Part 2
Το θρησκευτικόν αίσθημα ήκμαζεν ακόμη εν τη Δύσει (υπήρχον δηλ. άνθρωποι τρώγοντες αστακούς την Παρασκευήν και ασπαζόμενοι των καλογήρων την ζώνην), ότε προ εικοσαετίας περίπου μετέβην νήπιος έτι εις Ιταλίαν. Πολλούς δε του έτους μήνας διατριβών κατά την εκεί φιλάγραυλον συνήθειαν εις την εξοχήν και πολλάκις κατά τας μακράς του φθινοπώρου εσπέρας, ενώ έρπον οι κοχλίαι επί των γυμνωθέντων κλημάτων και εφύοντο υπό τας καστανέας οι αμανίται, παρακαθήμενος εις την πυράν των τρυγητών, παρ’ ων άλλο δεν ήκουον ειμή μόνον θαύματα αγίων εικόνων, δραπετεύσεις βρυκολάκων εκ του τάφου και ψυχών εκ του καθαρτηρίου, είχον καταντήσει διά της αγροτικής εκείνης επιμιξίας οπωσούν δεισιδαίμων• τον δε Πάπαν, ον ήκουον ανοιγοκλείοντα την θύραν του Παραδείσου, φιλικώς συναναστρεφόμενον μετά του Αγ. Πνεύματος, το οποίον επέτα κατά πάσαν πρωίαν επί τον ώμον του, και προτείνοντα τους ιερούς πόδας του εις βασιλείς προς ασπασμόν, ενόμιζον τότε τεράστιόν τι και μυθώδες ον ως αερόστατον μεταξύ ουρανού και γης μετέωρον.
Εις τοιαύτην ευρισκόμην πνεύματος διάθεσιν, εν Γενούη κατοικών, ότε εξερράγη αίφνης η συμπάσαν κλονίσασα την Ιταλίαν εν έτει 1848 επανάστασις. Οι ιερείς και η Θρησκεία συμπεριλήφθησαν, ως συμβαίνει κατά πάντας τους εν τη Δύσει πολιτικούς σπαραγμούς, εις το κατά των βασιλέων και της τυραννίας ανάθεμα. Πνεύμα πονηρόν επλανάτο από τινων ήδη ετών επί της ατυχούς ταύτης χερσονήσου, δυσαρέσκειαν, απείθειαν και άσβεστον ελευθερίας δίψαν εις όλας τας καρδίας εμφυσών. Έτριζον οι θρόνοι ως έτοιμοι να καταπέσωσιν, έτριζον δυνατώτερα των βασιλέων οι οδόντες. Λέξεις δυσηχείς και ασυνήθεις εις τα ιταλικά ώτα, σύνταγμα, εθνοφυλακή, ελευθεροτυπία, κοινοκτημοσύνη αντήχουν πανταχόθεν ως εχιδνών συριγμοί• η δε τυφλή πίστις, η από τοσούτων αιώνων εις την προς τους τυφλούς συμπάθειαν και περιποίησιν συνειθισμένη, απελακτίζετο ήδη και έντρομος έφευγεν εις τα όρη, άσυλον ζητούσα υπό των χωρικών την στέγην, και εκείνων πολλάκις κλειστήν και απόρθητον ευρίσκουσα την θύραν. Αλλά ενώ επλανάτο εις τα σκότη, ανά παν βήμα προσκόπτουσα η αθλία, οι επ' αυτής στηρίζοντες την εξουσίαν βασιλείς εκινούντο• η αποστάτις Γένουα επολιορκείτο, αι βόμβαι έθραυον των οικιών τας στέγας, οι δε δυστυχείς κάτοικοι, φοβούμενοι μη πάθωσιν όσα και αι στέγαι των, κατέφευγον εκεί, όπου υπό γην φυλάσσονται τα ευθραυστότατα των σκευών, αι φιάλαι. Εις τοιαύτην οιναποθήκην κατέφυγον και εγώ μεσούσης της νυκτός μετά των οικείων και γειτόνων, ελθόντων να ζητήσωσιν άσυλον υπό τας πτυχάς της ελληνικής σημαίας. Πλείονες ή πεντήκοντα, άνδρες και γυναίκες, άρχοντες και ιχθυοπώλισες, κόμησσαι και ανθρακείς συνωθούμεθα εν τω στενώ εκείνω τόπω μεταξύ φιαλών και σταμνίων, κρομμύων και ξηρών σύκων. Αι λαοκτόνοι του Λαμάρμορα σφαίραι, αποτυγχάνουσαι του τυραννικού σκοπού των, εκρήμνιζον απ’ εναντίας της κοινωνικής ανισότητος τα παλαιά προπύργια, συσφίγγουσαι τους ωχρούς υπηκόους του εις δημοκρατικήν εν τρόμω αδελφότητα.
Τάφου κατήφεια και σιγή επεκράτει εν αρχή εις την υπόγειον εκείνην συνέλευσιν. Αλλά η οικία ήτο πεντώροφος και οι θόλοι της οιναποθήκης στερεοί και εις τας σφαίρας απρόσιτοι• ώστε τα πρόσωπα των περί εμέ, άτινα ήσαν πρότερον ωχροπράσινα ως το υαλίον των κύκλω φιαλών, ανελάμβαναν βαθμηδόν ανθρωπινώτερον χρώμα. Αφόβως δε σχεδόν ηκούομεν τους επί γης απαισίους ήχους, βέβαιοι όντες ότι ο υπεράνω ημών αιωρούμενος θάνατος δεν ηδύνατο, όσω και αν έκυπτε, να φθάση τόσο χαμηλά. Απομακρυνομένου του κινδύνου, ελύοντο βαθμηδόν οι συνέχοντες τα ιταλικά στόματα γλωσσοδέται• η δε ηχώ του θόλου επανέλεγε λόγους ασυναρτήτους, υποσχέσεις κηρίων εις την Παρθένον, ανδρών αντεγκλήσεις, Αγίων επικλήσεις και φρικώδεις κατά του Bombardatore αράς. Αλλά καθώς εις του Αριόστου τας μάχας, οπόταν δύο κλεινοί ήρωες έλθωσιν εις χείρας, ταπεινούσι τα όπλα και ίστανται εν σιωπή την πάλην θεωρούντες οι λοιποί μαχηταί, ούτω εσιώπησαν αλλεπάλληλοι και οι εν τη οιναποθήκη, ότε ο παλιός αββάς του Αγ. Ματθαίου και ο γέρων συντάκτης της Γ ε ν ο υ η σ ο ί α ς ε φ η μ ε ρ ί δ ο ς, αντικρύ καθήμενοι επί αντιμετώπων βαρελιών, ήρχισαν ερίζοντες περί ελευθερίας και βασιλέων, περί προόδου και παπωσύνης. Τα υπεράνω ημών διαδραματιζόμενα καθίστων την συζήτησιν εκείνην υπέρ πάσαν άλλην επίκαιρον, αμφότεροι δε οι αντίπαλοι ήσαν καλώς προαλειμμένοι εις τοιούτους αγώνας, οι δε ακροαταί περιεκύκλουν αυτούς ανοίγοντες τα στόματα και τα ώτα ως οι Καρχηδόνιοι τον Αινείαν. Ο μεν δημοσιογράφος διετείνετο ότι όσα επάσχομεν δεινά προήρχοντο εκ της επιρροής των ιερέων, ο δε Αββάς επέμενε θεωρών το περιρρέον ημάς αδελφικόν αίμα ως ιλαστήριον εις τον Ύψιστον θυσίαν. Εν τούτοις η νυξ προυχώρει και η συζήτησις δεν εφαίνετο εγγίζουσα εις το τέρμα. Αι γλώσσαι συνεστρέφοντο ευτράπελοι και οξείαι ως μονομάχων σπάθαι• εγώ δε συνειθίσας βαθμηδόν εις τον γλωσσόκτυπον εκείνον, υπέκυπτον βαθμηδόν εις ακουσίαν νάρκωσιν, στηρίζων την δεκαετή κεφαλήν επί των γονάτων της γείτονός μου, ότε παράδοξα αίφνης ακούσματα εδίωξαν μακράν των βλεφάρων μου τον ύπνον. Ο οξύχολος εφημεριδογράφος, χάσας τέλος πάντων την υπομονήν διά το πείσμα του Αββά, όστις εις τα ευλογώτερα επιχειρήματα επέμενεν αποκρινόμενος διά καλογηρικών ρήσεων και αποσπασμάτων του Βονάλδου και Δεμαίτρου, μετέβαλε τακτικήν. Απελπισθείς ν' ανοίξη τους οφθαλμούς του καλού εκείνου χριστιανού, φοβουμένου το φως ως αι νυκτερίδες τας ακτίνας του ηλίου, έπαυσε συζητών και επεχείρει ήδη να καταστήση τα είδωλα αυτού βδελυρά και γελοία εις τους παρεστώτας. Εκτυλίσσων της παπικής ιστορίας τα ρυπαρώτερα φύλλα και παν όνειδος και πάσαν κηλίδα εκείθεν συλλέγων κατέπτυεν ως εχίδνης σύελον εις το πρόσωπον του πτωχού ιερέως. Παρέστησεν ημίν Βενέδικτον τον θ', Γρηγόριον ς' και Συλβέστρον τον γ', συγχρόνους Πάπας, τρικέφαλον Κέρβερον, αλλήλους αφορίζοντας και δι’ αίματος πλημμυρίζοντας την Ιταλίαν• τον Ζαχαρίαν καταδικάζοντα εις τας φλόγας τους γεωγράφους, οίτινες εδίδασκον την ύπαρξιν αντιπόδων, διότι εν τω πλήθει της σοφίας του, ίνα υπάρχωσιν αντίποδες έπρεπε και οι δύο ήλιοι και σελήνη διπλή να υπάρχη• τον Στέφανον ζ', αισχρόν τυμβωρύχον, εκθάπτοντα τον νεκρόν του προκατόχου του Φορμόσου, σύροντα το σαπρόν σώμα ενώπιον συνόδου και υποβάλλοντα αυτό εις γελοίαν και βδελυράν ανάκρισιν• Ιωάννην τον κβ' κατατρίβοντα τον βίον εις αναζήτησιν της φιλοσοφικής λίθου και τέλος ανευρίσκοντα αυτήν διά της συντάξεως πίνακος, ενώ εσημειούτο ακριβώς η τιμή της αφέσεως παντός αμαρτήματος, φόνου, κλοπής, βιασμού, φαρμακείας ή άλλου• Ιούλιον τον γ' νέον Καλλιγούλαν, αναγορεύοντα εν μέσω ποτηρίων και γυναικών τον πίθηκα αυτού Καρδινάλιον και Ιωάννην τον ιβ', απλούντα τους τάπητας της Αγ. Τραπέζης υπό τους πόδας της ερωμένης του, μεθύοντα μετ' αυτής εις τας κύλικας των μυστηρίων και τέλος δολοφονούμενον υπό του καταφθάσαντος συζύγου, ή υπό του Διαβόλου, ως θέλουσιν οι Χρονογράφοι• αλλά μεταξύ Διαβόλου και ατιμασθέντος συζύγου υπάρχει κοινόν τι χαρακτηριστικόν. Τοιαύτα έλεγεν ο γέρων εν μέσω βαθείας σιγής, διακοπτομένης ενίοτε υπό εγγύτερον εκρηγνυομένης σφαίρας ή στέγης καταπιπτούσης. Οι μεν των ακροατών εποίουν το σημείον του σταυρού, άλλοι έφρασσον τα ώτα και αι γυναίκες έκρυπτον το πρόσωπον εις την ποδιάν αλλά τι έγεινα εγώ, ότε ο αδυσώπητος ρήτωρ, μη αρκούμενος εις των αρρένων Παπών τα αίσχη, ήρχισε να διηγήται και της Παπίσσης Ιωάννας την ιστορίαν; Πάπα έρωτας και μητρότητας και εν μέση αγορά τοκετόν!
Μετ’ ου πολύ ανέτειλεν η ημέρα• αι εκπυρσοκροτήσεις ηραιώθησαν και εξέλιπον βαθμηδόν. Η απόρθητος Γένουα εσυνθηκολόγει μετά τριήμερον πολιορκίαν, παραδίδουσα εις τους όνυχας του τ υ ρ ά ν ν ο υ, ως εκάλουν τότε τον Βίκτωρα, τους αρχηγούς της επαναστάσεως, ήτις μετωνομάσθη στάσις την επιούσαν. Οι εις εθνοφύλακας μετημφιεσμένοι πραγματευταί, οι υψίφωνοι και βαρύτονοι του μελοδράματος, οι σπογγίσαντες το ψιμμύθιον από της παρειάς των, ζωσθέντες μεσαιωνικά ξίφη και ψάλλοντες «Ε λ ε υ θ ε ρ ί α ή Θ ά ν α - τ ο ς» εις τας οδούς, οι φοιτηταί, οι καυχώμενοι ότι μόνα όπλα έχοντες τα νομικά ή ιατρικά βιβλία των ήσαν ικανοί να φυγαδεύσωσι τα στίφη του τυράννου, πάντες ούτοι εξηφανίσθησαν εις την πρώτην ακτίνα των βασιλικών λογχών ως οι νυκτικόρακες, άμα ο ήλιος ανατείλη. Και αυταί δε αι Ιταλίδες, αι τοσαύτας κεντήσασαι σημαίας και συμπλέξασαι τριχρόους ταινίας ενθυμούντο και πάλιν τα παραγγέλματα του πνευματικού των. Και οσάκις αξιωματικός τις ησπάζετο αυτάς εν μέση αγορά, έστρεφον και την άλλην προς την ύβριν παρειάν. Μετ' ολίγας δε ημέρας και ερυθραί σημαίαι και ελεύθεροι ύμνοι και αίμα των μαρτύρων και σφαίραι και ερείπια είχον λησμονηθή. Αλλά την Πάπισσαν εγώ δεν ηδυνάμην να λησμονήσω. Το παράδοξον της σκηνής, εν η ήκουσα περί αυτής, το αλλόκοτον του ρήτορος σχήμα, το υπόγειον, ο τρόμος, η επάνω σφαγή, πάντα ταύτα καθίστων την εικόνα εκείνην ανεξάλειπτον εν τη καρδία μου, ως τα ίχνη του σωτήρος εν τω βράχω της Ιουδαίας.
Πολλάκις έκτοτε μ' επεσκέφθη καθ’ ύπνους η πένθιμος της Ιωάννας σκιά, θνησιγενές βρέφος κρατούσης εις τας αγκάλας• την δε ημέραν εζήτουν παντοιοτρόπως να μάθω τι περί της μοναδικής ταύτης ηρωίδος. Ηρώτων τους διδασκάλους, τους υπηρέτας, τον σκάπτοντα τον αύλακα χωρικόν και τον επαιτούντα με οβολόν παχύν Καπουκίνον• ολοκλήρους δε ώρας εδαπάνων παρά τοις βιβλιοκαπήλοις οσφραινόμενος την κόνιν σκωληκοβρώτων τόμων, επί τη ελπίδι ν’ ανεύρω της Παπίσσης μου τα ίχνη, άτινα όμως μετά τοσαύτης επιμελείας είχον εξαλείψει οι ιερείς εν Ιταλία, ώστε μετά μακράν καταδίωξιν, αφού πολλάκις ανέκραξα ως ο ψιττακός του Καίσαρος, «Tempus et labor oleunt», η περιεργία μου ουδέ ψιχίον ευρίσκουσα, απέθανε τέλος πάντων της πείνης.
Ολίγα μετά ταύτα έτη ευρισκόμην εν Βερολίνω ούτε της καπνοσύριγγος ούτε του ζύθου ούτε των δημοσίων χορών γνωρίζων ακόμη την χρήσιν, και ως εκ τούτου άεργος και μεμονωμένος εν μέσω των πολυασχόλων ξένων φοιτητών. Η πλήξις και η αργία είναι, ως πολλάκις έκτοτε παρετήρησα, τα κυριώτερα, ίνα μη είπω τα μόνα, του έρωτος ελατήρια, ικαναί ούσαι εν ελλείψει νέων και τ’ αρχαία να αναζωογονήσωσι πάθη. Τοιούτο τι συνέβη και εις της Παπίσσης Ιωάννας την ανάμνησιν. Εορτάσιμόν τινα πρωίαν, καθ’ ην ο ουρανός του Βερολίνου θέλων, φαίνεται, να δικαιολογήση το κείμενον του Μωϋσέως, ήνοιγε τους καταρράκτας του, καταφυγών εις την έρημον βιβλιοθήκην και από αιθούσης εις άλλην περιφερών τα χασμήματα και την ανίαν μου, ευρέθην αίφνης εις την απέραντον στοάν, ένθα τα Θεολογικά του μεσαιώνος βιβλία, περιτυλιγμένα εις παχύ στρώμα λευκού κονιορτού, ως νεκροί εις τα σάβανά των, κοιμώνται βαθύν και ανενόχλητον ύπνον. Η οσμή του τυρού ενθυμίζει την πατρίδα των εις τους Ελβετούς, η των αχύρων τον σταύλον εις τους όνους και η των ανθέων την φιλτάτην των εις τους εραστάς• παρ’ εμοί του παλαιού χαρτίου η οσμή εξύπνιζεν αμέσως την ανάμνησιν της Παπίσσης. «Ενταύθα», είπον, ατενίζων τον κονισσαλέον εκείνον σωρόν, «κείται του τοσούτον απασχολήσαντός με αινίγματος η λύσις». Και λαβών παρά του βιβλιοφύλακος την άδειαν ν’ ανοίξω και πανίον ίνα σπογγίσω τας ευρωτιώσας εκείνας μεγαβίβλους ήρχισα από τόμου εις τόμον και από φύλλου εις φύλλον αναζητών της ηρωίδος μου τα ίχνη. Τη βοηθεία δε της συλλογής των Rerum Cermanicarum, των καταλόγων του Δουφρενίου και των διατριβών του Βαϋλου και Σπανχάιμ ηδυνήθην εν διαστήματι ολίγων μηνών
Veterum νolνens monumenta νirorum,
να διέλθω και να συναθροίσω εις δύο παχέα τετράδια τα πλείστα των όσα από οκτώ ήδη αιώνων εγράφησαν προς υποστήριξιν ή εξόντωσιν του θήλεως Πάπα. Αλλά τοσαύτη ήτο τότε η περί τας τοιαύτας έρευνας απειρία μου, ώστε ηναγκαζόμην πολλάκις να αναγνώσω ολόκληρον κεφάλαιον ή και τόμον πριν αναπαύσω την όρασιν επί του ζητουμένου χωρίου, διδασκόμενος ούτω ακουσίως πλείστας περιέργους λεπτομερείας περί της θρησκείας, των ηθών και εθίμων κατά τους σκοτεινούς εκείνους αιώνας.
Τοιαύτη είναι η βίβλος γενέσεως της Π α π ί σ σ η ς Ι ω ά ν - ν α ς, ην επί πέντε περίπου έτη αφήκα υπό τα πιεστήρια της φαντασίας μου είτα δε,
Venuitomi inanzi Un che di stampar libri laνora Dissi stambami questo alta malora {1}
Άμα αρξάμενος της συγγραφής ευθύς συνησθάνθην πόσον ξηρά και ατερπής ήθελεν είναι διά τους πλείστους η απλή ιστορική αφήγησις των κατά Ιωάνναν, ης και αυτήν την ύπαρξιν αγνοούσιν οι πολλοί των αναγνωστών. Περιορίσας λοιπόν το μέρος τούτο του έργου εις την Ε ι - σ α γ ω γ η ν, κατέστησα το επίλοιπον του βιβλίου είδος τι διηγηματικής εγκυκλοπαιδείας του μέσου και ιδίως του ενάτου αιώνος.
Χάρις εις τους ποιητάς, τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνας πάσα από κτίσεως της σφαίρας μας εποχή και εκάστη επ’ αυτής χώρα είναι μάλλον ή ήττον εις πάντας γνωστή. Έκαστος αιών και πας λαός κατέλιπον ημίν μνημείον εικονίζον τους τότε ανθρώπους, οι Εβραίοι την Γραφήν, οι Αιγύπτιοι τας πυραμίδας και οι Έλληνες την Ιλιάδα. Από της Εύας, ης τους έρωτας έψαλλεν ο Μωυσής και ο Μίλτων μέχρι της Κυμοδοκείας, ης τον μαρτυρικόν στέφανον έπλεξεν ο Σατωβριάνδος η άλυσις είναι σχεδόν αδιάκοπος. Εις ποίαν εποχήν δύναται να ανατρέξη ή εις ποίαν παραλίαν να προσοχθήση ο οδοιπόρος χωρίς ν’ απαντήση πρόσωπα γνωστά και μειδιώντα, φίλους τείνοντας εις αυτόν την χείρα; Ραχήλ προσφέρουσαν ύδωρ εις τα διψώντα χείλη του ή Ναυσικάν οδηγούσαν αυτόν υπό φιλόξενον στέγην; Αλλά καταβαίνοντες του Πηγάσου μας, πριν χάση τα πέταλά του, παρατηρούμεν ότι πας τις γνωρίζει τας γενειάδας των Πατριαρχών, τους τρίβωνας των Ελλήνων φιλοσόφων, τας φάλαγγας των Μακεδόνων, τας ξανθάς φενάκας των εταιρών της Ρώμης, τα ποικιλόστικτα δέρματα των αρκτώων βαρβάρων, τα κομβοσχοίνια των χριστιανών μαρτύρων και όσα άλλα περιέγραψαν οι ποιηταί και συγγραφείς, ους παρεδόθη εν τω σχολείω ή ανέγνωσεν εν μεταφράσει. Πολύ δε γνωστότεροι είναι οι κατά την δευτέραν περίοδον του μεσαιώνος αναφανέντες σιδηρόφρακτοι ήρωες και λευχείμονες ηρωίδες, οι Αμαδείς, οι Τριστάνοι, οι Λεοντοκάρδιοι, οι Τεμπλάριοι, οι Αβενσεράγοι, αι Υολάνδαι, αι Ερμινίαι και αι Αρμίδαι, ων τα σύμβολα, τας πανοπλίας, τους έρωτας και τα κατορθώματα πας τις γνωρίζει εκ των βιβλίων του Ουαλτερσκότου, των στίχων του Βίκτωρος Ούγου, των συλλογών των μουσείων και των μελοδραμάτων του Ροσίνου και Μαγερβήρου. Αλλ’ από του έκτου μέχρι του ενδεκάτου αιώνος, από του τελευταίου Ρωμαίου αυτοκράτορος μέχρι του πρώτου ιππότου, τίνες οι επί του πλανήτου μας κατοικούντες; τι έπραττον, τι έτρωγον, τι επίστευον και τι εφόρουν; εις την ερώτησιν ταύτην δύναται ν’ αποκριθή μόνος ο εξ επαγγέλματος ιστορικός, ο αναλαβών τον άχαριν κόπον να φυλλομετρήση τας απεράντους συλλογάς των μεσαιωνικών Χρονογράφων, τα ευρωτιώντα Συναξάρια, τας εις μέγα φύλλον δυσπέπτους μωρολογίας των καλογήρων, τα συγγράμματα του Κασσιοδώρου, Καισαρίου, Αλκουίνου, Αγ. Αγοβάρδου, Ραβάνου του Μαύρου και μυρία άλλα βιβλία εις μόνους τους σοφούς και τους σκώληκας γνωστά, άτινα ονομάζει ο Μουρατόρης Sterili steppe della letterattura del medio evo ήτοι α - γ ό ν ο υ ς ε ρ ή μ ο υ ς τ η ς μ ε σ ο χ ρ ο ν ί ο υ φ ι λ ο - λ ο γ ί α ς. Εις τας ερήμους ταυτάς έτυχε να πλανηθώ ακολουθών τα ίχνη της Ιωάννας. Καθώς δε ο περιηγητής ο επισκεπτόμενος απέχοντας και αβάτους τόπους φιλεί να λαμβάνη εξ εκάστου μνημείον τι των περιπλανήσεών του, φύλλον εκ του δένδρου του σκιάζοντος την βρύσιν της ερήμου, όστρακον εκ παραλίας αγνώστου εις τους ναυσιπόρους ή άνθος θάλλον επί απατήτου κορυφής, ούτω καγώ εξ εκάστου των εις αιωνίαν λήθην καταδικασθέντων εκείνων τόμων απέσπων ως ενθύμημα χωρίον τι περιγράφον έθιμα παρωχημένα, αλλοκότους δοξασίας, δημώδεις προλήψεις, λείψανα της ειδωλολατρίας και είτι άλλο ανεύρισκον διαφυγόν την προσοχήν των νεωτέρων ιστορικών, οίτινες εις γενικάς Θεωρίας καταγινόμενοι και εις ουδέν άλλο ως επί το πολύ αποβλέποντες, ειμή πώς να δικαιολογήσωσι διά της ιστορίας τους σκοπούς και τας τάσεις του κόμματος εις ο ανήκουσι, διά τοιαύτας λεπτομερείας ούτε καιρόν έχουσιν ούτε τόπον. Εκ των παρ’ αυτάς τας βορβορώδεις του μεσαιώνος πηγάς συλλεγέντων τούτων λιθαριών συνήρμοσα ή μάλλον επειράθην να συναρμόσω μωσαϊκόν, παριστών εικόνα οπωσούν πιστήν της ζοφώδους εκείνης εποχής, περί ης, καθόσον γνωρίζω, ουδέν ουδαμού εξεπονήθη ακόμη βιβλίον τοις πάσι προσιτόν και εν ταυτώ ευσυνειδήτως γεγραμμένον, καθιστών αυτήν πασίγνωστον και φαεινήν ως αι Τ ύ χ α ι τ ο υ Τ η - λ ε μ ά χο υ την ηρωϊκήν Ελλάδα, οι Μ ά ρ τ υ ρ ε ς την καταρρέουσαν Ρώμην και ο Ι β α ν ό η ς την ιπποτικήν Αγγλίαν. Αμέσως δε συναισθανθείς πόσον αι δυνάμεις μου ήσαν προς τοιούτον έργον ανεπαρκείς και πόσον ηλαττούμην των τα τοιαύτα επιχειρησάντων, εφιλοτιμήθην να μη ελαττωθώ αυτών τουλάχιστον κατά την ιστορικήν ακρίβειαν. Εκάστη εν τη Π α π ί σ σ η Ι ω ά ν ν α φράσις, πάσα σχεδόν λέξις, στηρίζεται επί τη μαρτυρία συγχρόνου συγγραφέως. Τα καλογηρικά ανέκδοτα ελήφθησαν εκ των χρονικών των τότε Μοναστηρίων, τα θαύματα εκ των μεσαιωνικών Συναξαρίων, η περιγραφή των τελετών εκ των επιστολών του Εγινάρδου, του Αλκουίνου και της Εκκλησ. Ιστορίας του Γρηγορίου του Τουρονησίου, αι παράδοξοι Θεολογικαί δοξασίαι εκ των συγγραμμάτων των συγχρόνων θεολόγων Αγ. Αγοβάρδου, Ινκμάρου, Ραβάνου και λοιπών· πάσα δε πόλεως, οικοδομήματος, ενδύματος ή φαγητού περιγραφή είναι και εις αυτάς τας ελαχίστας λεπτομερείας ακριβής, ως καταφαίνεται εν μέρει εκ των εν τέλει του πονήματος σημειώσεων, ας ηδυνάμην ευκόλως να πολαπλασιάσω• αλλά πριν ή καταστήση τις ογκοοδέστερον το βιβλίον του πρέπει πρώτον να γνωρίζη αν θέλη αναγνωσθή ή όχι. Ταύτα δε πάντα αναφέρω ενταύθα ουχί προς επίδειξιν πολυμαθείας, αλλ' απλώς ίνα δείξω πόσον σέβομαι το κοινόν. Ο δε προς τον αναγνώστην ούτος σεβασμός, όλως πρωτοφανής και ξένος ων παρ’ ημίν, δικαιούται, νομίζω, να τύχη της υπό πάντων των εξευγενισμένων ανθρώπων απονεμόμενης εις τους ξένους φιλόφρονος υποδοχής.
Αλλ' η ευσυνειδησία, καίπερ ούσα αρετή αξιοσέβαστος ως οικογενειάρχης περιβεβλημένος εθνοφύλακος στολήν, δεν αρκεί όμως εις τους αναγνώστας, οίτινες πλην τούτου απαιτούσι παρά του συγγραφέως και να μην αποκοιμίζη αυτούς. Έτι δε των Ελλήνων τα τυπωμένα φύλλα έχουσι την αυτήν ναρκωτικήν επιρροήν, ην και τα του υοσκυάμου• και διά τούτο ίσως ουδέ να κόψωσιν αυτά τολμώσιν οι πλείστοι, αλλά παρθένα και άθικτα κληροδοτούσιν εις τας επερχομένας γενεάς της συγχρόνου ημών φιλολογίας τα προϊόντα. Άγγλος τις συγγραφεύς, ο Swift, νομίζω, διηγείται ότι οι κάτοικοι δεν ενθυμούμαι τίνος τόπου είναι τοσούτω απαθείς και απρόσεκτοι, ώστε οσάκις αποτείνεται τις προς αυτούς, πρέπει να κτυπά εκ διαλειμμάτων την κεφαλήν των διά ξηράς κολοκύνθης, ίνα μη αποκοιμώνται, ενώ ομιλεί. Τοιούτον τι ανθυπνωτικόν φάρμακον εσκέφθην καγώ να μεταχειρισθώ κατά της απαΘείας του Έλληνος αναγνώστου• εν ελλείψει δε κολοκύνθης επροσπάθησα να εξορκίσω τα χασμήματα καταφεύγων ανά πάσαν σελίδα εις απροσδοκήτους παρεκβάσεις, ιδιοτρόπους παρομοιώσεις ή αλλοκότους λέξεων συγκρούσεις• περιβάλλων εκάστην ιδέαν δι’ εικόνος ούτως ειπείν ψηλαφητής και αυτά ακόμη τα σοβαρώτερα της θεολογίας ζητήματα στολίζων διά κροσσιών, θυσσάνων και κωδωνίσκων ως ποδιάν Ισπανής χορεύτριας. Ο τρόπος ούτος του γράφειν, ον εισήγαγεν ο Βύρων παρά τοις Άγγλοις, ο Heine παρά τοις Γερμανοίς και ο Murger και ο Musset εις Γαλλίαν, εφευρέθη υπό των Ιταλών ποιητών της παρακμής, οίτινες απελπισθέντες ν' αναρριχηθώσιν εις τα ύψη, εφ' ων ο Δάντης, ο Πετράρχης και ο Τάσσος είχον στήσει την σημαίαν των, εζήτησαν άλλην τινά περισσοτέραν ουχί προς την δόξαν αλλά προς την δημοτικότητα οδόν. Η τοιαύτη φιλολογία ομοιάζει τη αληθεία τας ερωτοτρόπους εκείνας γυναίκας, αίτινες, στερούμεναι κάλλους ή αριθμούσαι περισσότερα έτη παρά οδόντας, ζητούσι παντοιοτρόπως διά ψιμυθίου, μειδιαμάτων ηδυπαθών προσκλήσεων και ανοικτών εσθήτων να ελκύωσιν εν ελλείψει αγνού έρωτος την επιθυμίαν ή την περιεργίαν τουλάχιστον των θεατών. Την σχολήν ταύτην ούτε να επαινέσω προτίθεμαι ενταύθα ούτε να συστήσω· αλλά διά τοιούτου μόνον άλατος ενόμισα ότι ήτο δυνατόν ν' αρτυθή το δυσπεπτότατον πάντων των βρωμάτων, η μεσοχρόνιος εκκλησιαστική Ιστορία. Διάσημος τις μάγειρος, ο Βατέλος, νομίζω, εκαυχάτο ότι δύναται να μαγειρεύση τράγον ή και ποντικόν μετά τοσαύτης τέχνης ώστε να λείχωσιν οι τρώγοντες τα δάκτυλά των· εγώ δε κατόρθωμα θέλω νομίσει αν δι’ οιουδήποτε αρτύματος ηδυνήθην να καταστήσω ουχί νόστιμον, αλλ' απλώς υποφερτόν καλόγηρον του μεσαιώνος.
Πριν επιθέσω τέλος εις τα ήδη μακρά ταύτα προλεγόμενα έπρεπεν ίσως, γράφων εν Ελλάδι, ν' απολογηθώ και διά την πολλαχού του βιβλίου μου επικρατούσαν ελευθερίαν, ότι δηλ. ωνόμασα ενίοτε τα πράγματα διά του ονόματος αυτών, αντί να καταφύγω εις τας περιφράσεις εκείνας δι’ ων οι σεμνοί συγγραφείς σκεπάζουσι τας ασέμνους εννοίας των, ως οι πρώτοι ημών γονείς διά φύλλων συκής την γυμνότητά των. Τούτο ηδυνάμην ευκόλως να κατορθώσω αντιγράφων τας φιλολογικάς θεωρίας, όσας ο Βολταίρος, ο Βύρων, ο Κάστης και οι άλλοι προέταξαν των τοιούτων βιβλίων των. Αλλά κατά την γαλατικήν παροιμίαν comparaison n’est pas raison, και έπειτα βαρύνομαι την ταυτολογίαν. Τούτο δε μόνον λέγω, ότι την ελευθερίαν ταύτην εθεώρησα αναγκαίαν και φυσικήν εις το είδος της διηγήσεώς μου ως το άλας εις την θάλασσαν. Ο αναγνούς την Α υ ρ η λ ι α ν ή ν Π α ρ θ έ ν ο ν, τον Δ ο ν Ζ ο υ ά ν ή τους Ιταλούς ποιητάς της ις' εκατονταετηρίδος δεν θέλει βεβαίως κατηγορήσει ως υπέρ το δέον γυμνοτράχηλον την Ι ω ά ν ν α ν, ο δε γνωρίζων τον μεσαιώνα, ο εγκύψας εις τους Χρονογράφους, τα Συναξάρια και τους Πατέρας της Εκκλησίας, θέλει εξάπαντος ομολογήσει ότι προς τα συγγράμματα αυτών παραβαλλόμενον το ανά χείρας ομοιάζει την παρθένον εκείνην, ην ωνειρεύετο ο Άγ. Βασίλειος «ισταμένην ως σεμνόν άγαλμα επί του μαρμαρίνου υποβάθρου της παρθενίας, ακίνητον προς πάσαν φαντασίαν ή επαφήν».
Βαρύτερον αμάρτημα θέλει βεβαίως μοι καταλογισθή παρά πολλών η τόλμη μεθ’ ης ανακινώ τον εκκλησιαστικόν βόρβορον του μεσαιώνος παρά τε τοις Δυτικοίς και εν Βυζαντίω, παρεκτρεπόμενος ενιαχού και εις παρεκβάσεις περί της παρούσης καταστάσεως της Εκκλησίας μας· αλλ’ ο αμερόληπτος αναγνώστης του βιβλίου μου περί τούτου τουλάχιστον θέλει πεισθή, ότι ουδ' ίχνος πολεμικής τάσεως υπάρχει εν αυτώ. Τα αίσχη των Φράγκων και των Ανατολιτών εκτίθενται μετά της αυτής απαθούς αμεροληψίας, αι οπτασίαι των μεσαιωνικών θεολόγων και τα όνειρα των γερμανών καθηγητών εμπαίζονται μετά της αυτής προθυμίας. Οπουδήποτε εύρισκον το δυνάμενον να παράσχη αφορμήν γέλωτος εδραττόμην αυτού, αδιαφορών αν εις μοναστήριον υπεκρύπτετο ή εις ακαδημίαν, υπό το ράσον μοναχού ή τον τρίβωνα φιλοσόφου. Αι από κτίσεως κόσμου μέχρις ημών θρησκευτικαί ή φιλοσοφικαί παραδοξολογίαι εκτίθενται μετά της αυτής απαθείας, μεθ’ ης σημειοί ο θαλασσοπόρος την διεύθυνσιν των ανέμων εν τω ημερολογίω του. Ο Άγ. Βασίλειος, ο Πασχάλης, και ο Σατωβριάνδος υπερήσπισαν τον χριστιανισμόν· ο Λιβάνιος, ο Βολταίρος και ο Στράους επετέθησαν κατ' αυτού εν ονόματι της ανθρωπότητας ή της φιλοσοφίας· πάντες δ’ έγραψαν μετά πάθους και, ως ισχυρίζονται οι ίδιοι, μετά πεποιθήσεως εις τας θρησκευτικάς ή φιλοσοφικάς αρχάς των. Αλλ’ οσάκις αναγινώσκω οιονδήποτε περί τοιαύτης ύλης μ ε τ ά σ κ ο π ο ύ κ α ι π ε π ο ι θ ή σ ε ω ς γεγραμμένον βιβλίον, ευθύς ενθυμούμαι το χωρίον του Ισιδώρου λέγοντος περί των συγχρόνων Θεολόγων «Π ε ρ ί π ρ ά γ μ α τ α θ ε ί α κ α ι λ ό γ ο υ κ ρ ε ί τ τ ο ν α δ ι α φ ω ν ε ί ν π ρ ο σ π ο ι - ο ύ ν τ α ι υ π ό φ ι λ α ρ χ ί α ς ε κ β α χ ε υ ό μ ε ν ο ι » ανερυθριάστως δε ομολογώ ότι άλλον σκοπόν δεν είχον.
Unless it were to be a moment merry