Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος
Part 2
ΤΡΙΤ. Το κήτος σας, ω Νηρηίδες, το οποίον εστείλατε προς την θυγατέρα του Κηφέως την Ανδρομέδαν, ούτε την κόρην έβλαψεν, ως νομίζετε, και αυτό δε ήδη εφονεύθη.
ΝΗΡ. Υπό ποίου, ω Τρίτων; Μήπως ο Κηφεύς μεταχειρισθείς την κόρην του ως δόλωμα και ενεδρεύσας μετά πολλών άλλων το εφόνευσε;
ΤΡΙΤ. Όχι. Αλλά γνωρίζετε, νομίζω, ω Ιφιάνασσα, τον Περσέα, τον υιόν της Δανάης, τον οποίον μετά της μητρός του κλεισθέντα εις κιβωτόν και ριφθέντα εις την θάλασσαν υπό του πάππου του, ελυπήθητε και εσώσατε.
Ιφ. Γνωρίζω ποίον λέγεις• θα είνε τώρα νέος και πολύ γενναίος και ευειδής.
ΤΡΕΤ. Αυτός εφόνευσε το κήτος.
ΙΦ. Διατί; Δεν έπρεπε να μας κάμη τοιαύτην αμοιβήν διά την σωτηρίαν του.
ΤΡΙΤ. θα σας διηγηθώ πώς συνέβησαν όλα. Ο Περσεύς εστάλη υπό του βασιλέως εναντίον των Γοργόνων διά να εκτελέση ένα άθλον• όταν δε έφθασεν εις την Λιβύην...
ΙΦ. Πώς, μόνος; ή είχε και συντρόφους; Διότι και η οδός είνε δύσβατος.
ΤΡΙΤ. Διά του αέρος, διότι η Αθηνά του έδωκε πτερά. Όταν δε έφθασεν εκεί όπου ζουν αι Γοργόνες, φαίνεται ότι τας εύρε να κοιμώνται και κόψας την κεφαλήν της Μεδούσης επέταξε και έφυγε.
ΙΦ. Και πώς τας είδεν αφού είνε αόρατοι; Και, αν συμβή να τας ίδη κανείς, δεν βλέπει πλέον τίποτε άλλο. {2}
ΤΡΙΤ. Η Αθηνά προέβαλλε την ασπίδα της—αυτά ήκουσα να διηγήται ο ίδιος προς την Ανδρομέδαν και τον Κηφέα κατόπιν—και επί της στιλβούσης ασπίδος, ως εις κάτοπτρον, ηδυνήθη να ίδη την μορφήν της Μεδούσης. Έπειτα αρπάσας διά της αριστεράς την κόμην της και εξακολουθών να παρατηρή εις το κάτοπτρον, απέκοψε διά της δεξιάς, εις την οποίαν εκράτει σπάθην, την κεφαλήν της, και πριν εγερθούν εκ του ύπνου αι αδελφαί της, έφυγε. Όταν δε έφθασεν εις την παράλιον Αιθιοπίαν και επέτα πλησίον της γης, βλέπει την Ανδρομέδαν δεσμευμένην επί τινος βράχου της ακτής, ωραιοτάτην, με την κόμην λυμένην και ημίγυμνον πολύ κάτω των μαστών. Και κατ' αρχάς μεν λυπηθείς αυτήν την ηρώτα διά την αιτίαν της καταδίκης της- μετ' ολίγον δε ερωτευθείς αυτήν — διότι έπρεπε να σωθή η κόρη—εσκέφθη να την βοηθήση. Όταν δε το κήτος επήρχετο πολύ φοβερόν διά να καταπίη την Ανδρομέδαν, ο νέος διά μεν της μιας χειρός του κατέφερε την σπάθην, διά δε της άλλης επιδεικνύων την Γοργόνα το απελίθωσε• και το κήτος απέθανε και απελιθώθη συγχρόνως, άμα είδε την Μέδουσαν. Τότε ο Περσεύς λύσας τα δεσμά της παρθένου την εβοήθησε να κατέλθη σιγά-σιγά εκ του βράχου, ο οποίος ήτο ολισθηρός• και τώρα την νυμφεύεται εις την οικίαν του Κηφέως, μεθό θέλει την οδηγήση εις το Άργος. Ούτω δε αντί θανάτου εύρεν εκείνη γάμον όχι τυχαίον.
ΙΦ. Εγώ να σου 'πω δεν λυπούμαι πολύ διά το γεγονός, διότι η κόρη δεν μας έπταιεν εάν η μητέρα της εκαυχάτο και διετείνετο ότι ήτο ωραιοτέρα από ημάς.
ΔΏΡ. Αλλά θα ελυπείτο διά τον θάνατόν της Ανδρομέδας αφού είνε μητέρα.
ΙΦ. Ας λησμονήσωμεν εάν μία βάρβαρος γυναίκα ωμίλησεν υπέρ την αξίαν της• αρκετά ετιμωρήθη με τον κίνδυνον τον οποίον διέτρεξεν η κόρη της, και ας χαρώμεν διά τον γάμον.
15. &Ζεφύρου και Νότου.&
ΖΕΦ. Ποτέ δεν είδα εγώ πομπήν μεγαλοπρεπεστέραν εις την θάλασσαν, αφ' ότου υπάρχω και πνέω. Συ δεν είδες τίποτε, ω Νότε;
ΝΟΤ. Ποίαν πομπήν λέγεις, Ζέφυρε, και ποίοι ήσαν οι άγοντες την πομπήν αυτήν;
ΖΕΦ. Έχασες έξοχον θέαμα, όμοιον του οποίου δεν θα ίδης ποτέ.
ΝΟΤ. Ειργαζόμην εις την Ερυθράν Θάλασσαν, έπνευσα δε και μέχρι της Ινδικής, εις τα παράλια μέρη της χώρας, και ούτω δεν είδα τίποτε εξ όσων λέγεις.
ΖΕΦ. Αλλά γνωρίζεις τον Σιδώνιον Αγήνορα.
ΝΟΤ. Ναι, τον πατέρα της Ευρώπης• ή όχι;
ΖΕΦ. Ακριβώς, περί εκείνης θα σου διηγηθώ.
ΝΟΤ. Ότι ο Ζευς την αγαπά από πολύν καιρόν; Αυτό το γνωρίζω προ πολλού.
ΖΕΦ. Καλά, τον έρωτα τον γνωρίζεις, τα κατόπιν δε θ' ακούσης τώρα. Η Ευρώπη παραλαβούσα τας φίλας και ομηλίκους της κατέβη εις την παραλίαν και έπαιζε μετ' αυτών• ο δε Ζευς ομοιωθείς προς ταύρον ωραιότατον, έπαιζε μαζύ των. Ήτο κατάλευκος, τα κέρατά του εκαμπυλούντο με χάριν και το βλέμμα του ήτο ήμερον. Εσκίρτα λοιπόν και αυτός επί της άμμου και εξέπεμπε μυκηθμούς χαράς, ούτως ώστε η Ευρώπη ετόλμησε και να τον ιππεύση. Αλλά μόλις ανέβη και εκάθησεν επί των νώτων του, ο Ζευς ώρμησεν εις την θάλασσαν φέρων αυτήν και ήρχισε να κολυμβά• αυτή δε καταπλαγείσα, διά μεν της αριστεράς εκρατήθη από το κέρατον διά να μη ολισθήση και πέση, διά δε της άλλης εκράτει τον πέπλον της, τον οποίον εφούσκωνεν ο άνεμος.
ΝΟΤ. Ωραίον θέαμα είδες, Ζέφυρε, και ερωτικόν, τον Δία κολυμβώντα και φέροντα την αγαπωμένην του επί των νώτων του.
ΖΕΦ. Τα κατόπιν είνε πολύ ωραιότερα• διότι και η θάλασσα ευθύς έγεινεν ακύμαντος και λεία, ημείς δε όλοι οι άνεμοι ησυχάσαντες, μόνον ως θεαταί παρηκολουθήσαμεν τα γινόμενα. Έρωτες δε παριπτάμενοι μικρόν υπεράνω της θαλάσσης, ούτως ώστε ενίοτε τα άκρα των ποδών των ήγγιζαν την επιφάνειαν της θαλάσσης, και κρατούντες δάδας αναμμένας, έψαλλαν τον υμέναιον. Αλλά και αι Νηρηίδες ανελθούσαι εκ του βυθού της θαλάσσης συνώδευον ιππεύουσαι επί δελφίνων, ημίγυμνοι αι περισσότεραι και χειροκροτούσαι• επίσης το γένος των Τριτώνων και όλαι αι άλλαι θαλάσσιαι θεότητες, όσων η όψις δεν είνε φοβερά, εχόρευον πέριξ της κόρης. Ο Ποσειδών καθήμενος επί άρματος, και έχων πλησίον του την Αμφιτρίτην προηγείτο και με χαράν ήνοιγε την οδόν εις τον πλέοντα αδελφόν του• εκτός δε τούτων δύο Τρίτωνες έφερον την Αφροδίτην ανακαθημένην επί κογχύλης και ρίπτουσαν παντοία άνθη προς την νύμφην. Αυτά συνέβησαν από Φοινίκης μέχρι Κρήτης• όταν δε απέβησαν εις την νήσον, ο μεν ταύρος δεν εφαίνετο πλέον, ο δε Ζευς έλαβεν εκ της χειρός την Ευρώπην και την ωδήγησεν εις το Δικταίον Σπήλαιον, ερυθριώσαν και κάτω νεύουσαν, διότι ενόει τώρα προς ποίον σκοπόν ωδηγείτο. Ημείς δε επιπνεύσαντες, άλλος άλλο μέρος της θαλάσσης συνεταράσσαμεν.
ΝΟΤ. Σε ζηλεύω, ευτυχή Ζέφυρε, δι' όσα είδες, καθ' ον καιρόν εγώ έβλεπα γρύπας και ελέφαντας και μαύρους ανθρώπους
&ΑΛΚΥΩΝ Η ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ&
&Χαιρεφών—Σωκράτης&
ΧΑΙΡ. Τι φωνή είνε αύτη, ω Σώκρατες, που ήλθε μακρόθεν από τα παράλια και το ακρωτήριον εκείνο; Πολύ ευχάριστον άκουσμα. Τι είδους ζώον άρά γε να είνε αυτό που φωνάζει; Διότι τα διαιτώμενα εις τα ύδατα ζώα είνε άφωνα.
ΣΩΚΡ. Είνε θαλάσσιον πτηνόν, ω Χαιρεφών, το οποίον ονομάζεται Αλκυών και το οποίον αιωνίως θρηνολογεί και κλαίει. Περί της Αλκυώνος υπάρχει παλαιός μύθος, κατά τον οποίον υπήρξέ ποτε γυνή, θυγάτηρ Αιόλου του Έλληνος, η οποία εθρήνει τον αποθανόντα πολυφίλητον και νεαρόν σύζυγον αυτής, Κήυκα τον Τραχίνιον υιόν Εωσφόρου του αστέρος, λαμπρού πατρός λαμπρόν υιόν• έπειτα δε κατά τινα θείαν θέλησιν μεταμορφωθείσα εις πτηνόν περιίπταται και πλανάται εις τας θαλάσσας ζητούσα εκείνον, τον οποίον δεν ηδυνήθη να εύρη πλανωμένη ανά την γην.
ΧΑΙΡ. Αυτή λοιπόν που λέγεις είνε η Αλκυών; Ποτέ εις το παρελθόν δεν είχα ακούσει την φωνήν της και το άκουσμά της μου είνε εντελώς νέον. Αληθώς είνε θρηνώδες το λάλημά της. Και ποίου μεγέθους πτηνόν είνε, ω Σώκρατες;
ΣΩΚΡ. Δεν είνε μεγάλο, αλλά μεγάλως ετιμήθη διά την φιλανδρίαν της υπό των θεών διότι όταν τα πτηνά αυτά γεννούν ο κόσμος διέρχεται τας Αλκυωνίδας λεγομένας ημέρας, αι οποίαι αν και συμπίπτουν με το μέσον του χειμώνας είνε εξαιρετικώς καλοκαιριναί, τοιαύτη δε κατ' εξοχήν είνε και η σημερινή. Δεν βλέπεις πόσον αίθριος είνε ο ουρανός, ακύμαντον δε και γαλήνιον όλον το πέλαγος και όμοιον ούτως ειπείν με καθρέπτην;
ΧΑΙΡ. Καλά λέγεις• η σημερινή ημέρα φαίνεται ότι τω όντι είνε Αλκυωνίς και η χθεσινή δε τοιαύτη ήτο. Αλλά δι' όνομα θεού, πώς να πιστεύση κανείς τα λεγόμενα υπό των παλαιών, ω Σώκρατες, ότι ποτέ έγιναν γυναίκες εκ πτηνών ή πτηνά εκ γυναικών; Διότι όλα αυτά φαίνονται μάλλον αδύνατα.
ΣΩΚΡ. Άκουσε, φίλε Χαιρεφών• ημείς οι άνθρωποι έχομεν τόσον ασθενή την κρίσιν, ώστε να μη δυνάμεθα να κρίνωμεν ακριβώς ποία τα δυνατά και ποία τα αδύνατα. Κρίνομεν με δύναμιν ανθρωπίνην πράγματα άγνωστα, ακατανόητα και αόρατα• ούτω δε πολλά και εκ των εύκολων μας φαίνονται δύσκολα και εκ των δυνατών αδύνατα, πολλάκις μεν και ένεκα απειρίας, πολλάκις δε και ένεκα νηπιότητος φρενών• και τω όντι πας άνθρωπος και ο πρεσβύτατος είνε νήπιος, καθότι μικρά και πολύ σύντομος είνε η διάρκεια της ζωής συγκρινομένη προς την διάρκειαν των αιώνων. Πώς δε δύνανται, φίλε μου, όσοι αγνοούν τας δυνάμεις των θεών και των άλλων υπερφυσικών υπάρξεων να ειπούν ποίον είνε δυνατόν ή αδύνατον εκ των τοιούτων; Παρετήρησες, Χαιρεφών, προ τριών ημερών τι χειμώνα έκανε : Και μόνον η ανάμνησις των αστραπών εκείνων και των βροντών και της φοβεράς σφοδρότητας των ανέμων προξενεί τρόμον• ενόμιζε κανείς ότι όλος ο κόσμος θα κατεστρέφετο. Αλλά μετ' ολίγον επήλθε θαυμαστή ευδία, η οποία εξακολουθεί μέχρι τούδε. Ποίον λοιπόν εκ των δύο νομίζεις μεγαλείτερον και δυσκολώτερον, να γείνη τοιαύτη γαλήνη εξ εκείνης της τρομεράς καταιγίδος και ανεμοζάλης και να επανέλθη ο κόσμος όλος εις τοιαύτην ηρεμίαν ή να μεταβληθή η μορφή γυναικός εις μορφήν πτηνού; Διότι το τελευταίον τούτο και τα παιδία σήμερον τα γνωρίζοντα να πλάττουν δύνανται να το κατορθώσουν άμα λάβουν πηλόν ή κηρόν ευκόλως εις τον αυτόν όγκον της ύλης δίδουν διαφόρους μορφάς και σχήματα. Εις δε το θείον, το οποίον έχει μεγάλην και ασύγκριτον προς τας ημετέρας δυνάμεις υπεροχήν, πάντα ταύτα θα είνε εύκολα και ευκατόρθωτα. Δύνασαι να είπης πόσον μεγαλείτερος από σε είνε ο όλος ουρανός;
ΧΑΙΡ. Ποίος εκ των ανθρώπων, ω Σώκρατες, δύναται να εννοήση και να ορίση τι εκ των τοιούτων; Είνε πράγματα αδύνατα.
ΣΩΚΡ. Αλλά και αν συγκρίνωμεν τους ανθρώπους μεταξύ των δεν βλέπομεν ότι υπάρχουν μεγάλαι διαφοραί εις τας δυνάμεις και τας αδυναμίας; Εάν συγκρίνωμεν τους άνδρας προς τα νήπια, τα εντελώς βρέφη, τα οποία έχουν ηλικίαν πέντε ή δέκα ημερών, βλέπομεν θαυμαστήν διαφοράν δυνάμεως και αδυναμίας εις όλας σχεδόν τας πράξεις της ζωής. Και όσα διά των τεχνών των τόσων πολυμηχάνων και όσα διά του σώματος και της ψυχής κατορθώνουν, ταύτα, καθώς είπα, ουδέ να φαντασθούν δύνανται τα πολύ μικρά παιδία. Και η δύναμις δε ενός ανδρός ακμαίου έχει ασύγκριτον υπεροχήν προς την δύναμιν των παιδίων• καθότι εις ένα άνδρα είνε εύκολον να υποτάξη πολλάς μυριάδας παιδίων• διότι η φύσις ώρισεν ώστε η πρώτη ηλικία ημών να είνε εντελώς αδύνατος και ανίκανος προς ό,τι δήποτε. Όταν λοιπόν ο άνθρωπος διαφέρη τοσούτον από τον άνθρωπον, τι πρέπει να νομίσωμεν περί της διαφοράς του όλου ουρανού προς τας ημετέρας δυνάμεις διά τους δυναμένους να κάνουν τοιαύτας παρατηρήσεις; Επόμενον είνε να συμπεράνωμεν οι περισσότεροι ότι όσον μεγαλείτερος είνε ο κόσμος από το άτομον του Σωκράτους ή του Χαιρεφώντος, τόσον και η δύναμις αυτού και η φρόνησις και η σκέψις διαφέρει της διανοητικής ημών καταστάσεως. Εις εσέ και εις εμέ και πολλούς άλλους ομοίους είνε πολλά αδύνατα, τα οποία εις άλλους είνε πολύ εύκολα• και να παίξουν αυλόν οι μη γνωρίζοντες την τέχνην και ν' αναγνώσουν ή να γράψουν οι αγράμματοι είνε πολύ πλέον αδύνατον από του να γείνουν γυναίκες εκ πτηνών ή πτηνά εκ γυναικών. Η δε φύσις θέτουσα εις την κηρήθραν ζώον χωρίς πόδια και πτερά του δίδει πόδια και πτέρωμα, το στολίζει με πολλά και ωραία χρώματα και δημιουργεί την μέλισσαν, την σοφήν παραγωγόν του θείου μέλιτος, και από αυγά άφωνα και άψυχα πλάττει διάφορα είδη πτηνών και πεζών και ενύδρων ζώων, μεταχειριζομένη, ως λέγουν, μυστηριώδεις συνδυασμούς του πληρούντος τα πάντα αιθέρος. Αφού λοιπόν αι δυνάμεις των θεών είνε τόσον μεγάλαι, ημείς δε είμεθα θνητοί και μικροί εντελώς και ούτε τα μεγάλα δυνάμεθα να εννοώμεν ούτε τα μικρά, περί των περισσοτέρων δε απορούμεν και τα γύρω μας συμβαίνοντα μας είνε ακατανόητα, βεβαίως ουδέν ασφαλές δυνάμεθα να είπωμεν, ούτε περί των αλκυόνων, ούτε περί των αηδόνων και εγώ τουλάχιστον θα μεταδώσω εις τα παιδιά μου την ιδέαν των αρχαίων, όπως την παρέδωκαν εις εμέ οι πρόγονοι περί του άσματός σου, ω Αλκυών, ψαλμωδέ των θρήνων• και τον ευσεβή και φίλανδρον έρωτά σου πολλάκις θα εξυμνήσω προς τας γυναίκας μου Ξανθίππην και Μυρτώ, αναφέρων προς τοις άλλοις και την τιμήν την οποίαν σου έκαμαν οι θεοί. Και συ, Χαιρεφών, θα με μιμηθής;
ΧΑΙΡ. Βεβαίως, διότι όσα είπες είνε διττώς συντελεστικά διά την αρμονίαν μεταξύ γυναικών και ανδρών.
ΣΩΚΡ. Λοιπόν αφού χαιρετίσωμεν την Αλκυόνα καιρός είνε να διευθυνθώμεν προς την πόλιν, αφήνοντες την παραλίαν του Φαλήρου.
ΧΑΙΡ. Δεν έχω αντίρρησιν.
&ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Ή ΚΑΥΚΑΣΟΣ&
&Ερμής, Ήφαιστος, Προμηθεύς.&
ΕΡΜ. Ο Καύκασος είνε εδώ, ω Ήφαιστε, όπου πρέπει να καρφώσωμεν αυτόν τον άθλιον Τιτάνα. Ας εξετάσωμεν δε τώρα διά να εύρωμεν κρημνόν κατάλληλον, εάν πουθενά υπάρχη μέρος το οποίον να μη σκεπάζουν τα χιόνια, διά να καρφωθούν ασφαλέστερα τα δεσμά και αυτός να είνε καταφανής εις όλους εις το μέρος όπου θα κρέμεται.
ΗΦ. Ας εξετάσωμεν, ω Ερμή, διότι ούτε χαμηλά και πλησίον εις τας υπώρειας πρέπει να σταυρωθή, διά να μη δυνηθούν να τον σώσουν τα πλάσματά του, οι άνθρωποι, αλλ' ούτε και εις την κορυφήν — διότι τότε δεν θα φαίνεται από κάτω — αλλ' αν συμφωνής εδώ κάπου εις το μέσον υπεράνω της χαράδρας να σταυρωθή ούτως ώστε το ένα του χέρι να καρφωθή εις τον ένα κρημνόν και το άλλο εις τον αντίθετον.
ΕΡΜ. Καλά λέγεις. Οι βράχοι είνε απότομοι και απρόσιτοι εξ όλων των μερών, επικλινείς δε ολίγον και μόλις μία στενή διάβασις υπάρχει διά να περάση κανείς ακροποδητεί, και το μέρος είνε εντελώς κατάλληλον διά την σταύρωσιν. Μη κάθεσαι λοιπόν, ω Προμηθεύ, αλλ' ανάβαινε και άφησε χωρίς ματαίας αντιστάσεις να καρφωθής επί του όρους.
ΠΡΟΜ. Αλλά σεις τουλάχιστον, ω Ήφαιστε και Ερμή, λυπηθήτε με διότι αδίκως πάσχω.
ΕΡΜ. Δηλαδή εννοείς να σε λυπηθούμεν και να σταυρωθούμεν αντί σου, διότι θα παρακούσωμεν εις την προσταγήν του Διός; Ή νομίζεις ότι δεν είνε αρκετός ο Καύκασος να χωρέση και δύο άλλους δεσμώτας; Έλα, άπλωσε το δεξί σου χέρι• συ δε, Ήφαιστε, πρόσδεσε και κάρφωσέ το και σφυροκόπησε δυνατά. Φέρε και το άλλο χέρι• και αυτό εστερεώθη καλά. Και τώρα είνε όλα εν τάξει. Υπολείπεται μόνον ο αετός, ο οποίος θα έλθη να σου σπαράξη το σηκότι διά να λάβης όλην την αμοιβήν διά τα ωραία και ευφυή σου δημιουργήματα.
ΠΡΟΜ. ω Κρόνε και Ιαπετέ και συ μητέρα, τι έπαθα ο δυστυχής χωρίς να πράξω τίποτε κακόν.
ΕΡΜ. Δεν έπραξες τίποτε κακόν, συ όστις αναλαβών την διανομήν των κρεάτων, τόσον άδικον και απατηλήν την έκαμες, ώστε διά μεν τον εαυτόν σου εκράτησες τα εκλεκτότερα, εις δε τον Δία προσέφερες κόκκαλα, «καλύψας αργέτι δήμω»; {3} Διότι ενθυμούμαι ότι ο Ησίοδος ούτω πως το λέγει. Έπειτα δε έπλασες τους ανθρώπους ζώα πανουργότατα, και μάλιστα τας γυναίκας• εκτός δε τούτου έκλεψες το πολυτιμότατον κτήμα των θεών, το πυρ και το παρέδωκες εις τους ανθρώπους. Και αφού τόσα κακά έπραξες, λέγεις ότι τιμωρείσαι αδίκως;
ΠΡΟΜ. Και συ, ω Ερμή, ως ο Όμηρος λέγει «αναίτιον αιτιάασαι», {4} αφού μου αποδίδεις κατηγορίας διά τας οποίας εγώ, εάν επεκράτει δικαιοσύνη, έπρεπε να αμειφθώ διά της εισαγωγής και διατροφής εις το Πρυτανείον. Εάν ηυκαίρεις ευχαρίστως θα απελογούμην διά τα εγκλήματα μου διά ν' αποδείξω ότι αδίκως με κατεδίκασεν ο Ζευς• συ δε ο οποίος είσαι ευφράδης και έμπειρος εις τα δικηγορικά, ανάλαβε την υπεράσπισίν του διά ν' αποδείξης αν δύνασαι, ότι δικαίως απεφάσισε να σταυρωθώ πλησίον των Κασπίων τούτων πυλών επί του Καυκάσου και να γείνω οικτρότατον θέαμα εις όλους τους Σκύθας.
ΕΡΜ. Η έφεσίς σου, ω Προμηθεύ, είνε εκπρόθεσμος και εις ουδέν θα σε ωφελήση• λέγε όμως• άλλως τε και είνε ανάγκη να περιμένωμεν έως ότου έλθη ο αετός διά να σου περιποιηθή το σηκότι. Το μεταξύ δε χρονικόν διάστημα-καλόν είνε να χρησιμοποιήσωμεν εις ακρόασιν ρήτορος σοφιστού, οποίος είσαι συ ο πανουργότατος εις τους λόγους.
ΠΡΟΜ. Να ομιλήσης πρώτον, συ, ω Ερμή, και να φανής αμείλικτος εις την κατηγορίαν, χωρίς να παραλείψης τίποτε από τα δίκαια του πατρός σου. Σε δε, Ήφαιστε, θέτω δικαστήν της υποθέσεώς μου.
ΗΦ. Μα τον Δία, αντί δικαστού κατήγορον μάθε ότι θα μ' έχης, συ ο οποίος κλέψας το πυρ μου αφήκες σβυσμένην και ψυχράν την κάμινον.
ΠΡΟΜ. Λοιπόν διαιρέσετε την κατηγορίαν• και συ μεν ομίλησε περί της κλοπής, ο δε Ερμής ας αναπτύξη το κατηγορητήριον διά την διανομήν των κρεάτων και την πλάσιν των ανθρώπων• και οι δύο δε είσθε τεχνίται και δεινοί ρήτορες.
ΗΦ. Ο Ερμής ας ομιλήση και δι' εμέ• διότι εγώ δεν έχω καμμίαν σχέσιν με λόγους δικηγορικούς• το έργον μου είνε γύρω εις το φυσερόν• ο Ερμής όμως είνε ρήτωρ και πολύ ασχολείται εις τα τοιαύτα.
ΠΡΟΜ. Εγώ λοιπόν δεν ήλπιζα ποτέ να αναφέρη την κλοπήν ο Ερμής και να με κατακρίνη δι' αυτήν, ενώ είμεθα ομότεχνοι. Αλλ' αν και τούτο αναλαμβάνης να υποστηρίξης, δεν είνε ανάγκη ν'αναπτύξης διά μακρών την κατηγορίαν.
ΕΡΜ. Βεβαίως όσα διέπραξες, ω Προμηθεύ, έχουν ανάγκην μακράς αναπτύξεως και αρκετής παρασκευής και δεν αρκεί ν' αναφέρω κεφαλαιωδώς τα εγκλήματά σου, ως λ. χ. ότι όταν ποτέ σου ανετέθη να μοιράσης τα κρέατα, διά τον εαυτόν σου μεν εφύλαξες την καλλιτέραν μερίδα, εξηπάτησες δε τον βασιλέα, και τους ανθρώπους έπλασες χωρίς να υπάρχη ανάγκη, και κλέψας εκ του ουρανού το πυρ το έδωκες εις αυτούς• και μου φαίνεται, φίλτατε, ότι πραγματικώς δεν εννοείς ότι αφού τόσα και τοιαύτα έπραξες ο Ζευς σου εφάνη πολύ επιεικής. Εάν λοιπόν αρνηθής ότι έπραξες αυτά, θα γείνη ανάγκη να τα αποδείξωμεν και να ομιλήσω διά μακρών προσπαθών να διαλάμψη όσον το δυνατόν η αλήθεια• εάν δε ομολογής ότι έκαμες τοιαύτην διανομήν των κρεάτων, ότι επενόησες τους ανθρώπους και έκλεψες το πυρ, η κατηγορία, την οποίαν σου απήγγειλα είνε αρκετή και δεν θα μακρηγορήσω περισσότερον, διότι τούτο άλλως θα ήτο πολυλογία περιττή.
ΠΡΟΜ. Εάν και αυτά τα οποία είπες είνε φλυαρία κενή, θα το μάθωμεν ολίγον ύστερον• εγώ δε, αφού λέγεις ότι είνε ικανή η κατηγορία, θα προσπαθήσω όσον δύναμαι να ανασκευάσω όσα μου κατηγορείς. Και εν πρώτοις ας ομιλήσω περί των κρεάτων μολονότι, μα τον ουρανόν, και τώρα που τα αναφέρω εντρέπομαι διά λογαριασμόν του Διός, όστις παρίσταται τόσον μικρολόγος και μεμψίμοιρος, ώστε διότι εύρεν εις την μερίδα του μικρόν κόκκαλον, έστειλεν εις ανασκολοπισμόν ένα θεόν τόσω παλαιόν, χωρίς μήτε την βοήθειαν την οποίαν του έδωκα άλλοτε ως σύμμαχος, να ενθυμήται, μήτε να εννοή πόσον γελοίον είνε το αντικείμενον αυτής της κατηγορίας και πόσον παιδαριώδες είνε να θυμώνη και ν' αγανακτή διότι δεν έλαβεν αυτός την μεγαλειτέραν μερίδα. Αλλ' εις τα τοιαύτα γελάσματα, ω Ερμή, τα οποία συμβαίνουν εις τα συμπόσια, δεν πρέπει νομίζω κανείς ναποδίδη σημασίαν, και αν συμβή τι μεταξύ συμποσιαζόντων, πρέπει να το νομίζουν αστειότητα και ν' αφίνουν τον θυμόν, τον οποίον τυχόν ησθάνθησαν, εις το συμπόσιον• να κρατούν όμως έχθραν και να μνησικακούν και να διατηρούν παλαιάν οργήν, τούτο ούτε εις θεούς ούτε εις βασιλείς αρμόζει. Διότι αν αφαιρέση κανείς από τα συμπόσια τους αστεϊσμούς τούτους, τα γελάσματα και τα σκώμματα, τα πειράγματα και τας αστειότητας, το υπολειπόμενον είνε μέθη και κόρος και σιωπή, πράγματα κατηφή και χωρίς τέρψιν, τα οποία ελάχιστα αρμόζουν εις συμπόσιον. Διά τούτο εγώ τουλάχιστον ενόμιζα ότι ουδέ θα ενεθυμείτο αυτά την επιούσαν ο Ζευς και κάθε άλλο επίστευα παρά ότι θα ηγανάκτει και θα ενόμιζεν ότι έπαθε μέγα κακόν διότι ο διανέμων τα κρέατα έπαιζε θέλων να ίδη εάν θα διέκρινε την καλλιτέραν μερίδα ο εκλέγων. Αλλ' υπόθεσε, ω Ερμή, την χειροτέραν περίπτωσιν, ότι αντί να του δώσω την μικροτέραν μερίδα, δεν του έδιδα τίποτε? λοιπόν διά τούτο έπρεπε, κατά το δη λεγόμενον, να αναστατωθή η γη και ο ουρανός και να επινοηθούν δεσμά και σταυροί και ολόκληρος Καύκασος και ν' αποσταλούν αετοί και να σπαράσσουν το ήπαρ; Πρόσεξε μήπως αυτά μαρτυρούν πολλήν μικροψυχίαν του αγανακτούντος και ευτέλειαν χαρακτήρος και πολλήν ευκολίαν θυμού. Διότι τι θα έπραττεν ούτος αν έχανε ολόκληρον βώδι, αφού χάριν ολίγου κρέατος τόσον πολύ θυμώνει; Οι άνθρωποι οι οποίοι, ως ήτο επόμενον, πολύ ευκολώτερα οργίζονται από τους θεούς, είνε εν τοσούτω τόσον ανεκτικώτεροι εις τα τοιαύτα. Και μεταξύ αυτών δεν θα ευρεθή κανείς όστις να τιμωρήση τον μάγειρόν του διά σταυρού διότι, ενώ έψηνε τα κρέατα έγλυψε διά του δακτύλου ολίγον εκ του ζωμού ή έφαγε αποκόψας μέρος των ψηνομένων κρεάτων, αλλά τον συγχωρούν και αν τύχη δε να θυμώσουν υπερβολικά ή τον γρονθοκοπούν ή τον ραπίζουν, δεν υπάρχει δε παράδειγμα ότι ανεσκολοπίσθη κανείς μεταξύ των ανθρώπων διά τοιαύτην αιτίαν.
Και διά μεν τα κρέατα αρκούν αυτά, τα οποία και εις εμέ απολογούμενον προξενούν εντροπήν, αλλ' είνε πολύ μεγαλειτέρα εντροπή διά τον Δία να με κατηγορή δι' αυτά• διά δε την πλάσιν και την δημιουργίαν των ανθρώπων είνε καιρός να ομιλήσω τώρα. Τούτο, ω Ερμή, αποτελεί διττήν κατηγορίαν και δεν γνωρίζω τι εκ των δύο μου κατηγορείτε, ότι δεν υπήρχε καθόλου ανάγκη να δημιουργηθούν οι άνθρωποι, αλλ' ότι ήτο προτιμότερον να τους αφήσω εις την αδράνειαν της άλλης γης εξ ης τους έπλασα, ή ότι έπρεπε να πλασθούν, αλλά διαφορετικοί και όχι οποίοι επλάσθησαν. Εγώ όμως θα απαντήσω και διά τα δύο. Και εν πρώτοις ότι ουδέν εζημιώθησαν οι θεοί διότι οι άνθρωποι ήλθον εις την ζωήν θα προσπαθήσω ν' αποδείξω• έπειτα δε ότι είνε και συμφέρον και καλλίτερον δι' αυτούς λίαν παρά εάν έμενεν η γη έρημος και χωρίς ανθρώπους. Εάν λοιπόν παλαιόθεν — διότι ευκολώτερα θ' αποδειχθή ούτω εάν εγώ κακώς έπραξα να σχηματίσω το ανθρώπινον γένος—εάν υπήρχε μόνον το θείον και επουράνιον γένος, η δε γη ήτο εις αγρίαν και άμορφον κατάστασιν, κατεχομένη όλη από δάση άγρια, ούτε βωμοί, ούτε ναοί θεών υπήρχον—και πώς ηδύναντο να υπάρχουν;-— ούτε αγάλματα ή ξόανα ή άλλο τι τοιούτον, εξ εκείνων τα οποία, πολυάριθμα φαίνονται τώρα παντού και μετά τόσης φροντίδος τιμώνται. Εγώ δε — διότι πάντοτε κάτι προνοώ χάριν του κοινού συμφέροντος και προσπαθώ πώς ν'αυξηθούν μεν τα ανήκοντα εις τους θεούς, προκόψουν δε και τα άλλα όλα εις αρμονίαν και ωραιότητα —εσκέφθηκα ότι ήτο καλλίτερον να λάβω ολίγον πηλόν και να πλάσω εξ αυτού ζώα τινα και να δώσω εις αυτά μορφάς προσομοιαζούσας προς τας ιδικάς μας• διότι ενόμιζα ότι κάτι έλειπεν από το θείον, επειδή δεν υπήρχε τι αντίθετον, προς το οποίον να δύναται να συγκριθή και ούτω να αναδεικνύεται ευδαιμονέστερον. Και να είνε μεν θνητόν το γένος τούτο, αλλ' ευφυέστατον κατά τα άλλα και νοημονέστατον και δυνάμενον να διακρίνη το καλλίτερον.
Λοιπόν, ως λέγουν οι ποιηταί, «γαίαν ύδει φύρας» {5} και μαλάξας έπλασα τους ανθρώπους, παρεκάλεσα δε και την Αθηνάν να με βοηθήση εις το έργον. Αυτά είνε τα μεγάλα εγκλήματά μου προς τους θεούς. Και βλέπεις ποία είνε η ζημία εάν εκ πηλού έκαμα ζώα και εις το πρώην ακίνητον έδωκα κίνησιν και φαίνεται ότι έκτοτε οι θεοί είνε ολιγώτερον θεοί, διότι και επί της γης έγειναν ζώα τινα θνητά• ο δε Ζευς τώρα αγανακτεί, ως εάν εκ της δημιουργίας των ανθρώπων ελαττούται η αξία των θεών, εκτός εάν φοβήται μήπως και αυτοί σκεφθούν να επαναστατήσουν εναντίον του και να κινήσουν πόλεμον κατά των θεών, όπως οι Γίγαντες. Αλλ' ότι ουδόλως εζημιώθητε, ω Ερμή, παρ' εμού και των έργων μου είνε φανερόν• ή συ απόδειξέ μου και την ελαχίστην ζημίαν και τότε εγώ θα σιωπήσω και θ' αναγνωρίσω ότι δίκαια έπαθα εκ μέρους υμών. Ότι δε τα έργα μου έγειναν χρήσιμα εις τους θεούς αρκεί, διά να το εννοήσης, να παρατηρήσης εξ' ύψους την γην όλην και να ίδης ότι δεν είνε πλέον ξηρά και ακαλλιέργητος, αλλά στολισμένη με πόλεις, αγρούς καλλιεργημένους και φυτά ήμερα, και την θάλασσαν διασχιζομένην υπό πλοίων και τας νήσους κατοικημένας, πανταχού δε βωμούς και θυσίας και ναούς και πανηγύρεις•
μεσταί δε Διός πάσαι μεν αγυιαί, πάσαι δ' ανθρώπων αγοραί {6}
Εάν εδημιούργουν τους ανθρώπους διά να είνε μόνον κτήμα μου, θα ηδυνάμην ίσως να κατηγορηθώ ως πλεονέκτης• αλλ' εγώ αφού τους εδημιούργησα τους κατέστησα κοινόν κτήμα των θεών• και ενώ παντού δύναταί τις να ίδη ναούς του Διός και του Απόλλωνος, της Ήρας και σου, ω Ερμή, του Προμηθέως ουδαμού φαίνεται ναός. Βλέπεις, ότι μόνον περί του συμφέροντός μου φροντίζω, τα δε κοινά καταπροδίδω και ζημιώνω.