Η Πάπισσα Ιωάννα

Part 17

Chapter 17 136 words Public domain Markdown

Και εν πρώτοις συγχωρήσατε να ερωτήσω υμάς, τι εννοείτε διά της λέξεως Θρησκεία; ο βασιλεύς της Γαλλίας Λουδοβίκος ο ιδ' συνείθιζε να λέγη. « Η Γ α λ λ ί α ε ί μ α ι Ε γ ώ.» Ούτω φαίνονται εννοήσαντες τον Χριστιανισμόν και πολλοί κατά καιρούς αρχιερείς, ει και δεν ετόλμησαν να είπωσιν αναφανδόν «Η θ ρ η σ κ ε ί α ε ί- μ ε θ α η μ ε ί ς». Αν κατά την έννοιαν ταύτην παραδεχθώμεν την θρησκείαν, τότε πάντα τ' αφορώντα τον κλήρον συμπεριλαμβάνονται κατ' ανάγκην εν αυτή. Μέρος της θρησκείας αποτελούσι τότε αι κατά την εν Εφέσω Σύνοδον σφαγαί, και τα λακτίσματα του Διοσκόρου, και αι πυρπολήσεις του Νεστορίου, και αι πλαστογραφίαι του Αγ. Κυρίλλου και ο φόνος της Υπατίας και αι εν Σκυθοπόλει μεληδόν κατακάψεις των Ελλήνων φιλοσόφων, και αι ωμότητες της Αγ. Ειρήνης και όλα εν γένει τα κοσμούντα τα χρονικά του Βυζαντίου κατορθώματα των ιερέων. Πλην δε τούτων πρέπει, να θεωρήσωμεν ως αποτελούντα μέρος της θρησκείας και τας διηγήσεις της Αμαρτωλών Σωτηρίας, τας αισχρολογίας του Νικοδήμου, την εκκλησιαστικών ρινοφωνίαν, το καύσιμον του Ιούδα εν Χαλκίδι, τας εις Τήνον προσκυνήσεις και αυτάς τέλος πάντων τας εγκυκλίους του Αγ. Καρυστίας. Αν τοιαύτην περιληπτικήν έννοιαν δίδετε εις την λέξιν Θ ρ η σ κ ε ί α, ω Άγιοί μου πατέρες, τότε ό ρ γ α ν ο ν τω όντι του Σ α τ α ν ά, έ χ ι δ- ν α κ α ι κ α κ ο ύ ρ γ ο ς είναι ο συγγραφεύς της «Ιωάννας,» όστις πάντα ταύτα έσκωψε και εμυκτήρισεν ανηλεώς. Συγχωρήσατε μοι όμως να παρατηρήσω ότι η τοιαύτη ερμηνεία απηρχαιώθη• σήμερον δε επανερχόμενοι βαθμηδόν εις την αρχαϊκήν απλότητα εννοούμεν διά της λέξεως θ ρ η σ κ ε ί α την διδασκαλίαν του Ιησού, τας ερμηνείας, των πρώτων Πατέρων και τους κανόνας των Συνόδων, καθόσον δεν συνειργάσθησαν εις την σύνταξιν αυτών ούτε λακτίσματα ούτε σφαγαί, και πλην τούτου καθ' όσον τα υπό των Συνόδων τούτων κανονισθέντα δεν αντιμάχονται αναφανδόν προς το πνεύμα του Ευαγγελίου και τας απαιτήσεις του ορθού λόγου. Εις ταύτα δε μόνον περιορίζων την πίστιν μου είμαι, νομίζω, ορθοδοξότερος και υμών αυτών, οίτινες χάριν ευτελών συμφερόντων εξορίζετε εκ του Χριστιανισμού και αυτούς τους αποστολικούς κανόνας, τους απαγορεύοντας την μετάθεσιν των Επισκόπων. Αλλ’ αν κατά την δευτέραν ταύτην έννοιαν παραδεχθώμεν τον Χριστιανισμόν, την σύμφωνον με το Ευαγγέλιον, τον ορθόν λόγον, και τας παραδόσεις των αποστολικών πατέρων, ενώ η πρώτη μόνον με τους Ιεροεξεταστάς και την ιεροκρατίαν του μεσαιώνος συμφωνεί, δυσεύρετος τότε καθίσταται εν τη Ι ω ά ν ν α η κακοδοξία, εκτός μόνον αν αποδοθώσιν εις τον συγγραφέα όσαι γελοίαι γνώμαι μεσαιωνίων θεολόγων ή συγχρόνων Γερμανών φιλοσόφων αναφέρει ίνα τας χλευάση, ρητώς αποδοκιμάζων αυτάς εν τε τω κειμένω και διά των εν τέλει, σημειώσεων {99}. Τούτο δε πράττων ουδόλως εγγίζει, τα ιερά· διότι, δύο τινά υπάρχουσιν, Άγιοί μου Πατέρες, εν τη χριστιανική θρησκεία, η Θεία αυτής αλήθεια, ήτις την καθιστά σεβαστήν, και αι ανοησίαι των ανθρώπων, αίτινες την κατέστησαν καταγέλαστον, «ο υ δ ό λ ω ς δ ε ε μ π α ί ζ ε ι τ η ν θ ρ η σ κ ε ί α ν ο χ λ ε υ ά ζ ω ν τ α ς π α ρ α δ ο - ξ ο λ ο γ ί α ς, δ ι' ω ν α τ ι μ ά ζ ο υ σ ι ν α υ τ ή ν ο ι ι ε ρ ε ί ς.» Το ρητόν τούτο του Θείου Πασχάλ φέρει γαλλιστί η Ι ω ά ν ν α επί κεφαλής της πρώτης σελίδος, το οποίον κακώς έπραξε μη μεταφράσας χάριν υμών ο συγγραφεύς. Αλλά και εν σελ. 107 λέγει αφ' εαυτού: «Α γ α π ά ς, α ν α γ ν ώ σ τ ά μ ο υ, τ ο ν γ ε ν - ν α ί ο ν ο ί ν ο ν τ η ς π ί στ ε ω ς, ω ς ω ν ό μ α ζ ε τ η ν θ ρ η σ κ ε ί α ν ο σ ο φ ό ς Α λ β ί ν ο ς; α ν τ ω ό ν τ ι τ ο ν α γ α π ά ς, μ ι σ ε ί ς β ε β α ί ω ς τ ο υ ς α σ υ - ν ε ι δ ή τ ο υ ς ε κ ε ί ν ο υ ς κ α π ή λ ο υ ς, ο ί τ ι ν ε ς ν ο θ ε ύ ο υ σ ι τ ο θ ε ί ο ν τ ο ύ τ ο π ο τ ό ν, α ν α - μ ι γ ν ύ ο ν τ ε ς ύ δ ω ρ, β α φ ά ς ή δ η λ η τ ή ρ ι α κ α ι α ν τ ί Θ ε ί ο υ ν έ κ τ α ρ ο ς α ν ο ύ σ ι ο ν ή ν α υ τ ι- ώ δ ε ς π ο τ ό ν π ρ ο σ φ έ ρ ο ν τ ε ς ε ι ς τ α δ ι ψ ώ- ν τ α χ ε ί λ η σ ο υ.» Μόνον κατά των καπήλων τούτων του μεσαιώνος εκήρυξε πόλεμον ή μάλλον γέλωτα ο συγγραφεύς, ακολουθών το παράγγελμα του ιερού Αυγουστίνου «H a e c t u i r r i d e, ut e i s r i d e n d a a c f u g i e n d a e m o e n d e s.» Ούτω, όταν εν σελ. 158 λέγει ότι κατά τον μέγαν Αλβέρτον «το σημείον του σταυρού έ μ ε ι ν ε ν ε γ κ ε χ α γ μ έ ν ο ν ε π ί τ η ς ρ ά χ ε ω ς τ ο υ ό ν ο υ, ο ν α ν έ β α ι ν ε ν ο Σ ω- τ ή ρ ό τ ε ε ι σ ή λ θ ε ν ε ι ς Ι ε ρ ο σ ό λ υ μ α», ή κατωτέρω «ό τ ι ο ι ε υ σ ε β ε ί ς π ε τ ε ι ν ο ί τ ω ν Ι- ε ρ ο σ ο λ ύ μ ω ν ν η σ τ ε ύ ου σ ι ν ε κ ο υ σ ί ω ς κ α - τ ά τ η ν ε β δ ο μ ά δ α τ ω ν π α θ ώ ν», ουδόλως προτίθεται να χλευάση τον Ιησούν, ω άγιοί μου Πατέρες, αλλά τους μωρούς εκείνους θεολόγους, οίτινες μη αρκούμενοι εις τα ευαγγελικά θαύματα, ετόλμησαν με ταύτας και άλλας γελοίας επινοήσεις να παρομορφώσωσι την θείαν φυσιογνωμίαν του Σωτήρος, παριστώντες αυτόν ως άλλον Απολλώνιον Τυανέα. Αλλ' ουδέ δόγματα εμπαίζει, νομίζω, ο συγγραφεύς στιγματίζων εν σελ. 146 τους συζητούντας αυτά διά μαχαιρών, πλαστογραφίας και λακτισμάτων, ή τους αργούς εκείνους Θεολόγους, οίτινες συνεσώρευον αισχρολογίας, ίνα εξακριβώσωσι τι γίνεται εν τω στομάχω του μεταλαμβάνοντος το σώμα του Σωτήρος και που έπειτα μεταβαίνει, και επλημμύρουν δι' αίματος την Ανατολήν, φιλονικούντες περί, της διπλής φύσεως του Ιησού, ίνα απολαύσωσι πλουσιωτέρας Επισκοπάς, ως ομολογεί ο σύγχρονος Άγ. Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, καθ’ ον οι τότε αρχιερείς «π ε ρ ί π ρ ά- γ μ α τ ι θ ε ί ο ν κ α ι λ ό γ ο υ κ ρ ε ί τ τ ο ν δ ι α φ ω- ν ε ί ν π ρ ο σ π ο ι ο ύ ν τ α ι υ π ό φ ι λ α ρ χ ί α ς ε κ- β α κ χ ε υ ό μ ε ν ο ι.» Τι δε να είπω περί των Συναξαρίων, της «Κ α λ ο κ α ι ρ ι ν ή ς», του «Ν έ ο υ Π α ρ α δ ε ί σ ο υ» και της « Ά μ α ρ τ ω λ ώ ν Σ ω τ η ρ ί α ς», και προ πάντων περί του αισχίστου «Έ ξ ο μ ο λ ο γ η τ α ρ ί ο υ» του Νικοδήμου, τα οποία μέχρι σήμερον μιαίνουσι τας ακοάς και διαφθείρουσι τα ήθη του λαού, παριστώντα εις αυτόν τους ιδρυτάς του χριστιανισμού ως βλάκας ή αγύρτας; Μήπως και τα συναξάρια ταύτα αποτελούσι μέρος της θρησκείας, ενώ πλην της αισχρότητος είναι, και απ' αρχής μέχρι τέλους διά μανιχαϊκής πλάνης μεμολυσμένα; οι καθολικοί αυτοί δεν αναγινώσκουσι πλέον το μαρτυλόγιον του Ουζουάρδου ή το συναξάριον του Μαυρολύκου, αλλά προσκαλούσιν ειδήμονας λογίους, ίνα συντάξωσιν, αν όχι ανεπιλήπτους, ευσχημονεστέρας τουλάχιστον αγιογραφίας {100}. Ο σήμερον χριστιανισμός, σεβαστοί μοι Πατέρες δύναται να συγκριθή προς ωραίαν ραφαήλειον εικόνα, τη οποίαν αλλεπάλληλοι γενεαί αμαθών ζωγράφων παρεμόρφωσαν δι' αφυών επιχρώσεων. Ουδείς δύναται να κατηγορήση ως μνήμην του Ραφαήλου τον αποξέοντα τα πρόσθετα χρώματα, ίνα θαυμάση την εικόνα του αριστοτέχνου εν τη αρχαιοτύπω αυτής απλότητι και καλλονή, έτι δε ολιγώτερον να μεμφθή ως αντιχριστιανικόν το έργον του ζητούντος ν' αποπλύνη από της θρησκείας τους ρύπους του μεσαιώνος. Απόδειξις δε ακαταμάχητος ότι τα αισχρά μόνον και ουχί τα άγια εχλεύασεν ο συγγραφεύς της Ι ω ά ν ν α ς έστω, ότι ουδέν των όσα ενέπαιξεν ηθέλετε τολμήσει, νομίζω, να υπερασπίσητε αναφανδόν, ούτε τας ωμότητας, ούτε τας καταχρήσεις, ούτε την ασέλγειαν ή τας δεισιδαιμονίας των ιερέων του μεσαιώνος• και διά τούτο η έκθεσις υμών έμεινε μυστική.

Τι δε να είπω και περί της κατηγορίας εκείνης, ην από του ιερού άμβωνος απηγγείλατε κατά του συγγραφέως «ό τ ι χ λ ε υ ά ζ ε ι τ η ν θ ρ η σ κ ε ί α ν δ ι ά τ η ς σ υ ν ε χ ο ύ ς π α ρ α- β ο λ ή ς τ ω ν μ υ σ τ η ρ ί ω ν, δ ο γ μ ά τ ω ν, ι ε ρ ώ ν τ ε λ ε τ ώ ν κ α ι ε θ ί μ ω ν τ η ς ο ρ θ ο δ ό ξ ο υ Ε κ- κ λη σ ί α ς π ρ ο ς τ α β έ β η λ α (τα έθιμα δηλ. και τας τελετάς κτλ. των ειδωλολατρών), κατηγορίας ήτις τοσαύτην εμφαίνει αμάθειαν της εκκλησιαστικής ιστορίας και των συγγραμμάτων των θείων Πατέρων, ώστε ερυθριώ δι’ υμάς αναγκαζόμενος ν' ανασκευάσω αυτήν; Μόνοι, ίσως υμείς αγνοείτε ότι αι πλείσται, ίνα μη είπω πάσαι αι τελεταί του Χριστιανισμού, παρελήφθησαν κατά την μαρτυρίαν των αγ. Πατέρων, εκ της ειδωλολατρείας, και πολλαί τούτων μάλιστα εισήχθησαν εις την Εκκλησίαν ακόντων αυτών. Ούτω π.χ. ο Τερτουλλιανός (Α π ο λ ο γ. §. Λ') και ο Άγ. Λακτάντιος (I n s t i. D i v. II 20) ομιλούσι μετ' αποστροφής περί του ειδωλολατρικού εθίμου του θυμιάματος, απαγορεύοντες την πώλησιν αυτού εις τους χριστιανούς εμπόρους• ο Μινούτιος Φήλιξ (O c t a v. XXXVII) εξανίσταται κατά της χρήσεως των λαμπάδων, ο δε προμνημονευθείς Λακιάννιος (I n s t i D i v. vi, ii,) ερωτά τους συζητούντας να εισαγάγωσι το έθιμον τούτο εις την εκκλησίαν: Π ώ ς π ο τ ε ή θ ε λ ο ν τ ο λ μ ή σ ε ι ν α π ρ ο σ φ έ ρ ω- σ ι ν ε υ τ ε λ ή κ η ρ ί α ε ι ς τ ο ν π λ ά σ α ν τ α τ ο ν ή λ ι ο ν κ α ι τ ο υ ς α σ τ έ ρ α ς, ω ς ο ι ε ι δ ω λ ο - λ ά τ ρ α ι ε ι ς τ ο υ ς θ ε ο ύ ς α υ τ ώ ν, ο ί τ ι ν ε ς ό ν τ ε ς θ ε ο ί τ ο υ σ κ ό τ ο υ ς έ χ ο υ σ ι ν α ν ά - γ κ η ν κ η ρ ί ω ν ίνα β λ έ π ω σ ι ν; Ο δι' ύδατος αγιασμός των οικιών είναι κατά τον Τερτουλλιανόν (D e b a p t i s m e π ε ρ ί τ α τ έ λ η) απομίμησις ειδωλολατρικού εθίμου, αι δε λιτανείαι ουδέν άλλο ή αι θεωρίαι των αρχαίων (D e J e j u n i i s σ. 583). Οι άρτοι της προθέσεως ελήφθησαν κατά τον Άγ. Ίουστίνον (Α π ο λ. β', σ, 98) παρά των Αιγυπτίων, αι δε προσκυνήσεις είνε έθιμον ινδικόν. Και αυτό δε το βάπτισμα είναι κατά τον Τερτουλλιανόν απομίμησις των εθνικών, οίτινες εμύουν δι' αυτού τους νεοφύτους εις τα μυστήρια της Ίσιδος (De Bapt. v)· τοιαύτης δe γνώμης είναι, o Άγ. Ιουστίνος (Α π ο λ ο γ. β', 62) και o χριστιανικώτατος Λαμενναίος (D e l ’ I n d i f. vi, 7)• Και ού μόνον ταύτα, αλλά και αυτά τα δόγματα και μυστήρια της χριστιανικής θρησκείας, η Αγ. Τριάς {101}, η Ενσάρκωσις, η Εξομολόγησις {102}, η Ευχαριστία{103} κτλ., προϋπήρχον και επί τινα καιρόν συνυπήρχον μετά του Χριστιανισμού, ως ομολογούσιν οι Άγιοι Πατέρες, οίτινες κατά τούτο μόνον ευρίσκονται εις διαφωνίαν, ότι οι μεν ζητούσι ν' αποδείξωσι διά της ταυτότητος ταύτης την αρχαιότητα και την παγκόσμιον συμφωνίαν πάντων των εθνών περί της αληθείας του Χριστιανισμού, οι δε φρονούσιν απ' εναντίας ότι ο Δαίμων, προγνωρίζων τα δόγματα και τας τελετάς της μελλούσης θρησκείας, απεκάλυψεν αυτά εις τους εθνικούς, ίνα εκ των προτέρων τα παρωδήσωσιν. «Ο Δ ι ά β ο λ ο ς, ο π ί θ η ξ ο ύ τ ο ς τ ο υ Θ ε ο ύ, λέγει ο Τερτουλλιανός, ε κ ί ν η σ ε τ ο υ ς ε ι - δ ω λ ο λ ά τ ρ α ς ε ι ς α π ο μ ί μ η σ ι ν τ ω ν τ ε λ ε - τ ώ ν τ ο υ Χ ρ ι σ τ ι α ν ι σ μ ο ύ, κ α ι δ ι ά τ ο ύ τ ο β λ έ π ο μ ε ν α υ τ ο ύ ς β α π τ ι ζ ο μ έ ν ο υ ς, π ρ ο - σ κ υ ν ο ύ ν τ α ς, α ν α θ έ τ ο ν τ α ς π ρ ο σ φ ο ρ ά ς ε π ί τ ω ν β ω μ ώ ν κτλ.» (Κ α τ ά Μ α ρ κ ί α ν. § ιδ'.) Οι νεώτεροι κριτικοί και αρχαιολόγοι επικυρούσι κατά πάντα την γνώμην των Αγίων Πατέρων αποδεικνύοντες επιστημονικώς διά της παραθέσεως των μνημείων της αρχαιότητος, των ινδικών μάλιστα και αιγυπτιακών, ότι πάντα τα δόγματα και έθιμα της χριστιανικής θρησκείας προϋπήρχον εν τη Ανατολή{104}. Αλλ' ουδ’ αυτοί οι σήμερον εν τη Δύσει απολογηταί του Χριστιανισμού κρύπτουσι την ομοιότητα ταύτην, ην απεναντίας κηρύττουσι μεγαλοφώνως ως επιχείρημα υπέρ του αληθούς της χριστιανικής θρησκείας, συμπεριλαμβανούσης εν εαυτή πάσας τας άλλας {105}. Ταύτα νομίζω υπεραρκούντα ίνα πείσωσιν υμάς, σεβαστοί μου Ιεράρχαι, ότι ο συγγραφεύς της «Π α π ί σ σ η ς», καταδεικνύων την ομοιότητα των τελετών και εθίμων του Χριστιανισμού και της ειδωλολατρείας, είναι σύμφωνος προς την ιστορίαν, τα πορίσματα της νεωτέρας επιστήμης και, όπερ μείζον, προς τους Αγ. Πατέρας των οποίων τα συγγράμματα συναφωρίσατε, εν αγνοία σας νομίζω, μετά της «Ιωάννας». Αλλά θαρσείτε· οι Άγιοι ούτοι δεν είναι μνησίκακοι, και ίσως κατά την ώραν ταύτην δέονται του Υψίστου υπέρ υμών λέγοντες «Ά φ ε ς α υ τ ο ί ς, Κ ύ ρ ι ε, ο υ γ α ρ ο ί δ α σ ι τ ι π ο ι ο ύ σ ι ν».

Έν μόνον μένει ακόμη να εξετάσωμεν, αν τω όντι παρέβη ο συγγραφεύς το ευαγγελικόν παράγγελμα της προς τον πλησίον αγάπης ε μ π α ί - ξ α ς, σ κ ώ ψ α ς κ α ι μ υ κ τ η ρ ί σ α ς τας ανοησίας των μεσαιωνικών θεολόγων, αντί να τας αναιρέση σοβαρώς, επικαλούμενος κατ’ αυτών τον νόμον και τους προφήτας. Το κατ' εμέ, άχολος ων εκ φύσεως, ήθελον θεωρήσει προθύμως ως αντιχριστιανικά τα σκώμματα και τους εμπαιγμούς, αν υπήρχεν άλλο όπλον πλην του γέλωτος κατά της ανοησίας. «Η π ρ ο ς τ ο ν π λ η σ ί ο ν α γ ά π η α ν α - γ κ ά ζ ε ι η μ ά ς π ο λ λ ά κ ι ς ν α ε μ π α ί ζ ω μ ε ν τ α ς α ν ο η σ ί α ς τ ο υ, ί ν α τ α ς κ α τ α σ τ ή σ ω - μ ε ν μ ι σ η τ ά ς κ α ι φ ε υ κ τ έ α ς» έγραφεν ο ιερός Αυγουστίνος, δικαιολογών τας ειρωνείας, τας οποίας μετεχειρίσθη κατά των εν Αφρική θεολόγων, ους ωνόμαζε σκωπτικώς κ ο μ ή τ α ς. Της αυτής δε γνώμης ήσαν, καθ' όσον γνωρίζω, και οι άλλοι Πατέρες. Ο Άγ. Ιερώνυμος, ο χλευάσας ανηλεώς τους αιρετικούς διά των Ε π ι- σ τ ο λ ώ ν του, ο Άγ. Βασίλειος ειρωνευθείς τους αγραμμάτους, οίτινες ωμίλουν περί θεολογίας• ο Άγ. Ειρηναίος μυρία συσσωρεύσας σκώμματα κατά των Γνωστικών και αυτός τέλος πάντων ο πικρός και αγέλαστος Τερτουλλιανός λέγων «Α ν α π α ν τ ώ ν τ α ι ε ν τ ο ι ς β ι β λ ί ο ι ς μ ο υ χ ω ρ ί α κ ι ν ο ύ ν τ α τ ο ν γ έ λ ω τ α, τ ο ύ τ ο π ρ ο έ ρ χ ε τ α ι, ε ξ α υ τ ή ς τ η ς φ ύ σ ε ω ς τ ω ν π ρ α γ μ ά τ ω ν, ά τ ι ν α ή σ α ν φ ύ - σ ε ι γ ε λ ο ί α· κ α ι τ α τ ο ι α ύ τ α μ ό ν ο ν δ ι ά τ ο υ γ έ λ ω τ ο ς π ρ έ π ε ι ν α π ο λ ε μ ώ ν τ α ι, ί ν α μ η δ ί δ ε τ α ι ε ι ς α υ τ ά π ε ρ ι σ σ ο τ έ ρ α ό σ η ς α ξ ί ζ ο υ σ ι σ η μ α σ ί α δ ι ά σ π ο υ δ α ί α ς α ν α ι ρ έ σ ε ω ς {106}. Εκ τούτων βλέπετε, σεβασμιώτατοι Ιεράρχαι μου, ότι η διά του σκώμματος τιμωρία της ανοησίας ουδόλως αντίκειται εις το πνεύμα του Ευαγγελίου, αφού μετεχειρίσθησαν αυτήν οι αγιώτατοι των Πατέρων. Ο συγγραφεύς της Ιωάννας περιωρίσθη εις το να παραθέση ως επί το πλείστον άνευ σχολίων τα χωρία των θεολόγων του μεσαιώνος· αν δε εγεννήθη ο γέλως, «τ ο ύ τ ο π ρ ο έ ρ χ ε τ α ι ε ξ α υ τ ώ ν τ ω ν π ρ α γ μ ά τ ω ν, ά τ ι ν α ή σ α ν φ ύ σ ε ι γ ε λ ο ί α.» Και τω όντι τι γελοιωδέστερον ή να βλέπη τις την θρησκείαν, εξ ης περιεμένομεν την μέλλουσαν ημών σωτηρίαν, ούτω ασυστόλως νοθευομένην με τας γελοίας επινοήσεις ανόητων καλογήρων συζητούντων περί του τι γίνεται εν τω στομάχω του μεταλαμβάνοντος το σώμα του Σωτήρος, ή Συνόδων συνερχομένων ν' αποφασίσωσιν «α ν α ν ή κ ω σ ι ν ή ό χ ι ε ι ς τ ο α ν θ ρ ώ π ι ν ο ν γ έ ν ο ς α ι γ υ ν α ί - κ ε ς;» Πως άλλως ή παίζων ηδύνατο να ομιλήση ο συγγραφεύς περί τοιούτων πραγμάτων, αφού κατά μεν τους Πατέρας «Μ ό ν ο ν δ ι ά τ ο υ γ έ λ ω τ ο ς τ ι μ ω ρ ε ί τ α ι η α ν ο η σ ί α», κατά δε την Γραφήν «Κ ύ ρ ι ο ς α λ η θ ι ν ώ ν σ τ ό μ α ε μ π λ ή- σ ε ι γ έ λ ω τ ο ς;» Μίαν μόνην δικαίαν μομφήν δύναται τις ν' αποτείνη εις τον γράψαντα την Ιωάνναν, ότι ουδέν νέον είπεν εν τω βιβλίω του. Επιχειρήσας ν' αποδείξη ότι οι πλείστοι των ιερέων του μεσαιώνος ήσαν δεισιδαίμονες, άρπαγες, κακοήθεις και αιμοβόροι, ομοιάζει άνθρωπον αναβαίνοντα επί βήματος, ίνα αναγγείλη εις το κοινόν ότι οι σκορπίοι είναι φαρμακεροί, αι έχιδναι ιοβόλοι και οι σφήκες έχουσι κακά κέντρα. Γελάσατε αν θέλετε με την απλότητα του καλού τούτου ανθρώπου, εμπαίξατε τας ανακαλύψεις του, αλλά, προς Θεού, μη ζητείτε να τον στείλητε εις την φυλακήν ως υβρίσαντα τα αξιότιμα ταύτα φαρμακερά ζώα, διότι τούτο ήθελεν είναι ασυνειδησία.

Και μη είπητε, Άγιοί μου Πατέρες, ότι παρενοήσατε τον σκοπόν του συγγραφέως, σκώπτοντος τους γελοίους ιερείς και ουχί την θρησκείαν. Τα χωρία δι' ων εξηγεί τον σκοπόν αυτού είναι πολλά και σαφή, αι δε παραπομπαί αυτού ακριβείς και ευεξέλεγκτοι, ώστε δύσκολος ή μάλλον αδύνατος ήτο πάσα παρανόησις. Ειπέτε μάλλον ότι ωργίσθητε κατ' αυτού, διότι είπεν εν τω προοιμίω του ότι μεταξύ πάντων των σήμερον χριστιανικών εθνών μόνοι ημείς στερούμεθα θρησκευτικής διδασκαλίας· ότι ενώ πανταχού και εν αυτή ακόμη τη ορθοδόξω Ρωσσία η εξωτερική λατρεία ρυθμίζεται αναλόγως των απαιτήσεων του προοδεύοντος πολιτισμού, μόνοι ημείς μένομεν προσκολλημένοι, εις τους τύπους του μεσαιώνος ως τα οστρείδια εις τον βράχον, εκλέγοντες τους λειτουργούς του Υψίστου μεταξύ των αναλφαβήτων, ασπαζόμενοι βυζαντινάς μαυρογραφίας και ακροώμενοι διώρους ρινοφωνίας, τας οποίας απεδοκίμαζε και αυτός ο Άγιος Βασίλειος{107}. Πιθανόν να δυσηρεστήθητε και δι' όσα εν σελ. 108 είπεν ο συγγραφεύς περί του ημετέρου κλήρου, ότι δηλ. ενώ οι ε ν τ η Δ ύ σ ε ι ι ε ρ ε ί ς α π έ κ τ η σ α ν ο ξ ε ί ς ό ν υ - χ α ς κ α ι ι ο β ό λ ο υ ς ο δ ό ν τ α ς, π α ρ' η μ ί ν α π' ε ν α ν τ ί α ς κ α τ ή ν τ η σ α ν β α θ μ η δ ό ν α β λ α - β ε ί ς κ α ι χ ε ι ρ ο ή θ ε ι ς ω ς οι ε γ χ έ λ ε ι ς τ η ς Κ ω π α ΐ δ ο ς, και ίνα διαψεύσητε αυτόν, νομίζοντα υμάς καλούς ανθρώπους εσπεύσατε να δείξετε ότι έχετε και υμείς οδόντας. Συγχωρήσατέ με όμως να παρατηρήσω, Άγιοί μου Πατέρες, ότι πάντα τα ανωτέρω ουδέν έχουσι κοινόν μετά της θρησκείας, εν ονόματι της οποίας υβρίζετε, καταμηνύετε και διαβάλλετε τον συγγραφέα. Ίσως προφασισθήτε ότι η σήμερον διανοητική κατάστασις του ελληνικού λαού, μη όντος εισέτι εις θέσιν να διακρίνη τα αληθή όρια της θρησκείας καθιστά αναγκαία προφυλακτικά μέτρα κατά της «Ι ω ά ν - ν α ς» δυναμένης να κλονίση τας πεποιθήσεις των συγχεόντων ακόμη την θρησκείαν μετά των λειτουργών αυτής. Αλλά και τούτου δοθέντος, τίνα λογικόν σκοπόν είχον αι υμέτεραι απαγορεύσεις και τίνας ηλπίζετε δι' αυτών να προφυλάξετε; Ουχί βεβαίως τους μη γνωρίζοντας ν’ αναγινώσκωσιν, οίτινες ουδόλως εκινδύνευον, και έτι ολιγώτερον τους γραμματισμένους, των οποίων ο αριθμός και η περιέργεια δεκαπλασιάζεται διά των τοιούτων απαγορεύσεων. Ταύτα κάλλιον παντός άλλου εγινώσκετε, σεβασμιώτατοι Ιεράρχαι μου· αλλά συγχρόνως εγνωρίζετε ότι χάρις εις παντελή έλλειψιν χριστιανικής διδασκαλίας υπάρχουσιν ακόμη παρ' ημίν αναγνώσται της Α μ α ρ τ ω- λ ώ ν Σ ω τ η ρ ί α ς, γραΐδια λιβανίζοντα την Αγ. Παρασκευήν και ευσεβείς προσκυνηταί νομίζοντες ότι η εν Τήνω Παναγία είναι ευσπλαγχνικωτέρα των αλλαχού, ως οι παρά Πλουτάρχω εκείνοι Μεγαρείς, οι ισχυριζόμενοι ότι η εν Μεγάροις σελήνη είναι μεγαλυτέρα της των Αθηνών. Τούτους ηλπίσατε διά των κραυγών υμών να εξεγείρετε κατά του συγγραφέως, την μάμμην, την τροφόν και τους υπηρέτας του! Υμείς τ ο φ ω ς τ ο υ κ ό σ μ ο υ εβασίσθητε επί του σκότους της αμαθείας, ίνα εκδικηθήτε διαβάλλοντες ως εχθρόν της θρησκείας, τον μόνας τας καταχρήσεις των ιερέων αποστραφέντα, τα δε ευαγγελικά παραγγέλματα του Σωτήρος ημών μετά τοσαύτης ευλαβείας ακολουθούντα, ώστε επί πέντε κατά συνέχειαν μήνας, απειλούμενος, καταδιωκόμενος, ονομαζόμενος έ χ ι δ ν α, κ α κ ο ύ- ρ γ ο ς, ό ρ γ α ν ο ν τ ο υ Σ α τ α ν ά, μ υ σ α ρ ό ς, α ν α - τ ρ ο π ε ύ ς τ ω ν κ α θ ε σ τ ώ τ ω ν κ.τ.λ., ουδέ γρυ απεκρίθη εις πάντα ταύτα, ενώ τόσον εύκολος ήτο η απάντησις. Δεν ενοώ βεβαίως διά τούτου ότι ηδύνατο να διαγωνισθή προς τον Αγ. Καρυστίας κατά την εύροιαν των υβριστικών επιθέτων, διότι ουδείς ο δυνάμενος ν' αμφισβητήση εις τους ρασοφόρους την δάφνην του είδους τούτου της φιλολογίας, αλλ' εις τας ύβρεις ταύτας ηδύνατο απολογούμενος ν’ αντιτάξη πράγματα. Ότι π.χ. δεν ανήκει εις υμάς, Σεβασμιώτατοι Ιεράρχαι μου, να κατηγορήτε τους άλλους ως ανατροπείς των καθεστώτων, ενώ από τριών ήδη ετών ανατρέπετε και καταπατείτε τους τε θείους κανόνας και τους νόμους του Κράτους ζητούντες μεταθέσεις• ότι πολύ ολιγώτερον αρμόζει εις υμάς να κατηγορήτε τους άλλους ως ασεβείς, ενώ τόσον ολίγον σέβεσθε το όνομα του Κυρίου, ώστε τελείτε αντικανονικά μνημόσυνα τας Κυριακάς, τους δε Αγίους τόσον ολίγον τιμάτε, ώστε αλλάσσετε τα ονόματα αυτών κατά τας πολιτικάς περιστάσεις, καθιστώντες αυτούς οτέ μεν Οθωνιστάς ότε δε Επαναστάτας{108} και αυτό δε το αρχιερατικόν υμών ένδυμα τόσον ολίγον σέβεσθε, ώστε γράφετε εις τους ιδιώτας υβριστικάς επιστολάς, οσάκις ευρίσκετε ότι ούτοι, δεν επλήρωσαν αρκούντως υπηρεσίας τας οποίας αμισθί χρεωστείτε να προσφέρετε{109}. Ταύτα και μυρία άλλα ηδύνατο να είπη, λαμβάνων την ύλην εκ των εφημερίδων, δι' ων υβρίζετε καθ' ημέραν αλλήλους, ως σιμωνιακούς και παραβάτας των κανόνων. Αλλά περί τούτων πάντων ολίγον φροντίζει ο συγγραφεύς. Αν κατά το παράγγελμα και το παράδειγμα του Ιησού και των Αγίων Πατέρων μισεί τους θρησκοκαπήλους, τοσούτον όμως αποστρέφεται, το σκάνδαλον, ώστε επιχειρήσας να καταδείξη την εκ τούτων βλάβην, αντί να στρέψη γύρω του το βλέμμα, ανέτρεξεν εις απέχουσαν και άγνωστον σχεδόν του μεσαιώνος εποχήν, ίνα αποφύγη πάσαν προσωπικότητα. Εις ουδέν ανήκουν των παρ' ημίν εκκλησιαστικών κομμάτων, ούτε εις την ορθόδοξον ρωσσικήν ούτε εις την βιβλικήν προπαγάνδαν ουδένα προυτίΘετο διά του βιβλίου του πολεμικόν σκοπόν, αλλ' είπε περί πάντων την αλήθειαν, στιγματίσας αδιακρίτως το κακόν και το γελοίον, οπουδήποτε και αν εύρεν αυτό, παρά τοις ορθοδόξοις, τοις Λατίνοις ή τοις Διαμαρτυρομένοις, υπό το ράσον του μοναχού ή τον τρίβωνα του φιλοσόφου· γνωρίζων δε ότι η διόρθωσις των κακώς εν τω κόσμω εχόντων δεν ανήκει εις τους θεωρητικούς λογίους, δαπάνη τας ημέρας του κύπτων επί των βιβλίων του. Αφήσατε αυτόν ήσυχον τέλος πάντων! Τούτο συμβουλεύω υμάς προς όφελος υμών μάλλον ή του συγγραφέως, όστις αν δεν ελυπείτο βλέπων λειτουργούς του Υψίστου παρεκτρεπομένους εις τοιαύτας αντευαγγελικάς φωνασκίας, ήθελε χαίρει διά την δημοτικότητα, ην απέκτησε δι'αυτών το βιβλίον του. Η «Π ά π ι σ σ α Ι ω ά ν ν α» η προωρισμένη ως πάντα τα εν Ελλάδι, εκδιδόμενα βιβλία, ν' αναγνωσθή υπό ευαρίθμων τινών λογίων ανεγνώσθη χάρις εις τους αφορισμούς εν ταις λέσχαις, τοις καφφενείοις και τοις παντοπωλείοις και ενίοτε μεγαλοφώνως, ίνα ακούωσι και οι μη εξεύροντες ν' αναγινώσκωσιν, ο δε Άγ. Ναζαρέτ και ο Ηγούμενος του Άγ. Σάββα ζητούσιν αντίτυπα αυτής εκ των περάτων της Συρίοις. Τοιαύτα είνε σήμερον τ' αποτελέσματα των ιερατικών απαγορεύσεων το δε σωτήριον έτος 1866 είναι είπερ τι και άλλο ακατάλληλον δι' αφορισμούς και καταδιώξεις συγγραφέων. Το ιεροκρατικόν οικοδόμημα καταρρέει, πανταχού• η γαλλική γερουσία καθιερώνει την ελευθερίαν του λόγου• γενική περιέργεια και άκρατος προς την ελευθέραν έρευναν οργασμός κατέχει πάντας τους λαούς, και εν μέσω του γενικού τούτου σάλου ανεγείρεται το θρησκευτικόν αίσθημα, αποτινάσσον τον ζυγόν της μεσαιωνικής θεολογίας και θυσιάζον το γράμμα ίνα προσκολληθή εις το πνεύμα του Χριστιανισμού. Πάντες φαίνονται εννοήσαντες ότι, ίνα διασωθεί η κλυδωνιζομένη κιβωτός της πίστεως, ανάγκη πάσα να ριφθώσιν εις την θάλασσαν τα λαθραίως επιβιβασθέντα επ' αυτής ιερατικά εμπορεύματα. Πλήθος κριτικών, φιλολόγων, ανεξαρτήτων θεολόγων και προοδευτικών ιερέων ενασχολούνται νυχθημερόν εις την αναθεώρησιν των μνημείων του χριστιανισμού, ταμιεύοντες τα χρήσιμα και ρίπτοντες εις το πυρ τα ζιζάνια. Ο Collanis, ο Reville, ο Reuss, ο Rost, ο Channing, ο Parker, ο Kein, ο Schenkel, ο Quinet και λοιποί κρατούσι την σκαπάνην και κράζουσιν «Ε μ π ρ ό ς!» ήγουν «Οπίσω προς τους χρόνους του αποστολικού Χριστιανισμού. Τα χωρίζοντα ημάς απ' αυτού μεσαιωνικά μεσότοιχα πρέπει να καταπέσωσι και ο αποκρύπτων εις τους οφθαλμούς μας τον ουρανόν ιερατικός ιστός πρέπει να σχισθή.» Το πνεύμα τούτο της θρησκευτικής αναγεννήσεως, το εξεγείρον ολόκληρον την χριστιανικήν οικουμένην, θέλει πνεύσει τάχιον ή βράδιον και εφ' ημάς. Ο καιρός ίσως δεν είναι μακράν ότε θα είπωσι και οι Έλληνες «Δ ε ν θ έ λ ο μ ε ν π λ έ ο ν ν α ή μ ε θ α Β υ ζ α ν τ ι ν ο ί, α λ λ ά Χ ρ ι σ τ ι α ν ο ί!» Και τότε, Άγιοί μου Πατέρες, όταν η ηώς αύτη και εφ’ ημάς ανατείλη, αν επιμένετε ακόμη θεωρούντες ως καταχθόνιον δαίμονα τον συγγραφέα της «Ί ω ά ν ν α ς» θέλετε αναγκασθή τουλάχιστον αντί, Σ α τ α ν ά να ονομάσετε αυτόν Ε ω σ φ ό ρ ο ν.

Η ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ

Ε Π Ι Σ Τ Ο Λ Α Ι Ε Ν Ο Σ Α Γ Ρ I Ν I Ω Τ 0 Υ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Αη

Αγρίνι 1 Μαίου 1866

Αξιότιμε κ. Εκδότα της «Αυγής»