Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος
Part 11
Άλλος, Φίλων, πολύ γελοίος και ούτος, όστις ουδέποτε απεμακρύνθη από την Κόρινθον και ούτε μέχρι Κεγχρεών {62} εταξείδευσε και ούτε την Συρίαν ή την Άρμενίαν είδεν, ήρχισεν ως εξής την ιστορίαν του πολέμου, ως αυτολεξεί ενθυμούμαι• «Εις τα ώτα του πρέπει να δυσπιστή τις περισσότερον παρά εις τους οφθαλμούς. Γράφω λοιπόν όσα είδα, όχι όσα ήκουσα» {63}. Και με τόσην ακρίβειαν είδε τα πάντα, ώστε λέγει ότι αι δράκοντες {64} των Πάρθων — είνε δε οι δράκοντες σήματα στρατιωτικών μονάδων και έκαστος δράκων, νομίζω, ευρίσκεται επί κεφαλής μιας χιλιάδος—είνε πραγματικοί δράκοντες υπερμεγέθεις, οίτινες ζουν εις την Περσίαν ολίγον υψηλοτέρα της Ιβηρίας{65}, Τους όφεις τούτους έχουν δεμένους εις μεγάλα κοντάρια και κρατούν υψηλά, ούτως ώστε, όταν εφορμούν, και εκ μακράς αποστάσεως προξενούν φόβον• όταν δε συμπλέκωνται με τους αντιπάλους, τους εξαπολύουν κατά των εχθρών• πάρα πολλοί δε εκ των ημετέρων κατεπόθησαν ούτω υπ' αυτών και άλλοι περισφιχθέντες υπ' αυτών απεπνίγησαν και συνετρίβησαν τα κόκκαλά των. Αυτά δε παριστάμενος έβλεπεν ο συγγραφεύς, ο οποίος όμως προς ασφάλειαν είχεν ανέλθει εις δένδρον υψηλόν. Και καλώς έπραξε ναποφύγη την συνάντησιν των θηρίων, διότι άλλως δεν θα είχαμεν τώρα ένα τόσον θαυμάσιον συγγραφέα, όστις και ως μαχητής έπραξε μεγάλα και ένδοξα εις τον πόλεμον εκείνον• διότι και κινδύνους πολλούς διέτρεξε και επληγώθη παρά την Σούραν, δηλαδή ενώ μετέβαινεν από του Κρανείου εις την Λέρναν {66}. Και ανέγνωσε ταύτα εις επήκοον των Κορινθίων, οίτινες καλώς εγνώριζαν ότι μήτε εις τοιχογραφίαν είχεν ιδεί πόλεμον. Αλλ' ούτε τα όπλα εγνώριζεν, ούτε πώς είνε τα πολιορκητικά μηχανήματα, ούτε τα ονόματα των διαφόρων παρατάξεων και διαιρέσεων των στρατευμάτων• διά τούτο και πάντοτε λέγει πλαγίαν την ευθείαν φάλαγγα, κατά κέρως δε την κατά μέτωπον προσβολήν.
Άλλος δέ τις, επίσης εξαίρετος συγγραφεύς• περιέλαβε και ανεκάτωσεν εις πεντακοσίας και ίσως ολιγωτέρας γραμμάς όλα όσα συνέβησαν εξ αρχής του πολέμου εις την Αρμενίαν, την Συρίαν και την Μεσοποταμίαν, όσα συνέβησαν εις τον Τίγρητα και εις την Μηδίαν και αφού έπραξε τούτο λέγει ότι έγραψεν ιστορίαν. Παρ' ολίγον δε να κάμη μακρότερον του όλου βιβλίου τον τίτλον του• «Αντιοχιανού, νικητού εις τους ιερούς αγώνας του Απόλλωνος (θα είχε νικήσει ίσως δόλιχον {67} κατά τους παιδικούς του χρόνους), διήγησις των επ' εσχάτων πολεμικών πράξεων των Ρωμαίων εν Αρμενία και Μεσοποταμία και εν Μηδία».
Αλλ' ανέγνωσα και την ιστορίαν ενός άλλου, όστις έγραφε τα γεγονότα προφητικώς, δηλαδή ως μέλλοντα• και προανήγγειλε την σύλληψίν του Ουολογέσου και τον θάνατον του Οσρόου, λέγων ότι θα παρεδίδετο εις τους λέοντας, και επέστεψε το όλον έργον του με τον περιπόθητον εις ημάς θρίαμβον. Ούτω μαντικώς επροχώρει προς το τέλος με σπουδήν, αλλ' ανεκόπη εις τον δρόμον του, διά να κτίση εις την Μεσοποταμίαν μίαν πόλιν εκ των μεγαλειτέρων και ωραιοτέρων• ακόμη δε σκέπτεται και εξετάζει αν πρέπει να ονομασθή Νίκαια εκ της νίκης ή Ομόνοια ή Ειρηνία. Και το μεν ζήτημα τούτο μένει άλυτον, μένει δε ανώνυμος η ωραία πόλις και πλήρης φλυαρίας και μωρολογίας• υπεσχέθη δε ήδη να γράψη και περί των μελλόντων να γίνουν εις τας Ινδίας και να περιγράψη τον περίπλουν εις τον Ινδικόν ωκεανόν• και δεν περιωρίσθη μόνον εις την υπόσχεσιν, αλλά συνέταξεν ήδη και το προοίμιον της Ινδικής εκστρατείας και η τρίτη λεγεών, οι Κελτοί και μέρος των Μαύρων μετά του Κασσίου διέβησαν τον Ινδόν ποταμόν. Παν ό,τι δε θα πράξουν και πώς θα δεχθούν την έφοδον των ελεφάντων, δεν θα βραδύνη να μας τα γράψη ο θαυμαστός ιστορικός από την Μουζίριδα ή την χώραν των Οξυδρακών.
Πολλάς τοιαύτας μωρολογίας γράφουν εξ αμαθείας και τα μεν αξιοπαρατήρητα είτε δεν βλέπουν, είτε και αν βλέπουν δεν δύνανται να τα περιγράφουν όπως πρέπει• αντλούντες δε από την φαντασίαν των και πλάττοντες μύθους, γράφουν ό,τι φθάσουν, κατά το λεγόμενον, και υπερηφανεύονται διά τον αριθμόν των βιβλίων των και μάλιστα διά τας επιγραφάς αυτών, αίτινες επίσης είνε γελοιωδέσταται, ως λ. χ. «του δείνα Παρθικών νικών{68} βιβλία τόσα»• και έπειτα• «Παρθίδος πρώτον, δεύτερον» δηλαδή όπως Ατθίδος{69}. Άλλος έγραψεν έτι αμαθέστερον τίτλον εις το βιβλίον του, τον οποίον ανέγνωσα• «Δημητρίου Σαγαλασσέως Παρθονικικά». Δεν αναφέρω δε ταύτα, διά να εμπαίξω τους συγγραφείς εκείνους και γελάσω με τας ιστορίας των, αι οποίαι είνε τόσον διασκεδαστικαί, αλλά διά να δώσω μίαν χρήσιμον συμβουλήν, ότι, όστις κατορθόνει ν' αποφεύγη τα τοιαύτα, απέκτησεν ήδη κατά μέγα μέρος την αρετήν να συγγράφη ορθώς και πολύ ολίγα στοιχεία του λείπουν ακόμη, εάν αληθεύη εκείνο το οποίον διδάσκει η διαλεκτική, ότι μεταξύ δύο αντιθέτων και ασχέτων εάν απορρίψωμεν το έν, δεχόμεθα κατ' ανάγκην το άλλο.
Τώρα, θα μου είπη κανείς, εκαθάρισες εντελώς το γήπεδον, άκανθαι δε και βάτοι όσαι υπήρχον εις αυτό εξερριζώθησαν και των άλλων τα ερείπια απεκομίσθησαν και πάσα ανωμαλία ισοπεδώθη• ώστε καιρός να οικοδομήσης και συ, διά να δείξης ότι δεν είσαι ικανός μόνον να καταρρίπτης τα οικοδομήματα των άλλων, αλλ' ότι και κάτι δύνασαι να δημιουργήσης καλώς και τοιούτον ώστε ουδείς ουδ' αυτός ο Μώμος να δύναται να το κατηγορήση.
Λέγω λοιπόν ότι, διά να δύναταί τις να γράφη εις την εντέλειαν ιστορίαν, πρέπει να έχη εκ φύσεως δύο κυρίως αρετάς, πολιτικόν νουν και δύναμιν περιγραφικήν. Αλλ' εξ αυτών η μεν πρώτη είνε δώρον της φύσεως και δεν διδάσκεται, η δε άλλη αποκτάται διά πολλής ασκήσεως και συνεχούς εργασίας και μιμήσεως των αρχαίων. Αλλά και ταύτα δεν είνε τέχνη και εις ουδέν δύνανται αι συμβουλαί μου να συντελέσουν δι' αυτά• διότι το βιβλίον μου δεν υπόσχεται ότι θα καταστήση νοήμονας και ευφυείς εκείνους, οι οποίοι δεν είνε εκ φύσεως τοιούτοι. Θα ήτο μέγα χάρισμα ή μάλλον το πολυτιμότατον των χαρισμάτων, αν ηδύνατό τις να κάμνη τοιαύτας μεταβολάς ή να κατασκευάζη χρυσόν εκ μολύβδου ή άργυρον εκ κασσιτέρου ή ένα Τίτορμον εκ του Κόνωνος ή εκ του Λεωτροφίδου ένα Μίλωνα {70}.
Αλλ' εις τι λοιπόν θα χρησιμεύσουν η τέχνη και αι συμβουλαί σου; Δεν θα δημιουργήσουν προσόντα μη υπάρχοντα, αλλά θα οδηγήσουν εις την πρέπουσαν χρήσιν των υπαρχόντων. Ομοίως ο Ίκκος, ο Ηρόδικος, ο Θέων και οιοσδήποτε άλλος γυμναστής δεν θα σου έδιδον υπόσχεσιν ότι, αν παραλάβουν τον Περδίκκαν — εάν αληθώς αυτός είνε, και όχι ο Αντίοχος του Σελεύκου, ο ερασθείς την μητρυιάν του Στρατονίκην και καταντήσας εις την εσχάτην εξασθένησιν — θα τον καταστήσουν ικανόν να νικήση εις τους Ολυμπιακούς αγώνας και να γίνη αντίπαλος Θεαγένους του Θασίου ή Πολυδάμαντος του Σκοτουσσαίου• αλλά το πρόσωπον το οποίον θα παραδοθή εις αυτούς, εάν είνε κατάλληλον διά την γυμναστικήν, θα το καταστήσουν πολύ καλλίτερον με την τέχνην των. Ώστε ούτω πρέπει να εννοηθή και η επαγγελία ημών, όταν λέγωμεν ότι ευρήκαμεν τέχνην δι' έργον τόσο μέγα και δύσκολον• διότι δεν λέγομεν ότι οιονδήποτε αν παραλάβωμεν θα τον αναδείξωμεν συγγραφέα, αλλ' εις τον φύσει νοήμονα και εξησκημένον εις το να γράφη καλά δυνάμεθα να υποδείξωμεν οδούς τινας ευθείας, τας οποίας ακολουθών θα φθάση ταχύτερα και ευκολώτερα εις τον σκοπόν. Διότι δεν δύνασαι βέβαια να είπης ότι ο νοήμων άνθρωπος δεν έχει ανάγκην τέχνης και διδασκαλίας διά πράγματα τα οποία δεν γνωρίζει, άλλως θα έπαιζε κιθάραν και αυλόν και τα πάντα θα εγνώριζε χωρίς να τα διδαχθή. Τώρα δε χωρίς να διδαχθή ουδέν εκ τούτων δύναται να εκτελέση, ενώ, αν τον οδηγήση κανείς ευκόλως θα μάθη και καλώς θα χειρισθή τα ειρημένα όργανα.
Λοιπόν και εγώ θέλω τον μαθητήν μου να είνε δυνατός και εις την σκέψιν και εις τον λόγον, να έχη οξείαν την αντίληψιν και να είνε ικανός να διευθύνη τα δημόσια πράγματα, αν του ανατεθή εξουσία• να έχη γνώσεις στρατιωτικάς, και εκτός της πολιτικής πείρας, να γνωρίζη πώς διοικούνται οι στρατοί και μάλιστα να έχη μεταβή εις στρατόπεδον και να είδε στρατιώτας γυμναζομένους ή παρατασσομένους• να γνωρίζη δε και τα όπλα και τα πολεμικά μηχανήματα, προσέτι τι είνε η πλευρική και τι η κατά μέτωπον επίθεσις, πώς είνε οι λόχοι και πώς οι ιππείς, τι είνε έφοδος και τι υπερφαλάγγισις• εν γένει δε να μη είνε κανείς εξ εκείνων, οίτινες τον περισσότερον καιρόν διέρχονται εντός της κατοικίας των, ούτε να περιμένη να μανθάνη μόνον από τους άλλους τα συμβαίνοντα και να τα πιστεύη όπως του τα λέγουν. Κυρίως δε και προ πάντων να έχη ελεύθερον την γνώμην και ούτε κανένα να φοβήται, ούτε τίποτε να ελπίζη, άλλως θα είνε όμοιος με τους διεφθαρμένους οικαστάς, οίτινες κρίνουν κατά χάριν ή εχθρικώς, δωροδοκούμενοι. Αν ο Φίλιππος έχασε τον ένα οφθαλμόν εις την Όλυνθον, πληγωθείς υπό του Αστέρος του Αμφιπολίτου, να μη δυσκολευθή να μας τον παρουσιάση μονόφθαλμον, όπως ήτο• ούτε η δυσαρέσκεια του Αλεξάνδρου να τον εμποδίση να γράψη ακριβώς τον σκληρόν φόνον του Κλείτου εις το συμπόσιον ούτε να φοβηθή τον Κλέωνα, ως έχοντα μεγάλην δημοτικότητα και παρασύροντα τον λαόν διά του λόγου, και να μη γραφή ότι ήτο άνθρωπος ολέθριος και παράφρων• ούτε ολόκληρον την πόλιν των Αθηνών να φοβηθή, αν διηγηθή τας συμφοράς της εις Σικελίαν εκστρατείας, την σύλληψιν του Δημοσθένους και τον θάνατον του Νικίου, την δίψαν των στρατιωτών του Νικίου και τι ήτο το νερόν, το οποίον έπινον και πώς εφονεύθησαν οι περισσότεροι ενώ έπινον. Διότι πολύ ορθώς θα σκέπτεται ότι ουδείς των φρονίμων θα τον κατηγορήση, εάν διηγήται τα ατυχώς ή ανοήτως γενόμενα όπως έγιναν• δεν τα έπραξεν αυτός, αλλ' αναφέρει όσα έγιναν• ώστε, και αν ενικήθησαν εις ναυμαχίαν, δεν ήτο αυτός όστις εβύθισεν, αν ετράπησαν εις φυγήν, δεν τους κατεδίωκεν αυτός• θα ηδύναντο μόνον να τον μεμφθώσιν, αν παρέλειψε να ευχηθή υπέρ της πατρίδος του, ενώ ήτον ανάγκη. Αν ήτο δυνατόν να επανορθόνωνται τα πολεμικά ατυχήματα διά της αποσιωπήσεως ή αν τα διηγηθώμεν αντιθέτως προς την αλήθειαν, θα ήτο πολύ εύκολον εις τον Θουκυδίδην να καταρρίψη διά λεπτού καλάμου το εις τας Επιπολάς παρατείχισμα, να βυθίση την τριήρη του Ερμοκράτους, να λογχίση τον κατηραμένον Γύλιππον, ενώ κατεγίνετο ν' αποφράσση και αποκλείη τας οδούς, και τέλος τους μεν Συρακουσίους να ρίψη εις τα λατομεία {71}, οι δε Αθηναίοι να περιπλεύσουν την Σικελίαν και Ιταλίαν και να πραγματοποιηθούν αι πρώται του Αλκιβιάδου ελπίδες. Νομίζω όμως ότι ούτε η μοίρα Κλωθώ θα ηδύνατο ν' ανακλώση τα γενόμενα, ούτε η Άτραπος να τα μετατρέψη.
Του συγγραφέως λοιπόν το καθήκον είνε έν, να διηγηθή τα πράγματα ως έγιναν. Αλλά δεν δύναται να πράξη τούτο, όταν φοβήται τον Αρταξέρξην, του οποίου είνε ιατρός{72}, ή ελπίζη να λάβη μανδύαν πορφυρούν και χρυσούν περιδέραιον και ίππον της Νίσης {73} ως αμοιβήν των εις την ιστορίαν του επαίνων. Τοιούτόν τι όμως δεν θα έπραττεν ένας Ξενοφών, δίκαιος συγγραφεύς, ούτε ένας Θουκυδίδης. Αλλά και αν προσωπικώς μισή τινας, θα θεωρήση πολύ αναγκαιότερον το κοινόν συμφέρον και πολύ περισσότερον θα φροντίση διά την αλήθειαν παρά διά την έχθραν του, και αν πρόκειται περί φίλου δεν θα παραβλέψη τα σφάλματά του• διότι, ως είπα, της ιστορίας αυτό είνε το καθήκον και μόνον εις την αλήθειαν πρέπει ναφοσιωθή ο θέλων να γράψη ιστορίαν, δι' όλα δε τα άλλα να μη φροντίζη• και εν γένει ως κανόνα πρέπει να έχη ότι γράφει όχι διά τους συγχρόνους του, αλλά διά τους μεταγενεστέρους και εις τούτους ναποβλέπη. Εάν δ' εξ εναντίας φροντίζη μόνον διά την εφήμερον εντύπωσιν, θα καταταχθή δικαίως εις τους κόλακας, τους οποίους η ιστορία αποστρέφεται ανέκαθεν όχι ολιγώτερον αφ' όσον η γυμναστική αποστρέφεται την καλλωπιστικήν τέχνην. Αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο Αλέξανδρος είπε μίαν ημέραν τα εξής : Ήθελα, Ονησίκριτε {74}, αφού αποθάνω, ναναζήσω επ' ολίγον, διά να ίδω πώς οι άνθρωποι θα κρίνουν όσα θα ιστορούνται περί εμού. Εάν τώρα επαινούν και εγκωμιάζουν, τούτο δεν είνε παράδοξον, διότι έκαστος με αυτό το δόλωμα προσπαθεί να συλλάβη την εύνοιάν μου. Καίτοι όσα ο Όμηρος έγραψε περί του Αχιλλέως αποκλίνουσι τα πλείστα προς το μυθώδες, τινές σήμερον κλίνουν να τα πιστεύουν, διότι θεωρούν ως μεγάλην εγγύησιν αληθείας ότι δεν έγραφε περί ζώντος• και εις τοιαύτην περίπτωσιν δεν εννοούν διά ποίον λόγον θα εψεύδετο. Τοιούτον λοιπόν θέλω τον συγγραφέα, άφοβον, ανώτερον αμοιβών και δώρων, ελεύθερον, φίλον της ειλικρινείας και της αληθείας, ο οποίος, κατά τον κωμικόν, να λέγη τα σύκα σύκα και την σκάφην σκάφην• ούτε εις το μίσος ούτε εις την φιλίαν να χαρίζεται• να μη φείδεται ή να λυπήται ή να εντρέπεται να γράψη την αλήθειαν ή να την αποσιωπά, διά να περιποιηθή• να είνε ίσος προς όλους δικαστής και εξ ίσου φίλος προς όλους, ώστε να μη απονέμη εις κανένα περισσότερον αφ' ό,τι του ανήκει• να είνε ξένος προς τα βιβλία του και να μη θεωρή πατρίδα καμμίαν πόλιν {75}, ανεξάρτητος και μη υποκείμενος εις κανένα βασιλέα• να μη σκέπτεται δε πώς θα φανούν εις τον τάδε και τον τάδε όσα γράφει, αλλά να γράφη ό,τι έγινεν.
Ο Θουκυδίδης βλέπων πόσον εθαυμάζετο ο Ηρόδοτος, ώστε και Μούσαι να ονομασθούν τα βιβλία του, πολύ καλώς ώρισε και διέκρινε την τελείαν από την ελαττωματικήν ιστορίαν και, ως λέγει, έγραφε μνημείον αιώνιον και όχι προσωρινόν κατασκεύασμα, και δεν επιδιώκει τα μυθώδη, αλλά την αλήθειαν των γενομένων, χάριν των μεταγενεστέρων. Συμπεραίνει δε ποία θα είνε η χρησιμότης, πράγμα το οποίον πρέπει να θέτη ως σκοπόν της ιστορίας πας φρόνιμος, και λέγει ότι, εάν ποτε συμβούν τα όμοια, οι μεταγενέστεροι θα δυνηθούν οδηγούμενοι εκ των προηγουμένων να διεξαγάγουν καλώς τα ενεστώτα.
Τοιούτον λοιπόν χαρακτήρα πρέπει να έχη ο συγγραφεύς όστις θα έλθη προς εμέ• όσον δε αφορά εις την γλώσσαν και το ύφος του δεν πρέπει να είνε πολύ συνηθισμένα εις τον σφοδρόν και τραχύν λόγον με τας συνεχείς περιόδους και τα στρυφνά επιχειρήματα και την άλλην δεινότητα της ρητορικής• διά ν' αρχίση να γράφη ιστορίαν, πρέπει να έχη ηρεμωτέραν την διάθεσιν. Και αι μεν έννοιαί του πρέπει να έχουν τάξιν και να είνε πυκναί, η δε φράσις σαφής, και η πρέπουσα εις τας πολιτικάς υποθέσεις και ακριβέστατα να εκφράζη το σημαινόμενον. Διότι όπως εις την σκέψιν του συγγραφέως ως σκοπόν ωρίσαμεν την αλήθειαν και την παρρησίαν, ούτω και της γλώσσης πρώτος σκοπός πρέπει να είνε να εκφράση καθαρώς και να εκδηλώση τελείως το πράγμα, ούτε ακατανοήτους και αχρήστους λέξεις μεταχειριζόμενος, ούτε τας αγοραίας και χυδαίας, αλλά τοιαύτας ώστε και οι πολλοί να εννοούν και οι μορφωμένοι να επιδοκιμάζουν. Να στολίζη δε το ύφος του με σχήματα, αλλ' όχι φορτικά και επιτηδευμένα, άλλως τα έργα του θα ομοιάζουν με φαγητά καθ' υπερβολήν καρυκευμένα.
Το πνεύμα του ιστορικού ας προσεγγίζη ενίοτε εις την ποίησιν και ας δανείζεται παρ' αυτής μεγαλοπρέπειαν και ύψος, μάλιστα όταν περιγράφη παρατάξεις, μάχας και ναυμαχίας• διότι τότε είνε ανάγκη να πνεύση ούριος ποιητικός άνεμος, υπό την πνοήν του οποίου το πλοίον του να φεύγη ως ιπτάμενον και μόλις θίγον τας κορυφάς των κυμάτων. Η γλώσσα του όμως ας βαδίζη εις την γην• και να συνανυψούται μεν και όσον το δυνατόνν αφομοιούται με το κάλλος και το μέγεθος των περιγραφομένων, να μη εξέρχεται όμως από τον χαρακτήρα της, ούτε ακαίρως να ενθουσιάζεται• διότι εις τοιαύτην περίπτωσιν διατρέχει μέγαν κίνδυνον να εξέλθη από την τροχιάν της και πέση εις την ποιητικήν μανίαν• ώστε τότε μάλιστα πρέπει να την συγκρατή ο χαλινός εις φρόνησιν, καθότι και εις τα λογοτεχνικά έργα η αλαζονεία είνε ελάττωμα όχι μικρόν. Το καλλίτερον λοιπόν είνε, ενώ η σκέψις θα πορεύεται έφιππος, η έκφρασις να παρακολουθή πεζή και κρατουμένη από το εφίππιον, ούτως ώστε να μη υστερήση.
Αλλά και εις την σύνθεσιν των λέξεων πρέπει ο συγγραφεύς να τηρή μέτρον και ν' ακολουθή μέσην οδόν, και ούτε λίαν μεμακρυσμέναι και χωρισμέναι να είνε, ούτε χωρίς ρυθμόν να συνάπτωνται, όπως πράττουν οι πολλοί• διότι το μεν πρώτον είνε ελαττωματικόν, το δε δεύτερον δυσάρεστον εις την ακοήν.
Τα δε γεγονότα δεν πρέπει να συλλέγωνται όπως τύχουν, αλλ' αφού με επιμέλειαν και κόπον πολλάκις τα εξετάση ο συγγραφεύς να τα γράψη• ει δυνατόν δε να είνε παρών και να επιβλέπη, άλλως να λαμβάνη τας πληροφορίας του από τους μάλλον αμερολήπτους και από εκείνους οίτινες είνε ανώτεροι υπονοίας ότι προς χάριν ή από έχθραν θα ελαττώσουν ή θα μεγαλοποιήσουν τα γεγονότα. Τότε δε πάλιν να διακρίνη και να εκλέγη τα πιθανώτερα. Και όταν τα συναθροίση όλα ή τα περισσότερα, κατ' αρχάς να καταστρώση προσχεδίασμα, σώμα χωρίς κάλλος και ασυνάρθρωτον• έπειτα θα το τακτοποιήση, θα το καλλωπίση, θα δώση το χρώμα του ύφους, την μορφήν και την συμμετρίαν. Πρέπει δε τότε να είνε εντελώς όμοιος προς τον Ομηρικόν Δία, όστις οτέ μεν βλέπει εις την χώραν των ιπποτρόφων Θρακών, οτέ δε εις την χώραν των Μυσών• ομοίως και αυτός οτέ μεν θα βλέπη τα πράγματα της Πατρίδος του και θα μας λέγη πως του εφαίνοντο από περιωπής βλεπόμενα, οτέ δε τα των Περσών, έπειτα δε και τα δύο συγχρόνως, εάν πολεμήσουν. Αλλά και κατά την διάρκειαν της μάχης δεν πρέπει να παρατηρή προς το έν μέρος, ούτε προς ένα ιππέα ή πεζόν, εκτός αν ούτος είνε ο Βρασίδας, όστις πρώτος πηδά εις την απόβασιν {76} ή ο Δημοσθένης εμποδίζων την απόβασιν. Εις τους στρατηγούς πρέπει πρωτίστως να προσέχη και αν δώσουν καμμίαν διαταγήν, να την ακούση και να εξακριβώση τον λόγον και τον σκοπόν της. Όταν δε συμπλακούν, θα τους παρακολουθή όλους συγχρόνως• και τότε πρέπει να ζυγίζη όπως εις ζυγαριάν τα γινόμενα και να παρακολουθή τους διώκοντας και να φεύγη μετά των φευγόντων. Εις όλα δε ταύτα να επικρατή μέτρον, ώστε ν' αποφεύγη την απειροκαλίαν και την φορτικήν πολυλογίαν, εις την οποίαν η απειρία παρασύρει τους νέους, αλλ' ευκόλως να δίδη πέρας εις την διήγησιν των επεισοδίων και αφού διακόψη εδώ την αφήγησιν, ας μεταβαίνη εις τα άλλα, αν είνε επείγοντα• έπειτα δε αφήσας αυτά να επανέρχεται εις τα πρώτα, εάν είνε ανάγκη• και προς όλα να σπεύδη και ει δυνατόν συγχρόνως να διηγήται τα συγχρόνως συμβαίνοντα και να πετά από της Αρμενίας εις την Μηδίαν, εκείθεν δε ως βέλος να φθάνη εις την Ιβηρίαν, έπειτα εις την Ιταλίαν, ώστε να μη χάνη τίποτε ενδιαφέρον.
Πρέπει δε προ πάντων να καταστήση την κρίσιν του ομοίαν προς κάτοπτρον καθαρόν και στιλπνόν και ακριβές εις την ανάκλασιν, ώστε ναποδίδη απαραλλάκτους τας εικόνας των έργων, τας οποίας δέχεται, να μη παρουσιάζη δε τίποτε διεστραμμένον με διάφορον χρωματισμόν και αλλοιωμένον σχήμα• διότι ο ιστορικός δεν συνθέτει όπως οι ρήτορες, αλλ' εκείνα τα οποία θα είπη υπάρχουν διότι έγιναν ήδη• πρέπει δε και να τα κατατάξη και να τα είπη• ώστε η κυριωτέρα του φροντίς δεν είνε τι θα είπη, αλλά πώς θα το είπη.
Εν γένει δε δύναται τις να θεωρήση τον γράφοντα ιστορίαν όμοιον προς τον Φειδίαν, τον Πραξιτέλην ή τον Αλκαμένην ή άλλον οιονδήποτε γλύπτην. Διότι ούτε αυτοί κατεσκεύαζον τον χρυσόν, τον άργυρον και τον ελέφαντα ή τα άλλα υλικά τα οποία μετεχειρίζοντο. Αλλ' η ύλη υπήρχε, την επρομήθευσαν δε εις αυτούς οι Ηλείοι, οι Αθηναίοι ή οι Άργείοι και αυτοί μόνον την διέπλασαν, επριόνισαν τον ελέφαντα, έξυσαν, συνεκόλλησαν, ερρύθμισαν και εκόσμησαν διά χρυσού, η τέχνη των δε ήτο να συναρμόσουν καταλλήλως τα υλικά.
Τοιούτον περίπου είνε και το έργον του συγγραφέως, να κατατάξη καλώς τα γενόμενα και να τα παρουσίαση εις όλην αυτών την δύναμιν και την ενάργειαν. Όταν δε έπειτα όσοι τα αναγινώσκουν νομίζουν ότι τα βλέπουν και επαινούν την διήγησιν, τούτο θα είνε απόδειξις ότι το έργον έγινε καλώς και ακριβώς και ότι δικαίως επαινείται δι' αυτό ο Φειδίας της ιστορίας.
Αφού δε όλα ετοιμασθούν, ο συγγραφεύς δύναται ν' αρχίση και χωρίς προοίμιον, όταν δεν υπάρχη μεγάλη ανάγκη να διασαφήση τι εις την εισαγωγήν• και τότε δε το προοίμιον θα περιορισθή εις την διασάφησιν των ιστορηθησομένων. Εν γένει δε, όταν αρχίζη με προοίμιον, πρέπει ναρχίζη με δύο επικλήσεις και όχι με τρεις, όπως οι ρήτορες• παραλείπων την ευμένειαν, θα ζητήση την προσοχήν και το ενδιαφέρον των αναγνωστών• διότι θα προσέξουν εις αυτόν, εάν δείξη ότι θα πραγματευθή περί σπουδαίων ή αναγκαίων, ενδιαφερόντων και χρησίμων• θα καταστήση δε ευνόητα και σαφή τα κατόπιν, εάν εκθέση κατ' αρχάς τα αίτια και συγκεφαλαιώση τα γενόμενα.
Τοιαύτα προοίμια μετεχειρίσθησαν οι άριστοι των ιστορικών. Ο μεν Ηρόδοτος λέγει ότι έγραψε, διά να μη εξαλειφθώσιν υπό του χρόνου γεγονότα μεγάλα και θαυμαστά και μάλιστα αφού ήσαν νίκαι των Ελλήνων και ήτται των βαρβάρων ο δε Θουκυδίδης, επειδή και αυτός ήλπισεν ότι ο πόλεμος εκείνος θα ήτο μέγας, σπουδαιότερος και διαρκέστερος των προηγουμένων, διότι συνέβησαν κατ' αυτόν, μεγάλαι συμφοραί. Μετά δε το προοίμιον το οποίον αναλόγως των πραγμάτων γίνεται μακρόν ή συντομεύεται, η μετάβασις εις την διήγησιν γίνεται φυσική και αβίαστος. Επειδή δε ολόκληρον το λοιπόν σώμα της ιστορίας είνε μακρά διήγησις, πρέπει να στολισθή με όλας τας αρετάς της διηγήσεως, να προχωρή με λειότητα και ομαλότητα και να μη μεταβάλη ύφος, ώστε ούτε προεξοχάς να παρουσιάζη, ούτε κοιλότητας. Έπειτα η σαφήνεια να επανθή εις όλα, προσηρμοσμένη και εις την φράσιν, ως είπα, και εις την πλοκήν των γεγονότων. Διότι ο συγγραφεύς θα περιγράψη πάντα τα γεγονότα καθ' εαυτά και εντελή• αφού δ' επεξεργασθή το πρώτον, θα προσθέση το δεύτερον, συνδεδεμένον προς το προηγούμενον και ως άλυσιν αποτελούν μετ' αυτού, ούτως ώστε να μη διακόπτεται το νήμα, ούτε διηγήσεις πολλαί να είνε προστεθειμέναι αι μεν επί των δε, αλλά πάντοτε το πρώτον με το δεύτερον να μη γειτονεύουν μόνον, αλλά και να συγκοινωνούν και αναμιγνύωνται κατά τα άκρα.
Η συντομία είνε εις όλα χρήσιμος και μάλιστα όταν ο συγγραφεύς έχη να διηγηθή πολλά. Αλλ' η συντομία δεν πρέπει να εφαρμόζεται τόσον εις τας λέξεις και τας φράσεις, όσον εις τα πράγματα. Εννοώ να παρατρέχης τα μικρά και επουσιώδη και να γράφης αρκετά περί των σπουδαίων• αλλά μάλλον πρέπει να παραλείπης πολλά. Διότι, αν δίδης γεύμα εις τους φίλους σου και είνε τα πάντα έτοιμα, δεν θα παραθέσης εις το μέσον των γλυκισμάτων, των πουλερικών και των τόσων άλλων εκλεκτών φαγητών, των αγριοχοίρων, των λαγών, των υπογαστρίων του θύννου και των σαρδελλών, πινάκιον φάβας, διότι και τούτο έτυχε να έχη παρασκευασθή, αλλά θα παραλείψης τα ευτελέστερα.
Προ πάντων δε πρέπει να προσέχης εις τας περιγραφάς ορέων ή τειχών ή ποταμών, διά να μη φαίνεσαι ότι επιδεικνύεις ματαίαν τέχνην και φροντίζεις διά της ματαιοδοξίας σου επί ζημία της ιστορίας• αλλά μόλις θίγων τα αντικείμενα ταύτα, και τούτο διά χρησιμότητα και σαφήνειαν, να προχωρής εις το κύριον θέμα, διαφεύγων τους πειρασμούς των τοιούτου είδους περιγραφών, όπως βλέπεις, ότι κάνει και ο μεγαλόφρων Όμηρος. Καίτοι ποιητής, παρατρέχει τον Τάνταλον και τον Ιξίονα και τον Τιτυόν και τους άλλους• εάν δε έγραφε περί αυτών ο Παρθένιος ή ο Ευφορίων ή ο Καλλίμαχος,{77} πόσους νομίζεις στίχους θα εχρειάζοντο, διά να φέρουν το νερόν μέχρι του χείλους του Ταντάλου; και πόσους, διά να μας περιγράψουν τον Ιξίονα περιστρεφόμενον; Ο δε Θουκυδίδης έτι ολιγώτερον μετεχειρίσθη το είδος τούτο των περιγραφών και δύνασαι να παρατηρήσης με ποίαν βραχυλογίαν διέρχεται, όταν περιγράφει μηχάνημα ή όταν δίδη το σχέδιον πολιορκίας, το οποίον είνε αναγκαίον και χρήσιμον εις την διήγησιν, ή περιγράφη το σχήμα των Επιπολών ή τον λιμένα των Συρακουσών. Αλλά και όταν διηγήται τον λοιμόν και φαίνεται ότι μακρηγορεί, δύνασαι να εννοήσης ότι τρέχει μεν πάλιν και σπεύδει, αλλά τα γεγονότα τον αναχαιτίζουν, καθότι είνε πολλά.
Εάν δέ ποτε παραστή ανάγκη και να εισαγάγης εις την διήγησιν κανένα όστις να εκφωνήση λόγον, φρόντισε προ πάντων ώστε τα λεγόμενα ν' αρμόζουν εις το πρόσωπον και τα πράγματα, να εκφράζεσαι δε με πάσαν δυνατήν σαφήνειαν• μόνον υπό τοιούτους όρους σου επιτρέπεται να ρητορεύσης και επιδείξης την δεινότητά σου εις το λέγειν.
Οι έπαινοι και αι κατακρίσεις να είνε πολύ μετρημένοι και με περίσκεψιν, απηλλαγμένοι συκοφαντίας και συνοδευόμενοι υπό αποδείξεων, σύντομοι και επίκαιροι, αφού η κρίσις δεν γίνεται ενώπιον δικαστηρίου• άλλως θα κατηγορηθής όπως ο Θεόπομπος {78}, όστις εκ φυσικής κλίσεως προς το μίσος κατέκρινε τους πλείστους και είχε κάμει έργον το πράγμα, ότι γράφει μάλλον κατηγορητήριον παρά ιστορίαν.
Εάν δε εις την ρύμην της διηγήσεως τύχη και κανείς μύθος, δύνασαι να τον αναφέρης, χωρίς όμως να τον βεβαιώνης, αλλ' απλώς να τον παραθέτης, αφήνων τους αναγνώστας να σχηματίσουν περί αυτού οιανδήποτε θέλουν γνώμην και ούτω μη αποκλίνων προς μίαν ή προς άλλην αντίθετον δεν θα έχης τίποτε να φοβηθής.