Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος

Part 1

Chapter 1 69 words Public domain Markdown

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis

Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book. Words between ampersands &&, are bold. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.

Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος Λέξεις μεταξύ && είναι έντονες στο βιβλίο. Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

ΑΠΑΝΤΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ ΑΠΑΝΤΑ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

ΑΠΑΝΤΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

&ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Διάλογοι Θαλασσίων θεών. — Αλκυών ή περί μεταμορφώσεως. — Προμηθεύς ή Καύκασος. — Νεκρικοί Διάλογοι. — Μένιππος ή Νεκρομαντεία. — Φιλοψευδής ή απιστών. — πώς πρέπει να γράφεται η ιστορία.&

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ ΑΠΑΝΤΑ

ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΘΕΩΝ

1. &Δωρίδος και Γαλατείας.&

ΔΩΡ. Λέγουν, Γαλάτεια, ότι έχεις ένα ωραίον εραστήν, εκείνον τον Σικελόν ποιμένα, ο όποιος τρελλαίνεται για 'σένα.

ΓΑΛ. Μη περιγελάς, Δωρίς, διότι είνε υιός του Ποσειδώνος, όπως και αν είνε.

ΔΩΡ. Τι σημαίνει; Και αυτού του Διός αν ήτο υιός και εφαίνετο τόσον άγριος και μαλλιαρός και μάλιστα μονόφθαλμος, πράγμα το όποιον είνε η μεγαλειτέρα των ασχημιών, νομίζεις ότι η καταγωγή θα ηλάττωνε την ασχημίαν της μορφής του;

ΓΑΛ. Ούτε ότι είνε μαλλιαρός και άγριος, ως λέγεις, είνε ασχημία, αλλά ανδροπρέπεια, και ο οφθαλμός ταιριάζει εις το μέτωπόν του, καθότι δεν βλέπει ολιγώτερον παρά εάν είχε δύο.

ΔΩΡ. Από τους επαίνους που του κάνεις, Γαλάτεια, φαίνεσαι ως να έχης όχι εραστήν αλλ' ερώμενον τον Πολύφημον.

ΓΑΛ. Δεν τον έχω ερώμενον, αλλά δεν υποφέρω τους υπερβολικούς ονειδισμούς σας και μου φαίνεται ότι το κάνετε εκ φθόνου, διότι ενώ κάποτε εποίμαινε τα πρόβατά του και από της κορυφής μας είδε να παίζωμεν εις την παραλίαν κατά τους πρόποδας της Αίτνης, εκεί όπου μεταξύ του βουνού και της θαλάσσης σχηματίζεται επιμήκης παραλία, σας μεν ούτε ητένισεν, εγώ δε εξ όλων του εφάνηκα η ωραιοτέρα και μόνον εις εμέ προσήλωσε τον οφθαλμόν. Αυτά σας πειράζουν, διότι σημαίνουν ότι είμαι καλλιτέρα και αξιέραστος, σεις δε επεριφρονήθητε.

ΔΩΡ. Νομίζεις ότι, επειδή εφάνης ωραία εις ένα ποιμένα και μισόστραβον, έγεινες αξία να σε φθονήσουν; Αλλά τι άλλο είχε να θαυμάση σε σένα παρά μόνον το λευκόν χρώμα; Και τούτο υποθέτω, διότι είνε συνηθισμένος εις το τυρί και το γάλα και όλα όσα ομοιάζουν με αυτά τα νομίζει ωραία. Κατά τα άλλα δε όταν θελήσης να μάθης πώς είσαι, όταν θα είνε γαλήνη ανέβα εις μίαν πέτραν και κύτταξε τον εαυτόν σου εις το νερόν και θα ιδής ότι είσαι μόνον λευκόν χρώμα και τίποτε άλλο• αλλά το λευκόν δεν αρέσει παρά μόνον εάν το στολίζη και το ερύθημα.

ΓΑΛ. Και όμως εγώ μεν η εντελώς λευκή έχω τουλάχιστον αυτόν τον εραστήν, αλλά σας τας άλλας δεν υπάρχει κανείς ποιμήν ή ναύτης ή βαρκάρης ο οποίος να σας ορέγεται. Ο δε Πολύφημος εκτός των άλλων είνε και μουσικός.

ΔΩΡ. Σώπα, καϋμένη Γαλάτεια• τον ηκούσαμεν διά να τραγουδή όταν προ καιρού ήλθε και σου 'τραγούδησε την νύκτα• και μα την Αφροδίτην ενόμιζε κανείς ότι ήκουε γάιδαρον να γκαρίζη. Και η λύρα του δε ήτο αναλόγως γελοία. Κρανίον ελάφου γυμνόσαρκον, του οποίου τα κέρατα εχρησίμευον ως βραχίονες της λύρας. Τα είχεν ενώσει διά ζυγού και προσέθεσε χορδάς αι οποίαι δεν ετανύοντο με στόφιγγα και έπαιζε κάτι τι ανούσιον και πλήρες παραφωνιών• και άλλο μεν αυτός έλεγεν εις το άσμα του, άλλο δε η λύρα έπαιζε, ώστε δεν ηδυνάμεθα να κρατήσωμεν τα γέλοια διά το ερωτικόν εκείνο άσμα. Η Ηχώ, η τόσον φλύαρος δεν κατεδέχθη να αποκριθή εις τους βρυχηθμούς του διότι εντρέπετο να φανή μιμουμένη τόσον κακόφωνον και γελοίον άσμα. Έφερε δε ο αξιέραστος εκείνος εις τας αγκάλας του, ως παιγνιδάκι μίαν μικράν αρκούδα, η οποία του ωμοίαζε κατά τα πολλά μαλλιά. Δύναται λοιπόν να μη σε φθονήση κανείς, Γαλάτεια, διά τοιούτον εραστήν;

ΓΑΛ. Να μας δείξης τον 'δικό σου ο οποίος είνε καλλίτερος και ξέρει να τραγουδή και να παίζη λύραν καλλίτερα.

ΔΩΡ. Εγώ δεν είπα ότι έχω εραστήν, ούτε καυχώμαι ότι είμαι αξιέραστος. Αλλά εραστήν ωσάν τον Κύκλωπα, ο οποίος μυρίζει ως τράγος, τρώγει ωμά κρέατα, ως λέγουν, και μάλιστα τους ανθρώπους τους ερχομένους εδώ, σου τον χαρίζω και σε αφίνω να τον ανταγαπάς.

2. &Κύκλωπος και Ποσειδώνος.&

ΚΥΚΛ. ω πατέρα, τι έπαθα από τον κατηραμένον ξένον ο οποίος, αφού μ' εμέθυσε, μ' ετύφλωσε ενώ εκοιμώμουν.

ΠΟΣ. Και ποιος ήτο αυτός που είχεν αυτήν την τόλμην, Πολύφημε;

ΚΥΚΛ. Εις την αρχήν έλεγεν ότι ωνομάζετο Κανείς, αφού δε έφυγε και ευρέθη έξω βολής, είπεν ότι το όνομά του είνε Οδυσσεύς.

ΠΟΣ. Γνωρίζω ποιόν λέγεις, τον Ιθακήσιον, που έρχεται από την Ίλιον. Αλλά πώς τα έπραξεν αυτά, ενώ δεν είνε και πάρα πολύ ανδρείος;

ΚΥΚΛ. Όταν επέστρεψα από την βοσκήν ευρήκα εις την σπηλιάν μου μερικούς οι οποίοι προφανώς είχαν έλθει διά να κλέψουν πρόβατα. Αφού δε έβαλα εις την είσοδον τον φράκτην, ο οποίος είνε πέτρα πολύ μεγάλη, και άναψα φωτιάν με το δενδρον το οποίον είχα φέρει από το βουνόν, εφάνηκαν που προσπαθούσαν να κρυφθούν• εγώ δε συνέλαβα μερικούς, ως ήτο φυσικόν, και τους έφαγα, διά να τους τιμωρήσω ως ληστάς. Τότε ο πονηρότατος εκείνος, είτε Κανείς είτε Οδυσσεύς ονομάζεται, μου έδωκε να πιώ ένα φάρμακον, το οποίον ήτο μεν ευχάριστον και εύοσμον, αλλ' επικίνδυνον και έφερε μεγάλην ζάλην• διότι άμα το ήπια μου εφάνη ότι όλα εγύριζαν και αυτή η σπηλιά ήλθεν άνω κάτω και εγώ ευρισκόμην εις κακήν κατάστασιν, επί τέλους δε απεκοιμήθην. Αυτός δε κατεσκεύασε ένα μυτερόν δαυλόν και προσέτι τον άναψε και με αυτόν με ετύφλωσεν ενώ εκοιμώμουν, απ' εκείνης δε της ώρας είμαι τυφλός, πατέρα μου Ποσειδών.

ΠΟΣ. Πολύ βαθειά εκοιμήθης, παιδί μου, αφού ούτε και όταν σου εξώρυσσε το μάτι δεν εξύπνησες. Ο δε Οδυσσεύς πώς διέφυγε; διότι δεν εννοώ πώς ηδυνήθη να μετατοπίση την πέτραν από την είσοδον.

ΚΥΚΛ. Εγώ την αφήρεσα διά να τον συλλάβω ευκολώτερα όταν θα επεχείρει να εξέλθη. Εκάθησα πλησίον της θύρας και άπλωνα τα χέρια μου και έψαχνα. Αφήκα δε μόνα τα πρόβατα να εξέλθουν εις βοσκήν, αφού παρήγγειλα εις τον κριόν να με αντικαταστήση.

ΠΟΣ. Εννοώ• ο Οδυσσεύς και οι σύντροφοί του εκρύφθησαν κάτω από τα πρόβατα και εξήλθαν χωρίς να τους καταλάβης. Αλλά συ έπρεπε να καλέσης εναντίον του τους άλλους Κύκλωπας.

ΚΥΚΛ. Τους εκάλεσα, πατέρα, και ήλθαν. Αλλ' όταν με ηρώτησαν ποίος μ' εκακοποίησε και εγώ απήντησα Κανείς, ενόμισαν ότι ετρελλάθηκα και μ' αφήκαν κ' έφυγαν. Κατ' αυτόν τον τρόπον μ' εγέλασε ο αναθεματισμένος εκείνος με το όνομά του. Εκείνο δε που μ' επείραξε περισσότερον, είνε ότι και με ωνείδισε διά την συμφοράν μου και μου είπεν ότι ούτε ο πατέρας σου ο Ποσειδών θα σε θεραπεύση.

ΠΟΣ. Ησύχασε, παιδί μου, διότι θα τον κάμω εγώ να μάθη ότι και αν μου είνε αδύνατον να θεραπεύω τα παθήματά των οφθαλμών, η σωτηρία όμως και η απώλεια των ταξειδευόντων ανήκει εις εμέ• ταξειδεύει δε ακόμη.

3. &Ποσειδώνος και Αλφειού.&

ΠΟΣ. Πώς συμβαίνει, Αλφειέ, συ μόνος εκ των ποταμών να εκβάλης εις την θάλασσαν χωρίς ν' αναμιγνύεσαι με το αλμυρόν νερόν, ως συνηθίζουν όλοι οι ποταμοί; Και ούτε ανακόπτεις την ορμήν σου, ούτε διασκορπίζεσαι, αλλά προχωρείς εις την θάλασσαν συγκεντρωμένος και διατηρείς γλυκύ το ρεύμα σου• αμιγής και καθαρός προχωρείς δεν γνωρίζω που• και βυθιζόμενος όπως οι γλάροι και οι ερωδιοί φαίνεται ότι κάπου θα επανέλθης εις την επιφάνειαν και θα αναφανής.

ΑΛΦ. Ερωτικός ο λόγος, Ποσειδών, και μη με κατηγορής, διότι και συ ηγάπησες πολλάκις.

ΠΟΣ. Γυναίκα αγαπάς, ω Αλφειέ, ή νύμφην ή καμμίαν από τας Νηρηίδας;

ΑΛΦ. Όχι, αλλά μίαν πηγήν, Ποσειδών.

ΠΟΣ. Και εις ποίον μέρος της γης τρέχει αυτή η πηγή;

ΑΛΦ. Εις την νήσον Σικελίαν• την ονομάζουν Αρέθουσαν.

ΠΟΣ. Την γνωρίζω και δεν είνε άσχημη, Αλφειέ, η Αρέθουσα, αλλά διαυγής και καθαρά αναβλύζει και το νερόν της τρέχει επάνω εις πετραδάκια τα οποία του δίδουν λάμψιν αργυροειδή.

ΑΛΦ. Αληθώς την γνωρίζεις την πηγήν, Ποσειδών• προς εκείνην λοιπόν πηγαίνω.

ΠΟΣ. Πήγαινε και σου εύχομαι ευτυχίαν εις τον έρωτα. Αλλά δεν μου λες, πού την εγνώρισες την Αρέθουσαν, αφού συ μεν είσαι Αρκάς, αυτή δε ευρίσκεται εις τας Συρακούσας;

ΑΛΦ. Βιάζομαι, Ποσειδών, και συ με κρατείς διά να μ' ερωτάς πράγματα που δεν σ' ενδιαφέρουν.

ΠΟΣ. Έχεις δίκαιον• πήγαινε προς την ερωμένην και αφού εξέλθης εκ της θαλάσσης αναμίξου εις εναγκαλισμόν με την πηγήν και γίνετε οι δύο ένα νερόν.

4. &Μενελάου και Πρωτέως.&

ΜΕΝ. Αλλ' ότι μεν γίνεσαι νερόν, ω Πρωτεύ, δεν είνε απίθανον, αφού ζης εις την θάλασσαν• και ότι μεταμορφούσαι εις δένδρον και τούτο δύναται να εννοηθή• ούτε και είνε όλως απίστευτον ότι μεταμορφώνεσαι εις λέοντα• αλλ' ότι είνε δυνατόν να μεταβληθής εις πυρ, ενώ είσαι κάτοικος της θαλάσσης, τούτο με εκπλήττει καθ' υπερβολήν και δεν το πιστεύω.

ΠΡΩΤ. Μη απιστής, Μενέλαε, διότι αυτό γίνεται.

ΜΕΝ. Το είδα και εγώ• αλλά μου φαίνεται—και θα συγχωρήσης την ειλικρίνειάν μου — ότι κάποια μαγεία υπάρχει εις το πράγμα και με αυτήν εξαπατάς τα μάτια των βλεπόντων, ενώ πραγματικώς μένεις αμετάβλητος.

ΠΡΩΤ. Και ποία απάτη δύναται να εισχωρήση εις πράγματα τόσον φανερά; Δεν είδες με ανοικτά μάτια τας διαφόρους μου μεταμορφώσεις; Εάν δε δυσπιστής και το πράγμα σου φαίνεται ψευδές και απάτη της φαντασίας, όταν μεταβάλλωμαι εις πυρ, πλησίασέ μου το χέρι, γενναιότατε• και τότε θα εννοήσης αν είμαι μόνον ορατός ή και συγχρόνως καίω.

ΜΕΝ. Δεν είνε ασφαλές το πείραμα, ω Πρωτεύ.

ΠΡΩΤ. Μου φαίνεσαι, Μενέλαε, ότι ουδέ 'κταπόδι είδες ποτέ ούτε τι συμβαίνει εις αυτό το θαλάσσιον ζώον.

ΜΕΝ. 'Κταπόδι έχω ίδει, αλλά τι του συμβαίνει ευχαρίστως θα μάθω παρά σου.

ΠΡΩΤ. Εις όποιαν πέτραν προσαρμόση τους μυζητήρας του και προσκολληθή, προς αυτήν εξομοιούται και το χρώμα του γίνεται όμοιον προς το χρώμα της πέτρας εις τρόπον ώστε να διαφεύγη το βλέμμα των αλιέων, οι οποίοι τον εκλαμβάνουν ως πέτραν.

ΜΕΝ. Αυτά τωόντι λέγονται• αλλά τα 'δικά σου είνε πολύ παραδοξότερα, ω Πρωτεύ.

ΠΡΩΤ. Δεν γνωρίζω, Μενέλαε, εις ποίον άλλον δύνασαι να πιστεύσης, αφού δεν πιστεύεις τα μάτια σου.

ΜΕΝ. Είδα, αλλ' είνε απίστευτον και τερατώδες ο ίδιος να είσαι φωτιά και νερόν.

5. &Πανόπης και Γαλήνης.&

ΠΑΝ. Είδες, ω Γαλήνη, χθες τι έκαμεν η Έρις εις την Θεσσαλίαν κατά το δείπνον, διότι δεν είχε προσκληθή και αυτή;

ΓΑΛ. Δεν ήμουν εκεί εγώ• διότι ο Ποσειδών με διέταξε να διατηρώ εν τω μεταξύ ακύμαντον το πέλαγος. Τι λοιπόν έκαμεν η Έρις διότι δεν προσεκλήθη;

ΠΑΝ. Η Θέτις και ο Πηλεύς είχον ήδη αποχωρήσει εις τον νυμφικόν θάλαμον, συνοδευθέντες μέχρι της θύρας υπό της Αμφιτρίτης και του Ποσειδώνος• εν τω μεταξύ δε τούτω η Έρις διαλαθούσα την γενικήν προσοχήν — και το κατώρθωσεν ευκόλως, διότι άλλοι μεν έπινον, άλλοι δε εθορύβουν ή επρόσεχον εις τον Απόλλωνα, ο οποίος έπαιζε κιθάραν, ή εις τας Μούσας, αι οποίαι ετραγουδούσαν—έρριψε μεταξύ των συμποσιαζόντων μήλον ωραιότατον και κατάχρυσον, επί του οποίου υπήρχεν η επιγραφή : «διά την ωραιοτέραν». Κυλιόμενον δε το μήλον επήγεν ωσάν επίτηδες και εσταμάτησεν εκεί όπου ευρίσκοντο η Ήρα, η Αφροδίτη και η Αθηνά. Όταν δε ο Ερμής το έλαβε και ανέγνωσε την επιγραφήν, ημείς μεν αι Νηρηίδες εσιωπήσαμεν• διότι τι ηδυνάμεθα να είπωμεν ενώπιον εκείνων; εκείναι όμως διημφισβήτησαν μεταξύ των το μήλον και αν δεν τας εχώριζεν ο Ζευς, θα έφθαναν μέχρι συμπλοκής. Αλλ' εκείνος είπε, μολονότι αι τρεις θεαί ηξίουν να γείνη κριτής αυτός : «Εγώ δεν θα κρίνω περί τούτου, αλλά πηγαίνετε εις την Ίδην να εύρετε τον υιόν του Πριάμου, ο οποίος είνε αρκετά φιλόκαλος ώστε να δύναται να κρίνη ποία είνε η ωραιοτέρα, χωρίς να αδικήση καμμίαν.

ΓΑΛ. Και αι τρεις θεαί τι έκαμαν, Πανόπη;

ΠΑΝ. Σήμερον νομίζω αναχωρούν εις την Ίδην και μετ' ολίγον θα έλθη κάποιος να μας αναγγείλη ποία ενίκησε.

ΓΑΛ. Από τώρα δύναμαι να σου είπω ότι θα νικήση η Αφροδίτη, εκτός αν είνε στραβός ο κριτής.

6. &Τρίτωνος, Αμυμώνης και Ποσειδώνος.&

ΤΡΙΤ. Εις την Λέρναν, Ποσειδών, έρχεται καθ' εκάστην διά να παίρνη νερόν μία κόρη, απεριγράπτου κάλλους. Εγώ τουλάχιστον δεν έχω ίδει ωραιοτέραν.

ΠΟΣ. Και είνε ελευθέρα ή κάποια δούλη η οποία κουβαλεί νερόν εις ταφεντικά της;

ΤΡΙΤ. Όχι, αλλά κόρη του Αιγυπτίου εκείνου, μία εκ των πεντήκοντα, Αμυμώνη ονομαζομένη• διότι ηρώτησα και περί της οικογενείας και περί του ονόματος αυτής. Ο Δαναός, ο πατέρας της ανατρέφει με σκληραγωγίαν τας θυγατέρας του και τας αναγκάζει να εργάζωνται, τας πέμπει να αντλούν νερόν και εν γένει τας συνηθίζει εις πάσαν εργασίαν.

ΠΟΣ. Και μόνη πηγαίνει τόσον μακράν, εκ του Άργους εις την Λέρναν;

ΤΡΙΤ. Μόνη. Ως γνωρίζεις το Άργος είνε άνυδρον, και διά τούτο επικαλείται δίψειον• ώστε είνε ανάγκη να πηγαίνουν συχνά διά νερόν.

ΠΟΣ. Πολύ μου εξήψαν την φαντασίαν, Τρίτων, όσα μου είπες περί της κόρης εκείνης• ώστε ας πάμε να την 'δούμε.

ΤΡΙΤ. Ας πάμε, διότι είνε η ώρα που παίρνει νερόν. Θα την ίδωμεν εις τα μέσα περίπου της οδού να διευθύνεται προς την Λέρναν.

ΠΟΣ. Λοιπόν ζεύξε το άρμα• ή επειδή τούτο απαιτεί πολλήν χρονοτριβήν διά να προσδέσης τους ίππους και να επιστρώσης το άρμα, φέρε μου καλλίτερα ένα δελφίνα από τους ταχείς διά να ιππεύσω αυτόν το ταχύτερον.

ΤΡΙΤ. Ιδού ο ταχύτερος των δελφίνων.

ΠΟΣ. Εύγε• και τώρα πηγαίνομεν• συ δε, Τρίτων, ακολούθει κολυμβών... Και τώρα που εφθάσαμεν εις την Λέρναν, εγώ μεν θα κρυφθώ εδώ κάπου, συ δε κατασκόπευε• και όταν την ιδής να πλησιάζη...

ΤΡΙΤ. Έρχεται πλησίον σου.

ΠΟΣ. Πραγματικώς είνε ωραία και ακμαία παρθένος. Αλλά πρέπει να την συλλάβωμεν.

ΑΜ. Άνθρωπε, διατί με ήρπασες και πού με πηγαίνεις; Βέβαια θα είσαι σωματέμπορος και θα σε έχη στείλει ο θείος μου ο Αίγυπτος. Θα φωνάξω τον πατέρα μου.

ΤΡΙΤ. Σιωπή, Αμυμώνη, είνε ο Ποσειδών.

ΑΜ. Τι Ποσειδών λέγεις; Αλλά διατί με τραβάς εις την θάλασσαν; Θα πνιγώ η δυστυχής.

ΠΟΣ. Μη φοβήσαι, δεν θα πάθης τίποτε κακόν• αλλά θα κάμω ώστε να αναβρύση εδώ πηγή η οποία θα φέρη το όνομά σου• θα κτυπήσω τον βράχον με την τρίαιναν πλησίον της ακτής• και συ θα γείνης ευτυχής διά παντός και μόνη από τας αδελφάς σου δεν θα εξακολουθής και μετά θάνατον να υδροφορής.

7. &Νότου και Ζεφύρου.&

ΝΟΤ. Αυτήν την δάμαλιν, ω Ζέφυρε, την οποίαν ο Ερμής οδηγεί διά του πελάγους εις την Αίγυπτον, διεκόρευσεν ο Ζευς ερωτευθείς αυτήν;

ΖΕΦ. Ναι, αλλά δεν ήτο δάμαλις τότε, ήτο κόρη του ποταμού Ινάχου• τώρα δε η Ήρα την μετεμόρφωσεν ούτω πώς εκ ζηλοτυπίας, διότι έβλεπεν ότι ο Ζευς την ηγάπα καθ' υπερβολήν.

ΝΟΤ. Και τώρα ακόμη αγαπά αυτήν την αγελάδα;

ΖΕΦ. Μάλιστα, και διά τούτο την έστειλεν εις την Αίγυπτον και ημάς διέταξε να μη ταράσσωμεν την θάλασσαν έως ότου φθάση εκεί πέρα, διά να γεννήση διότι είνε έγκυος ήδη — θα γείνη δε θεός και αυτή και το τέκνον της.

ΝΟΤ. Η δάμαλις θεός;

ΖΕΦ. Μάλιστα, φίλε Νότε• και ως είπεν ο Ερμής, θα έχη εξουσίαν επί των ταξειδευόντων και ημών αυτών θα είνε κυρία• θα διατάσση οιονδήποτε εξ ημών θέλει να πνεύση ή να παύση, να πνέη.

ΝΟΤ. Πρέπει λοιπόν να την περιποιηθώμεν, Ζέφυρε, αφού είνε κυρία μας.

ΖΕΦ. Βέβαια, διότι ούτω θα έχωμεν την εύνοιάν της. Αλλά τώρα διεπέρασε την θάλασσαν και έφθασεν εις την γην. Βλέπεις δε ότι τώρα δεν βαδίζει πλέον με τα τέσσαρα, αλλ' ο Ερμής την ανώρθωσε και την έκαμε πάλιν γυναίκα ωραιοτάτην;

ΝΟΤ. Θαυμαστά πράγματα, ω Ζέφυρε• ούτε κέρατα πλέον έχει, ούτε ουράν και πόδια διχαλωτά, αλλ' είνε κόρη αξιέραστος. Αλλ' ο Ερμής τι έπαθε και από νέου μετεβλήθη εις σκυλοπρόσωπον; {1}

ΖΕΦ. Τι μας μέλει; Εκείνος ξέρει καλλίτερα τι κάνει.

8. &Ποσειδώνος και δελφίνων.&

ΠΟΣ. Εύγε δελφίνες• είσθε πάντοτε φιλάνθρωποι και άλλοτε μεν εσώσατε το τέκνον της Ινούς και το εφέρατε εις τον Ισθμόν από τας Σκιρωνίδας πέτρας, όπου έπεσεν εις την θάλασσαν μετά της μητρός του• και σήμερον έσωσες αυτόν τον εκ Μηθύμνης κιθαριστήν και τον μετέφερες εις τον Ταίναρον μετά των ενδυμάτων και της κιθάρας του. Δεν αφήκες να χαθή ως ήθελον οι κακούργοι ναύται οι οποίοι τον έρριψαν εις την θάλασσαν.

ΔΕΛΦ. Μη απορής, Ποσειδών, διότι ευεργετούμεν τους ανθρώπους, αφού και ημείς εξ ανθρώπων εγίναμεν ιχθύες.

ΠΟΣ. Το γνωρίζω και δεν συγχωρώ τον Διόνυσον διότι σας ενίκησεν εις ναυμαχίαν και σας μετεμόρφωσεν, ενώ έπρεπε μόνον να σας υποτάξη, ως έπραξε και δι' άλλους λαούς. Πώς λοιπόν συνέβη το πάθημα του Αρίονος τούτου, ω δελφίν;

ΔΕΛΦ. Ο Περίανδρος, νομίζω, τον ηγάπα και πολλάκις τον εκάλει πλησίον του χάριν της μουσικής. Αυτός δε αφού επλούτισεν από τα δώρα του τυράννου, απεφάσισε να επιστρέψη εις την πατρίδα του Μήθυμναν και επιδείξη τον πλούτον του. Επέβη λοιπόν εις πλοιάριον κακούργων ανθρώπων, οι οποίοι εννοήσαντες ότι είχε μαζύ του πολύν χρυσόν και άργυρον, όταν έφθασαν εις τα μέσα του Αιγαίου, απεφάσισαν να τον φονεύσουν. Αυτός δε-—διότι πλέων πλησίον του πλοίου ήκουα πάντα τα λεγόμενα επ' αυτού — Αφού ελάβετε αυτήν την απόφασιν, είπεν, αφήσατέ με τουλάχιστον να στολισθώ, να ψάλω ένα θρήνον προς τον εαυτόν μου και να πέσω μόνος μου εις την θάλασσαν. Οι ναύται του έδωκαν την άδειαν, αυτός δε, αφού έψαλε κάτι πολύ συγκινητικόν, έπεσεν εις την θάλασσαν διά να πνιγή. Αλλ' εγώ τον έλαβα επί των νώτων μου και κολυμβών τον έφερα έξω εις τον Ταίναρον.

ΠΟΣ. Εύγε εις την φιλομουσίαν σου• διότι καλά επλήρωσες το άσμα το οποίον ήκουσες.

9. &Ποσειδώνος και Νηρηίδων.&

ΠΟΣ. Ο μεν πορθμός ούτος, όπου η κόρη κατεποντίσθη, ας ονομάζεται του λοιπού, εις ανάμνησιν αυτής, Ελλήσποντος• τον δε εκρόν αυτής σεις αι Νηρηίδες παραλάβετε και εις την Τρωάδα μεταφέρετε, διά να ταφή υπό των κατοίκων.

ΑΜΦ. Όχι, Ποσειδών, εδώ εις την ομώνυμον θάλασσαν πρέπει να ταφή• την λυπούμεθα διά τα όσα αξιολύπητα έπαθε από την μητρυιάν της.

ΠΟΣ. Αυτό δεν δύναται να γείνη, Αμφιτρίτη• ούτε πρέπει να ταφή εδώ εις την άμμον, αλλά, καθώς είπα, να μεταφερθή εις την Τρωάδα ή την _Χερρόνησον_ και να ταφή εκεί. Θα είνε δε όχι μικρά παρηγοριά δι' αυτήν ότι μετ' ολίγον και η Ινώ θα πάθη τα αυτά καταδιωκομένη υπό του Αθάμαντος και θα πέση εις την θάλασσαν, εκ του άκρου του Κιθαιρώνος, εκεί όπου ούτος είνε κάθετος προς τον αιγιαλόν, κρατούσα το τέκνον της εις την αγκάλην. Αλλά θα παραστή ανάγκη να σώσωμεν και αυτήν χάριν του Διονύσου, του οποίου υπήρξε τροφός και τον εθήλασεν.

ΑΜΦ. Δεν αξίζει, τόσον κακή που είνε.

ΠΟΣ. Αλλά δεν πρέπει να φανώμεν αχάριστοι προς τον Διόνυσον, ω Αμφιτρίτη.

ΝΗΡ. Αλλ' αυτή εδώ τι έπαθε και έπεσεν από τον κριόν; Ο δε αδελφός της ο Φρίξος πηγαίνει ασφαλώς;

ΠΟΣ. Βέβαια, διότι είνε νέος και δύναται ν' αντέχη εις την φοράν. Η Έλλη όμως όταν ευρέθη επί οχήματος τόσον παραδόξου και είδε κάτω βάθος αχανές, κατεπλάγη και καταληφθείσα υπό ιλίγγου ένεκα της ταχύτητος της πτήσεως, αφήκε τα κέρατα του κριού από τα οποία εκρατείτο και κατέπεσεν εις την θάλασσαν.

ΝΗΡ. Δεν έπρεπεν η μητέρα Νεφέλη να την βοηθήση ενώ έπιπτε;

ΠΟΣ. Έπρεπεν, αλλ' η Μοίρα είνε πολύ δυνατωτέρα της Νεφέλης.

10. &Ίριδος και Ποσειδώνος.&

ΙΡΙΣ. Την νήσον την πλανωμένην, ω Ποσειδών, η οποία απεσπάσθη από την Σικελίαν και εξακολουθεί να πλέη υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης, διατάσσει ο Ζευς να σταματήσης και να παρουσιάσης εις την επιφάνειαν και εις το μέσον του Αιγαίου, να την στηρίξης δε πολύ ασφαλώς• διότι έχει ανάγκην αυτής.

ΠΟΣ. Θα γείνουν αυτά κατά την διαταγήν του. Αλλ' εις τι θα του χρησιμεύση αν εμφανισθή εις την επιφάνειαν και παύση να κινήται;

ΙΡΙΣ. Η Λητώ πρέπει να γεννήση επ' αυτής, διότι ήδη ήρχισαν να την βασανίζουν φοβερά οι πόνοι.

ΠΟΣ. Αλλά δεν αρκεί ο ουρανός δι' αυτόν τον τοκετόν; Και αν δεν αρκή ο ουρανός, η γη όλη δεν δύναται να δεχθή την γένναν της;

ΙΡΙΣ. Όχι, Ποσειδών, διότι η Ήρα επέβαλεν εις την γην διά μεγάλου όρκου να μη παραχωρήση εις την Λητώ τόπον διά τον τοκετόν της, μόνον δε αυτή η νήσος δεν μετέσχεν εις τον όρκον διότι ήτο αφανής.

ΠΟΣ. Εννοώ. Λοιπόν στάσου, ω νήσος, και έξελθε πάλιν εκ του βυθού και παύσε να φέρεσαι προς το βάθος και μείνε ακίνητος και δέξου, ευδαιμονεστάτη, τα δύο τέκνα του αδελφού μου, τους ωραιοτέρους των θεών. Σεις δε, ω Τρίτωνες, περάσετε την Λητώ εις αυτήν και ας γείνη γενική γαλήνη. Τον δε δράκοντα όστις την παρακολουθεί και την φοβίζει, ας φονεύσουν τα τέκνα άμα γεννηθούν, εκδικούμενα διά την μητέρα των. Συ δε ανάγγειλε εις τον Δία ότι τα πάντα είνε εν τάξει• η Δήλος εστάθη• ας έλθη δε τώρα η Λητώ και ας γεννήση.

11. &Ξάνθου και θαλάσσης.&

ΞΑΝΘ. Δέξου με, ω θάλασσα, και δρόσισε μου τας πληγάς, διότι φοβερά πράγματα έπαθα.

ΘΑΛ. Τι έπαθες Ξάνθε; Ποιός σε κατέκαυσεν;

ΞΑΝΘ. Ο Ήφαιστος. Εκάηκα όλος ο δυστυχής και φλέγομαι.

ΘΑΛ. Και διατί σε έκαυσε; •

ΞΑΝΘ. Χάριν του υιού αυτής της Θέτιδος. Βλέπων αυτόν να φονεύη τους Φρύγας τον παρεκάλεσα, αλλ' αυτός δεν έπαυσε την οργήν του και με τους νεκρούς μού έφραζε το ρεύμα. Εγώ δε λυπηθείς τους δυστυχείς εκείνους επλημμύρησα διά να φοβηθή και να παύση την σφαγήν. Τότε ο Ήφαιστος—διότι έτυχε να ευρίσκεται κάπου εκεί πλησίον—έφερεν όλον το πυρ το οποίον είχε και όσον ευρίσκεται εις την Αίτναν και αλλαχού και το έρριψεν επάνω μου• και έκαυσε τας πτελέας και τας μυρίκας, έψησε δε και τους δυστυχείς ιχθύς και εγχέλεις εμέ δε έκαμε να κοχλάσω και παρ' ολίγον να με αποξηράνη όλον. Βλέπεις δε εις ποίαν κατάστασιν είμαι από τα εγκαύματα.

ΘΑΛ. Αληθώς πολύ θολός και θερμός έγεινες, αφ' ενός μεν από το αίμα των νεκρών, εξ άλλου δε από το πυρ του Ηφαίστου. Αλλά δικαίως έπαθες, διότι εφέρθης εχθρικώς προς τον Αχιλλέα χωρίς να σεβασθής ένα υιόν Νηρηίδος.

ΞΑΝΘ. Δεν έπρεπε λοιπόν να λυπηθώ τους Φρύγας, οι οποίοι είνε γείτονές μου;

ΘΑΛ. Και ο Ήφαιστος δεν έπρεπε να λυπηθή τον Αχιλλέα, ο οποίος είνε υιός της Θέτιδος;

12. &Δωρίδος και Θέτιδος.&

ΔΩΡ. Διατί κλαίεις, ω Θέτις;

ΘΕΤ. Διότι είδα μίαν ωραιοτάτην κόρην να την κλείση ο πατέρας της μέσα εις κιβωτόν μετά του βρέφους της του αρτιγεννήτου. Διέταξε δε ο πατέρας τους ναύτας, άμα απομακρυνθούν πολύ από την στερεάν να ρίψουν το κιβώτιον εις την θάλασσαν διά να χαθή η δυστυχής κόρη ομού με το τέκνον της.

ΔΩΡ. Και διατί αυτά, εάν γνωρίζης τα καθέκαστα, αδελφή μου;

ΘΕΤ. Ο πατέρας της Ακρίσιος την είχε κλείσει εις χάλκινον δωμάτιον διά να διατηρηθή εκεί παρθένον και άθικτον το κάλλος της• αλλ' έπειτα—δεν γνωρίζω δε κατά πόσον τούτο είνε αληθές — λέγουν ότι ο Ζευς μεταμορφωθείς εις χρυσόν έτρεξεν από της στέγης επάνω της• εκείνη δε δεχθείσα εις τον κόλπον της τον καταρρέοντα θεόν έμεινεν έγκυος. Τούτο εννοήσας ο Ακρίσιος, ο οποίος είνε γέρων άγριος και ζηλότυπος, κατελήφθη υπό αγανακτήσεως και νομίσας ότι η κόρη είχεν εραστήν, την έκλεισεν εις την κιβωτόν άμα εγέννησε.

ΔΩΡ. Αυτή δε τι έκανε;

ΘΕΤ. Δι' εαυτήν μεν εσιώπα και αγογγύστως υπέφερε την καταδίκην• παρεκάλει όμως διά το βρέφος να μη φονευθή και το εδείκνυε προς τον πάππον, διά να τον συγκίνηση με το κάλλος του• αυτό δε εξ αγνοίας των κακών εμειδία προς την θάλασσαν. Αλλά τα δάκρυα πάλιν πλημμυρούν τους οφθαλμούς μου εις την ανάμνησιν των όσων είδα.

ΔΩΡ. Και εγώ συγκινούμαι. Αλλά δεν μου λες απέθαναν;

ΘΕΤ. Όχι, διότι εξακολουθεί να πλέη η κιβωτός παρά την Σέριφον και να τους διατηρή εις την ζωήν.

ΔΩΡ. Δεν τους σώζομεν λοιπόν; Ας τους ρίψωμεν εις τα δίκτυα αυτών των Σεριφίων αλιέων• αυτοί δε όταν τους ανασύρουν θα τους σώσουν.

ΘΕΤ. Καλά λέγεις και ούτω ας πράξωμεν• δεν πρέπει να χαθή και αυτή και το παιδί το οποίον είνε τόσον ωραίον.

13. &Ενιπέως και Ποσειδώνος.&

ΕΝΙΠ. Δεν έκαμες καλά, Ποσειδών? πρέπει να 'πούμε την αλήθειαν. Ομοιωθείς προς εμέ εισήλθες λαθραίως και διεκόρευσες την ερωμένην μου• αυτή δε νομίζουσα ότι ήμην εγώ σε ηνέχθη.

ΠΟΣ. Το σφάλμα είνε 'δικό σου, Ενιπεύ, διότι εφάνης περιφρονητικός και διστακτικός προς ωραίαν κόρην, η οποία σε επεσκέπτετο καθ' εκάστην και ήτο τρελλή από έρωτα. Την επεριφρόνεις και ετέρπεσο να της προξενής λύπην, ενώ αυτή περιεφέρετο εις τας όχθας σου και εισήρχετο και ελούετο ενίοτε επιθυμούσα τους εναγκαλισμούς σου• συ δε της έκανες νάζια.

ΕΝΙΠ. Και δι' αυτό έπρεπε συ να υποκλέψης τον έρωτα και να πλαστοπροσωπήσης τον Ενιπέα και να γελάσης την Τυρώ, μίαν αφελή κόρην;

ΠΟΣ. Η ζηλοτυπία σου έρχεται αργά, ω Ενιπεύ, ενώ πριν έκαμνες τον υπερήφανον? η δε Τυρώ δεν έπαθε τίποτε κακόν αφού νομίζει ότι συνευρέθη μετά σου.

ΕΝΙΠ. Όχι, διότι όταν έφευγες της είπες ότι είσαι ο Ποσειδών και αυτό την κατελύπησε• εγώ δε ηδικήθην κατά τούτο ότι απήλαυσες έρωτα ανήκοντα εις εμέ και περιβληθείς πορφυρούν κύμα, το οποίον σας έκρυψεν ομού, συνευρέθης με την κόρην αντ' εμού.

ΠΟΣ. Αφού συ δεν ήθελες, ω Ενιπεύ;

14. &Τρίτωνος και Νηρηίδων.&