτά ολοψύχως. Σου εύχομαι να ζήσης πολύ, πάρα πολύ, Θούκριτε.

7. &Ζηνοφάντου και Καλλιδημίδου.&

ΖΗΝ. Συ δε, Καλλιδημίδη, πώς απέθανες; Εγώ ήμουν παράσιτος του Δεινίου και επνίγηκα διότι έφαγα πάρα πολύ• τα ξέρεις, διότι ήσουν εκεί όταν απέθανα.

ΚΑΛ. Ναι, Ζηνόφαντε. Ο δικός μου θάνατος συνέβη κατά τρόπον παράδοξον. Μήπως και συ έτυχε να γνώρισες τον γέροντα Πτοιόδωρον;

ΖΗΝ. Τον άκληρον και πλούσιον, με τον οποίον είχες πολλάς σχέσεις.

ΚΑΛ. Τον επεριποιούμην τακτικά, αυτός δε μου υπέσχετο ότι όταν μετ' ολίγον θ' απέθνησκε θα με άφινε κληρονόμον. Αλλ' επειδή το πράγμα ετράβα εις μάκρος και ο γέρων έζη περισσότερον από τον Τιθωνόν, ευρήκα ένα σύντομον δρόμον διά να φθάσω εις την κληρονομίαν• επρομηθεύθηκα δηλητήριον και έπεισα τον οινοχόον, μόλις ζητήση ο Πτοιόδωρος να πιή — πίνει δε αρκετά και άκρατον— να ρίψη εις το ποτήρι το φάρμακον, το οποίον να έχη ήδη έτοιμον• και εις αμοιβήν του υπεσχέθην με όρκον να του δώσω την ελευθερίαν του.

ΖΗΝ. Τι λοιπόν έγινε; Διότι μαντεύω ότι συνέβη κάτι πολύ παράδοξον.

ΚΑΛ. Αφού λοιπόν ελούσθημεν και εκαθήσαμεν εις το τραπέζι, ο υπηρέτης ο οποίος είχεν ήδη έτοιμα δύο ποτήρια έδωκε το μεν ένα το οποίον περιείχε το δηλητήριον εις τον Πτοιόδωρον, το δε άλλο εις εμέ. Αλλά δεν γνωρίζω πώς έγεινε το λάθος και εγώ μεν επήρα εκείνο το οποίον περιείχε το δηλητήριον, ο δε Πτοιόδωρος εκείνο το οποίον δεν είχε. Και ο μεν Πτοιόδωρος ήπιε χωρίς να πάθη τίποτε εγώ δε αμέσως έπεσα κάτω νεκρός αντί εκείνου. Πώς, γελάς, Ζηνόφαντε; Δεν κάνεις καλά να γελάς διά το δυστύχημα του φίλου σου.

ΖΗΝ. Τι να κάνω, Καλλιδημίδη; Αυτά που έπαθες είνε αστεία. Ο δε γέρων τι έκαμε;

ΚΑΛ. Κατ' αρχάς εταράχθη ολίγον διά το αιφνίδιον, έπειτα όμως εννοήσας, υποθέτω, τι συνέβη, εγέλα και αυτός διά το λάθος του οινοχόου.

ΖΗΝ. Αλλά δεν έπρεπε να πάρης το παράστρατον• από τον κανονικόν δρόμον θα ήρχετο ασφαλέστερον η κληρονομιά αν και ολίγον αργότερα.

8. &Κνήμωνος και Δαμνίππου.&

ΚΝΗΜ. Μου συνέβη εκείνο που λέγει η παροιμία• έπεσα, στο λάκκο που έσκαψα.

ΔΑΜΝ. Διατί αγανακτείς, Κνήμων;

ΚΝΗΜ. Είνε να μην αγανακτώ; Αφήκα κληρονόμον χωρίς να τον θέλω και παρέλειψα εκείνους εις τους οποίους ήθελα ν' αφήσω την περιουσίαν μου, απατηθείς κατά τρόπον ελεεινόν.

ΔΑΜΝ. Και πώς συνέβη αυτό;

ΚΝΗΜ. Επεριποιούμην τον Ερμόλαον τον πολύ πλούσιον ελπίζων εις τον θάνατόν του• και αυτός δεν εδέχετο δυσαρέστως τας περιποιήσεις μου. Ενόμισα δε ότι θα ήτο έξυπνον και συντελεστικόν εις τον σκοπόν μου να κάμω φανεράν διαθήκην με την οποίαν να τον ανακηρύττω κληρονόμον μου, διά να τον φιλοτιμήσω να κάμη και αυτός το ίδιον.

ΔΑΜΝ. Εκείνος δε τι έκαμε;

ΚΝΗΜ. Αυτός τι διαθήκην έκαμε δεν γνωρίζω• εγώ όμως απέθανα έξαφνα, διότι έπεσεν η στέγη επάνω μου, και τώρα ο Ερμόλαος έχει τα υπάρχοντά μου, σαν λαβράκι, το οποίον μαζύ με το δόλωμα εκατάπιε και το αγκίστρι.

ΔΑΜΝ. Και όχι μόνον το αγκίστρι, αλλά και σε τον ψαρράν• ώστε πραγματικώς έπεσες εις τον λάκκον που έσκαψες.

ΚΝΗΜ. Δεν το είπα; Γι' αυτό κλαίω και οδύρομαι.

9. &Σιμύλου και Πολυστράτου.&

ΣΙΜ. Επί τέλους έρχεσαι και συ, Πολύστρατε, εδώ κάτω αφού έζησες σχεδόν εκατό χρόνια;

ΠΟΛ. Ενεννήντα οκτώ, Σιμύλε.

ΣΙΜ. Και πώς επέρασες τα τριάντα τα οποία έζησες κατόπιν από εμέ; Διότι θα ήσουν εβδομήντα περίπου ετών όταν εγώ απέθανα.

ΠΟΛ. Λαμπρά, όσον παράδοξον και αν σου φαίνεται τούτο.

ΣΙΜ. Βέβαια παράδοξον μου φαίνεται ένας γέρων ασθενής και άτεκνος προσέτι να μπορέση να ζήση ευχάριστα.

ΠΟΛ. Εν πρώτοις έκανα ό,τι ήθελα• είχα δε εις την διάθεσίν μου πολλούς ωραίους παίδας και γυναίκας χαριτωμένας και αρώματα και οίνον ανθοσμίαν και τα τραπέζια μου ήσαν πλουσιώτερα από τα Σικελικά.

ΣΙΜ. Αυτά μου φαίνονται παράδοξα, διότι σε εγνώριζα πολύ φειδωλόν.

ΠΟΛ. Θα μ' εννοήσης, φίλε μου, άμα σου πω ότι οι άλλοι επλήρωναν. Από το πρωί άρχιζαν να κτυπούν την πόρτα μου οι ενδιαφερόμενοι δι' εμέ• έπειτα δε κατέφθαναν διάφορα δώρα προερχόμενα απ' όλα τα μέρη της γης.

ΣΙΜ. Μήπως εχρημάτισες τύραννος μετά τον θάνατον μου, Πολύστρατε;

ΠΟΛ. Όχι, αλλ' είχα πολυαρίθμους εραστάς.

ΣΙΜ. Με κάνεις να γελώ• εραστάς εις την ηλικίαν σου, που έχεις ακόμη μόνον τέσσαρα δόντια;

ΠΟΛ. Μα τον Δία είχα τους αρίστους της πόλεως. Μολονότι είμαι γέρων και φαλακρός, ως βλέπεις, και έχω τσιμπλιασμένα τα μάτια και η μύτη μου τρέχει, ετρελλαίνοντο να με περιποιούνται και ήτο ευτυχής εκείνος εξ αυτών, τον οποίον και μόνον ητένιζα.

ΣΙΜ. Μήπως και συ έκαμες εις κανένα εκδούλευσιν ομοίαν προς εκείνην που έκαμε ο Φάων προς την Αφροδίτην όταν εκ Χίου την επέρασε εις την απέναντι παραλίαν και εις αμοιβήν τον έκαμε εκ νέου νέον, ωραίον και αξιέραστον;

ΠΟΛ. Όχι, αλλ' όπως είμαι ήμουν περιπόθητος.

ΣΙΜ. Αυτά είνε ακατανόητα.