Η Πάπισσα Ιωάννα

Part 16

Chapter 16 55 words Public domain Markdown

Ταύτα, Άγιοί μου Πατέρες, έκρινα καλόν να παρατηρήσω εις υμάς, ως ευπειθές τέκνον της ορθοδόξου Εκκλησίας• ήδη δε συγχωρήσατε μοι και ως απλούς τίμιος άνθρωπος να παρατηρήσω, ότι τα επίθετα β λ ά- σ φ η μ ο ς, κ α κ ο ύ ρ γ ο ς, α σ ε β ή ς, ό ρ γ α ν ο ν τ ο υ Σ α τ α ν ά κτλ. ου μόνον απηγορευμένα είναι υπό των θείων κανόνων και ανάρμοστα εις χείλη προωρισμένα να δοξολογώσι τον Πλάστην, αλλά και έχουσιν εις τα στόματα υμών σημασίαν όλως διάφορον της συνήθους• διότι ο κόσμος συνείθισε προ πολλού, όταν ακούη αυτά προφερόμενα υπό ιερέων, να τα μεταφράζη αμέσως διά του φ ι λ α λ ή θ η ς, ε ι λ ι κ ρ ι ν ή ς, π ρ ο ο δ ε υ τ ι κ ό ς και άλλων τοιούτων, ενθυμούμενος ότι β λ ά σ φ η μ ο ι και α σ ε- β ε ί ς ωνομάσθησαν ο Γαλιλαίος, ο Ούσσιος, ο Πασχάλ, ο Κοραής, ο Βάμβας και ο Φαρμακίδης. Τοιούτον είναι το πνεύμα του αιώνος, κωφεύοντος εις πάσαν αναπόδεικτον κατηγορίαν και αντί ύβρεων και απαγορεύσεων ζητούντος φως, συζήτησιν και διδασκαλίαν. Το πνεύμα τούτο ονομάζουσι πολλοί, των Ορθοδόξων ασεβές και αντιχριστιανικόν, ποθούντες φαίνεται, τον χρυσούν αιώνα του Βυζαντίου, ότε οι αφορισμοί, αι προγραφαί και οι ευνούχοι του Παλατίου ήσαν τα στηρίγματα της ορθοδοξίας. Αλλ' εγώ το πνεύμα του σημερινού αιώνος θεωρώ απ' εναντίας ως χριστιανικώτατον και κατά πάντα σύμφωνον με τας ευαγγελικάς παραδόσεις. Διότι τι άλλο ζητούμεν σήμερον παρ’ υμών, ίνα πεισθώμεν, ειμή μόνον να μιμήσθε το παράδειγμα των αποστόλων και των πρώτων πατέρων της Εκκλησίας, οίτινες αντέταττον την θεόπνευστον διδασκαλίαν και τους ευγλώττους λόγους των εις τα επιχειρήματα των φιλοσόφων και έπειθον όλον τον κόσμον; Η «Π ά π ι σ σ α Ι ω ά ν ν α» φαίνεται υμίν βλάσφημον και επικύνδυνον βιβλίον, ι κ α ν ό ν ν α δ η λ η τ η ρ ί α σ η ο - λ ό κ λ η ρ ο ν τ ο π ο ί μ ν ι ο ν; Διατί δεν σπεύδετε ν' αναιρέσητε αυτήν, καθιστώντες και εις ημάς μισητήν την κακοδοξίαν, ως οι προκάτοχοι υμών εις τους προγόνους μας; Ο Ερμείας αντέταξε τον «Δ ι α σ υ ρ μ ό ν» εις τα δόγματα των σοφιστών, ο Ωριγένης την « Α ν α ί ρ ε σ ι ν» εις τα σοφίσματα των Επικουρείων, ο Τερτουλλιανός τον «Α π ο λ ο γ η τ ι κ ό ν» εις τας συκοφαντίας των εθνικών, ο Άγιος Βασίλειος τας «Ε π ι σ τ ο λ ά ς» του εις την πλάνην των Αρειανών, και πάντες επείσθησαν εις τους λόγους των, ενώ ουδείς ήθελε πεισθή, αν οι θείοι ούτοι πατέρες, αντί ν' αναιρώσι τα επιχειρήματα των κακοδόξων, περιωρίζοντο να ονομάζωσιν αυτούς όργανα τ ο υ Σ α τ α ν ά, ε χ ί δ ν α ς κ α ι κ α κ ο ύ- ρ γ ο υ ς. Αλλά και υμείς αυτοί, αισθανθέντες πόσον ανεπαρκή ήσαν τα επίθετα ταύτα προς αντίκρουσιν του κακού, εσπεύσατε να επικαλεσθήτε την βοήθειαν του κ. Εισαγγελέως, ίνα εν ελλείψει επιχειρημάτων αντιτάξητε κλητήρας εις τας κακοδοξίας της «Ι ω ά ν- ν α ς». Ο τρόπος ούτος του μεταπείθειν τους κακοδόξους δεν είναι νέος• απ’ εναντίας ήκμαζε κατά τον μεσαιώνα παρά τοις Φράγκοις μετά της Ιεράς Εξετάσεως, των συγχωροχαρτίων και των ανθρωπίνων ολοκαυτωμάτων. Την μέθοδον όμως ταύτην ούτε ο Άγ. Κλήμης ούτε ο Άγ. Βασίλειος εσκέφθησάν ποτε να μεταχειρισθώσι, νομίζοντες ότι ο Ιησούς, ότε είπεν εις τους μαθητάς « Π ο ρ ε ύ ε σ θ ε δ ι δ ά - σ κ ε τ ε π ά ν τ α τ α έ θ ν η.» δεν ενόει ότι η διδαχή αύτη πρέπει να γίνηται διά καταμηνύσεων και κλητήρων.

Ίσως αντιτείνετε εις ταύτα, πολυσέβαστοί μου Ιεράρχαι, ότι ο Άγιος Βασίλειος και οι λοιποί πατέρες ήσαν σοφοί άνθρωποι, κάτοχοι της τε ιεράς και της θύραθεν παιδείας και ως εκ τούτου ηδύναντο ν' αντιτάττωσιν ευαγγελικάς αληθείας και ευγλώττους φράσεις εις τα σοφίσματα των εχθρών της πίστεως, ενώ υμείς δεν ηυτυχήσατε να μάθετε γράμματα, ευρισκόμενοι εις τοιαύτην άγνοιαν των δογμάτων της θρησκείας, ώστε ηναγκάσθητε να καταφύγετε εις λαϊκούς, ίνα αποφασίσωσιν αν περιέχη τι κατ' αυτών• η Ι ω ά ν ν α, και πλην τούτου, ενώ οι Βασίλειοι και Χρυσόστομοι δεν είχον άλλην φροντίδα παρά μόνην την διδασκαλίαν, μόλις διά της βίας δεχόμενοι επισκοπάς, υμείς απ' εναντίας έχετε μεταθέσεις να ζητήσετε, υπουργούς να παρακαλέσετε, εχθρούς να διαβάλετε, φίλους να τοποθετήσετε και άλλας ασχολίας, αίτινες δεν αφίνουσι καιρόν εις διδαχήν του ποιμνίου, και διά ταύτα πάντα, προτιμάτε, ως προχειροτέρους τους κλητήρας. Λοιπόν, Άγιοί μου Πατέρες, επειδή δεν γνωρίζετε το επάγγελμά σας, επειδή αι περί μεταθέσεως αντικανονικαί προσπάθειαι δεν αφίνουσιν εις υμάς καιρόν ν' ανοίξετε βιβλίον, διά τούτο άραγε πρέπει να φυλακίζονται οι άνθρωποι και να στερώνται του φωτός του ηλίου, τον οποίον ο πανάγαθος Θεός α ν α τ έ λ λ ε ι ε π ί α γ α θ ο ύ ς κ α ι π ο- ν η ρ ο ύ ς; Ο συλλογισμός ούτος, αν δεν είναι ευαγγελικός, είναι τουλάχιστον πρωτότυπος και αστείος. Αλλ' ιδέτε και οποία χάλαζα σαρκασμών επέπεσε κατά των ιερών υμών προσώπων, ότε μη αρκεσθέντες να προσκαλέσετε λαϊκούς, ίνα δείξωσιν εις υμάς, τους φύλακας της δογματικής κιβωτού, πού κείται η κακοδοξία της Ιωάννας, ετολμήσατε έπειτα να ζητήσετε παρά του κ. Εισαγγελέως την θεραπείαν του κακού, το οποίον εις υμάς μόνους απέκειτο να θεραπεύσετε, οικοδομούντες το ποίμνιον και επαναφέροντες και αυτόν τον κ α - κ ο ύ ρ γ ο ν σ υ γ γ ρ α φ έ α συντετριμμένον και μετανοούντα υπό τους πόδας του Σταυρού. Ο κ. Εισαγγελεύς ουδ' απάντησιν έδωκεν^ οι δικασταί απεκρίθησαν γελώντες ότι, αφού το βιβλίον είναι αφωρισμένον, δεν δύνανται να το αναγνώσωσιν ίνα το δικάσωσιν· ο τύπος ολόκληρος επέπεσε καθ' υμών η Η μ έ ρ α παρετήρησεν ότι δεν είναι χριστιανικόν θέαμα το να βλέπη τις τον ωπλισμένον βραχίονα των κλητήρων πλησίον των αόπλων και αιμοσταγών βραχιόνων του Σωτήρος, το « Φ ω ς » έπλαοε νεκρικούς διαλόγους, ίνα εμπαίξη τας απαγορεύσεις και εγκυκλίους, η Independance εσυμβούλευσεν υμίς να μιμήσθε τους σήμερον καθολικούς, οίτινες αντί καταμηνύσεων μεταχειρίζονται αναιρέσεις, η Ν έ α Γ ε ν ε ά εχλεύασε τας πανταχούσας, και αυτός ο κ. Καλαποδάκης απεφάνθη ότι η διαγωγή υμών ενθυμίζει τους σκοτεινούς χρόνους του μεσαιώνος· άλλοι δε ηρώτησαν αν πράττετε ταύτα εκ συμφώνου μετά του συγγραφέως ίνα υπερτιμηθή το βιβλίον. Ότε τα πράγματα περιήλθον εις τοιαύτην δείνωσιν και εκορυφώθη ο γέλως, εκρίνατε τότε καλόν να εμπιστευθήτε την υπεράσπισιν των δικαιωμάτων της Εκκλησίας εις τον ρήτορα του τάγματος, τον Άγιον Καρυστίας, όστις κατεχώρισεν εν αριθ. 985 του Ε θ ν ο φ ύ λ α κ ο ς υπό την επιγραφήν Η α σ υ γ - χ ώ ρ η τ ο ς ο λ ι γ ω ρ ί α τ η ς Κ υ β ε ρ ν ή σ ε ω ς, φιλιππικόν ή π α ν τ α χ ο ύ σ α ν ή φ ι λ α σ τ ρ ό κ α ν, ως την εβάπτισαν αι εφημερίδες, δι' ης υβρίζει την Κυβέρνησιν διά την αναλγησίαν της, π ρ ο κ ε ι μ έ ν ο υ π ε ρ ί τ ω ν ό λ ω ν κ ι ν δ ύ ν ο υ, π ε ρ ί α ν α τ ρ ο π ή ς τ ω ν κ α θ ε σ - τ ώ τ ω ν (;) π ε ρ ί α ν α σ κ ά ψ ε ω ς ε κ β ά θ ρ ω ν τ η ς κ ο ι ν ω ν ί α ς, π ε ρ ί α ν α σ π ά σ ε ω ς ε κ θ ε μ ε λ ί- ω ν τ ω ν Ι ε ρ ώ ν τ η ς π ί σ τ ε ω ς δ ο γ μ ά τ ω ν, περί της πτωχής Ι ω ά ν ν α ς τέλος πάντων, ή τ ι ς σ κ α ν δ α λ ί- ζ ε ι μ υ ρ ι ά δ α ς π ε π ο ι θ ή σ ε ω ν, δ ο λ ο φ ο ν ε ί ο- λ ό κ λ η ρ ο ν κ ο ι ν ω ν ί α ν κ α ι π ο ι ε ί α ν ά σ τ α- τ ο ν τ ο π α ν. Μετά τοιούτον προοίμιον ζητεί ο ευαγγελικός ανήρ την π α ρ α δ ε ι γ μ α τ ι κ ή ν τ ι μ ω ρ ί α ν τ ο υ κ α κ ο ύ ρ γ ο υ σ υ γ γ ρ α φ έ ω ς, τ η ν π α ν τ ο τ ε ι - ν ή ν π α ύ σ ι ν του απειθήσαντος εις τας διαταγάς του εισαγγελέως, την καταδίωξιν των α σ ε β ώ ν β ι β λ ι ο π ω λ ώ ν κτλ. Αλλ' ουδ' εις ταύτα έκρινεν εύλογον ν' απάντηση η Κυβέρνησις· αν δε απήντα, ήθελε πιθανώς ειπεί ότι της Εκκλησίας και ουχί της Κυβερνήσεως έργον είναι η θεραπεία του κακού• ότι αι αλήθειαι της θρησκείας δεν έχουσί τι να φοβώνται εκ του φωτός της συζητήσεως και της φανεράς διά του λόγου πάλης κατά της ασεβείας, τας δε κατά του κλήρου αιτιάσεις απόκειται εις αυτόν τον κλήρον ν' αναιρέση διά των αρετών του, αν είναι ψευδείς• αν δε είναι αληθείς, τότε δεν είναι δίκαιον να φυλακίζωνται οι άνθρωποι διά να κρύπτωνται τα αίσχη των ιερέων. Εις ταύτα ηδύνατο να προσθέση, ότι υβρίζει τις τον χριστιανισμόν, φοβούμενος δι' αυτόν την ελευθερίαν του λόγου, εις ην χρεωστεί την ύπαρξιν και την εξάπλωσίν του εφ' όλης της γης. Διότι τι άλλο ήσαν αι Ε π ι σ τ ο λ α ί, δι' ων ο Άγιος Παύλος και οι λοιποί Απόστολοι εκρήμνισαν τα είδωλα και εχριστιάνισαν την οικουμένην, ειμή μόνον διαμαρτυρήσεις εν ονόματι της ελευθερίας της συνειδήσεως και του λόγου; οι δε κατά των ομολογητών και μαρτύρων διωγμοί τι άλλο ειμή παραγνωρίσεις της ελευθερίας ταύτης; {94} Ολίγον μετά ταύτα ο Χριστιανισμός καταβαλών τους σοφιστάς εθριάμβευσε και πάλιν διά της ελευθερίας του λόγου εν ταις σχολαίς των Αθηνών, της Αλεξανδρείας και Αντιοχείας και δι' αυτής μόνης δύναται να θριαμβεύση· την δε μεσολάβησιν της εξουσίας απαγορεύουσιν οι Άγιοι Πατέρες, ο Άγιος Αθανάσιος, λέγων ότι ίδιον της θρησκείας είναι το πείθειν και ουχί το αναγκάζειν και ο Άγιος Ιλάριος Παταυίου ισχυριζόμενος «Ό τ ι α ν η κ ο σ μ ι κ ή ε ξ ο υ σ ί α ε ζ ή τ ε ι π ο τ έ ν α ε π α ν α γ ά γ η β ι α ί ω ς τ ο υ ς π λ α ν η θ έ ν τ α ς, κ α θ ή κ ο ν τ ω ν ε π ι σ κ ό π ω ν ή θ ε λ ε ν ε ί ν α ι ν α σ τ α μ α τ ή σ ω σ ι τ ο ν β ρ α χ ί ο ν α α υ τ ή ς, κ ρ ά ζ ο ν τ ε ς ε ν ί σ τ ό μ α τ ι «Ο Ι η σ ο ύ ς δ ε ν ζ η τ ε ί ν' α ν α γ ν ω ρ ί σ ω σ ι ν α υ τ ό ν δ ι ά τ η ς β ί α ς, D e u s n o n r e q u i r i t c o a c t a m c o n f e s i o n e m» ώστε, «πολυσέβαστοί μου Συνοδικοί», ήθελεν ειπείν εν είδει επιλόγου η Σ. Κυβέρνησις, «επικαλούμενοι την βοήθειαν του κ. εισαγγελέως εξευτελίζετε τον Χριστιανισμόν, λησμονείτε τας αποστολικάς παραδόσεις, κηρύττετε εαυτούς ανικάνους να υπερασπίσετε διά του λόγου την εμπιστευθείσαν υμίν θείαν παρακαταθήκην, εκτίθεσθε εις τον κοινόν γέλωτα, εν ενί λόγω ο υ κ ο ί δ α τ ε τ ι π ο ι ε ί τ ε».

Και, μη νομίσετε ότι ούτω αποκρινομένη παραγνωρίζει η Κυβέρνησις τα άρθρα του νόμου και του συντάγματος, τα οποία μετά τοσαύτης ασπλαγχνίας επικαλείσθε κατά του δυστυχούς συγγραφέως. Αν αι αποστολικαί παραδόσεις δεν συμφωνούσι με τας υμετέρας εγκυκλίους, ουδόλως ευνοϊκώτεροι είναι προς αυτάς οι νόμοι του Κράτους. Και περί μεν των επιθέτων κ α κ ο ύ ρ γ ο ς, έ χ ι δ ν α κτλ. περιττόν νομίζω να είπω τι ενταύθα διότι η ύβρις και διαβολή, αν και τιμωρούμεναι υπό του κώδικος, κατήντησαν όμως διά μακράς συνηθείας αναπαλλοτρίωτα προνόμια των ιερέων, τα οποία ουδείς σκέπτεται ν' αμφισβήτηση αυτοίς, ως καταστάντα όλως ακίνδυνα, αφού ο κόσμος δεν πιστεύει πλέον εις τους λόγους των· αλλά το δικαίωμα της καταμηνύσεως ώρισαν και περιώρισαν ακριβώς οι νόμοι του κράτους. Το άρθρον, δυνάμει του οποίου καταμηνύετε την Ι ω ά ν ν α ν και ζητείτε τ η ν π α ρ α δ ε ι γ μ α τ ι κ ή ν τ ι μ ω ρ ί α ν τ ο υ κ α κ ο ύ ρ γ ο υ σ υ γ γ ρ α φ έ ω ς, είναι, αν δεν απατώμαι, το διά της Θ' παραγράφου του καταστατικού της Συνόδου χορηγηθέν εις υμάς δικαίωμα της επαγρυπνήσεως «ε ι ς τ ο π ε ρ ι ε χ ό μ ε ν ο ν τ ω ν ε ι ς χ ρ ή σ ι ν τ η ς ν ε ο λ α ί α ς κ α ι τ ο υ κ λ ή ρ ο υ π ε ρ ί θ ρ η - σ κ ε υ τ ι κ ώ ν α ν τ ι κ ε ι μ έ ν ω ν π ρ α γ μ α τ ε υ ο - μ έ ν ω ν β ι β λ ί ω ν». Αγνοώ πώς ερμηνεύετε υμείς τον νόμον τούτον· ο γηραιός όμως και πολυμαθής καθηγητής του συνταγματικού Δικαίου, κ. Δ. Κυριακού, του οποίου το κύρος, προκειμένου περί νομικών ζητημάτων, θεωρώ, με την άδειάν σας, ανώτερον του υμετέρου, εξηγεί το άρθρον τούτο ως ακολούθως. ««Συνέπεια της κατά το άρθρον του Συντάγματος απαγορεύσεως του προσηλυτισμού είναι και το χορηγηθέν εις την ιεράν Σύνοδον δικαίωμα του επαγρυπνείν εις το περιεχόμενον των εις χρήσιν της νεότητος και του κλήρου δημοσιευομένων εν Ελλάδι ή έξωθεν ερχομένων βιβλίων. Αλλ' η εποπτεία αύτη της Ιεράς Συνόδου (προσέξατε, Άγιοί μου Πατέρες) δ ε ν δ ύ ν α τ α ι ν α ε κ τ α - θ ή κ α ι ε π ί τ ω ν β ι β λ ί ω ν, ό σ α μ η π ρ ο ω ρ ι - σ μ έ ν α ε ι ς π α ι δ α γ ω γ ί α ν π ρ α γ μ α τ ε ύ ο ν τ α ι π ε ρ ί θ ρ η σ κ ε υ τ ι κ ώ ν α ν τ ι κ ε ι μ έ ν ω ν φ ι - λ ο σ ο φ ι κ ώ ς ή ι σ τ ο ρ ι κ ώ ς διότι άλλως ήθελε περιορίζεσθαι η έρευνα της αληθείας, οι δε λόγιοι του έθνους έπρεπε να οδηγώνται εκ των φρονημάτων των κατά καιρούς συγκροτούντων την Ιεράν Σύνοδον αρχιερέων»». Συγχωρήσατέ με ήδη να ερωτήσω υμάς, σεβάσμιοι μου Πατέρες, αν δύναται να θεωρηθή ως βιβλίον π ρ ο τ ι θ έ μ ε ν ο ν π ρ ο σ η λ υ τ ι σ μ ό ν υ π έ ρ ά λ λ η ς τ ι ν ό ς θ ρ η σ κ ε ί α ς η Πάπισσα Ιωάννα, ης ο συγγραφεύς κηρύττει εν τω προοιμίω του ότι «ουδ' ίχνος πολεμι- κής τάσεως υπάρχει εν αυτή», ότι «τα αίσχη των Φράγκων και των ανατολιτών, αι οπτασίαι των μεσαιωνικών καλογήρων, τα όνειρα των γερμανών καθηγητών και πάσαι εν γένει αι θρησκευτικαί ή φιλοσοφικαί παραδοξολογίαι εκτίθενται μετά της αυτής απαθείας, μεθ' ης σημειώνει ο ναύτης την διεύθυνσιν των ανέμων εν τω ημερολογίω του;» Αλλ' ουδέ εις τον σωρόν των ε ι ς χ ρ ή σ ι ν τ η ς ν ε ο λ α ί α ς κ α ι τ ο υ κ λ ή ρ ο υ δ ι δ α κ τ ι - κ ώ ν β ι β λ ί ω ν δύναται, νομίζω, να περιληφθή η Ι ω ά ν ν α. Τίνι λοιπόν δικαιώματι αναμιγνύεσθε εις πράγματα αλλότρια της δικαιοδοσίας υμών, καταμηνύοντες, υβρίζοντες και συκοφαντούντες βιβλίον ουδόλως υποκείμενον εις την εκκλησιαστκήν λογοκρισίαν, ην ο νόμος περιώρισεν εις μόνα τ α δ ι δ α κ τ ι κ ά; Η κοινωνία υπέβαλε τον άνθρωπον εις την υμετέραν επιτήρησι μόνον μέχρις ου καταστή ικανός να σκέπτεται αφ' εαυτού, μέχρις ου δηλ. γίνη άνθρωπος, ότε πάλιν εις υμάς απόκειται να διατηρήτε αυτόν εις την οδόν της ορθοδοξίας, ουχί όμως πλέον δι’ απαγορεύσεων και λογοκρισίας, αλλ' αποδεικνύοντες εις αυτόν, ως έπραττον οι θείοι Πατέρες, ότι τα υμέτερα διδάγματα είναι τα καλλίτερα. Το καλόν τούτο παράδειγμα δίδουσιν εις υμάς εν Γαλλία οι εν Χριστώ αδελφοί σας, οίτινες επανερχόμενοι εκόντες άκοντες εις την αποστολικήν μέθοδον, αντί να τρομάξωσιν ότε εφάνη το κακόδοξον βιβλίον του Ρενάν, αντί να ονομάσωσιν αυτόν έ χ ι δ ν α ν, Σ α τ α ν ά ν και κ α κ ο ύ ρ γ ο ν, αντί να κράξωσιν ως υμείς Σ ώ σ ο ν, κ ύ ρ ι ε ε ι σ α γ γ ε λ ε ύ, τ ο ν ε κ β ά θ ρ ω ν α ν α σ π ώ μ ε ν ο ν Χ ρ ι α τ ι α ν ι σ μ ό ν! (όπερ είναι ασυγχώρητος βλασφημία εις στόμα ιερέως οφείλοντος να πιστεύη ότι Ά δ ο υ π ύ λ α ι ο ύ κ α τ ι σ χ ύ σ ο υ σ ι ν α υ τ ο ύ) αντί πάντων τούτων ευχαρίστησαν απ' εναντίας τον Θεόν, ότι εν τ ω π λ ή θ ε ι τ ο υ ε λ έ ο υ ς τ ο υ π α ρ έ σ χ ε ν ε ι ς α υ τ ο ύ ς τ η ν ε υ κ α ι ρ ί α ν ν' α π ο δ ε ί ξ ω σ ι κ α ι π ά λ ι ν π ό σ ο ν σ α θ ρ ά κ α ι ε υ ά λ ω τ α ή σ α ν τ α π ρ ο π ύ ρ γ ι α τ η ς α σ ε β ε ί α ς {95}, ως και έπραξαν, επικαλεσθέντες την βοηθειαν του Αγίου Πνεύματος αντί της του κ. εισαγγελέως. Τοιούτον σύστημα μετεχειρίσθησαν και οι εν Γερμανία ιερείς κατά του Στράους, οι Άγγλοι κατά του Δαρβίνου και οι Αμερικανοί κατά του Πάρκερ· εν γένει δε πάσαι σήμερον των εξευγενισμένων εθνών αι νομοθεσίαι θεωρούσιν ως περιττήν και επιζήμιον την φρούρησιν της θρησκείας διά κλητήρων, νομίζοντες ότι φυσικοί αυτής φύλακες είναι αυτοί οι ιερείς, μόνα όπλα έχοντες την αρετήν και την πυρίνην γλώσσαν των {96}. Περί δε ιερέων χωρίς γλώσσαν δεν προνοεί ο νόμος, διότι ουδαμού πλέον χειροτονούνται τοιούτοι, ουδέ ως ανάπηροι γίνονται δεκτοί εις τον στρατόν.

Εκ τούτων βλέπετε, Άγιοί μου Πατέρες, ότι αι υμέτεραι εγκύκλιοι και καταμηνύσεις ου μόνον παράλογοι είναι, αλλά και παράνομοι, ούτε με του Ευαγγελίου ούτε με της νομοθεσίας του σημερινού αιώνος το πνεύμα συμφωνούσαι· πολύ δε αμφιβάλλω αν κατ' αυτόν τον μεσαιώνα ήθελον εύρει χάριν. Η τότε ιεροκρατία κατεδίκαζε μεν τους υποπίπτοντας εις δογματικάς απάτας θεολόγους και έκαιεν ενίοτε τους αιρεσιάρχας, αλλ' απείχεν από πάσης αναμίξεως εις τα μη προτιθέμενα προσηλυτισμόν φιλολογικά συγγράμματα, εν οις έκαστος ηδύνατο να ομιλήση ως φρόνιμος άνθρωπος περί Συνόδων, θαυμάτων Αγίων κτλ. οι δε ιερείς έσπευδον πρώτοι εκείνοι να γελάσωσιν, ενόσω ο συγγραφεύς δεν ελάμβανε βαρύ δογματικόν ύφος. Τα ακολαστότερα και ασεβέστερα φιλολογικά προϊόντα είδον το φως καθ' ην εποχήν ο Παπισμός και η Ιερά Εξέτασις εποδοπάτουν ασυστόλως την χριστιανικήν αγέλην, ενώ αιρετικών.

πυραί καίοντο Θαμειαί.

Και τούτο ήτο επόμενον διότι οι τότε συγγραφείς, μη βλέποντες την θρησκείαν ειμή διά του πρίσματος της δεισιδαιμονίας των καλογήρων και της αισχρότητος των αρχιερέων, είχον καταντήσει να πιστεύωσιν, ότι ούτε Θεός υπάρχει εις τον ουρανόν ούτε ηθική εις τον κόσμον, απαραλλάκτως ως αμφιβάλλει τις και σήμερον περί της πραότητος και μετριοπαθείας του χριστιανισμού μετά την ανάγνωσιν της εγκυκλίου, δι' ης ο Άγ. Καρυστίας υβρίζει και απειλεί τον κόσμον όλον. Αλλ' επανερχόμενος εις τον μεσαιώνα παρακαλώ υμάς να παρατηρήσητε, ότι ούτε ο Βοκκάκιος {97} ούτε ο Αριόστος, ούτε ο Πούλκης, ούτε ο Μακιαβέλλης, ούτε ο Έρασμος, ούτε ο Ραβελαί ουδ' άλλος τις ποιητής ή συγγραφεύς της εποχής εκείνης κατεδιώχθη διά την ασέβειάν του· διότι παρά μόνων των θεολόγων απητείτο Ορθοδοξία, οι δε λοιποί λόγιοι έγραφον όπως ήθελον, ουδόλως ενοχλούμενοι υπό των εκκλησιαστικών αρχόντων, οίτινες, πλην της απληστίας, της μέθης, της σιμωνίας, της αισχρότητος και της μονομανίας του να καίωσιν αιρεσιάρχας, ήσαν κατά τα λοιπά καλοί άνθρωποι, φιλόγελοι, φιλάστειοι και προστάται των γραμμάτων. Αν δε επήρχετο εις την κεφαλήν Αγίου τινός Μακαρίου της εποχής εκείνης η αλλόκοτος ιδέα να καταμηνύση τον Αριόστον ή τον Ραβελαί επί κακοδοξία, οι συνάδελφοι του θ' απεκρίνοντο γελώντες, διά του σοφού Ιησουίτου Πάτερ Λεμουάν «Les erreurs de ce pays là n’appartiennent pas à la jurisdiction de la Sorbonne (Peintures Morales κεφ α’), όπερ σημαίνει ότι ουδέν κοινόν μεταξύ ιερέων και φιλολογίας.

Μέχρι, τούδε περιωρίσθην, σεβαστοί μου Ιεράρχαι, εις το να καταστήσω ψηλαφητόν εις υμάς ότι, όσον αντιχριστιανική και αν υποτεθή η «Ι ω ά ν ν α», μυριάκις αντιχριστιανικώτεραι είναι αι υμέτεραι ύβρεις, απειλαί και επικλήσεις του εισαγγελέως, ήδη δε θέλω εξετάσει με την άδειάν σας, αν τω όντι την θρησκείαν ή ΑΛΛΟ ΤΙ εχλεύασεν ο συγγραφεύς του καταδικασθέντος βιβλίου. Εις την έρευναν ταύτην ήθελε με βοηθήσει ουκ ολίγον η έκθεσις της προς εξέτασιν του βιβλίου συστηθείσης υφ' υμών επιτροπής, ην όμως εκρίνατε καλόν να τηρήσητε μυστικήν, έχοντες, φαίνεται, ισχυρούς προς τούτο λόγους. Στερούμενος τοιούτου οδηγού ενδέχεται να πλανηθώ· αλλά το αμάρτημά μου και εφ' υμάς θέλει πέσει, Άγιοί μου Πατέρες, οίτινες αντί να θέσετε τον λόγον, την έκθεσιν δηλ. υμών, «ω ς λ ύ χ ν ο ν τ ο ι ς π ο σ ί κ α ι φ ω ς ε ν τ α ι ς τ ρ ί β ο ι ς{98}» των πιστών, προτιμάτε να περιφέρετε αυτόν εν τω σκότει από του εισαγγελέως εις του ανακριτού.