Part 20
Ας έλθωμεν τώρα εις τον Βύρωνα, τον ένδοξον φιλέλληνα, εις του οποίου το όνομα και υμείς, κ. εκδότα, και όλοι υμών οι συνάδελφοι αφαιρούν, νομίζω τους πίλους, τους σκούφους, τα φέσσια ή ό,τι, άλλο φορούσιν επί της σοφής κεφαλής των. Πιθανόν να ηκούσατε ότι ο φιλέλλην ούτος ήτο συγχρόνως και μέγας ποιητής, συνθέσας μεταξύ των άλλων και το σατυρικόν ποίημα «Δ ο ν Ζ ο υ α ν», θεωρούμενον ως το ευφυέστερον των όσα από καταβολής κόσμου εγράφησαν βιβλία. Αλλά κατά την ελευθερίαν της εκφράσεως εις ουδέν άλλο παραχωρεί τα πρωτεία. Αποσπάσματα εξ αυτού δεν παραθέτω ενταύθα, διότι το ς' εδάφιον του Ζ' κεφ. του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου μοι φαίνεται απαγορεύον να παρατίθενται βυρώνειοι στίχοι εις τους συναδέλφους σας, και έπειτα φοβούμαι μήπως τα χωρία ταύτα, αφαιρούμενα από τον τόπον των ή παρεξηγούμενα, δώσωσιν εις αυτούς αφορμήν να νομίσωσιν ότι, συγγενεύει ο Βύρων με τον Πιρόν και τον Παρνύ, ο κύκνος με τους κόρακας. Τούτο δε μόνον σας λέγω, ότι ο Αγγλος ποιητής, του οποίου το κύρος και ως κριτικού είναι μέγα, ενόμιζε την ελευθερίαν της εκφράσεως εκ των ων ουκ άνευ εις τα σατυρικά έργα. Παρακαλούμενος υπό του εκδότου να συγκαλύψη οπωσούν τα γυμνότερα του ποιήματος μέρη απεκρίνετο εις αυτόν: «Η ψ υ χ ή τ ω ν τ ο ι ο ύ τ ω ν έ ρ γ ω ν έ γ κ ε ι τ α ι ε ι ς τ η ν τ ο ι - α ύ τ η ν π α ρ α λ υ σ ί α ν (license) ά ν ε υ τ η ς ο π ο ί α ς ε ί ν α ι ε π ί σ η ς α δ ύ ν α τ ο ν ε ι ς τ ο ν π ο ι η τ ή ν ν α π α ρ α δ ο θ ή ε ι ς τ η ν β ω μ ο λ ό χ ο ν ε υ θ υ - μ ί α ν τ ο υ (boufonnery) ό σ ο ν ε ι ς τ ο ν Α μ λ έ τ ο ν ν α υ π ο κ ρ ί ν ε τ α ι τ ο ν τ ρ ε λ λ ό ν μ ε δ ε μ έ - ν α ς χ ε ί ρ α ς· αμφότεροι θα ήσαν στενοχωρημένοι και γελοίοι». Και εις άλλην επιστολήν. «Τ ο κ ω μ ι κ ό ν μ ο υ π ο ί η μ α δ ε ν ε γ ρ ά φ η δ ι ά ν α ψ ά λ λ ε τ α ι ε ι ς τ α ς ε κ - κ λ η σ ί α ς· α ν ε ί ν α ι π ν ε υ μ α τ ώ δ ε ς (lively), θ α ε π ι τ ύ χ η, α ν ε ί ν α ι ά ν ο σ τ ο ν, θ α ν α υ α γ ή - σ η. Όλα τα άλλα (αι παρατηρήσεις δηλ. του εκδότου περί ηθικής, σεμνότητος κτλ), ε ί ν α ι κ ο λ ο κ ύ θ ι α (cuir et pruns elle) τ α ο π ο ί α ο ύ τ ε π ρ ο σ θ έ τ ο υ ν ο ύ τ ε α - φ α ι ρ ο ύ ν τ ί π ο τ ε α π ό τ η ν α ξ ί α ν β ι β λ ί ο υ {113}».
Και σημειώσατε παρακαλώ, κ. εκδότα, ότι όταν έγραψεν ο Βύρων τα ανωτέρω, δεν ήτο πλέον ο θρασύς εκείνος και ιδιότροπος νεανίας, ο μεθύων εις κρανίον νεκρού και ζητών από τους ακαδημαϊκούς της Καμβρίδγης δίπλωμα διδάκτορος διά την άρκτον του, αλλ' ανήρ εις όλην της ανδρικής φρονήσεως την ακμήν. Ο «Δ ο ν Ζ ο υ ά ν» δεν είναι νεανικόν αμάρτημα, αλλά το κύκνειον άσμα ωρίμου ποιητού, καταθέτοντος ήδη τον κάλαμον ίνα τρέξη ν' αποθάνη υπέρ ημών. Και αληθές μεν είναι, ότι η συμμορία των πουριτανών, η αγέλη των νεροβράστων ηθολόγων και τα κοπάδια των χηνών, τας οποίας είχε μαδήσει εις την προηγουμένην του σάτυραν, εζήτησαν αμέσως να πνίξωσι το ποίημα και τον ποιητήν εις « ω κ ε α ν ό ν β α π τ ι - σ μ έ ν ο υ γ ά λ α κ τ ο ς », ως ωνόμαζε γελών τας επικρίσεις των. Άγιοι Καρυστίας «Α σ τ έ ρ ε ς τ η ς Α ν α τ ο λ ή ς» και καλαπόδια έχοντα ως η όνος του Βαλαάμ το χάρισμα του λόγου, ευρίσκονται πανταχού· αλλ' αντικρύ αυτού ιδέτε την χορείαν των ενδόξων κριτικών, οίτινες έμπροσθεν του αριστουργήματος τούτου πάλλουσι γονυπετείς τα θυμιατήρια των! Ο μέγας Γκαίτε δεν έχει λέξεις ικανάς προς έπαινον του «Δ ο ν Ζ ο υ ά ν», του οποίου επιχειρεί αμέσως την μετάφρασιν· ο Βιλεμαίνος ουδ' εις την αρχαίαν φιλολογίαν ευρίσκει με τι να το συγκρίνη· ο Άινε , Sute Beuve και λοιποί δεν αφίνουσί ποτε την ευκαιρίαν να ομιλήσωσι περί αυτού· και εγώ αυτός, κ. εκδότα, αν και πλησιάζω τους εβδομήκοντα, ευρισκόμενος εις διασκέδασιν την πρώτην Μαΐου και εξηγών εις μερικά παλληκάρια, συναγμένα περί την πυράν, επί της οποίας εψήνετο το αρνίον, το εις το τέταρτον άσμα τον «Δ ο ν Ζ ο υ ά ν» επεισόδιον της Χάιδως,
Now pillow’d cheek to cheek, in loving sleep Haidée and Juan their siesta took,
τοσούτον παρεσύρθην από την ανάγνωσιν εκείνην, ώστε άφισα να καή το ένα μου ποδάρι, το ξύλινον κατά καλήν μου τύχην.
Αλλ’ ο δαίμων της μωρολογίας με παρέσυρε και πάλιν εις παρεκβάσεις, ενώ ο μόνος σκοπός της παρούσης μου ήτο να σας πληροφορήσω ότι καθώς οι αρχαίοι, ούτω και του αιώνος μας οι σατυρικοί νομίζουν την αθυροστομίαν αναγκαίαν εις τα συγγράμματά των. Η μόνη μεταξύ αυτών διαφορά είναι ότι σήμερον δεν ονομάζουσι πλέον με το όνομά των τα μέλη του ανθρωπίνου σώματος· καθ' όλα όμως τ'άλλα είνε απαράλλακτοι, και εξαίρεσις του κανόνος τούτου δεν υπάρχει καμμία. Δεν ενθυμούμαι ποίος φιλόσοφος, θέλων ν' αποδείξη εις βασιλέα τινά της Ασίας ότι είχεν άδικον να βλασφημή τους θεούς διότι έχασε τον υιόν του, εζήτησε παρ' αυτού να εύρη εις τα απέραντα κράτη του τρεις μόνον ανθρώπους μη δοκιμάσαντας θλίψιν, των οποίων τα ονόματα χαρασσόμενα επί του τάφου του μακαρίτου έμελλον αμέσως να τον αναστήσωσιν εκ νεκρών. Εγώ δε όχι τρεις, αλλ' ένα μόνον αν εύρωσιν οι συνάδελφοί σας σατυρικόν συγγραφέα μη αθυρόστομον, είμαι ολοπρόθυμος να τους ονομάσω Αριστάρχους, μη εξαιρουμένου ουδ' αυτού του κ. Καλαποδάκη. Αν οι κύριοι ούτοι έλεγαν ότι το βιβλίον τούτο ήτο άνοστον, δεν θα είχα τίνα είπω, παρά μόνον ότι ο συγγραφεύς της «Ιωάννας», θελήσας να ιππεύση τον τρελλόν Πήγασον του Αριόστου έπεσε κάτω και ελασπώθη. Αν έλεγαν ως ο κ. Κουμανούδης εις έκθεσιν τίνα του ποιητικού διαγωνισμού, δεν ενθυμούμαι ποίου έτους, ότι δεν θέλουν «σ α τ υ - ρ ι κ ά β ι β λ ί α δ ι ό τ ι έ γ κ ε ι τ α ι ε ι ς τ η ν φ ύ σ ι ν τ ω ν ν α π ε ρ ι έ χ ω σ ι κ α κ ά π ρ ά γ μ α τ α», θα εθαύμαζα την σεμνότητά των αλλά ν' ανυμνώσι την «Ιωάνναν» ως ευφυέστατον και νοστιμώτατον βιβλίον, και έπειτα να κατηγορώσιν ως άσεμνον, είρωνα και σαρκαστικόν τον συγγραφέα, ομολογούντα απερικαλύπτως εις το προοίμιόν του ότι ηκολούθησε τα ίχνη του Άινε και του Βύρωνος, τούτο ούτε να το εννοήσω δύναμαι ούτε να το χωνεύσω· είναι το αυτό πράγμα ως να εκατηγόρουν ευσεβή καθολικόν ότι κάμνει τον σταυρόν του με τα τέσσαρα δάκτυλα, χορεύτριαν ότι δεικνύει τας κνήμας της, ταύρον διότι έχει κέρατα ή ιεροκήρυκα διότι λέγει ανοησίας.
Εις την ανωτέρω μακράν επιθεώρησιν πάντων των απ' αρχής κόσμου μέχρι σήμερον σατυρογράφων παρατηρήσατε, παρακαλώ, κ. εκδότα, ότι δεν σας ανέφερα ουδέν ύποπτον ή δύσφημον όνομα, ούτε τον Μεούρσιον, ούτε τον Αρετίνον, ούτε τον Παρνύ, ούτε τον Καζανόβαν αλλ' απεναντίας εξ εκάστης χώρας και εποχής τους κορυφαίους, τον Λουκιανόν, τον ιερόν Αυγουστίνον, τον Αριόστον, τον Σαίξπηρ, τον Μολιέρον, τον Στέρνην τον Μοντέσκιον, τον Γκαίτε και όσους άλλους ολόκληρος η ανθρωπότης σέβεται και θαυμάζει· παρατηρήσατε ακόμη ότι εις την ένδοξον ταύτην χορείαν ουδεμία ως προς την ελευθερίαν της εκφράσεως εξαίρεσις υπάρχει, αλλ' ο περί αυτής κανών εθεωρήθη ως απαράβατος υπό ανδρών, οίτινες έζησαν εις διαφόρους εποχάς και απέχοντας τόπους, χωριζόμενοι απ’ αλλήλων υπό ωκεανών και αιώνων, διαφέροντες κατά την θρησκείαν, τα ήθη, τα έθιμα, και την γλώσσαν και κατά τούτο συμφωνούντες. Ζυγίσατε ακριβώς πάντα ταύτα, κ. εκδότα, και αποφασίσετε έπειτα εις ποίον βαθμόν αγραμματοσύνης πρέπει να έφθασέ τις, διά να εκπλαγή ευρίσκων εις σατυρικόν έργον βωμολοχίας.
Πολλάς ημέρας επονοκεφάλησα διά να συμβιβάσω τας διαφόρους κρίσεις, τους επαίνους και τας ύβρεις του αθηναϊκού τύπου περί της «Ιωάννας», χωρίς να δυνηθώ να το κατορθώσω. Προχθές όμως έμαθα από τον ανεψιόν μου επιστρέψαντα από τας Αθήνας, όπου σπουδάζει την νομικήν, και τα ονόματα μερικών αρθρογράφων, τα οποία με εβοήθησαν εις την λύσιν του αινίγματος. Οι κριτικοί ούτοι, δύνανται, να διαιρεθώσιν εις δύο τάξεις, εις σκανδαλισθέντας δηλ., και μη σκανδαλισθέντας. Μεταξύ των πρώτων διαπρέπουσιν και οι κύριοι Γιαννόπουλος, Αναγνωστόπουλος, Καλαποδάκης, και όσοι άλλοι, δεν ενθυμούμαι, μεταξύ των δευτέρων, φίλων δηλ. της Ιωάννας, παρατηρώ τους κυρίους Γουστάβον Φλουρένς, Σούτσον, Μαυρογιάννην, Ειρ. Ασώπιον, την «Ο μ ό ν ο ι α ν» της Ζακύνθου κτλ. Ούτε τους πρώτους ούτε τους δευτέρους έχω την τιμήν να γνωρίζω προσωπικώς• καθ' όσον όμως ημπορώ να συμπεράνω από τας καταλήξεις των ονομάτων των ο μεν κ. Φλουρένς και λοιποί ανήκουσιν εις τον ευρωπαϊκόν, φαναριώτικον, επτανησιακόν, εις το ετερόχθον τέλος πάντων στοιχείον της πρωτευούσης σας, ενώ οι καταλήγοντες εις π ο υ λ ο ς, αν τα ονόματά των δεν λέγουν ψεύματα, είναι γνήσιοι Μωραΐται, και ως εκ τούτου έχουσι μέγα δίκαιον να κατηγορώσιν ως γυμνοτράχηλον την «Ιωάνναν». Διά να εννοήσετε καλλίτερα την ιδέαν μου συγχωρήσατε μοι, κύριε εκδότα, να σας διηγηθώ έν τελευταίον ανέκδοτον. Ο Ιησούς ωμίλει διά παραβολών και απολόγων, διά να τον εννούν οι χονδροκέφαλοι Ιουδαίοι• η μέθοδος αύτη μου φαίνεται καλή και διά τους Έλληνας εφημεριδογράφους• αντί όμως απολόγου θα σας διηγηθώ εγώ το εξής αληθές και πρόσφατον γεγονός. Προ μερικών ετών η πριγκήπισσα Σολμ, ευγενής κυρία της αυλής του Ναπολέοντος Γ' και ολίγον εξαδέλφη του, μεταβάσα χάριν της υγείας εις Ελβετίαν, ευρίσκετο εις απόκεντρόν τινα κωμόπολιν του Ουντερβάλτ. Οι κάτοικοι του μέρους εκείνου, περικυκλούμενοι από υψηλά βουνά διεφύλαξαν μέχρι σήμερον τα απλά και ενάρετα ήθη των προγόνων των· νυμφεύονται νέοι, την ημέραν κάμνουν ωρολόγια και την νύκτα παιδία, κατά δε τας μεγάλας εορτάς χορεύουν εις την αυλήν αρχαίου τινός αρχοντικού πύργου. Η άνω ρηθείσα δέσποινα λαβούσα, κατά δυστυχίαν της, την περιέργειαν να παρευρεθή εις μίαν των εσπερινών εκείνων διασκεδάσεων, μετέβη εκεί ενδυμένη ή μάλλον γυμνωμένη κατά τον τελευταίον συρμόν των Παρισίων και όλου του κόσμου. Αλλ' εις την θέαν των γυμνών εκείνων ώμων αι καλαί εκείναι επαρχιώτισσαι, αι οποίαι εις μόνους τους συζύγους των εδείκνυον τους ιδικούς των, ωπισθοδρόμησαν μετά φρίκης υπολαμβάνουσαι την κ. Σολμ ως εταίραν, διότι ήτο . . . γυμνοτράχηλος. Τι δηλοί ο μύθος περιττόν νομίζω να εξηγήσω, κ. εκδότα. Εις την επομένην μου θα σας ομιλήσω αποκλειστικώς περί Η θ ι κ ή ς. Εν τούτοις σας μετασπάζομαι και μένω.
Πρόθυμος δούλος σας. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΥΡΛΗΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ Δη
Αγρίνι 29 Μαΐου 1866.
Αξιότιμε κ. εκδότα της «Αυγής»
Διά των προηγουμένων μου περιωρίσθην απλώς εις το να καταστήσω όσον ηδυνάμην ψηλαφητόν ότι όλοι ανεξαιρέτως πάσης εποχής και παντός τόπου οι σατυρικοί υπήρξαν αθυρόστομοι, άσεμνοι και σαρκαστικοί· ώστε ή πρέπει να εξορίσωμεν την σάτυραν εκ της κοινωνίας, ως ο Πλάτων τους ποιητάς, ή να την παραδεχθώμεν με τα ελαττώματά της, άτινα είνε αναπόσπαστα απ' αυτής, ως αι άκανθαι από τα ρόδα. Ίσως μοι παρατηρήσετε ότι ο Άγ. Μεράρδος εύρεν επί της κορυφής των Άλπεων ρόδα χωρίς ακάνθας• αλλ' ούτε εγώ είδον τα ρόδα ταύτα ούτε υμείς, νομίζω, κ. εκδότα• ώστε την παρομοίωσίν μου επιμένω θεωρών ως λίαν κατάλληλον.
Μένει τώρα να ίδωμεν αν η σάτυρα, τοιαύτη ούσα, άσεμνος, ακανθώδης και κακεντρεχής συμφέρη ή όχι να εξοστρακισθή από την πολιτείαν των γραμμάτων, ο δε Εκκλησιαστής ο Αριστοφάνης, ο Λουκιανός, ο Βύρων και ο Μολιέρος να παραδοθώσιν εις τας φλόγας, «ω ς λ ο ι - μ ώ δ ε ι ς, φ θ ο ρ ο π ο ι ο ί, έ χ ι δ ν α ι κ α ι κ α κ ο ύ- ρ γ ο ι», κατά τας ευαγγελικάς εκφράσεις της Ιεράς Συνόδου μας. Αλλά πριν αποφασίσωμεν περί τούτου είναι ανάγκη, κ. εκδότα, να σας κάμω ολίγην φιλοσοφίαν.
Ότι το κακόν υπάρχει εις τον κόσμον ουδείς δύναται ν' αρνηθή εκ των εχόντων οφθαλμούς και ώτα εκτός μόνον αν είναι τα ώτα ταύτα μακρύτερα των του Μίδα, και τότε το φέρον αυτά ζώον ονομάζεται π α ν ε υ φ η μ ι σ τ ή ς ή optimiste, ως λέγουσιν οι Γάλλοι. Πώς δε εισήλθεν εις τον κόσμον το κακόν δεν δύναμαι να σας είπω, διότι οι άνθρωποι δεν συμφωνούσι περί τούτου. Οι αρχαίοι Έλληνες κατηγορούν την Πανδώραν ότι ήνοιξε το κιβώτιον, εκ του οποίου ανεπήδησαν τα κακά· οι Μανιχαίοι υπέθετον ότι ο Θεός, μη δυνηθείς να φέρη μόνος του εις πέρας τον κόσμον εζήτησε την βοήθειαν του Δαίμονος, εις τον οποίον έδωκεν ως αμοιβήν δικαίωμα επικαρπίας επί του κτίσματός του, ημείς δε πιστεύομεν ότι ο Διάβολος ηπάτησε την πρώτην μας μητέρα και εντεύθεν τα δεινά μας. Ούτω πιστεύω και εγώ ως ευπειθές τέκνον της ορθοδόξου Εκκλησίας, αν και ερωτώ ενίοτε, πριν απατήση ο Διάβολος την Εύαν, τις τον ηπάτησεν αυτόν τον ίδιον και τον κατέστησε μισόκαλον δαίμονα, ενώ ήτο πρότερον άγγελος άσπιλος και πτερωτός ως οι λοιποί; Αν το ηξεύρετε, κ. εκδότα, πληροφορήσατέ με και θέλετε με υποχρεώσει. Αλλ' επί του παρόντος τούτο μας είναι αδιάφορον διότι αν και διαφωνούσιν οι σοφοί περί της πηγής του κακού, ουδείς όμως αρνείται την ύπαρξιν αυτού εις τον κόσμον, επί του πλανήτου μας τουλάχιστον, όπου το βλέπομεν βασιλεύον υπό μυρίας μορφάς. Πόλεμοι, διαζύγια, όχενδραι, λησταί, ποδάγρα, αγχόναι, φόροι, ιερείς, κατακτηταί, χολέρα, ανοησία και άλλα κακά δεν έλειψαν ποτέ, από την επιφάνειαν της γης, ενθυμίζοντα καθ' ημέραν εις τους κατοίκους της ότι η Εύα έφαγε το μήλον.
Αφ' ετέρου όμως ουδείς δύναται ν' αρνηθή ότι ο Πανάγαθος Θεός μας αφήκεν εν τω πλήθει του ελέους του και πολλά πράγματα, αν και υποπίπτομεν πάντες εις το φοβερόν αμάρτημα να γεννώμεθα απόγονοι της Εύας. Πανταχού απαντώμεν πλησίον του κακού το καλόν, την αρετήν πλησίον της κακίας• ώστε οι αρνούμενοι την ύπαρξιν του καλού είναι ουχ’ ήττον γελοίοι των αρνουμένων το κακόν· οι ευφημισταί και οι παγκακισταί (pessimistes) μοι φαίνονται περίεργα ζώα άξια να κλεισθώσιν εις το αυτό κλωβίον.
Το δε μέγιστον των χαρισμάτων όσα διεφυλάξαμεν μετά την πτώσιν ή μάλλον απεκτήσαμεν δι' αυτής, διότι πρότερον μας ήτο, νομίζω περιττόν, είναι η δύναμις εκείνη της ψυχής, την οποίαν ονομάζομεν συνείδησιν και δι' ης διακρίνομεν το καλόν από του κακού αγαπώντες το πρώτον και το δεύτερον μισούντες. Η συνείδησις αύτη υπόκειται ως ο ήλιος εις κηλίδας και εκλείψεις· αι θρησκείαι, οι νόμοι, αι ανάγκαι, τα πάθη δύνανται προς στιγμήν ν' αμαυρώσωσι το φως της ουρανίας ταύτης λαμπάδος, αλλά να την σβύσωσι ποτέ· διότι, ως λέγει μέγας τις σύγχρονος ποιητής, «τ ο α ν θ ρ ώ π ι ν ο ν γ έ ν ο ς ό λ ο ν ο μ ο ύ λ α μ β α ν ό μ ε ν ο ν ε ί ν α ι τ ί μ ι ο ς ά ν θ ρ ω π ο ς», αγαπά δηλ. το καλόν και μισεί το κακόν.
Ας εφαρμόσωμεν ήδη την αρχήν ταύτην και εις τα προϊόντα της διανοίας.
Ο έρως του καλού καλείται Ε ν θ ο υ σ ι α σ μ ό ς και γεννά τους Πινδάρους και τους Μίλτωνας το μίσος του κακού καλείται Σ ά τ υ - ρ α και γεννά τους Λουκιανούς και τους Βολταίρους.
Τα δύο ταύτα αισθήματα είναι εξ ίσου αναγκαία εις τον κοινωνικόν άνθρωπον προς εκπλήρωσιν του προορισμού αυτού, όστις είναι η πρόοδος· και διά τούτο βλέπομεν τον ενθουσιασμόν και την σάτυραν, τον έρωτα του καλού και το μίσος του κακού, συμβαδίζοντα αείποτε μετά της προοδευούσης ανθρωπότητος, τον Αριστοφάνη πλησίον του Πλάτωνος και τον Άινε αντικρύ του Σχιλλέρου. Ο ενθουσιασμός εμπνέει τους μεγάλους άνδρας, οίτινες ανεγείρουσι τα θρησκευτικά, ηθικά και πολιτικά οικοδομήματα, υπό τα οποία στεγάζεται η ανθρωπότης. Αλλά τα οικοδομήματα ταύτα έχουσιν ως ανθρώπινα έργα ατελείας και ελλείψεις· τα ελαττώματα ταύτα διακρίνουσα η σάτυρα κρημνίζει βαθμηδόν το οικοδόμημα και αντ' αυτού ανεγείρεται μετ' ολίγον άλλο τελειότερον, το οποίον μέλλει κακείνο να κρημνισθή μετ' ολίγον· και ούτω οικοδομούντες και καταστρέφοντες βαδίζομεν προς τα εμπρός. Αδύνατον είναι να συντηρηθή κοινωνία άνευ του ενθουσιασμού, της αφοσιώσεως δηλ. εις τους συνέχοντας αυτήν θεσμούς, αλλ' επίσης αδύνατον είναι και να προδεύση άνευ της Σατύρας, ήτις υποσκάπτει τους θεσμούς τούτους χάριν καλλιτέρων εν τω μέλλοντι. Άμα δε παύση προοδεύουσα μία κοινωνία, ευθύς σήπεται και θνήσκει, ως απέθανον οι Αιγύπτιοι και οι Ινδοί και ως παρακμάζουσι σήμερον οι Σίναι, θελήσαντες να θεοποιήσωσι, να καταστήσωσι δηλ. αθάνατον και αμετάβλητον τον πολιτισμόν των, αντί να βαδίζωσι προς τα εμπρός κρημνίζοντες και ανοικοδομούντες.
Εκ τούτων έπεται, κ. εκδότα, ότι μέχρις ου επικρατήση εις τον κόσμον το απολύτως καλόν, μέχρις ου ανεγερθή θρησκευτικόν, ηθικόν και πολιτικόν οικοδόμημα άνευ κακιών και ελαττωμάτων, μέχρις ου δηλ. η πρόοδος της ανθρωπότητος σταματήση, η Σάτυρα είναι αναγκαία.
Και μη νομίσετε ότι αι ατομικαί μου δοξασίαι είναι αύται. Ως ήδη σας είπον εν τη πρώτη μου επιστολή, έχων μικράν πεποίθησιν εις τας κριτικάς μου δυνάμεις ουδέποτε αποφασίζω περί οιουδήποτε πράγματος, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσω τι εφρόνουν οι άλλοι. Πάντα δε τα ανωτέρω περί της χρησιμότητος της σατύρας ευρίσκονται διεσπαρμένα (η έννοια αν όχι αι φράσεις) εις πολύτομον σωρείαν κριτικών, προς τους οποίους ήπλονα την χείρα, ίνα ζητήσω τας αναγκαίας παροπομπάς, ότε κατά καλήν μου τύχην ενεθυμήθην την ακόλουθον φράσιν Γερμανού τινος φιλοσόφου, ήτις καθιστά περιττόν τον τοιούτον κόπον, επικυρούσα πληρέστατα όσα είπον. Ο Γερμανός ούτος είναι ο περιβόητος Shelling, την δε σάτυραν θεωρεί αναγκαίαν «ω ς α κ α τ α μ ά χ η τ ο ν ε χ θ ρ ά ν τ ο υ π α ρ ό - ν τ ο ς» (των καταχρήσεων δηλ.) και σύμμαχον του μέλλοντος ήγουν της προόδου. Υπό των αυτών, φαίνεται άρχων εμπνεόμενος και ο κ. Flourens, όστις έχων την ιδιοτροπίαν να θεωρή ως ηθικόν βιβλίον την αθυρόστομον και σαρκαστικήν « I ω ά ν ν α ν», έλεγε περί αυτής (εν αριθ. ι'. της Indépendance) «Π ά σ α ε π ί θ ε σ ι ς κ α - τ ά τ ο υ κ α κ ο ύ ε ί ν α ι ε κ δ ο ύ λ ε υ σ ι ς π ρ ο ς τ η ν α ν θ ρ ω π ό τ η τ α κ α ι ω ς ε κ τ ο ύ τ ο υ χ ρ ε - ω σ τ ο ύ μ ε ν ε υ γ ν ω μ ο σ ύ ν η ν ε ι ς τ ο ν σ υ γ - γ ρ α φ έ α τ ο υ α ν ά χ ε ί ρ α ς β ι β λ ί ο υ».
Αν ταύτα, δεν ήρκουν, ηδυνάμην να προσθέσω, κ. εκδότα, ότι την σάτυραν, ήτοι, την τιμωρίαν διά του εμπαιγμού της κακίας και ανοησίας μετεχειρίσθη πρώτος πάντων αυτός ο Θεός κατά του πρώτου ανθρώπου. Η Γραφή τουλάχιστον μας διδάσκει ότι ο Αδάμ, παρασυρθείς υπό της μωράς ελπίδος να γίνη όμοιος με τον Πλάστην του παρέβη τας θείας αυτού εντολάς· ο δε Θεός προς τιμωρίαν της απειθείας του εδίωξεν αυτόν του Παραδείσου, τον εστέρησε της αθανασίας, και μη αρκεσθείς εις τούτο προσέθεσε το σκώμμα εις την ποινήν, λέγων εις αυτόν, ενώ ίστατο ενώπιον του τρέμων, γυμνός και κατησχυμμένος «Ί - δ ο ύ Α δ ά μ γ έ γ ο ν ε ν ω ς ε ι ς ε ξ η μ ώ ν! όπερ κατά τον Αγ. Βασίλειον και τους λοιπούς ερμηνευτάς είναι φοβερά ειρωνεία, δι’ ης έσκωπτεν ο Θεός την ανοησίαν του πρώτου ανθρώπου. Ο δε Αγ. Βίκτωρ, ερμηνεύσας κακείνος κατά το αυτό πνεύμα το χωρίον προσθέτει ότι, «ο ε μ π α ι γ μ ό ς ε ί ν α ι δ ί κ α ι ο ν κ α ι θ ε ά ρ ε σ τ ο ν έ ρ γ ο ν, ό τ α ν δ ι ' α υ τ ο ύ τ ι μ ω ρ ε ί τ α ι η κ α κ ί α». Εκ τούτων βλέπετε, κ. εκδότα, ότι και κριτικοί και φιλόσοφοι, και πατέρες της Εκκλησίας και αυτός ο Θεός θεωρούσι και μεταχειρίζονται την Σάτυραν ως καλόν όπλον κατά της ανοησίας.
Αλλά και, αυτή η αναίδεια και αθυροστομία, ήτις, ως ανωτέρω είδομεν, φαίνεται ανυπόστατος από τους Σατυρικούς, δύναται άραγε να θεωρηθή ως επιβλαβής εις τα ήθη και να ονομασθώσιν ανήθικοι οι γυμνόνοντες την κακίαν, ίνα αποκαλύψωσιν όλην αυτής την ασχημίαν και την καταστήσωσι, μισητήν και φευκτέαν; το κατ' εμέ θεωρώ ανήθικον εκείνον μόνον, όστις την γυμνότητα ταύτην σκεπάζει με σεμνά ενδύματα, ψιμμυθιόνει τας ρυτίδας της, κρύπτει την δυσμορφίαν της, και ούτω μεταμορφωμένην ζητεί να καταστήση την κακίαν αξιέραστον αντί μισητής, διαστρέφων διά της μεταμφιέσεως ταύτης την ιδέαν του καλού και πονηρού και ολιγοστεύων την έμφυτον προς το κακόν αποστροφήν πάσης υγιαινούσης συνειδήσεως· ηθικόν δε νομίζω απ’ εναντίας τον δι οιουδήποτε τρόπου προσπαθούντα να ενισχύση το αίσθημα τούτο. Και διά τούτο μυριάκις ηθικώτερον θεωρώ τον άσεμνον Δ ο ν Ζ ο υ ά ν του Βύρωνος, τον περιπαίζοντα όλας τας κοινωνικάς ασχημίας από την σεμνήν Β α λε ν τ ί ν η ν της κ. Σάνδης, ήτις στεφανώνει με άσπιλα κρίνα την μοιχείαν μυριάκις δε υγιεινότερα τα φιλόγελα διηγήματα του Βαλζάκ, από την μελαγχολικήν Κ υ ρ ί α ν μ ε τ α ς Κ α μ ε λ ί α ς του Δουμά, προσπαθούντος να δικαιολογίσει διά του αισθήματος την . . .. το επάγγελμα δηλ. της ηρωίδος του. Την δε Ι ω ά ν ν α ν θεωρώ κακείνην ως ηθικόν ή τουλάχιστον αβλαβές βιβλίον, διότι ουδεμία υπάρχει εν αυτή ηδυπαθής περιγραφή, ουδαμού η κακοήθεια καλλωπίζεται ή ονομάζεται, με άλλο όνομα, ουδαμού ζητεί ο συγγραφεύς να κινήση την συμπάθειαν του αναγνώστου υπέρ της ηρωίνης του, σκεπάζων με αισθηματικάς πράξεις τα παραπτώματά της, αλλ' απ' αρχής έως τέλους επισωρεύει σκώμματα και καταφρόνησιν κατά της κακίας, ομιλών περί της ηδυπαθείας, της τρυφής, του έρωτος, των γυναικών και όλων εν γένει των παθών ως ο Εκκλησιαστής, ο Λουκιανός, ο Ιουβενάλης, ο Βολταίρος, ο Άινε και όσοι άλλοι είπον την αλήθειαν, κατά το αυτό πνεύμα αν όχι με ίσην ευγλωττίαν. Επικίνδυνα βιβλία είναι, κ. εκδότα, τα εξάπτοντα και ουχί τα ψυχραίνοντα τα πάθη, εις δε την Ι ω ά ν ν α ν, από της πρώτης μέχρι της τελευταίας σελίδος υποβάλλονται τα πάθη εις παταγώδες ρεύμα σαρκασμού και ειρωνείας. Η ηρωίς του βιβλίου είναι, αν δεν απατώμαι, η προσωποποίησις του εγωϊσμού και της αχαριστίας, ο δε συγγραφεύς φέρεται προς αυτήν κατά την φράσιν ενός συναδέλφου σας «μ ε π ε ρ ι σ σ ο τ έ ρ α ν σ κ λ η ρ ό - τ η τ α α φ ' ό σ η ν δ ε ι κ ν ύ ε ι, ο Σ α τ ά ν π ρ ο ς τ η ν σ υ ρ ο μ έ ν η ν υ π ' α υ τ ο ύ ε ι ς τ η ν κ ό λ α σ ι ν ψ υ χ ή ν», και νομίζω ότι έχει δίκαιον να φέρεται ούτω προς ταύτα, εκτός μόνον αν παραδεχθώμεν την γνώμην του ρηθέντος συναδέλφου σας, ισχυριζομένου ότι «ο ι σ τ ο ρ ι κ ό ς π ρ έ π ε ι ν α τ ρ έ φ η σ τ ο ρ γ ή ν τ ι ν α π ρ ο ς τ ο υ ς ή ρ ω α ς κ α ι τ α ς η ρ ω ί ν α ς τ ο υ, π ρ ο σ π α - θ ώ ν ν α τ α ς κ α τ α σ τ ή σ η σ ε β α σ τ ά ς κ α ι π ρ ο - σ φ ι λ ε ί ς ε ι ς τ ο υ ς α ν α γ ν ώ σ τ α ς». Σημειώσατε όμως κ. εκδότα ότι, αν είχον ακολουθήσει οι ιστορικοί, το ηθικόν τούτο παράγγελμα, ηθέλομεν σέβεσθαι τον Νέρωνα, την Δαλιδά, τον Εφιάλτην και την Μεσαλλίναν. Κατά το σύστημα τούτο έπρεπε και ο συγγραφεύς της Ιωάννας, ίνα καταστήση την ηρωίδα του σεβαστήν και προσφιλή εις τους αναγνώστας, να ονομάση λ.χ. την ακολασίαν της « ε υ γ ε ν ή ο ρ γ α σ μ ό ν ψ υ χ ή ς α ν υ π ο- μ ό ν ο υ ν α μ ε τ α δ ώ σ η α ν ε ξ ά ν τ λ η τ ο ν θ η - σ α υ ρ ό ν α φ ο σ ι ώ σ ε ω ς κ α ι α γ ά π η ς», να δικαιολογήση την αστασίαν, μεθ' ης ήλλασσεν εραστάς, παρομοιάζων αυτήν «π ρ ο ς λ ε υ κ ή ν π ε ρ ι σ τ ε ρ ά ν π τ ε ρ υ γ ί ζ ο υ σ α ν α - κ α τ α π α ύ σ τ τ ω ς π ρ ο ς α ν ε ύ ρ ε σι ν κ α ρ δ ί α ς ι κ α ν ή ς ν α τ η ν ε ν ν ο ή σ η» και ούτω καθ’ εξής κατά το σύστημα της Σάνδης. Αν εγράφετο εις τοιούτον ύφος το βιβλίον, ήθελον πιθανώς το εύρει ηθικώτατον οι συνάδελφοί σας, αλλ' εγώ, κ. εκδότα, ήθελα το στείλει εις Καπερναούμ την παραθαλασσίαν, διότι ούτε τας γλυκανόστους φράσεις ούτε το εγκώμιον της κακοηθείας κατορθώνω να χωνεύσω• και διά τούτο ίσως με ωνόμασαν μισάνθρωπον οι Αγρινιώται.