Part 19
Και εν πρώτοις απαντώμεν τα Ε κ α τ ό ν δ ι η γ ή μ α τ α τ η ς β α σ ι λ ί σ σ η ς τ η ς Ν α β ά ρ ρ α ς, τα οποία ως προς την ελευθερίαν της εκφράσεως δεν έχουν τίποτε να φθονήσουσιν εις τον Βοκκάκιον· την σύστασιν ταύτην νομίζω ικανήν. Περί την αυτήν εποχήν συνέγραφεν ο περιώνυμος Ραβελαί την πολύκροτον κατά της Εκκλησίας και των βασιλέων σάτυράν του τον «Γ α ρ γ α ν τ ο ύ - α ν», κλασικόν αριστούργημα βωμολοχίας, ο Βραντώμ τας «Φ ι λ α - ρ έ σ κ ο υ ς Δ ε σ π ο ί ν α ς», ο Περιέρος (τον οποίον σας παρακαλώ να μη συγχύσετε με τον ομώνυμόν του και συνάδελφόν σας Καζιμίρον Περιέρον ως τον Πύρρωνα με τον Πιρόν) τους «Ε υ θ ύ - μ ο υ ς λ ό γ ο υ ς» του και ο Αμυότος μετέφραζε τον Λόγγον. Εις την αυτήν φιλολογικήν περίοδον ανάγονται η «Μ ε ν ί π π ε ι ο ς Σ ά τ υ ρ α», οι στίχοι του Μαρότου, αι Σάτυραι του Ρενιέρου, τα επιγράμματα του Θεοφίλου, το «Κ ο σ μ ο κ ύ μ β α λ ο ν» και πλείστα άλλα με Γαλατικόν χονδροκοπανισμένον άλας ηρτυμένα συγγράμματα, ικανά και τους απιστοτέρους να πείσωσιν ότι εν Γαλλία ως και αλλαχού η ελευθερία της εκφράσεως ενομίζετο αναγκαία εις τους σατυρικούς.
Ολίγον μετά ταύτα ανέβαινεν επί του γαλλικού Θρόνου ο μέγας του μεγάλου αιώνος βασιλεύς, ο Λουδοβίκος ΙΔ’, επί της βασιλείας του οποίου έλαμψαν της Γαλλίας οι κλασικοί φωστήρες, ο Φενελών, ο Ρακίνας, ο Βουαλώ, ο Ουέτος, ο Βωγελάς και λοιποί• πάντες σεμνοί, ευσεβείς και φρόνιμοι συγγραφείς, παρομοιάζοντες τον βασιλέα με τον ήλιον και κύπτοντες προ αυτού μέχρι εδάφους την κεφαλήν, ίνα μη τυφλωθώσιν υπό των ακτίνων του, σεβόμενοι τα ήθη, την θρησκείαν, την εθιμοταξίαν, τας βούλλας του Πάπα και τας τρεις ενότητας του Αριστοτέλους. Αλλά κατά δυστυχίαν οι κριτικοί δεν έδωκαν εις αυτούς τα πρωτεία, ουδέ καν τους θεωρούσιν ως γνησίους αντιπροσώπους της γαλλικής ευφυίας, ανυμνούντες ως τοιούτους τον Μολιέρον και Λαφονταίνον, αμφοτέρους σατυρικούς, ουδέν σεβομένους ονομάζοντας την σκάφην σκάφην και μετεχειριζομένους αφειδώς και ακράτως την ελευθερίαν της εκφράσεως· ανθρώπους τέλος πάντων οίτινες, αν είχον την δυστυχίαν να γράφωσι σήμερον εις την πρωτεύουσάν σας, ο Άγ. Καρυστίας ήθελεν αφορίσει, ο κ. Καλαποδάκης ήθελεν ονομάσει «α τ ι μ ω τ ι κ ο ύ ς» και ο κ. Εισαγγελεύς εγκαλέσει ως διαφθείροντας τα ήθη. Τυχηροί τω όντι υπήρξαν γεννηθέντες βάρβαροι και όχι Έλληνες! Περί δε των συγγραφέων του ιη' αιώνος, του Μοντεσκιού, Διδερότου, Βολταίρου, Κρεβιλλώνος, Σαμφωρτίου κτλ. Περιττόν στοχάζομαι να σας είπω τι, διότι ουδείς αγνοεί, ουδ' αυτοί, νομίζω οι συνάδελφοί σας, ότι οι γράψαντες τας «Π ε ρ σ ι κ ά ς ε π ι σ τ ο λ ά ς», τον «Κ ά ν δ ι δ ο ν» και τον «Σ ο φ ά ν» ήσαν οπωσούν αθυρόστομοι, νομίζοντες και εκείνοι την ελευθέραν έκφρασιν αναγκαίον άρτυμα παντός σατυρικού έργου.
Διαπλέοντες τώρα το στενόν της Μάγχης, ως υπερέβημεν προ ολίγου τας Άλπεις, ας προσορμισθώμεν ολίγας στιγμάς και εις την νήσον των Βρεταννών, των οποίων τα ήθη είναι, κατά τον Βύρωνα, καθαρώτερα από την χιόνα, ήτις σκεπάζει τα βουνά των, ίνα ίδωμεν αν σεμνότεροι ήσαν οι Άγγλοι σατυρογράφοι.
Πρώτος εκεί μας παρουσιάζεται ο Chaucer, ο πατήρ της αγγλικής ποιήσεως, σατυρικός κατά καλήν μου τύχην και δυνάμενος να χρησιμεύση ως αξιόλογον δείγμα κωμικής αθυροστομίας. Ούτος ήτο σύγχρονος του Βοκκακίου, τον οποίον επροσπάθησε να μιμηθή εις τα «Κ α ν τ ο ρ β ε ρ ι α ν ά Δ ι η γ ή μ α τ ά τ ο υ». Περιττόν μετά τούτο να σας πληροφορήσω μέχρι τίνος βαθμού ηγάπα την ελευθερίαν της εκφράσεως, την οποίαν άλλως ησπάσθησαν πάντες κατά μάλλον και ήττον οι συμπατριώται του, όχι, μόνον εις τα κωμικά, αλλ' εις όλα εν γένει της φιλολογίας των τα προϊόντα. ο Marlow, ο Σαίξπηρ, ο Shadwel, ο Flecher,ο Butler, ο Γαρτ, ο Πρίωρ και ο Βωμόντ κατακρίνονται, υπ' αυτού του Βολταίρου ως καταχρασθέντες του τοιούτου αρτύματος• κατά δε τον Βύρωνα πάντες οι προ του Πωπ γράψαντες αγγλιστί, και μέγα μέρος των ποιημάτων αυτού του Πωπ πρέπει να καώσιν, αν θεωρηθή ως θανάσιμον αμάρτημα η αθυροστομία. Ολίγον μετά ταύτα ο Λαυρέντιος Στερν, όστις ήτο και εφημέριος, απολογούμενος προς κυρίαν τινά, επιπλήττουσαν αυτόν διά την επικρατούσαν εις το αριστούργημα του «Tristam Shandy» ελευθερίαν παρωμοίαζε το έργον του προς το διετές τέκνον της σεμνής ταύτης Αγγλίδος, το οποίον κυλιόμενον επί του τάπητος απεκάλυπτεν εν πάση αθωότητι και άνευ τινός κακού σκοπού όλα του τα μέλη. Συγχρόνως σχεδόν ο Swift, ιερεύς και εκείνος, συνέγραψε την πολύκροτον πολιτικήν του σάτυραν «Α ι π ε ρ ι η γ ή σ ε ι ς τ ο υ Γ ι - ο υ λ ι β έ ρ ο υ, από της οποίας ο Γάλλος μεταφραστής έκρινε καλόν ν’ αποκόψη « π α ν τ ο δ υ ν ά μ ε ν ο ν ν α π ρ ο σ β ά λ - λ η τ α σ ε μ ν ά ώ τ α τ η ς ν ε ο λ α ί α ς,» πάντα δηλ. τα κέντρα και όλον το άλας του συγγράμματος, το οποίον ούτω καθαρισθέν υπό του σεμνού μεταφραστού ομοιάζει τον μαδημένον του Διογένους πετεινόν, ως δύνασθε να πληροφορηθήτε και εκ της εις την καθαρεύουσαν γλώσσαν μας μεταφράσεως.
Περί των Ισπανών ολίγα έχω να σας είπω, μη γνωρίζων την γλώσσαν των. Καθ' όσον όμως δύναμαι να συμπεράνω εκ των μεταφράσεων, ουδέ του τόπου εκείνου οι σατυρικοί είχον ανακαλύψει τον τρόπον να γελώσι με κλειστόν στόμα. Ο «Δ ο ν Γ ο υ σ μ ά ν,» ο «Λ α ζ α - ρ ί λ λ ο ς» και ο «Χ ω λ ό ς Δ ι ά β ο λ ο ς» είναι μεταφράσεις ή μιμήσεις Ισπανικών διηγημάτων, των οποίων το κωμικόν άλας, αν και ελειοτριβήθη οπωσούν από τους μεταφραστάς, μένει ουχ ήττον αρκετά χονδρόν. Τους δε Γερμανούς και Ολλανδούς παρέλειψα, διότι κατά την εποχήν εκείνην δεν είχον ακόμη φιλολογίαν, αλλά μόνον σχολιαστάς και λογίους γράφοντας λατινικά, τον Βόσσιον, τον Έρασμον, τον Σκαλίγερον, τον Σκριβέριον, τον Λίψιον και λοιπούς. Μη τύχη όμως και νομίσητε, αξιότιμε κ. εκδότα, ότι ούτοι αποτελούσιν εξαίρεσιν του γενικού κανόνος• απεναντίας έχοντες νυχθημερόν εις χείρας τον Πέρσιον, Πετρόνιον και Τουβενάλην, εμιμούντο μετά τοσαύτης επιτυχίας τους σεμνούς τούτους Λατίνους εις τα σατυρικά φυλλάδια, τα οποία ετόξευον ο είς κατά του άλλου, ώστε κατά την έφρασιν δεν ενθυμούμαι τίνος θεολόγου «απορεί τις πως δεν εκοκκίνιζεν από την εντροπήν το χαρτίον, επί του οποίου εγράφοντο τοιαύται αισχρότητες». Επί της τραπέζης μου έχω μίαν συλλογήν «Festivum Opusculum» ήτοι Π α ρ έ ρ γ ω ν, τα οποία έγραφον οι τότε λογιώτατοι εις τας ώρας της αργίας των. Εις αυτήν περιέχεται το «Ε γ κ ώ μ ι ο ν τ ο υ ό ν ο υ», ο «Έ π α ι ν ο ς τ η ς ψ ε ί ρ α ς» η «Δ ι α φ θ ο ρ ά τ ο υ α ι ώ ν ο ς» και άλλα τινά opuscula, αποδεικνύοντα με πόσην ευλάβειαν ηκολούθησαν οι σοφοί εκείνοι άνθρωποι, τα ίχνη του Αριστοφάνους και Μαρτιαλίου.
Πολύ επεθύμουν, κ. εκδότα, να συμπληρώσω την συλλογήν μου αναφέρων ολίγα τινά παραδείγματα και εκ της ανατολικής φιλολογίας· αλλ' ούτε τας ασιανάς διαλέκτους εννοώ ούτε κατέχω ως οι συνάδελφοί σας την πολύτιμον τέχνην να ομιλώ περί πραγμάτων, τα οποία δεν έμαθα. Κατά την γνώμην όμως των φιλολόγων οι γυμνοτράχηλοι εκείνοι «Μ ι - λ ή σ ι ο ι Μ ύ θ ο ι» των προγόνων μας εισήχθησαν εκ της ανατολής εις την Ελλάδα· εκτός δε τούτων έχομεν και τους «Μ ύ θ ο υ ς τ η ς Χ α λ ι μ ά ς,» οίτινες ως συναρμολόγημα ινδικών, περσικών και αραβικών παραδόσεων εκπροσωπούσι το πνεύμα ολοκλήρου της Ανατολής. Αλλ' ουδ’ ούτοι, καίτοι καθορισθέντες οπωσούν υπό του μεταφραστού {111}, δύνανται να θεωρηθώσιν ως σεμνοί· ο δε σημερινός αντιπρόσωπος της ανατολικής ευθυμίας, ο περιβόητος Κ α ρ α γ κ ι - ό ζ η ς, δεν παραχωρεί εις κανένα την δάφνην της ελευθέρας εκφράσεως. Ταύτα πάντα με παρακινούσι να υποθέσω ότι ουδ’ οι οπαδοί του Βράμα και του Μωάμεθ εθεώρουν ως περιττήν την αθυροστομίαν εις τους κωμικούς· τι δε φρονούσι περί τούτου οι Κάφροι, οι Παταγόνες, οι Εσκιμώοι και οι Οτεντότοι Θέλομεν μάθει οπόταν εκδοθώσι κριτικαί μελέται περί της φιλολογίας των εθνών εκείνων, τα οποία καθώς διακρίνονται των άλλων κατά το χρώμα και το ανάστημα, πιθανόν και κατά τους κανόνας της καλαισθησίας να διαφέρωσιν. Αλλ' έως τότε συγχωρήσατε με να πιστεύω, αξιότιμε κ. εκδότα, ότι ο κανών τον οποίον ανέφερα εν αρχή της παρούσης μου, ότι δηλ. η αθυροστομία είναι αναγκαία εις την σάτυραν ως τα πτερά εις τα πτηνά, κατά τούτο διαφέρει των άλλων κανόνων ότι δεν δέχεται εξαιρέσεις.
Εις την γενικήν ταύτην επιθεώρησιν των από κτίσεως κόσμου μέχρις ημών σατυρογράφων επροχώρησα με μεγάλην βίαν, βαδίζων ως οι θεοί του Ομήρου, οίτινες έκαμναν δύο βήματα και κατά το τρίτον ευρίσκοντο εις τα πέρατα της οικουμένης, και ως εκ τούτου ούτε χωρία ούτε παραπομπάς επρόφθασα να σημειώσω, λυπούμενος τον τύπον, τον κόπον και τον καιρόν, τον ιδικόν σας και τον ιδικόν μου. Έπειτα οι συγγραφείς, τους οποίους ανέφερα, ανήκουσιν όλοι μάλλον ή ήττον εις άλλην εποχήν, οι δε συνάδελφοί σας ενδέχεται να παρατηρήσωσιν, ότι όσα εσυγχωρούντο τότε ονομάζονται σήμερον α - τ ι μ ω τ ι κ ά. Πιθανόν να έχωσι δίκαιον· η αλήθεια εξέρχεται πολλάκις εκ του στόματος των απλών· εις δε τον αιώνα τούτον των Θαυμάτων, καθ' ον ευρήκαμεν τον τρόπον να πλέωμεν χωρίς πανία, να τρέχωμεν χωρίς άλογα και να γράφωμεν χωρίς μελάνην δεν είναι παράδοξον ν' ανεκάλυψαν και οι σατυρικοί τον τρόπον να γελώσι χωρίς ν’ ανοίγωσι το στόμα. Αλλά πριν αποφασίσω περί τούτου, νομίζω αναγκαίον να εξετάσωμεν ολίγους τινάς και του παρόντος αιώνος σατυρικούς συγγραφείς. Επειδή όμως η επιστολή μου κατήντησε μακροτέρα φθινοπωρινής νυκτός, αφίνων την εξέτασιν ταύτην διά την ακόλουθον διατελώ, κ. εκδότα
Πρόθυμος δούλος σας ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΥΡΛΗΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ Γη
Αγρίνι 20 Μαΐου 1866
Αξιότιμε κ. εκδότα της «Αυγής»,
Αν η γεροντική μου μνήμη δεν με απατά, διέκοψα την τελευταίαν μου, ενώ επρόκειτο να εξετάσωμεν μήπως μεταξύ των άλλων ανακαλύψεων του θαυματουργού αιώνος μας, έτυχε ν' ανακαλύψωσι και οι σατυρικοί, τον τρόπον να κατασκευάζωσι σατύρας χωρίς αθυροστομίαν, σκορδαλιάν δηλ. χωρίς σκόρδον. Αλλ' αφού έτυχε και πάλιν ο λόγος περί σκορδαλιάς, συγχωρήσατε μου να σας διηγηθώ εν είδει ανεκδότου επεισοδίου, ή παρεκβάσεως, ως έλεγε ο Κουριέρος, τι μου συνέβη προ μερικών ετών.
Ήτο ημέρα Παρασκευή, ώρα μεσημέρι και έβρεχε δυνατά· εξεδίπλονα την π ε σ έ τ α μου (αγνοώ πως λέγεται, το πράγμα εις την καθαρεύουσαν), διά να καθίσω εις το τραπέζι, ότε αιφνηδίως ανοίγεται με κρότον πολύν η θύρα του δωματίου και αντικρύ μου βλέπω μίαν αρχόντισσαν υψηλήν, ξανθήν, ωραίαν, αν και ολίγον λασπωμένην. Η απροσδόκητος αυτή επίσκεψης ήτον η κόμησσα Θ . . ... (δεν σας γράφω ολόκληρον το όνομά της διότι είναι πολύ γνωστόν), Αγγλίς κατά τα τρία τέταρτα και ιδιότροπος κατά τα τέσσαρα, ταξειδεύουσα έφιππος εις τα μέρη μας διά να γνωρίση την Ελλάδα και καταφυγούσα εις το σπίτι μου για ν' αποφύγη την βροχήν. Αφού εξήρανε οπωσούν τα ενδύματά της εις την θερμάστραν, με ειδοποίησε γελώσα ότι δεν είχεν ακόμη προγευματίσει. Φαντασθήτε την στενοχωρίαν μου! Ήτον, ως σας είπα, Παρασκευή και, εις το ευσεβές τραπέζι μου δεν είχα παρά μόνον κοκκινογούλια και σκορδαλιάν. Από τα πρώτα δεν ηθέλησε να φάγη, λέγουσα ότι εις τον τόπον της τα δίδουν εις τους χοίρους• η σκορδαλιά όμως (τις ήθελε το πιστεύσει!) την ήρεσε πολύ. Έτρωγε και εζήτει και άλλην, κράζουσα από καιρόν εις καιρόν «Τι νόστιμον φαγητόν! κρίμα να βρωμά τόσον! δεν ημπορείτε να κάμετε σκορδαλιάν χωρίς σκόρδον;».
Δεν σας φαίνεται, κ. εκδότα, ότι οι κριτικοί της πρωτευούσης σας ομοιάζουν πολύ με την ιδιότροπον Αγγλίδα μου; Πάντες αναγιγνώσκουν με απληστίαν την «Ιωάνναν» και ορμαθίζουν κομβολόγια επιθέτων ανυμνούντες την ευτραπελίαν, την ανεξάντλητον ευφυίαν και τα άλλα προτερήματα του βιβλίου, «τ α ο π ο ί α τ ο υ ς κ ρ α τ ο ύ ν ε π’ α υ τ ο ύ ώ ρ α ς ο λ ο κ λ ή ρ ο υ ς ε κ μ υ ζ ώ ν - τ α ς, τ α π ο λ λ ά θ έ λ γ η τ ρ α τ ο υ,» ως λέγει η αξιότιμος εφημερίς σας, και έπειτα κατηγορούν αυτό διά το θράσος, την α θ υ ρ ο σ τ ο μ ί α ν, τ η ν α σ έ β ε ι α ν, κ α ι τ ο σ α ρ κ α σ τ ι κ ό ν π ν ε ύ μ α, απαράλλακτα ως η Αγγλίς μου την σκορδαλιάν διότι περιείχε σκόρδον.
Ενθυμείσθε, κ. εκδότα, την αμίμητον εκείνην ωδήν του Ανακρέοντος,
Φύσις κέρατα ταύροις, Οπλάς δ' έδωκεν ίπποις, κλπ;
Τοιαύτην τινά διανομήν έκαμε και ο Απόλλων εις τους θιασώτας του. Οι επικοί, έλαβον την βαρύηχον σάλπιγγα, οι υμνογράφοι την θείαν έμπνευσιν, οι τραγικοί, τα δάκρυα, οι βουκολικοί, τους στεναγμούς του Ζεφύρου και των ποιμενίδων, οι ρήτορες τα σοφίσματα και οι ιστοριογράφοι, ολόκληρον το ανθρώπινον γένος ως βοράν· εις δε τους σατυρικούς, διά τους οποίους δεν έμενε πλέον τίποτε εις τον πάτον του καλαθιού, εδόθη ως αποζημίωσις η άδεια να παρηγορώνται, περιπαίζοντες τα πάντα. Την άδειαν ταύτην θέλετε ν' αφαιρέσετε από τους δυστυχείς τούτους αποκλήρους; Δεν τους λυπείσθε τους πτωχούς;
Εις την προλαβούσαν μου είδομεν πόσην χρήσιν και κατάχρησιν έκαμναν της αδείας ταύτης πάντες από κτίσεως κόσμου οι κωμικοί· τώρα δε πρόκειται να εξετάσσωμεν αν το προνόμιον τούτο εστερήθησαν ή παρήτησαν του αιώνος μας οι σατυρογράφοι· αν είναι δηλ. ή όχι η Ι ω ά ν ν α βιβλίον του τελευταίου ευρωπαϊκού συρμού.
Μεταξύ των πολλών θέλω εκλέξει, με την άδειαν σας, τον Γκαίτε, τον Αίνε, τον Βύρωνα, τον Musset και Βερανζέρον αντιπροσωπεύοντας την γερμανικής αγγλικήν και γαλλικήν φιλολογίαν, τας μόνας επιζώσας εις τον αιώνα μας, και πλην τούτου συγγραφείς μεγάλους, γνωστούς, των οποίων το όνομα έφθασεν ίσως και, εις αυτά των συναδέλφων σας τα ώτα, ανθρώπων τέλος πάντων, τους οποίους πας ο εξεύρων γράμματα έστω και νεοελληνικά εντρέπεται να ειπή ότι δεν γνωρίζει.
Αρχίζων από τον Γκαίτε ανοίγω εις σελ. 144 (Εκδ. Cotta Stuttg. 1854) τον Φ ά ο υ σ τ, το αριστούργημα τούτο της συγχρόνου σατυρικής ή μάλλον σατανικής ποιήσεως, και ευρίσκομαι επάνω εις την κορυφήν βουνού, όπου ο ερωτευμένος ήρως, εξηπλωμένος επί της υγράς χλόης ανοίγει εν εκστάσει τας αγκάλας εις τον ουρανόν, την γην, τον αέρα, τα άστρα, την σελήνην, και όσ' άλλα πράγματα έπλασεν ο Θεός εις διάστημα έξ ημερών. Αλλά την έκστασιν ταύτην διακόπτει αίφνης ο Μεφιστοφελής, το σατυρικόν πρόσωπον του δράματος, άνθρωπος θετικός, βλέπων τα πράγματα οποία είναι και ονομάζων αυτά με το όνομά των, όστις ίνα εξήγηση εις τι συνιστάται η έκστασις των εραστών παραδίδεται επί της σκηνής εις τας χειρονομίας εκείνας, δι' ων επράυνεν ο Διογένης τους ερωτικούς του πόθους, λυπούμενος, ότι δεν ηδύνατο με τον αυτόν τρόπον και την πείναν του να χορτάση. Μετά ταύτα προτείνει εις τον ήρωα να μεταβή πλησίον της φιλτάτης του, αντί να παραδίδηται ολομόναχος εις την διασκέδασιν εκείνην, «τ η ς ο π ο ί α ς τ ο ό ν ο μ α δ ε ν τ ο λ μ ά τ ι ς ν α π ρ ο φ έ ρ η ε ν ώ π ι ο ν τ ω ν σ ε - μ ν ώ ν α ν θ ρ ώ π ω ν, ο ί τ ι ν ε ς δ ε ν δ ύ ν α ντ α ι ν α ζ ή σ ω σ ι ν ά ν ε υ α υ τ ή ς.» Αλλ’ ο Φάουστ αποποιείται τας προτάσεις του ονομάζων αυτόν «Μ α σ τ ρ ω π ό ν!» εκείνος όμως, αντί να δυσαρεστηθή διά τον τίτλον, αποκρίνεται γελών: «Το ευγενές τούτο επάγγελμα μ ε τ ή λ θ ε κ α ι ο Θ ε ό ς, ό σ τ ι ς π λ ά- σ α ς τ ο ν ά ν δ ρ α κ α ι τ η ν γ υ ν α ί κ α, π α ρ ε ί - χ ε ν ε ι ς α υ τ ο ύ ς τ ό π ο ν κ α ι ε υ κ α ι ρ ί α ν ν α σ υ ν ε υ ρ ί σ κ ω ν τ α ι.»
Τι λέγετε, κ. εκδότα, περί της κωμικής ελευθερίας του κορυφαίου των Γερμανών ποιητών, τον οποίον οι κριταί του ποιητικού αγώνος συστήνουσιν ως πρότυπον εις τους νεοσσούς του Παρνασσού μας; Αλλ’ ας στρέψωμεν και άλλα τινά φύλλα.
Εν σελ. 181 ευρίσκομεν την τοσούτον θαυμασθείσαν σκηνήν των στριγγλών, εκ της οποίας παραθέτω δύο τετράστιχα γερμανιστί, διότι η υπερβάλλουσα κυριολεξία καθιστά αυτά αμετάφραστα:
Einst halt'ich einem wüstem traum; Da sah'ich einem gespaltuem Baum. Der hatt eit loch So-es war, gefiel mir's dosk. Ich biete meinem besten gruss Dem ritter mit dem bferdefuss Halt' er einem . . . . bereit Wem er . . . . nicht scheut.
Τι δε να είπω περί των εις την αυτήν σκηνήν χαριεντισμών του Π ρ ω κ τ ο φ α ν τ α σ μ ί τ ο υ; Τι περί της Ελένης του κ ε ι- μ η λ ί ο υ, «τ ο ο π ο ί ο ν ε π έ ρ α σ ε ν α π ό τ ό σ α ς χ ε ί ρ α ς, ώ σ τ ε ε ξ ε χ ρ υ σ ώ θ η (Μέρος β', σελ. 81), τι περί της επί του Πηνειού σκηνής (σ. 133), καθ' ην ο ρηθείς Μεφιστοφελής, επιχειρήσας ως άλλος Ηρακλής να ομιλήση (κατά την αρχαίαν της λέξεως σημασίαν) με όλας κατά σειράν τας Λαμίας ευρίσκει την μίαν «ξ η ρ ά ν ω ς φ ρ ο κ α λ ο μ ά ν ι κ ο ν», την άλλην «σ α χ λ ή ν», άλλην «π ρ η σ μ έ ν η ν» και ούτω καθεξής. Τι άλλο να είπω τοιαύτα αναγινώσκων παρά μόνον, ότι ο πάνσοφος Γκαίτε υπετάσσετο κακείνος εις τον κανόνα της κωμικής ελευθεροστομίας;
Αλλά διά να μη τύχη και νομίσετε ότι τα ανωτέρω είναι ποιητικαί άδειαι ασυγχώρητοι εις τους πεζογράφους σπεύδω αμέσως να φυλλολογήσω και τον Ερρίκον Άινε , βασιλέα της συγχρόνου σατύρας.
Εν σελ. 277 του πολύκροτου Reisebilder (εκδ. Παρισ. 1863 τόμ. β) ευρίσκεται ο ακόλουθος ορισμός της «ε π ι κ ρ α τ ο ύ σ η ς θ ρ η- σ κ ε ί α ς», την οποίαν ονομάζει, ο συγγραφεύς «τ ε ρ α τ ώ δ ε ς α π ο κ ύ η μ α τ ε χ θ έ ν ε κ τ η ς μ ο ι χ ε ί α ς τ ο υ κ ω μ ι κ ο ύ κ ρ ά τ ο υ ς μ ε τ ά τ η ς π ν ε υ μ α τ ι- κ ή ς ε ξ ο υ σ ί α ς, η μ ί ο ν ο ν γ ε ν ν η θ ε ί σ α ν ε κ τ η ς σ υ ζ υ γ ί α ς τ ο υ ί π π ο υ τ ο υ Α ν τ ι χ ρ ί - σ τ ο υ μ ε τ ά τ η ς ό ν ο υ τ ο υ Σ ω τ ή ρ ο ς». Εν σελ. 345 του α' τόμου έχομεν την ιστορίαν του επιδεσμοποιού εκείνου, όστις αναγιγνώσκων ακαταπαύστως την Γραφήν ωνειρεύετο την νύκτα ότι επεσκέπτοντο αυτόν η Σουσάνα, αι θυγατέρες του Λωτ, η Αγία Μαγδαληνή και αι άλλαι βιβλικαί ηρωίδες, η δε σύζυγός του αφρίζουσα εκ ζηλοτυπίας έδερεν αυτόν μέχρι αίματος, ίνα τον αποσπάση από τας αγκάλας «τ ω ν α μ φ ι β ό λ ω ν ε κ ε ί ν ω ν γ υ ν α ι κ α ρ ί ω ν». Εν σελ. 191 παρευρισκόμεθα εις άλλην σκηνήν, καθ' ην ο κ. Γουμπίλος καταπιών καθάρσιον και προσκληθείς έπειτα εις της φίλης του τον κοιτώνα «α ν τ ί ν α π ε ρ ά σ η τ η ν ν ύ κ τ α ε ι ς τ ο υ έ ρ ω τ ο ς τ ο ν θ ρ ό ν ο ν, ε π έ ρ α σ ε ν α υ τ ή ν ε π ί ά λ λ ο υ κ α θ ί σ μ α τ ο ς π ο λ ύ χ α μ η λ ό τ ε ρ ο υ» · ολίγον δε κατωτέρω (σελ. 327) αι «κ ό ρ α ι τ η ς υ γ ρ ά ς Ο λ λ α ν δ ί α ς κ α τ α κ ρ ί- ν ο ν τ α ι ω ς μ α λ λ ι ν ο β ρ α κ ο φ ό ρ ο ι», και εν τη αυτή σελίδι απαντάται η φράσις « ω μ ό ν κ ρ έ α ς», η κοινή άλλως εις πάντας τους κωμικούς, ήτις τόσον εσκανδάλισε τους κριτικούς της πρωτευούσης σας. Τοιαύτη είναι η παρά τοις σατυρικοίς της Γερμανίας επικρατούσα ελευθερία· και διά να μη νομίσητε ότι αύτη είναι αποκλειστικόν προνόμιον των πέραν του Ρήνου κατοικούντων, υπερβαίνοντες ευθύς τον ποταμόν τούτον καταφεύγομεν εις Γαλλίαν, την κλασικήν χώραν της ευγενούς εκφράσεως.
Γνωρίζετε βεβαίως τον κλεινόν Βερανζέρον, τον οποίον συνώδευσαν προ ολίγων ετών εις την τελευταίαν του κατοικίαν εκατόν χιλιάδες Γάλλοι, θρηνούντες τον εθνικόν ποιητήν και γνήσιον αντιπρόσωπον της γαλλικής ευθυμίας· οι κριτικοί τον θεωρούσιν ως κλασικόν εις το είδος του, ώστε το κύρος αυτού, τιθέμενον εις την πλάστιγγα, είναι ικανόν ν' αντισταθμίση το βάρος όλων των κ. Καλαποδίων της κλεινής πρωτευούσης σας, οίτινες δεν ήθελον λείψει να ονομάσωσιν εις την γλώσσαν των α τ ι μ ω τ ι κ ο ύ ς τους εξής στίχους, ους έψαλλεν ενθουσιώδης ολόκληρος η Γαλλία:
Si, d’après a ce qu’on rapporte, On baille au celeste sejour Que le Diable nous emporte Et nous rendrons gràce a Dieu.
ή το περίφημον άσμα της «Β α κ χ ί δ ο ς».
Verse encore, mais pourquois ces atours Entre tes baisers et mes charmes Ma pudeur ne connait plus d’alarmes, κτλ.
ή το της «Μ ά μ μ η ς» λεγούσης εις τας εγγονάς της
. . . . . . Un mari plus sensé Eut pu connaitre a la coquille Que l’oeuf était déjà cassé κτλ.
ή των «Ι ε ρ α π ο σ τ ό λ ω ν» ψαλλόντων εν χορώ.
Que tout le sexe enflammé Nous chante un «a s d p e r g e s m e» κτλ.
και μυρίους άλλους στίχους τους οποίους παραλείπω ως υπέρ το δέον κυριολεκτικούς. Έλθωμεν εις τον Musset, το είδωλον τούτο της γαλλικής νεολαίας του οποίου οι στίχοι ευρίσκονται, εις την βιβλιοθήκην και την μνήμην όλων των Γαλλίδων. Εις την περίφημον. «Ώ δ ή ν ε ι ς τ η ν Σ ε λ ή ν η ν» αναγινώσκομεν τα εξής τετράστιχα,
Le pied dans sa pantoufle Voilà l’époux tout prêt Qui souffle Le bougeoir indiscet.
Ouf! dit-il, je travaille. Ma bonne, et ne fais rien Qui vaille Tu ne te tiens pas bien κτλ.
Ο αυτός ποιητής μας δίδει κατωτέρω αξιόλογον ευκαιρίαν να εξακριβώσωμεν διά παραθέσεως και τον βαθμόν της ελευθερίας, την οποίαν νομίζουσι συγχωρητήν εις τα σατυρικά των έργα οι αριστοτέχναι της Γαλλίας, συγχρόνως δε την σ χ ε τ ι κ ή ν μετριότητα, μεθ' ης μετεχειρίσθη την ελευθερίαν ταύτην ο συγγραφεύς της «Ι ω ά ν ν α ς». Αλλ' ενταύθα είναι ανάγκη να παραθέσωμεν ολόκληρα τα παράλληλα χωρία. Εν σελ. 65 της «Π α - π ί σ σ η ς» υπάρχει αποστροφή τις προς την αναγνώστριαν, την οποίαν (την αποστροφήν δηλαδή και όχι την αναγνώστριαν) εύρον τοσούτον άσεμνον οι κριτικοί της πρωτευούσης σας, ώστε έσπευσαν να σκεπάσωσι το πρόσωπον με αμφοτέρας τας χείρας. Το φοβερόν τούτο χωρίον αντιγράφομεν κατά λέξιν ως ακολούθως:
«Μη βιασθής να ερυθριάσης, σεμνή μου αναγνώστρια· ο σιδηρούς κάλαμος διά του οποίου γράφω την φιλαλήθη ταύτην ιστορίαν είναι αγγλικής κατασκευής, εκ των εργοστασίων του Σμιθ, και ως εκ τούτου σεμνός ως αι ξανθαί εκείναι Αγγλίδες, αίτινες ίνα μη ρυπάνωσι την παρθενικήν των εσθήτα, υψούσιν αυτήν μέχρι μέσης κνήμης δεικνύουσαι εις τους διαβάτας πλατείς πόδας εντός διπάτων σανδαλιών, ώστε ουδείς κίνδυνος ν' ακούσης παρ' εμού όσα
παρθένω λέγειν ου καλόν».
Ο δε Musset εις το διήγημα του «Ναμουνά» (Ασμ. α, στρ. 6) απολογούμενος προς την αναγνώστριαν, διότι, παρέστησεν ενώπιον αυτής ολόγυμνον τον ήρωά του και τον εαυτόν του με μόνον το υποκάμισον εκφωνεί:
Ma lectrice rougit et je la scandalise. Et quel crime est-ce donc de se mettre à son aise Quand on est tendrement aimée … et qu’il fait chaud? On est si bien tout nu dans une large chaise! Croyez m’en, belle dame, et ne vous en deplaise. Si vous m’apparteniez voys y seriez bien tôt. Vous en crieriez sans doute un peu, mais pas bien haut
Εύκολον ήτο να πολλαπλασιάσω επ' άπειρον τας παραθέσεις ταύτας• αλλ' ο καιρός μου λείπει και η αηδία με πνίγει, όταν αναγκάζομαι να καταβαίνω εις τοιαύτας οχληράς λεπτομερείας, διά ν' αποδείξω πράγματα και εις βλάκας ψηλαφητά. Τούτο μόνον σας παρακαλώ να πιστεύσητε, κ. εκδότα, ότι η γλυκανάλατος ρομαντική σεμνοτυφία παρήκμασεν εις Γαλλίαν, και αντ' αυτής ανίσταται το αρχαίον υγιές και ανυπόκριτον γαλατικόν πνεύμα. Οι απόγονοι του Ραβελαί ήρχισαν να ονομάζοσι και πάλιν την σκάφην σκάφην «γ ε λ ώ ν τ ε ς π ο λ- λ ά κ ι ς ε ι ς τ η ν α ν ά γ ν ω σ ι ν τ ω ν π α θ η τ ι κ ω- τ έ ρω ν σ τ ρ ο φ ώ ν τ ο υ Λ α μ α ρ τ ί ν ο υ» (Sainte Beuve Caus, τόμ. Ζ’, σελ. 424). Το σκήπτρον της γαλλικής φιλολογίας κρατεί σήμερον ο Αβού, πρώτος εξάδελφος του Λουκιανού, τα «Ρ η - μ η ν ι α κ ά δ ι η γ ή μ α τ α» αριθμούσιν εις πέντε έτη δέκα εκδόσεις και εις τα ανάκτορα του Ναπολέοντος παριστάνεται το «Μ ε σ ο φ ο ύ σ τ α ν ο ν» (Cotillon), αριστοφάνειος κωμωδία του μακαρίτου Μορνύ· οι δε στεναγμοί, και αι ακτίνες της σελήνης απέθαναν, ετάφησαν ή, ως έλεγεν ο Άινε , «ε β α λ σ α μ ώ θ η - σ α ν» προς χρήσιν των μουσείων {112}.