Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος

Part 10

Chapter 10 10 words Public domain Markdown

Είνε λοιπόν μέγα ή μάλλον μέγιστον ελάττωμα, όταν δεν γνωρίζη κανείς να χωρίζη τα ανήκοντα εις την ποίησιν και τα αρμόζοντα εις την ιστορίαν, αλλ' εισάγη εις την ιστορίαν τα στολίδια της ποιήσεως, τον μύθον και το εγκώμιον και τας σχετικάς υπερβολάς. Ομοίως, αν ένα αθλητήν από τους δυνατούς εκείνους, οι οποίοι φαίνονται ως καμωμένοι από πρίνον, ενδύσετε με πολυτελή και αβρά ενδύματα και τον στολίσετε με άλλα πορνικά στολίδια και του ψιμυθιώσετε το πρόσωπον, θα τον κάμετε γελοίον και επαίσχυντον.

Δεν λέγω όμως ότι δεν έχει θέσιν και ο έπαινος ενίοτε εις την ιστορίαν αλλά πρέπει να γίνεται χρήσις αυτού, όταν πρέπη, και να έχη όρια το πράγμα, ώστε να μη γίνη φορτικόν εις εκείνους, οίτινες θ' αναγνώσουν εις το μέλλον το έργον? εν γένει δε αυτά πρέπει να γίνωνται κατά τους κανόνας, τους οποίους μετ'ολίγον θα υποδείξωμεν. Όσοι δε νομίζουν ότι καλώς διαιρούν εις δύο την ιστορίαν, εις το τερπνόν και το χρήσιμον, και διά τούτο εισάγουν εις αυτήν και το εγκώμιον ως τερπνόν και ευχάριστον, βλέπεις πόσον απομακρύνονται από το αληθές και το ορθόν. Πρώτον μεταχειρίζονται ψευδή διαίρεσιν διότι μία είνε η προσπάθεια και είς ο σκοπός της ιστορίας, το χρήσιμον, το οποίον μόνον από την αλήθειαν παράγεται. Αν δε δύναται να προστεθή εις το χρήσιμον και το τερπνόν, ακόμη καλλίτερα, όπως και το κάλλος εις τον αθλητήν. Αλλά δεν εμποδίζει τον Νικόστρατον Ισιδότου η μεγάλη ασχημία του να είνε αθλητής εκ των ισχυροτέρων, να νικά τους αντιπάλους του, είς εκ των οποίων ήτο ο εκ Μιλήτου ωραίος Αλκαίος, όστις, ως λέγεται, υπήρξε και ερωτικός φίλος του Νικοστράτου. Η ιστορία λοιπόν, και αν ακόμη παραμελήση το τερπνόν και ολίγον φροντίζη διά το κάλλος, θα προσελκύση πολλούς θιασώτας, αρκεί και μόνον να είνε τελεία εις το κύριόν της έργον, δηλαδή την έρευναν της αληθείας.

Πρέπει να είπωμεν και τούτο ακόμη, ότι ουδέ τερπνόν είνε εις την ιστορίαν το εντελώς μυθώδες και οι υπερβολικοί έπαινοι• ούτε το έν ούτε το άλλο δύνανται ν' αρέσουν εις τους αναγνώστας. Εννοώ δε όχι τον όχλον και τους πολλούς, αλλ' εκείνους οίτινες θ' αναγνώσουν την ιστορίαν ως δικασταί και μάλιστα ως κατήγοροι, τους οποίους δεν δύναται να διαφύγη τίποτε στραβόν και άτοπον, διότι βλέπουν καλλίτερα από τον Άργον και βλέπουν δι' όλου του σώματος, ως αργυραμοιβοί δε εξετάζουν τα καθέκαστα, και τα μεν κίβδηλα απορρίπτουν αμέσως, παραδέχονται δε τα σωστά, γνήσια και κανονικά. Προς τούτους πρέπει ν' αποβλέπης, όταν συγγράφης, διά δε τους άλλους ολίγον να σκοτίζεσαι όσον και αν σ' επαινούν. Εάν δε, μη προσέχων εις την γνώμην των ολίγων, στολίσης πέραν του μέτρου την ιστορίαν με μύθους και επαίνους και άλλας κολακείας, θα την καταστήσης ομοίαν με τον Ηρακλή, όταν ευρίσκετο εις την Λυδίαν. Διότι θα έτυχε να τον ίδης κάπου ζωγραφισμένον ως δούλον της Ομφάλης, με πολύ αλλόκοτον ενδυμασίαν. Η μεν Ομφάλη φορεί την λεοντήν αυτού και κρατεί το ρόπαλον, ως να είνε τάχα αυτή ο Ηρακλής, αυτός δε φορεί γυναικεία ενδύματα και ξαίνει έρια και η Ομφάλη τον κτυπά με το σάνδαλόν της. Και είνε το θέαμα εξουθενωτικόν, όπως τα ενδύματα δεν ταιριάζουν εις το σώμα του Ηρακλέους, του οποίου την ανδρικότητα εκθηλύνουν απρεπώς.

Οι πολλοί ίσως θα σ' επαινέσουν δι' αυτά• αλλ' οι ολίγοι, εκείνοι, των οποίων την γνώμην δεν έλαβες υπ' όψιν, θα γελάσουν πολύ εις βάρος σου, βλέποντες το ασύμφωνον, αταίριαστον και δυσάρμοστον του πράγματος. Ό,τι είνε ωραίον δι' έν πράγμα, ενδέχεται να είνε ασχημία δι' άλλο, εις το οποίον δεν ταιριάζει. Αφήνω ότι οι έπαινοι μόνον εις ένα, τον επαινούμενον, ίσως είνε ευχάριστοι• εις τους άλλους όμως είνε αηδείς και οχληροί, μάλιστα αν είνε πολύ υπερβολικοί, όπως συμβαίνει πολλάκις, όταν οι επαινούντες επιδιώκουν την εύνοιαν των επαινουμένων και τόσον το παρακάνουν, ώστε γίνεται φανερά εις όλους η κολακεία. Διότι ούτε με τέχνην γνωρίζουν να κολακεύσουν, ούτε περικαλύπτουν τα θωπεύματα, αλλ' αφού αρχίσουν επισωρεύουν επαίνους, όλους χονδροειδείς και απιθάνους. Ούτω δε ουδ' εκείνο το οποίον προ πάντων επιδιώκουν επιτυγχάνουν• διότι οι παρ' αυτών επαινούμενοι τους μισούν μάλλον και τους περιφρονούν, ως κόλακας, και δικαίως, μάλιστα αν τύχη να έχουν χαρακτήρα ανδροπρεπή. Τοιούτον τι έπαθεν ο Αριστόβουλος, όστις, αφού περιέγραφε την μονομαχίαν του Αλεξάνδρου με τον Πώρον, ανέγνωσεν εις αυτόν το μέρος τούτο της ιστορίας του—-διότι ενόμιζεν, ότι θα ευχαρίστει τον βασιλέα, αν εξώγκωνε την νίκην με ψεύδη και επινοήσεις υπερτέρας της αληθείας—. Αλλ' ο Αλέξανδρος έλαβε το βιβλίον —εταξείδευαν δε εις τον ποταμόν Υδάσπην— και το έρριψεν εις το νερόν. Και σε, είπε προς τον συγγραφέα, ούτω έπρεπε να σε μεταχειρισθώ, διότι τοιαύτας μονομαχίας κάνεις διά λογαριασμόν μου και δι'ενός ακοντισμού φονεύεις ελέφαντας. Και ήτο επόμενον ν' αγανακτήση ούτω ο Αλέξανδρος, όστις δεν ηνέχθη και την τόλμην του αρχιτέκτονος εκείνου, ο οποίος του επρότεινε να μεταβάλη το όρος Άθω εις ανδριάντα αυτού, να μεταμορφώση δηλαδή τοιουτοτρόπως το όρος, ώστε να ομοιάζη προς τον βασιλέα, αλλ' εννοήσας αμέσως ότι ήτο κόλαξ τον απέπεμψε και δεν τον εχρησιμοποίησε πλέον εις τίποτε {52}.

Πού λοιπόν υπάρχει το τερπνόν εις αυτά, εκτός αν είνε κανείς εντελώς ανόητος, ώστε να ευχαριστήται με τοιούτους επαίνους, των οποίων το ψεύδος είνε προφανές; Οι τοιούτοι ομοιάζουν με τους ασχήμους ανθρώπους, μάλιστα δε τα άσχημα γύναια, τα οποία παραγγέλλουν εις τους ζωγράφους να τα εξωραΐζουν εις την εικόνα των• διότι νομίζουν, ότι πραγματικώς θα εξωραϊσθούν, αν ο ζωγράφος βάψη τας παρειάς των με περισσότερον κόκκινον και μεταχειρισθή περισσότερον λευκόν χρώμα. Τοιούτοι είνε οι πλείστοι από τους σημερινούς συγγραφείς• διά της ιστορίας επιδιώκουν το ίδιον συμφέρον και την πλήρωσιν ατομικών αναγκών• και έπρεπε να τους μισώμεν, διότι εις μεν το παρόν είνε φανεροί και χυδαίοι κόλακες, εις το μέλλον δε θα καταστήσουν ύποπτον διά των υπερβολών όλην την υπόθεσιν της διηγήσεώς των. Εάν δε τις νομίζη ότι πάντως πρέπει το τερπνόν ν' αναμιγνύεται εις την ιστορίαν εν γένει, δεν έχω αντίρρησιν, αλλ' υπό τον όρον το τερπνόν να είνε και αληθές και όχι ανάρμοστον εις τον χαρακτήρα του έργου, όπως το μεταχειρίζονται οι περισσότεροι.

Εγώ δε θα διηγηθώ και όσα ήκουσα προ ολίγου καιρού εις την Ιωνίαν και εις την Αχαΐαν πρότερον περί τινων συγγραφέων, οίτινες έγραψαν διήγησιν του ειρημένου πολέμου• και εξορκίζω εις τας Χάριτας να μη απιστήση κανείς εις όσα θα είπω• διότι θα ηδυνάμην και να ορκισθώ ότι είνε αληθή, αν ήτο πρέπον να παρενθέτη κανείς όρκον εις σύγγραμμα. Είς λοιπόν εξ αυτών ήρχισε την ιστορίαν του με την επίκλησιν των Μουσών, παρακαλών τας θεάς να τον βοηθήσουν εις το έργον του. Βλέπεις πόσον κατάλληλος είνε η τοιαύτη αρχή και ταιριαστή εις την ιστορίαν και αρμόζουσα εις το τοιούτον είδος του λόγου; Έπειτα ολίγον κατωτέρω τον μεν ημέτερον άρχοντα προσωμοίαζε προς τον Αχιλλέα, τον δε βασιλέα των Περσών προς τον Θερσίτην, χωρίς να σκεφθή ότι ο Αχιλλεύς περισσότερον ανεδείχθη, διότι εφόνευσε τον Έκτορα και όχι τον Θερσίτην, και ότι, όταν τρέπεται εις φυγήν ανδρείος τις, τον καταδιώκει πολύ ανδρειότερος {53}. Έπειτα έστρεφεν εις τον εαυτόν του το εγκώμιον, ότι είνε άξιος να περιγράψη πράξεις τόσον ενδόξους. Προχωρών απηύθυνεν επαίνους και προς την πατρίδα του Μίλητον, προσθέτων ότι κατά τούτο έπραξε καλλίτερα από τον Όμηρον, όστις δεν ανέφερε καν την πατρίδα του. Εις δε το τέλος του προοιμίου υπέσχετο δητώς και σαφώς ότι θα ανυψώση τα ημέτερα, τους δε βαρβάρους θα πολεμήση και αυτός όσον δύναται. Και ήρχισε την ιστορίαν ως εξής• «Ο μιαρώτατος Ουολόγεσος, του οποίου το τέλος είθε να είνε οικτρότατον, ήρχισε τον πόλεμον διά την εξής αιτίαν». Και αυτός μεν τοιαύτα έγραψεν. Άλλος δε, μέγας θιασώτης του Θουκυδίδου, ώστε να θέλη να μιμηθή καθ' όλα το πρότυπον, ήρχισεν όπως και εκείνος με το όνομα του, θεωρών ότι τοιαύτη έναρξις είνε η ευγενεστέρα και μυρίζει θύμον αττικόν. Άκουσε και κρίνε• «Κρεπέριος Καλπουρνιανός, Πομπηιουπολίτης συνέγραψε τον πόλεμον των Παρθυαίων και Ρωμαίων, ως επολέμησαν προς αλλήλους, αρξάμενος ευθύς ξυνισταμένου». Μετά τοιαύτην δε αρχήν, προς τι να σου αναφέρω τα κατόπιν, δηλαδή τας δημηγορίας του εις την Αρμενίαν, όπου μας παρουσιάζει απαράλλακτον τον Κερκυραίον ρήτορα, ή τον λοιμόν τον οποίον έστειλε κατά των Νισιβηνών, οίτινες δεν ήσαν φίλοι προς τους Ρωμαίους, δανεισθείς αυτόν καθ' ολοκληρίαν από τον Θουκυδίδην, εκτός μόνον του Πελασγικού και των μακρών τειχών, όπου οι τότε προσβληθέντες υπό του λοιμού εγκατεστάθησαν. Ήρχισε δε και από την Αιθιοπίαν ο λοιμός αυτού, όπως του Θουκυδίδου, και εκείθεν κατέβη εις την Αίγυπτον και μετεδόθη εις το μεγαλείτερον μέρος της χώρας, ήτις ανήκει εις τον βασιλέα της Περσίας, ευτυχώς δε έμεινεν εκεί. Εγώ λοιπόν τον αφήκα να θάπτη τους δυστυχείς Αθηναίους εις την Νίσιβιν και ανεχώρησα, γνωρίζων εντελώς και όσα μετά την αναχώρησίν μου έμελλε να είπη. Είνε δε συνηθέστατον σήμερον και να νομίζουν οι συγγραφείς ότι εξισούνται προς τον Θουκυδίδην, αν με μικράς μεταβολάς μεταχειρίζωνται τας εκφράσεις εκείνου και διάφορα φρασίδια, ως «όπως και αυτός αν φαίης», «ού δι' αυτήν», «νή Δία κακείνο ολίγου δείν παρέλιπον». Ο ίδιος δε συγγραφεύς, όστις κατ' αυτόν τον τρόπον απομιμείται τον Θουκυδίδην, αναφέρει πολλά όπλα και μηχανήματα όπως οι Ρωμαίοι τα ονομάζουν, και την τάφρον όπως εκείνοι και την γέφυραν και άλλα τοιαύτα. Και δύνασαι πλέον να σκεφθής ποίαν σοβαρότητα έχει τοιαύτη ιστορία και πόσον είνε άξιον του Θουκυθίδου ναναμιγνύωνται αι Ιταλικαί αύται λέξεις με τας Αττικάς, και να παρίστανται ότι αρμόζουν και συνάδουν προς αυτάς.

Κάποιος δε άλλος εκ των ιστορικών τούτων έγραψε διήγησιν των γεγονότων κατά τρόπον όλως ξηρόν και πεζόν, όπως θα τα έγραφε και στρατιώτης, κρατών σημείωσιν των καθ' εκάστην συμβαινόντων, ή κτίστης ή κάπηλος παρακολουθών το στράτευμα. Αλλ' ο απλοϊκός ούτος είνε μάλλον συγγνωστός, διότι αυτός μεν φαίνεται αμέσως οποίος ήτο, ειργάσθη δε δι' άλλον πλέον φιλόκαλον και ικανόν να γράψη ιστορίαν. Το μόνον διά το οποίον τον κατέκρινα είνε ότι έδωκεν εις το έργον του τίτλον λίαν πομπώδη διά την αξίαν του περιεχομένου• «Καλλιμόρφου ιατρού της έκτης λεγεώνος των κοντοφόρων ιστορίαι των Παρθικών πολέμων»• και το σύγγραμμα είνε διηρημένον εις βιβλία αριθμημένα. Προέταξε δε και προοίμιον σαχλόν, εις το οποίον λέγει ότι εις τον ιατρόν προσήκει να γράφη ιστορίαν, καθότι ο μεν Ασκληπιός είνε υιός του Απόλλωνος, ο δε Απόλλων αρχηγός των Μουσών και πάσης παιδείας κύριος. Ενώ δε αρχίζει να γράφη εις την Ιωνικήν διάλεκτον, δεν γνωρίζω διατί μετ' ολίγον επανέρχεται εις την κοινήν• και λέγει «ιατρείην» και «πείρην» και «οκόσα» και «νούσοι» {54}, έπειτα δε μεταχειρίζεται λέξεις κοινάς και πολλάκις του δρόμου.

Εάν δε πρέπη ν' αναφέρω και ένα σοφόν μεταξύ των σημερινών ιστορικών, το μεν όνομά του ας αποσιωπήσωμεν• θα ομιλήσω δε μόνον περί των ιδεών και των έργων, τα οποία επ' εσχάτων συνέγραψεν εις την Κόρινθον και τα οποία υπερβαίνουν πάσαν προσδοκίαν. Ευθύς εν αρχή και εις την πρώτην περίοδον του προοιμίου του απευθύνει προς τους αναγνώστας του σοφώτατον συλλογισμόν, με τον οποίον θέλει ν' αποδείξη ότι μόνον εις φιλόσοφον αρμόζει να γράφη ιστορίαν. Ακολουθεί μετ' ολίγον άλλος συλλογισμός και έπειτα άλλος• και εν γένει το προοίμιον του γέμει συλλογισμών παντός είδους• και η κολακεία είνε άφθονος εις το έργον και τα εγκώμια φορτικά και πολύ ταπεινά, όχι όμως ασυλλόγιστα, αλλά με συλλογισμούς και αυτά.

Αλλ' ό,τι μου εφάνη άτοπον και πολύ ολίγον αρμόζον εις άνδρα σοφόν και με γενειάδα μεγάλην και λευκήν είνε το λεγόμενον εις το προοίμιόν του, ότι ο ημέτερος ηγεμών έχει την εξαιρετικήν τύχην ότι και φιλόσοφοι δεν θεωρούν ανάξιον αυτών να ιστορούν τας πράξεις του• διότι το τοιούτον έπρεπε μάλλον εις ημάς ν' αφήση να το σκεφθώμεν παρά να το είπη ο ίδιος.

Αλλ' ουδ' εκείνον πρέπει να παραλείψωμεν ν' αναφέρωμεν, όστις ήρχισεν ως εξής την ιστορίαν του• «Έρχομαι ερέων περί Ρωμαίων και Περσέων»• και ολίγον κατωτέρω• «έδεε γαρ Πέρσησι γενέσθαι κακώς»• και έπειτα πάλιν• «ην Οσρόης, τον οι Έλληνες Οξυρόην ονυμέουσι» {55}, και πολλά άλλα παρόμοια. Βλέπεις ότι ούτος δεν διαφέρει από τον άλλον εκείνον παρά μόνον κατά τούτο, ότι ο μεν μιμείται τον Θουκυδίδην, ο δε τον Ηρόδοτον.

Κάποιος άλλος περίφημος διά την συγγραφικήν του δύναμιν, ο οποίος επίσης ομοιάζει με τον Θουκυδίδην, αν δεν είνε ολίγον καλλίτερος, αφού περιγράφει όλας τας πόλεις, όλα τα όρη, τας πεδιάδας και τους ποταμούς με την μεγαλειτέραν ακρίβειαν και δύναμιν, ως νομίζει τουλάχιστον, λέγει• είθε ο αποτρέπων τα δυστυχήματα θεός να ρίψη πάντα ταύτα επί των κεφαλών των εχθρών μας• και η ψυχρότης του είνε ανωτέρα της Κασπίας χιόνος και του Κελτικού πάγου. Ολόκληρον κεφάλαιον μόλις του αρκεί διά την περιγραφήν της ασπίδος του αυτοκράτορος με την Γοργόνα, την οποίαν έχει εις το κέντρον, και τους κυανολεύκους οφθαλμούς της και τον γύρον τον μιμούμενον το ουράνιον τόξον και τους δράκοντας τους συμπεπλεγμένους και συστρεφομένους ως βόστρυχοι{56}. Και διά την αναξυρίδα του Ουολογέσου ή τον χαλινόν του ίππου του, ω θεέ μου, πόσος χείμαρρος λόγων εχρειάσθη• και πώς ήτον η κόμη του Οσρόου ενώ διέβαινε κολυμβών τον Τίγρητα, και εις ποίον σπήλαιον κατέφυγεν, όπου ο κισσός, η μυρτιά και η δάφνη εφύοντο ομού και εσχημάτιζον πυκνήν σκιάν. Βλέπεις πόσον αναγκαία εις την ιστορίαν είνε όλα αυτά και πώς χωρίς αυτά δεν θα εγνωρίζαμεν τίποτε από τα γενόμενα εκεί. Από αδυναμίαν να εκλέξουν τα χρήσιμα ή διότι δεν γνωρίζουν τι να γράψουν, ρίπτονται εις τας τοιαύτας μικρολόγους περιγραφάς• όταν δε συναντήσουν πολλά και σπουδαία γεγονότα, ομοιάζουν με δούλον νεόπλουτον, όστις προ ολίγου καιρού εκληρονόμησε τον αυθέντην του και ούτε να ενδυθή όπως πρέπει γνωρίζει, ούτε να δειπνήση κατά την τάξιν, αλλ' ενώ πολλάκις εις την τράπεζαν έχουν παρατεθή πτηνά και χοιρίδια και λαγοί, αυτός αρχίζει από κάποιον χυλόν οσπρίων ή παστόψαρον και τρώγει, τρώγει μέχρι σκασμού. Εκείνος λοιπόν, τον οποίον ανέφερα, περιέγραψε και τραύματα λίαν παράδοξα και θανάτους αλλοκότους, ως λ.χ. ότι κάποιος πληγωθείς εις τον μεγάλον δάχτυλον του ποδός αμέσως απέθανε και ότι μόνον διότι εφώναξεν ο στρατηγός Πρίσκος είκοσι επτά εκ των εχθρών απέθαναν. Ακόμη δε και εις τον αριθμόν των νεκρών και παρά τας επισήμους εκθέσεις εψεύσθη. Διότι εις την Εύρωπον λέγει ότι εκ των εχθρών εφονεύθησαν τριάκοντα επτά μυριάδες και διακόσιοι έξ, εκ δε των Ρωμαίων μόνον δύο και εννέα τραυματίαι.

Αυτά δεν γνωρίζω αν δύναται να τα παραδεχθή και τα υποφέρη κανείς άνθρωπος με τον κοινόν νουν. Αλλά πρέπει ν' αναφέρω και κάτι τι άλλο, το οποίον δεν είνε ασήμαντον. Επειδή φιλοδοξεί να φαίνεται ότι μεταχειρίζεται την καθαράν και ακριβεστάτην Αττικήν γλώσσαν, έφθασε μέχρι του να μεταποιήση και τα ονόματα των Ρωμαίων και δώση εις αυτά Έλληνικήν μορφήν ούτω δε λέγει Κρόνιον τον Σατουρνίνον, Φρόντιν τον Φρόντωνα, Τιτάνιον τον Τιτιανόν και άλλα πολύ κωμικώτερα. Ο ίδιος προσέτι έγραφε περί του θανάτου του Σευηριανού ότι όλοι οι άλλοι έσφαλαν νομίζοντες ότι εφονεύθη διά ξίφους, ενώ αυτός απέθανεν εξ εκούσιας ασιτίας• διότι τούτον τον θάνατον εθεώρησεν ως τον πλέον ανώδυνον. Αλλ' ο ιστορικός ούτος ηγνόει ότι ο Σευηριανός υπέφερεν ασιτίαν επί τρεις, νομίζω, ημέρας, ενώ όσοι στερούνται τροφής δύνανται να ζήσουν και επτά ημέρας οι πλείστοι, εκτός εάν υποθέσω μεν ότι ο Οσρόης παρέμεινε πλησίον του Σευηριανού περιμένων ν' αποθάνη ούτος εκ πείνης, διά τούτο δε ο Σευηριανός δεν έφθασε την εβδόμην.

Πού δε να κατατάξη κανείς, αγαπητέ Φίλων, τους μεταχειριζομένους εις την ιστορίαν ποιητικάς λέξεις και εκφράσεις, εκείνους λ. χ. οίτινες γράφουν «ελέλιξε μεν η μηχανή, το δε τείχος πεσόν μεγάλως εδούπησε»;{57} Εις άλλο μέρος της λαμπράς αυτής ιστορίας αναγινώσκομεν• «Έδεσσα μεν δη ούτω τοις όπλοις περιεσμαραγείτο και ότοβος ην και κόναβος άπαντα εκείνα» {58}• και «ο στρατηγός εμερμήριζεν, ω τρόπω μάλιστα προσαγάγοι προς το τείχος». Έπειτα μεταξύ των ποιητικών τούτων λέξεων συναντώνται πολλαί πρόστυχοι, χυδαίαι και ταπειναί λέξεις, ως λ. χ. «επέστειλεν ο στρατοπεδάρχης τω κυρίω»• «οι στρατιώται ηγόραζον τα εγχρήζοντα»• και «ήδη λελουμένοι περί αυτούς εγίγνοντο». Ούτω ο ιστορικός ομοιάζει με ηθοποιόν, ο οποίος εις μεν τον ένα πόδα φορεί κόθορνον υψηλόν, εις δε τον άλλον σάνδαλον.

Αλλά θα συναντήσης και άλλους, οι οποίοι γράφουν τα προοίμια των πομπώδη, μεγαλοπρεπή και υπερβολικώς εκτενή, ούτως ώστε να ελπίζη ο αναγνώστης ότι τα κατόπιν θα είνε πάντως θαυμαστά εξ ίσου• αλλ' αντί τούτου το κύριον μέρος της ιστορίας είνε συνοπτικόν και ευτελές, ούτως ώστε το όλον να ομοιάζη προς παιδίον, προς έρωτα π. χ. ο οποίος φορεί, διά να παίζη, προσωπίδα τεραστίαν Ηρακλέους ή Τιτάνος• και ευθύς έρχεται εις την μνήμην του αναγνώστου η παροιμία «ώδινεν όρος». Νομίζω δε ότι δεν πρέπει να γίνεται ούτω, αλλά όλα τα μέρη να είνε εις το αυτό ύφος και το άλλο σώμα ν' αναλογή προς την κεφαλήν, να μη είνε δε χρυσή η περικεφαλαία, ο δε θώραξ γελοίος, σχηματισμένος από ράκη και σαπρά δέρματα, η ασπίς πλεκτή από λυγαριάν, αι δε περικνημίδες από δέρμα χοίρου. Είνε δε πολλοί τοιούτοι συγγραφείς, οι οποίοι θέτουν την κεφαλήν του Ροδίου κολοσσού επί σώματος νάνου. Άλλοι εξ εναντίας παρουσιάζουν ακέφαλα τα σώματα, και χωρίς προοίμιον εισέρχονται αμέσως εις την διήγησιν. Ούτοι νομίζουν ότι ακολουθούν το παράδειγμα του Ξενοφώντος όστις ήρχισεν ούτω• «Δαρείου και Παρυσάτιδος παίδες γίγνονται δύο», και άλλων αρχαίων. Αγνοούν ότι η διήγησις πολλάκις έχει και δύναμιν προοιμίου, ήτις διαφεύγει την αντίληψιν των πολλών.

Αλλά πάντα ταύτα τα ελαττώματα, είτε της εκφράσεως είτε της συνθέσεως είνε υποφερτά. Αλλ' εκείνοι οίτινες ψεύδονται εις την γεωγραφίαν όχι κατά παρασάγγας, αλλά κατά σταθμούς{59} ολοκλήρους πώς δύνανται να δικαιολογηθούν; Είς εκ τούτων μετά τόσης αμελείας συνέλεξε τας πληροφορίας του, χωρίς να εύρη κανένα Σύρον και τον ερωτήση, ούτε καν ν' ακούση τα παραμύθια τα οποία λέγονται εις τα κουρεία, ώστε γράφων περί της Ευρώπου, λέγει τα εξής: «Η Εύρωπος ευρίσκεται εις την Μεσοποταμίαν και απέχει του Ευφράτου δύο σταθμούς• είνε δε αποικία των Εδεσσαίων». Και δεν ηρκέσθη εις τούτο μόνον, αλλά και την πατρίδα μου τα Σαμόσατα εις το αυτό βιβλίον εσήκωσεν ο γενναίος και ομού με την ακρόπολιν και τα τείχη της μετέφερεν εις την Μεσοποταμίαν, ούτως ώστε να την περιρρέουν οι δύο ποταμοί, να διέρχωνται εγγύτατα αυτής εκατέρωθεν και σχεδόν να γλύφουν τα τείχη της. Θα ήτο δε γελοίον, αγαπητέ Φίλων, εάν τώρα επεχείρουν να σου αποδείξω ότι δεν είμαι Πάρθος, ούτε εκ Μεσοποταμίας, όπου μ' έφερε και με απώκισεν ο θαυμαστός συγγραφεύς.

Αλλά και εκείνο το οποίον λέγει ο αυτός συγγραφεύς περί του Σευηριανού, ορκιζόμενος ότι το ήκουσεν από κάποιον εκ των επανελθόντων από τον πόλεμον, είνε πολύ πιθανόν• ούτε με ξίφος εφονεύθη, ούτε δηλητήριον έπιεν, ούτε εκρεμάσθη, αλλ' επενόησεν ένα θάνατον τραγικόν και πρωτοφανή διά την τόλμην• έτυχε να έχη υπερμεγέθη ποτήρια υάλινα από την καλλιτέραν ύαλον• όταν δε ενόησεν ότι δεν ηδύνατο ν' αποφύγη τον θάνατον, έθραυσε το μεγαλείτερον εξ αυτών και έν εκ των συντριμμάτων μετεχειρίσθη διά να σφαγή, κόψας δι' αυτού τον λαιμόν του. Ούτε εγχειρίδιον, ούτε λόγχην εύρε διά ν' αποθάνη με ευγενή και ηρωικόν θάνατον. Έπειτα, επειδή ο Θουκυδίδης παρεισάγει ένα επιτάφιον των πρώτων του Πελοποννησιακού πολέμου νεκρών, ενόμισε και αυτός ότι δεν έπρεπε να' μείνη χωρίς επιτάφιον ο Σευηριανός• διότι όλοι αυτού του είδους οι ιστορικοί αμιλλώνται προς τον ουδόλως πταίοντα διά τας εν Αρμενία συμφοράς Θουκυδίδην. Αφού λοιπόν έθαψε τον Σευηριανόν μεγαλοπρεπώς, αναβιβάζει επί του τάφου κάποιον Αφράνιον Σίλωνα εκατόνταρχον, ανταγωνιστήν του Περικλέους, όστις τοιαύτα και τοσαύτα ρητορεύει, ώστε μα τας Χάριτας πολύ εδάκρυσα από τον γέλωτα, μάλιστα όταν ο ρήτωρ Αφράνιος εις το τέλος του λόγου, δακρύων και στενάζων με περιπάθειαν ανέφερε τα πολυτελή γεύματα, εις τα οποία είχε παρακαθήσει με τον κηδευθέντα, και τας προπόσεις, αίτινες έγιναν εις αυτά. Επέστεψε δε τον επιτάφιον κατά τρόπον Αιάντειον• διότι ανελκύσας το ξίφος του με πολλήν γενναιότητα και ως ήρμοζεν εις ένα Αφράνιον, εσφάγη επί του τάφου και ενώπιον όλων. Αλλ' έπρεπε προ πολλού, μα τον Άρην, να έχη σφαγή, διά να μη εκφωνήση τοιούτον λόγον. Ο ιστορικός λέγει προσέτι ότι οι παρόντες όλοι εθαύμασαν και πολύ επήνεσαν τον Αφράνιον. Εγώ δε και διά τα άλλα τον κατέκρινα, διότι παρ' ολίγον ν' αναμίξη εις τον λόγον του ζωμούς και πινάκια και εδάκρυεν εις την ανάμνησιν των τηγανιτών• αλλ' εκείνο διά το οποίον προ πάντων τον εθεώρησα ασυγχώρητον είνε ότι πριν ή αυτοκτονήση δεν έσφαξε και τον συγγραφέα.

Είχα και άλλους πολλούς ομοίους συγγραφείς να σου αναφέρω, φίλε μου, αλλ' αρκούμενος εις τους ειρημένους ολίγους, θα μεταβώ τώρα εις την άλλην υπόσχεσίν μου, την συμβουλήν περί του πώς δύναται τις να συγγράφη καλλίτερα. Τινές εκ των ιστορικών τα μεν μεγάλα και αξιομνημόνευτα γεγονότα παραλείπουν ή παρατρέχουν, από αμάθειαν δε και απειροκαλίαν και άγνοιαν εκείνων τα οποία πρέπει ν' αναφέρωνται και εκείνων τα οποία πρέπει ν' αποσιωπώνται, περιγράφουν με πολλήν επιμέλειαν και χρονοτριβήν τα πλέον ασήμαντα. Ομοιάζουν δηλαδή μ' εκείνον όστις το μεν όλον κάλλος του Διός της Ολυμπίας, το οποίον είνε τόσον μέγα και εξαίσιον, δεν θα έβλεπεν, ούτε θα εθαύμαζεν, ούτε εις τους μη γνωρίζοντας θα εξήγει, θα εθαύμαζε δε του υποποδίου την καλήν και τεχνικήν κατεργασίαν και του βάθρου την ευρυθμίαν και αυτά όλα θα τα εξήγει με πολλήν επιμέλειαν και λεπτολογίαν. Ανέγνωσα το έργον ενός, όστις την μάχην της Ευρώπου μόλις εις επτά γραμμάς αναφέρει, καταναλίσκει δε είκοσι και πλέον μέτρα νερού {60} εις ψυχράν διήγησιν, ήτις ουδόλως μας ενδιαφέρει• πώς Μαύρος τις ιππεύς Μαυσάκας ονομαζόμενος, αναγκασθείς υπό της δίψης να πλανηθή εις τα όρη, συνήντησε Σορούς χωρικούς ετοιμαζομένους να προγευματίσουν• και ότι κατ' αρχάς μεν τον εφοβήθησαν, έπειτα όμως μαθόντες ότι ήτο εκ των φίλων, τον εφιλοξένησαν και του έδωκαν να φάγη• διότι και εξ αυτών κάποιος είχε μεταβή εις την χώραν των Μαύρων ως στρατιώτης. Ακολουθούν δε μύθοι μακροί και διηγήσεις• ότι και αυτός ο Σύρος εκυνήγησεν εις την Μαυρουσίαν, ότι είδε πολλούς ελέφαντας ομού βόσκοντας και ότι παρ' ολίγον να καταφαγωθή υπό λέοντος και πόσα ψάρια ηγόρασεν εις την Καισάρειαν. Και ο παράδοξος συγγραφεύς, αφήσας την τόσην αιματοχυσίαν, ήτις έγινεν εις την Εύρωπον, τας επελάσεις και τας αναγκαίας ανακωχάς {61}, τας φυλακάς και αντιφυλακάς, εκάθητο μέχρι βαθείας εσπέρας και έβλεπε τον Σύρον Μαλχίωνα ν' αγοράζη εις την Καισάρειαν εις μικράν τιμήν σκάρους υπερμεγέθεις• και αν δεν ενύκτωνεν, ίσως και θα επερίμενε να ψηθούν οι σκάροι, διά να δειπνήση μετ' αυτού. Αν αυτά δεν ανεφέροντο λεπτομερώς εις την ιστορίαν, θα εχάναμεν σπουδαία γεγονότα και η ζημία των Ρωμαίων θα ήτο υπερβολική, εάν ο Μαυσάκας ο Μαύρος διψών δεν εύρισκε να πίη και νηστικός επέστρεφεν εις το στρατόπεδον. Αλλά και πόσας άλλας λεπτομερείας του επεισοδίου πολύ αναγκαιοτέρας παρέλειψα εγώ εκουσίως• ως λ.χ. ότι και μίαν αυλητρίδα έφεραν εκ του πλησίον χωρίου και ότι αντήλλαξαν δώρα και ο μεν Μαύρος έδωκεν εις τον Μαλχίωνα μίαν λόγχην, ο δε Μαλχίων προς τον Μαύρον μίαν πόρπην, και άλλα πολλά τοιαύτα σπουδαία συμβάντα της μάχης της Ευρώπου. Αληθώς δύναταί τις να είπη περί των τοιούτων ιστορικών ότι δεν βλέπουν το ρόδον, αλλά μετά προσοχής παρατηρούν τας ακάνθας του στελέχους του.