Part 18
Το όνομά μου είναι Σουρλής· κατοικώ εις το Αγρίνι, κοντά εις τον ποταμόν, και είμαι συνδρομητής εις την αξιόλογον «Αυγήν» σας. Όταν ήμην νέος υπήγα εις την Πάδοβαν να σπουδάσω ιατρικήν και έπειτα επέστρεψα εδώ, όπου υπανδρεύθην και κατοικώ τριάντα επτά χρόνους. Αλλ' ο Θεός δεν μου εχάρισεν ούτε αρρώστους ούτε τέκνα· προ δώδεκα χρόνων μου επήρε και την γυναίκα μου και, διά να μη μένω αβασάνιστος, μου έστειλεν εις τον τόπον της ένα οξύν ρευματισμόν, όστις με άφισε παραλυτικόν. Τώρα περιπατώ με δικανίκια· επειδή όμως είμαι ευλαβής άνθρωπος, ευχαριστώ καθ' ημέραν τον Πανάγαθον Θεόν, λέγων ότι μ' εκούτσανε, διά να φθάσω ίσως αργότερα εις την τελευταίαν μου κατοικίαν. Μόνη διασκέδασις μου έμεινε το χωράφι μου, το οποίον με τρέφει, η εφημερίδα σας και η βιβλιοθήκη μου. Μέσα εις αυτήν έχω (κατά την συνήθειαν των ιατρών όσοι εσπούδασαν εις την Πάδοβαν), περισσοτέρους ποιητάς, συγγραφείς και φιλοσόφους παρά ιατρούς. Τον Όμηρον, τον Πλάτωνα, τον Δάντε και τον Βιργίλιον, τους οποίους θαυμάζω και σέβομαι, ως ιερά πράγματα, και διά τούτο ποτέ δεν τους ανοίγω, και εκτός αυτών τον Κάτουλλον, τον Αριόστον, τον Μπάιρων και τους άλλους μικροτέρους, των οποίων την συναναστροφήν προτιμώ από τας ομιλίας των φίλων μου Αγρινιωτών, οίτινες διά τούτο με ωνόμασαν μισάνθρωπον. Αλλ’ αυτή είναι μαύρη συκοφαντία• διότι εξ εναντίας τόσον πολύ αγαπώ τους ανθρώπους, ώστε αν είχα χρήματα, ή τουλάχιστον ποδάρια, ουδέ στιγμήν θα έμενα εις το Αγρίνι. Αλλ' ας αφίσωμεν τους Αγρινιώτας και ας επανέλθωμεν εις το προκείμενον. Σας έλεγα λοιπόν, αξιότιμε κ. εκδότα, ότι έχω μίαν καλήν βιβλιοθήκην και τον περισσότερον καιρόν μου περνώ με τα βιβλία μου. Την άνοιξιν, όταν ο ήλιος είναι ευχάριστος, διαβάζω εις το δώμα της καλύβης μου· το καλοκαίρι όπου αι ακτίνες του καίουν καταφεύγω υπό την σκιάν μιας γραίας πλατάνου, της οποίας τα περιττά κλαδιά με ζεσταίνουν τον χειμώνα· ώστε το δένδρον τούτο μου δίδει κατά τας περιστάσεις δροσιάν ή ζέστην καθώς το φύσημα του Αισωπείου Σατύρου. Όλα τα ανωτέρω σας ανέφερα, κ. εκδότα διά να σας αποδείξω ότι, αν και ονομάζομαι, Σουρλής και κατοικώ εις το Αγρίνι, είμαι άνθρωπος διαβασμένος εις κατάστασιν να κρίνω περί γραμμάτων καλλίτερα ίσως από πολλούς δημοσιογράφους και λογίους της πρωτευούσης σας, οι οποίοι γράφοντες και διδάσκοντες από το πρωί έως το βράδυ διά να κερδίσουν το ψωμί των, δεν ευρίσκουν καιρόν ν' ανοίξουν βιβλίον και ως εκ τούτου . . . Αλλά το προοίμιόν μου καταντά πολύ μακρύ, ενώ ο τόπος σας είναι μετρημένος· με τα σωστά μου λοιπόν έρχομαι εις το προκείμενον.
Ένας κάποιος φίλος μου, κάτοικος Αθηνών, εις τον οποίον είχα στείλει μερικάς οκάδας ξανθόν καπνόν του Αγρινίου, μου έστειλεν ως αντάλλαγμα έν νεοφανές βιβλίον, επιγραφόμενον, « Π ά π ι σ σ α Ι ω ά ν ν α» και τυπωμένον εις τα αξιότιμα πιεστήριά σας. Θέλων δε και να μου δείξη πόσον πολύτιμον ήτο το δώρον του, ότι δηλ. ο καπνός μου ήτο καλοπληρωμένος, είχε περιτυλίξει το βιβλίον εις ένα σωρόν εφημερίδας «Χ ά ρ τ η ν, Α λ ή θ ε ι α ν, I n d e p e n d a- n c e, Π α λ ι γ γ ε ν ε σ ία ν, Α υ γ ή ν, Ε θ ν ο φ ύ λ α κ α, Ο μ ό ν ο ι α ν, Β υ ζ α ν τ ί δ α, Χ ρ υ σ α λ λ ί δ α κτλ. κτλ. αι oποίαι το εσύσταινον ως «ε υ φ υ έ σ τ ατ ο ν, λ ί α ν κ α κ ό η- θ ε ς, χ α ρ ι τ ό β ρ υ τ ο ν, β ο ρ β ο ρ ώ δ ε ς, π ο λ υ μ α - θ έ σ τ α τ ο ν, κ α κ ό σ χ ο λ ο ν, θ ε λ κ τ ι κ ώ τ α τ ο ν, α η- δ έ ς, α ξ ι ά γ α σ τ ο ν, α τ ι μ ω τ ι κ ό ν» και ένα σωρόν άλλα επίθετα, τα οποία εμάλοναν το έν με το άλλο. Μέσα εις τον φάκελλον ευρίσκετο και μία εγκύκλιος του σεβασμιωτάτου Επισκόπου Καρυστίας Μακαρίου, όστις με την ιδιάζουσαν εις τους καλογήρους ευαγγελικήν μετριοπάθειαν ωνόμαζε τον συγγραφέα «ό ρ γ α ν ο ν τ ο υ Σ α τ α ν ά» και «κ α κ ο ύ ρ γ ο ν», το δε βιβλίον λ ο ι - μ ώ δ ε ς, φ θ ο ρ ο π ο ι ό ν, έ χ ι δ ν α ν ι κ α ν ή ν ο λ ό - κ λ η ρ ο ν ο ι κ ί α ν ν α δ η λ η τ η ρ ι ά σ η κτλ. κτλ. Εκτός αυτής υπήρχε και άλλη εγκύκλιος φέρουσα τας υπογραφάς των πέντε μελών της Συνόδου, την οποίαν εδιάβασαν και εις τας Εκκλησίας, απαγορεύοντες εις τους πιστούς την Ανάγνωσιν του βλασφήμου συγγράμματος, διά να μη «βλαβώσιν ηθικώς και . . . σωματικώς»! Όλα ταύτα, να σας ειπώ την αλήθειαν, εκέντησαν την περιέργειάν μου, και αφού πολλήν ώραν επονοκεφάλησα διά να συμβιβάσω τους τόσους επαίνους και τας τόσας ύβρεις, το τόσον λιβάνι και την τόσην λάσπην, τα οποία ο τύπος και η Εκκλησία έχυσαν επάνω εις αυτό το βιβλίον, απεφάσισα να το διαβάσω κι' εγώ, διά να σχηματίσω γνώμην με τα ιδικά μου μάτια και την ιδικήν μου κρίσιν. Η ανάγνωσις είνε ίσως αμαρτία μετά την απαγόρευσιν της Εκκλησίας• αλλ' αν έσφαλα εγώ από περιέργειαν ως η πρώτη μας μητέρα, το αμάρτημα ας είναι εις τον Άγιον Καρυστίας, ο οποίος μ' έφερεν εις πειρασμόν· αν έγεινα εγώ Εύα, εκείνος είναι, ο όφις, όστις με ηπάτησε με τας μακράς σπείρας του καλογηρικών επιθέτων.
Ανέγνωσα λοιπόν κ' εγώ την «Πάπισσαν» και έρχομαι, αν μου συγχωρήτε, να σας είπω όχι περί του βιβλίου τούτου αλλά περί της ηθικής εν γένει και την ιδικήν μου γνώμην ή μάλλον την γνώμην της βιβλιοθήκης μου. Πολλάκις εθαύμασα, κ. εκδότα, την σοφίαν και ακόμη περισσότερον το θάρρος των λογίων και προ πάντων των εφημεριδογράφων της πρωτευούσης σας, οι οποίοι, χωρίς ανάγκην άλλου βοηθήματος, όσα λέγουν τα λαμβάνουν από την πάνσοφον κεφαλήν των. Ομιλούν περί ιστορίας χωρίς να φέρουν ούτε μίαν μαρτυρίαν, περί συντάγματος και πολιτείας, εκβολάδων και θανατικής ποινής, ηθικότητος και φιλολογίας χωρίς ποτέ να καταδεχθούν να εξετάσουν αν ωμίλησαν και άλλοι διά τοιούτου είδους πράγματα. Προ μερικών μηνών ανεφέρετε με Θαυμασμόν και απορίαν εις την αξιότιμον εφημερίδα σας ότι ένας κάποιος Κ. Ρηγόπουλος, εμπνευσθείς υπό Πνεύματος Αγίου, κατώρθωσε ν' ανασκευάση τον Ρενάν χωρίς να τον αναγνώση. Το πράγμα είναι καθ' εαυτό αξιοθαύμαστον, δεν λέγω το εναντίον αλλά πολύ πλέον αξιοθαύμαστα είνε ο θαυμασμός και η απορία σας, διότι τόσον πολλούς Ρηγόπουλους βλέπετε καθ' ημέραν, ώστε έπρεπε να είσθε προ καιρού συνειθισμένοι εις τοιαύτα θαύματα. Ο παραμικρός των εφημεριδογράφων σας είναι εις το είδος του θεόπνευστος προφήτης, ομιλών και αποφασίζων περί πραγμάτων τα οποία ποτέ δεν έμαθε. Δεν ενθυμούμαι ποίος φιλόσοφος έλεγεν εις τους κατοίκους της πρωτευούσης σας,
Ω Αθήνα πρώτη χώρα, Τι γαϊδάρους τρέφεις τώρα!
αλλά το δίστιχον αυτό δεν μου φαίνεται σωστόν, πρώτον διότι δεν πρέπει να υβρίζωμεν κανένα, και δεύτερον διότι αντί γαδάρους έπρεπεν ο ποιητής να είπη προφήτας, θεοπνεύστους ανθρώπους, ικανούς να ομιλήσουν περί όλων των γνωστών πραγμάτων και πολλών άλλων ακόμη, κατόχους πάσης σοφίας χωρίς να υποπέσουν εις το αμάρτημα να μασσήσουν τον απηγορευμένον της γνώσεως καρπόν. Το κατ' εμέ τους ανθρώπους τούτους τους σέβομαι, τους μακαρίζω, τους Θαυμάζω ως σπάνια και περίεργα πλάσματα, των οποίων το είδος εχάθη από όλα τα μέρη του κόσμου και σώζεται εις μόνην την Ελλάδα· αλλά να τους μιμηθώ ούτε δύναμαι ούτε τολμώ. Καθώς δεν ημπορώ να περιπατήσω χωρίς δεκανίκια, ούτω και χωρίς βιβλία αδύνατον μου είναι να συλλογισθώ. Πριν αποφασίσω να είπω την γνώμην μου περί οποίου δήποτε ζητήματος, θέλω να ηξεύρω τι εστοχάζοντο περί αυτού ο Αριστοτέλης, ο Κάντ και ο Έγελ, αν ήτο το πράγμα φιλοσοφικόν, ο Άγ. Βασίλειος, ο Λούθηρος και ο Ρενάν, αν πρόκειται περί θεολογίας, ο Αθηναίος και ο Σαβαρέν, αν είναι ο λόγος περί μαγειρικής. Ο τρόπος αυτός μου φαίνεται ο φρονιμώτερος και ο ασφαλέστερος διά τους ανθρώπους εις τους οποίους δεν εχάρισεν ο Θεός παρά μόνον μυελόν και βιβλία· ο δε άλλος τρόπος, να λέγη δηλ. ο καθείς την γνώμην του χωρίς να φροντίζη περί του τι είπαν οι άλλοι, αρμόζει εις μόνους τους μεγαλοφυείς άνδρας και τους τρελλούς. Η μεγαλοφυία και η τρέλλα κατά την γνώμην πολλών φυσιολόγων είναι αδελφαί και ως τοιαύται έχουν τα ίδια προνόμια· λέγουν ό,τι θέλουν και αι αποφάσεις των είναι χρησμοί Πυθίας, η οποία, καθώς διηγούνται πολλοί αρχαίοι, έπασχε και εκείνη από έν είδος τρέλλας, όταν εχρησμοδότει. Αλλ' οπωσδήποτε, όσον μεγάλα και αν υποθέσωμεν τα προνόμια των μεγαλοφυών ανθρώπων και των τρελλών, νομίζω ουχ ήττον (συγχωρήσατε την ελληνικούραν) ότι πολλοί των συναδέλφων σας, ομιλούντες περί ηθικής, εξεπήδησαν ολίγον τα όρια της συγχωρημένης . . . πρωτοτυπίας. Ούτω π. χ. ο «Χ ά ρ τ η ς» αφού ανύψωσεν έως εις τα άστρα, την ε υ φ υ ΐ α ν, τ η ν γ λ α - φ υ ρ ό τ η τ α, τ η ν α τ τ ι κ ή ν χ ά ρ ι ν, και τ' άλλα προτερήματα του συγγραφέως της «Ι ω ά ν ν α ς» κατηγορεί έπειτα αυτόν δ ι ό τ ι ε ι σ ή γ α γ ε ν ε ι ς τ η ν Ε λ λ ά δ α τ ο ν ά σ ε μ ν ο ν ρ ω μ α ν τ ι σ μ ό ν τ ω ν Φ ρ ά γ κ ω ν, τ ο υ ο π ο ί ο υ ι δ ρ υ τ α ί ε ί ν α ι, κατά τον «Χάρτην», ο «Π ι ρ ό ν κ α ι ο Π α ρ ν ύ», ενώ οι άνθρωποι αυτοί ήσαν αποθαμμένοι προ πολλού, όταν ο Ουγκώ και οι σύντροφοι του εφευρήκαν τον ρωμαντισμόν. Παρακάτω ευρίσκομεν ότι ο Ν α π ο λ έ - ω ν ε κ ά λ λ υ ν ε τ η ν δ ύ ν α μ ι ν της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, και επί τέλους φαντάζεται, ο αρθρογράφος τον συγγραφέα γελώντα εις την ανάγνωσιν του άρθρου του· τούτο δεν δυσκολεύομαι, να το πιστεύσω, εκτός αν πάσχη ο κ. Ροίδης από χρονικήν υποχονδρίαν. Μετά τον «Χ ά ρ τ η ν» ήνοιξα τον «Έ θ ν ο φ ύ λ α κ α,» ο οποίος εύχεται να «ε π α ν έ λ θ η η Ε κ κ λ η σ ί α ε ι ς τ η ν ε π ο χ ή ν τ ω ν μ α ρ τ ύ ρ ω ν!» Τούτο το νομίζω οπωσούν δυσκολοκατόρθωτον· πιστεύω ακόμη ότι αν επρότειναν εις τον αξιότιμον συντάκτην κ. Άναγνωστόπουλον να τον κάμουν μάρτυρα, να τον βράσουν δηλ., να τον σουβλίσουν ή να τον τηγανίσουν, ήθελεν ειπεί όχι. Κατωτέρω ο ίδιος αρθογράφος βεβαιόνει, ότι «αι ν ε ώ τ ε ρ α ι κ ο ι ν ω ν ί α ι έ σ τ ρ ε ψ α ν τ α ν ώ τ α μ ε τ ά β δ ε λ υ γ μ ί α ς εις π ά σ α ν α ν τ ι χ ρ ι σ τ ι α ν ι κ ή ν ι δ έ α ν.» Άμποτε να ήτο τούτο αλήθεια· αλλά κατά δυστυχίαν αι νεώτεραι κοινωνίαι εξαντλούν δεκαεπτά εκδόσεις του Ρενάν και αι αντίθρησκοι φωναί των είναι τόσον δυναταί, ώστε ακούονται, έως εις το Αγρίνι. Ανέγνωσα και τα άρθρα της «Άυγής» σας· ο συντάκτης λέγει ότι η Ιωάννα έχει, «τ ο π ρ ο τ έ ρ η μ α ν α τ ο ν κ ρ α τ ή ώ ρ α ς ο λ ο - κ λ ή ρ ο υ ς ε π' α υ τ ή ς α ν υ π ό μ ο ν ο ν ν α ε κ μ υ - ζ ή σ η τ α π ο λ λ ά θ έ λ γ η τ ρ α τ η ς,» και παρακάτω ότι είναι βιβλίον «β ο ρ β ο ρ ώ δ ε ς κ α ι α η δ έ ς·» αι δύο αυταί φράσεις δεν σας φαίνονται, ολίγον αντιφατικαί; Ένας άλλος δημοσιογράφος συγχίζει τον αρχαίον φιλόσοφον Πύρρωνα, τον οποίον αναφέρει ο συγγραφεύς, με τον Γάλλον ποιητήν Πιρόν, πιστεύων, φαίνεται, εις την μετεμψύχωσιν· άλλος πάλιν . . . Αλλά αγρινιώτικη απλότης είναι το να κάθημαι να θαυμάζω τας πρωτοτυπίας των δημοσιογράφων σας• το αυτό σχεδόν πράγμα ωσάν να εθαύμαζα την αλμύρα της θαλάσσης, τα βώδια ότι έχουν κέρατα ή τα πτερά των πουλιών, ο καθείς θα με επερίπαιζε διά την ανακάλυψιν και θα είχε δίκαιον. Μίαν μόνην συμβουλήν θα μου συγχωρήσετε, κ. εκδότα, να δώσω εις τους συναδέλφους σας, την οποίαν, αν ακολουθήσουν, θα γείνουν άτρωτοι ως ο Αχιλλεύς. Η συνταγή είναι εύκολος· συνίσταται εις το ν' αποφεύγουν ως πονηρούς σκοπέλους τα γεγονότα και τα κύρια ονόματα, να μη ταράττουν την ησυχίαν του Πύρρωνος, του Πιρόν και Βοναπάρτε, αλλά να μιμούνται το καλόν παράδειγμα της «Α λ η - θ ε ί α ς,» ήτις επήνεσε την «Ι ω ά ν ν α ν» διά το άσπρο της χαρτί και το βαθύ μελάνι. Όταν δε θέλουν να κατηγορήσουν, τότε να λαμβάνουν ως πρότυπον και υπογραμμόν τον Άγιον Καρυστίας, όστις με ευαγγελικήν πραότητα δεν ωνόμασε τον συγγραφέα της Παπίσσης παρά μόνον «ό ρ γ α ν ο ν τ ο υ Σ α τ α ν ά, έ χ ι δ ν α ν, κ α κ ο - ή θ η κ α ι κ α κ ο ύ ρ γ ο ν,» ή τον αξιότιμον συντάκτην του «Ά ν α τ ο λ ι κ ο ύ Α σ τ έ ρ ο ς» κ. Καλαπόδην, Καλαποδάκην, δεν ενθυμούμαι καλά το όνομά του, ο οποίος ωνόμασε το βιβλίον α τ ι - μ ω τ ι κ ό ν. Και επειδή έτυχε περί καλαποδίων ο λόγος, ταύτα με εθύμισαν τα υποδήματα, την φράσιν δηλ. ενός φίλου μου, όστις διισχυρίζετο προχθές εις το καφφενείον του Σπυροπούλου, ότι ο ωφελιμώτερος τρόπος να μεταχειρίζωνται μερικοί άνθρωποι το μελάνι των θα ήτο αν εμαύριζαν με αυτό τα υποδήματά των.
Αλλ' η επιστολή μου καταντά πολύ εκτεταμένη, ενώ αι στήλαι της εφημερίδος σας είναι δωρικού ρυθμού, ήγουν κονταί και δυσανάλογοι, με την γεροντικήν μου πολυλογίαν. Αφίνων λοιπόν δι’ άλλην φοράν την εξακολούθησιν ή μάλλον την αρχήν των όσα είχα να σας ειπώ περί ηθικής, σας παρακαλώ να με πιστεύετε πρόθυμον δούλον και συνδρομητήν σας
ΔΙΟΝΥΣΙΟΝ Σ0ΥΡΛΗΝ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ Β’
Αγρίνι, 10 Μαΐου 1866
Αξιότιμε κ. Εκδότα της «Αυγής»,
Έλαβα το γράμμα σας, εις το οποίον μου λέγετε ότι τα ιδικά μου θα τα κάμετε φυλλάδιον, αλλά να γράφω εις γλώσσαν πλέον καθαρεύουσαν, και να μη περιπαίζω κανένα, ουδ’ εφημεριδογράφος αν είναι. Δυσάρεστον και σκληρόν πράγμα είναι εις άνθρωπον της ηλικίας μου να μάθη νέαν γλώσσαν και να ξεμάθη να γελά· προς χάριν σας όμως θα προσπαθήσω. Κατά καλήν μου τύχην ευρήκα εις ενός φίλου μου την Π ο λ ι τ ι κ ή ν Μ ε λ έ τ η ν του αξιοτίμου κ. Ν. Σαριπόλου, την «Νέαν Σχολήν» του κ. Π. Σούτσου και άλλα τινά καθαρεύοντα βιβλιάρια, τα οποία μελετώ από τριών ημερών διά να μυηθώ τα απόκρυφα της καλλιλογίας. Δεν σας κρύπτω όμως, κ. εκδότα, ότι ενώ πρόκειται να βουτηχθώ εις αυτήν την καθαρεύουσαν πηγήν ερωτώ μετ' ανησυχίας ως ο Διογένης, πού θα υπάγω έπειτα να καθαρισθώ.
Καθώς σας έγραφα εις την προλαβούσαν μου, ο σκοπός μου είναι να σας είπω ολίγα τινά περί Η θ ι κ ή ς. Ας μη σας τρομάξη η λέξις αύτή• δεν εννοώ να σας κάμω διδαχήν διότι, κατ' εμέ, η μεγαλύτερα ανηθικότης είναι, ν’ αποκοιμίζη τις τον αναγνώστην του. Σκοπεύω μόνον να σας αποδείξω με μαρτυρίας, τας οποίας θέλω λάβει ουχί εκ της κεφαλής μου, αλλ’ εκ της βιβλιοθήκης μου, ότι η ε λ ε υ θ ε - ρ ί α τ η ς ε κ φ ρ ά σ ε ω ς, τ ο θ ρ ά σ ο ς, η α ν α ί - δ ε ι α, α σ έ β ε ι α, α θ υ ρ ο σ τ ο μ ί α ή όπως άλλως την εβάπτισαν μερικοί καλιμαυχοφόροι της πρωτευούσης σας, εθεωρήθη πανταχού, πάντοτε και υπό πάντων, από κτίσεως κόσμου μέχρι σήμερον, από του Εκκλησιαστικού μέχρι του Παπά Περδικάρη, φυσική και αναγκαία εις τα σατυρικά συγγράμματα του είδους της «Ι ω ά ν- ν α ς» ως το σκόρδον εις την σκορδάλμην και όχι μόνον φυσική και αναγκαία, αλλά και ηθικώς προτιμοτέρα από την άσεμνον σεμνολογίαν, την μόνην επικίνδυνον εις τα ήθη ως σεμνά τα άσεμνα παριστώσαν.
Αλλά και εδώ, κ. εκδότα, ευρίσκομαι εις την αυτήν αμηχανίαν, εις ην θα ευρίσκετο και ο επιχειρών ν’ αποδείξη ότι ο ήλιος λάμπει, ότι οι κώνωπες είναι οχληροί και αι γυναίκες φιλάρεσκοι· πράγματα τοσούτον αναμφισβήτητα και ψηλαφητά, ώστε πάσα προς απόδειξιν αυτών προσπάθεια καταντά περιττή και γελοία. Ουχ ήττον περιττόν και γελοίον είναι και το να κάθηται τις ν' αποδεικνύη εις ανθρώπους ηξεύροντας γράμματα, ότι η αθυροστομία είναι επίσης αναγκαία εις τους σατυρικούς όσον η υποκρισία εις τους ιερείς. Αλλ' εγώ, κ. εκδότα, δεν ομοιάζω τους υπερηφάνους εκείνους λογίους της πρωτευούσης σας, οι οποίοι, επιστρέφοντες από την Ευρώπην φουσκωμένοι με σοφίαν και υπερηφάνειαν, γράφουν εις τους προλόγους των σοφών έργων των, ότι καταφρονούν τους πολλούς και αποβλέπουν εις την κρίσιν των σοφωτέρων, προσθέτοντες και κανένα λατινικόν στίχον ως το
Non ut miretur turba laboro
ή άλλο τοιούτον αντιχριστιανικόν ρητόν. Απ' εναντίας φρονώ ότι καθώς ο Ιησούς ήλθε να σώση ουχί τους δικαίους αλλά τους αμαρτωλούς, ούτω και όσοι γράφουν δεν πρέπει ν' αποβλέπουν εις τους σοφούς, αλλ' εις τους αγραμμάτους· και καθώς εκείνος δεν εβαρύνετο να επαναλαμβάνη το «Α γ α π ά τ ε α λ λ ή λ ο υ ς», «ό σ υ μ ι σ ε ί ς ε τ έ ρ ω μ η π ο ί η σ η ς,» «ε υ ε ρ γ ε - τ ε ί τ ε τ ο υ ς ε χ θ ρ ο ύ ς η μ ώ ν» και άλλα ουχ ήττον παλαιά και τετριμμένα παραγγέλματα, τα οποία είχαν ήδη αναμασσήσει μυριάκις προ αυτού ο Κομφούκιος, ο Σωκράτης, ο Ζήνων, ο Κικέρων και άλλοι σωφοί, ούτω και οι γράφοντες διά τους σημερινούς Έλληνας αναγκάζονται πολλάκις να διαφωτίζωσι πράγματα φωτεινά και αυτόφωτα ως τα οπίσθια των πυγολαμπίδων.
Αν ήθελα, ηδυνάμην, αξιότιμε κ. εκδότα, ν’ αρχίσω την σειράν των παραδείγματών μου από αυτήν την Άγ. Γραφήν, δανειζόμενος από τους προφήτας, τους ιερούς τούτους Αριστοφάνας, ως τους ονομάζει ο Άινε , αξιόλογα τινα παραδείγματα της ε λ ε υ θ ε ρ ί α ς, ήτις αρμόζει εις το σατυρικόν είδος. Α ι Π α ρ ο ι μ ί α ι και ο Ε κ- κ λ η σ ι α σ τ ή ς, ο Σειράχ και ο Ιεζεκιήλ, περιέχουσιν αμίμητα πρότυπα ελευθέρας εκφράσεως, αναγκάζοντα τον αναγνώστην όχι μόνον να κοκκινίζη, αλλ' ενίοτε και την μύτην του να φράσση. Αλλά ταύτα τα αφίνω κατά μέρος πρώτον διότι, κατά την φρόνιμον συμβουλήν της Ιεράς Συνόδου μας, δεν πρέπει ν' ανακατεύωμεν τα θεία με τα βέβηλα, και δεύτερον (και τούτο είναι η κυριοτέρα αιτία) διότι δεν είμαι και πολύ βέβαιος αν δύναται να θεωρηθή ως ηθικόν βιβλίον η Γραφή. Ο καιρός τουλάχιστον δεν είναι μακράν, ότε οι καλόγηροι απηγόρευον την ανάγνωσιν αυτής ως σήμερον της «Π α π ί σ σ η ς Ι ω ά ν ν α ς» ο δε παρακούων αφωρίζετο ή και εκαίετο ως αιρετικός, κατά τον βαθμόν του ζήλου των αγίων Καρυστίας της εποχής εκείνης. Ενθυμείσθε πόσα ήκουσε χθες ακόμη ο ταλαίπωρος Βάμβας από τον ορθόδοξον Οικονόμον, διότι επεχείρησε την μετάφρασιν εις την ομιλουμένην του επικινδύνου τούτου βιβλίου, το οποίον, κατά τον αυτόν Οικονόμον, πρέπει προηγουμένως να μαγειρεύεται εμπείρως διά να μη βλάπτη τους στομάχους των πιστών, απαράλλακτα ως μερικοί αμανίται διά να χάσουν το φαρμάκι των.
Μετά την Γραφήν έρχονται οι Έλληνες, μετά την θρησκείαν η πατρίς. Και ούτοι όμως, αν δεν απατώμαι, εφρόνουν ότι η ελευθερία της εκφράσεως είναι αναγκαία εις τους κωμικούς. Ο Αρχίλοχος τουλάχιστον, ο Αριστοφάνης, ο Θεόκριτος, ο Λουκιανός και λοιποί, αμιλλώνται ποίος να υπερβή τον άλλον κατά την βωμολοχίαν, την οποίαν και αυτός ο Αριστοτέλης αναγκάζεται να παραδεχθή ως αναγκαίον κακόν. Αλλ' ουδ' οι Έλληνες δύνανται να χρησιμεύσωσιν ως παραδείγματα επί του προκειμένου· διότι άλλα ήσαν τα τότε ήθη και άλλα τα σημερινά, και πλην τούτου κατά τους χρόνους εκείνους οι ιερείς δεν εσυνείθιζον ακόμη ν' αναμιγνύωνται εις την φιλολογίαν ως οι Πατέρες της Ιεράς Συνόδου. Δεν πρέπει λοιπόν να Θαυμάζωμεν αν οι ταλαίπωροι πρόγονοί μας, στερούμενοι τοιούτων Αριστάρχων, υπέπεσαν εις τοσαύτας παρεκτροπάς. Διά τον αυτόν λόγον θέλω αποφύγει να σας ομιλήσω και περί των Λατίνων· ελπίζω όμως, κ. εκδότα, ότι ουδείς, ουδέ συντάκτης Αθηναϊκής εφημερίδος αν είναι, Θέλει τολμήσει ν' αρνηθή ότι
Όσον παρθενική προφέρει τριγάμοιο γυναικός
τοσούτον τα αριστουργήματα του Πλαύτου, Ορατίου και Ιουβενάλη υπερβαίνουσι κατά την ελευθερίαν της εκφράσεως την «Π ά π ι σ - σ α ν Ι ω ά ν ν α ν», όσον άσεμνος και αν υποτεθή.
Ενώ η Σάτυρα εις όλην αυτής την ακμήν εκάγχαζεν ολόγυμνος εν Ρώμη, εγεννάτο εις απόκεντρον της Ιουδαίας χωρίον ο μέλλων να μεταβάλη το πρόσωπον της οικουμένης. Θρησκείαι, ήθη, έθιμα και νόμοι, τα πάντα ήλλαξαν όψιν αλλ' η Σάτυρα δεν ηθέλησε ούτε την κακότροπον φύσιν της να μεταβάλη ούτε καν την κλασικήν της γυμνότητα να ενδύση. Από των εθνικών μετέπεσεν εις τας χείρας των πατέρων της Εκκλησίας, οίτινες δεν ηδυνήθησαν να την διδάξωσι την σεμνότητα. Ο Τερτουλλιανός, ο Άγ. Βασίλειος, ο Άγ. Χρυσόστομος, ο Άγ. Ιερώνυμος, ο ιερός Αυγουστίνος και οι άλλοι Άγιοι περιέγραψαν και εσατύρισαν την διαφθοράν των ειδωλολατρών, αλλ' αν μου έδιδεν ο Θεός θυγατέρα, δεν θα της έδιδα εγώ ν' αναγνώση τα σατυρικά βιβλία των Αγίων τούτων. Παραπομπάς δεν σας σημειώ ενταύθα, διότι ευρίσκετε όσας θέλετε εις το λεξικόν του Βαΰλου και τας σημειώσεις της «Ι ω ά ν ν α ς», όπου ο συγγραφεύς ηναγκάσθη να καταχωρίση ολόκληρον περικοπήν του Αγ. Βασιλείου, ίνα δικαιολογήση την φράσιν του, καθ' ην η περί «Π α ρ θ ε ν ί α ς» πραγματεία του Αγ. Επισκόπου Καισαρείας τω φαίνεται γεγραμμένη επάνω εις το στήθος γυμνής τινος παρθένου.
Κατά δε τον μεσαιώνα, μετά την πλημμύραν των βαρβάρων της Άρκτου, η Σάτυρα συμμορφωθείσα με τα ήθη των νικητών απεβαρβαρώθη κ' εκείνη, χάσασα την αστικότητα, το αττικόν άλας, την λεπτήν ειρωνείαν και όσα άλλα στολίσματα καθίστα περιττά η απειροκαλία του αιώνος εκείνου. Αλλά την αθυροστομίαν και ελευθερίαν της διεφύλαξεν ανεπάφους, διότι άνευ αυτών δεν ηδύνατο να υπάρξη. «Η χ ο ρ ε ί α τ ω ν σ α τ υ ρ ι κ ώ ν τ ο υ μ ε σ α ι ώ ν ο ς, λέγει, ο κ. Lenient, ο μ ο ι ά ζ ε ι τ ο ν α ρ χ α ί ο ν θ ί - α σ ο ν τ ο υ Β ά κ χ ο υ· π ά ν τ ε ς ή σ α ν Σ ε ι λ η ν ο ί Σ ά τ υ ρ ο ι κ α ι Π ά ν ε ς κ α γ χ ά ζ ο ν τ ε ς, ω ρ υ ώ - μ ε ν ο ι κ α ι α σ χ η μ ο ν ο ύ ν τ ε ς». Εις τους ανθηρούς εκείνους αιώνας της πίστεως και της τυραννίας, ότε ο ιερεύς και ο δήμιος αδελφικώς ενηγκολισμένοι εκούρευον εν ανέσει την αγέλην των πιστών, η Σάτυρα, το δικαίωμα δηλ. της εκδικήσεως των ύβρεων διά του γέλωτος, ήτο το μόνον εναπολειφθέν εις τους δυναστευομένους. Ο δε μεσαιωνικός γέλως ούτε όρια είχεν ούτε αιδώ εγνώριζε. Θεολογικά δόγματα και πολιτικοί νόμοι, Πάπαι και βασιλείς, Σύνοδοι και Μοναστήρια, άνδρες και γυναίκες, πάντες επλήρωνον τακτικώς τον φόρον των εις τον δημόσιον γέλωτα, ως οι Αθηναίοι εις τον Μινώταυρον,, αλλ' ουδείς Θησεύς ετόλμα να πολεμήση το ζώον. Και ενώ η παραμικρά εις θεολογικόν βιβλίον δογματική πλάνη ετιμωρείτο διά της πυράς ή της αγχόνης, οι σατυρικοί είχον την άδειαν ν' αναβιβάζωσιν επί της σκηνής τον Ιησούν ανταλλάσσοντα βωμολοχίας μετά του Σατανά, να εμπαίζωσι την μεγάλην κοιλίαν του βασιλέως των, ν' ανυμνώσι την σωφροσύνην του Πάπα διά των γνωστών εκείνων στίχων:
Papa captus hunc vel hanc decipit Papa quid vult in lectum recipit κτλ.
και να παριστώσιν ηγεμονίδας μεταβαλλούσας, ως η αρχαία Κίρκη, τους συζύγους των εις ταύρους, τράγους και άλλα κερασφόρα ζώα. Οι τύραννοι και οι ιερείς, οι παν δικαίωμα αφαιρέσαντες από των υπηκόων, δεν ετόλμων ν' αφαιρέσωσι το προνόμιον του να εμπαίζωσι τας ανοησίας των, κληροδοτήσαντες την δόξαν ταύτην εις τα μέλη της ιεράς Συνόδου μας. Εις την γενικήν εκείνην κατάπτωσιν όλων των δικαιωμάτων του ανθρώπου μόνη η Σάτυρα είχε μείνει ορθή ως το άγαλμα του Γέλωτος εν μέσω των ερειπίων της καταπεσούσης Σπάρτης {110}. Αύτη υπήρξεν η μόνη καθ’ όλον τον μεσαιώνα εν τοις δεινοίς παρηγορία του δούλου, η μόνη κατά της δογματικής και αρχοντικής τυραννίας διαμαρτύρησις, εις ην χρεωστούμεν κατά μέγα μέρος την σημερινήν κατάστασιν των πραγμάτων. Αλλ' ο σκοπός μου δεν είναι ενταύθα να πλέξω τον πανηγυρικόν της μεσοχρονίου σατύρας, αλλ' απλώς να σας πληροφορήσω, κ. Εκδότα, ότι, καθώς επί των Εβραίων, καθώς επί των Ελλήνων, των Λατίνων και των πατέρων της Εκκλησίας, ούτω και κατά τον μεσαιώνα η ελευθερία της εκφράσεως ενομίζετο αναγκαία εις τους σατυρικούς, ως δύνασθε να πληροφορηθήτε ρίπτοντες έν βλέμμα εις οίαν δήποτε συλλογήν μεσαιωνικών ραψωδιών.
Ας έλθωμεν τώρα εις την διαδεχθείσαν την μεσαιωνικήν σκοτίαν περίοδον της αναγεννήσεως των γραμμάτων.
Αύτη ήρχισεν εν Ιταλία διαρκούντος ακόμη του μεσαιώνος. Ο μέγας Δάντης, ο σοβαρώτερος των ποιητών, εθεμελίωσε στενάζων την ιταλικήν ποίησιν, ο δε Ιωάννης Βοκκάκιος, ο ευθυμότατος πάντων των ανθρώπων, εμόρφωσε γελών τον πεζόν λόγον. Ο πρώτος περιέγραψε τα βάσανα των κολασμένων παλαιόντων με οφείδια και σκορπίους, ο δεύτερος τα των πατέρων, συζύγων, κηδεμόνων και όσοι άλλοι είχον να κάμωσι με γυναίκας. Και η μεν εποποιία του Δάντη κατέστη το αμίμητον πρότυπον του σοβαρού ύφους, τα δε «Δ ι η γ ή μ α τ α» του Βοκκακίου, του κωμικού. Πόσον δε αναγκαίαν ενόμιζεν ο Βοκκάκιος την ελευθερίαν της εκφράσεως εις το κωμικόν ύφος γνωρίζετε ίσως κάλλιον εμού, κ. εκδότα, διότι εν των μάλλον διαπρεπόντων επί τοιαύτη ελευθερία διηγημάτων του, «Ο Δ ι ά β ο λ ο ς ε ι ς τ η ν κ ό λ α σ ι ν» (ο τίτλος ούτος είναι αλληγορικός) μετεφράσθη, ως μ’ είπον, και πωλείται αναφανδόν εις τας οδούς της πρωτευούσης σας, αγνοώ αν είναι με την έγκρισην της ιεράς Συνόδου. Το παράδειγμα του Βοκκακίου, την ελευθέραν δηλ. έκφρασίν του, εμιμήθησαν όλοι οι μετά ταύτα σατυρικοί ποιηταί και πεζογράφοι της Ιταλίας, ο Πόγιος Βρακιολίνης εις τα «Α σ τ ε ί α τ ο υ», ο Μακιαβέλης εις τον περιβόητον « Ό ν ο ν τ ο υ», ο κλεινός Αριόστος εις τον «Μ α ι ν ό μ ε ν ο ν Ο ρ λ ά ν δ ο ν», ο Τρισσίνος, ο Πάτερ Βέρνης, ο Πάτερ Πούλκης, ο Πάτερ Λακάζας, ο Πάτερ Βίμπος (βλέπετε κ. εκδότα, πόσους ιερωμένους σας αναφέρω προκειμένου περί ελευθέρας εκφράσεως) ο Βοϊάρδος, ο Τασσόνης και χίλιοι άλλοι, τους οποίους περιττόν νομίζω ν' απαριθμήσω, διότι, μη γνωρίζοντες ίσως αυτούς ουδ’ εξ ακοής, πιθανόν να υποθέσετε, ότι επικαλούμαι την μαρτυρίαν ανυπάρκτων ανθρώπων, ως ανασταίνουσι και οι υποψήφιοι μας δήμαρχοι τους νεκρούς, ίνα ψηφοφορήσωσιν υπέρ αυτών.
Υπερβαίνοντες ήδη τας Άλπεις ας ίδωμεν πως έγραφον κατά την αυτήν περίπου εποχήν εις την Γαλλίαν.