Η Πάπισσα Ιωάννα

Part 15

Chapter 15 17 words Public domain Markdown

Αλλ’ ενώ τους κατοίκους του άλλου κόσμου έτρεμεν ο Ποντίφηξ, πολύ τούτων φοβερώτεροι εχθροί ηπείλουν την εξουσίαν του και εκορυφούτο η κατ’ αυτού των Ρωμαίων καταφορά. Οι τότε Ιταλοί δεν ωμοίαζον τα σήμερον συνταγματικά έθνη, τα θεωρούντα τους βασιλείς ως απλά αρχιτεκτονικά κοσμήματα, τιθέμενα επί της κορυφής του πολιτικού οικοδομήματος, ως τα αγάλματα επί της στέγης των ναών· ολίγον δε ασχολούμενοι εις συνωνυμικάς μελέτας δεν είχον εισέτι φθάσει να εξακριβώσωσι την μεταξύ των λέξεων β α σ ι λ ε ύ ε ι ν και κ υ β ε ρ - ν ά ν διαφοράν, αλλ' απήτουν παρά του άρχοντος αυτών να άρχη ως και παρά του μαγείρου των να μαγειρεύη. Βλέποντες δε τα ταμεία κενά, τας εκκλησίας σιωπηλάς, τα μοναστήρια μεταβεβλημένα εις καπηλεία, τους Σαρακηνούς ληστεύοντας τα παράλια και τους ληστάς εσκηνωμένους εις τα προάστεια της αγίας πόλεως ηρώτων οι καλοί Ρωμαίοι, εν αρχή μετ’ απορίας, είτα μετ' ανυπομονησίας και τέλος μετ' οργής, τι έκαμνεν η αυτού Αγιότης και διατί, ενώ υπήρχον τοσούτοι εχθροί να πολεμήση, άφινεν εις την θήκην τα κοσμικά και πνευματικά του όπλα. Οι ευλαβείς παρεπονούντο, διότι δεν απενέμοντο πλέον εις αυτούς ευλογίαι και οι επαίται, διότι δεν εμοιράζετο η επιούσιος φακή• οι φανατικοί ανέφερον μετά δακρύων ότι από έξ ήδη μηνών ουδείς εκάη μάγος ή αιρετικός, οι δε χωλοί, δαιμονιζόμενοι και παραλυτικοί ηρώτων διατί δεν εθαυματούργει πλέον ο Πάπας. Αλλ' οι μάλλον κατά του Αγίου Πατρός εξηγριωμένοι ήσαν οι ιερείς άνευ παροικίας, οι ηγούμενοι άνευ μοναστηρίων, οι καγκελάριοι και κοντόσταυλοι, δι' ους δεν υπήρχε πλέον τόπος εις την αυλήν, οι παράσιτοι οι διωχθέντες του παπικού μαγειρείου, και έτι μάλλον οι μαστροποί και οι κουρείς, οίτινες δεν ηδύναντο να εννοήσωσι διατί απεκλείοντο των Ανακτόρων, ενώ η τε συνήθεια και η παράδοσις επέταττον εις τον Πάπαν το ξύρισμα και την γυναικοκρατίαν. Πάντες ούτοι, αφού πολλάκις και εις μάτην προσέφεραν την αφοσίωσιν, τας εκδουλεύσεις, τα ξυράφια και τους υποτρόφους των, απελπισθέντες τέλος πάντων μετετράπησαν εις φοβερούς επαναστάτας. Μη δυνάμενοι ν' απολαύσωσι κοχλιάριον, ίνα αντλήσωσιν εις την χύτραν της παπικής μεγαλοδωρίας, εζήτουν ήδη ν’ ανατρέψωσιν αυτήν, ως εκριζόνουσι και οι Ινδοί τα υψηλά δένδρα, ίνα φάγωσι τους καρπούς. Αλλά και η φύσις αύτη εφαίνετο έχουσα κατά το έτος εκείνο επαναστατικάς διαθέσεις. Ο Τίβερις επλημμύρει συμπαρασύρων φραγμούς, λέμβους, πύργους και γεφύρας, τα άνθη ελησμόνουν να ανθίσωσι και τα κεράσια να ωριμάσωσι, καίτοι μεσούντος ήδη του Μαΐου, τα δε πτηνά έμενον επί των κλάδων σιωπηλά και κατηφή, ως οι ευσεβείς πετεινοί των Ιεροσολύμων κατά την εβδομάδα των Παθών. Αλλά το μάλλον θορυβήσαν τους Ρωμαίους σημείον ήσαν νέφη ακριδών τοσούτον πυκνά, ώστε επί οκτώ ημέρας επεσκίασαν τας ακτίνας του ηλίου, ο δε ήχος των πτερύγων αυτών ωμοίαζε κρότον αρμάτων πολλών τρεχόντων εις πόλεμον {91}. Τα φθοροποιά ταύτα έντομα είχον έξ πτέρυγας, οκτώ πόδας, τρίχας μακράς ως αι γυναίκες και ουράς οξείας ως οι σκορπιοί. Αγνοώ αν η περιγραφή αύτη είναι ιστορική ή αν ηρανίσθησαν αυτήν οι χρονογράφοι εκ της Αποκαλύφεως, ως οι Ευαγγελισταί την Καινήν Διαθήκην εκ της παλαιάς. Όπως δήποτε τόσω αδηφάγοι ήσαν αι ακρίδες αύται, ώστε, αφού κατέφαγον τους στάχεις και τα δένδρα, εισώρμησαν εις τας οικίας και εις αυτάς τας εκκλησίας, κατατρώγουσαι τους άρτους της Προθέσεως και τα κηρία του θυσιαστηρίου. Αφού δε και ταύτα κατέφαγον, ήρχισαν να τρώγωσιν αλλήλας, μαχόμεναι εις τον αέρα μετά τοιαύτης μανίας, ώστε τα πτώματα κατέπιπτον πυκνότερα φθινοπωρινής χαλάζης, ουδείς δε Ρωμαίος ετόλμα κατά τας ημέρας εκείνας να εξέλθη άνευ ομβρέλλας ή περικεφαλαίας. Εις την τελευταίαν ταύτην πληγήν η χολή των πιστών εξεχείλισε τέλος πάντων ακάθεκτος και ορμητική ως τα ύδατα του πλημμυρούντος ποτάμου των. Βέβαιοι όντες ότι ήρκει εν νεύμα του Πάπα, ίνα φυγαδεύση τα πτερωτά εκείνα θηρία, ηρώτων αλλήλους μετ' απελπισίας διατί ο αντιπρόσωπος του Χριστού άφινε τας παντοδυνάμους χείρας του εις τα θυλάκια της εσθήτος του και τους υπηκόους του εις την διάκρισιν ακρίδων. Αι ανωτέρω μνημονευθείσαι αξιότιμοι τάξεις των αντιπολιτευομένων ήνοιγον τους ρώθωνας και ωσφραίνοντο απλήστως την εγγίζουσαν τρικυμίαν, ως αι αραβικαί ίπποι τας βρύσεις της ερήμου, ότε δε ήλθεν η ώρα, κατέταξαν το ρωμαϊκόν σκυλολόγιον κατά φαλάγγας και λόχους και ωδήγησαν την υλακτούσαν εκείνην σπείραν υπό τα παράθυρα του Βατικανού.

Εις την θέαν του αφηνιάσαντος πλήθους οι μεν φύλακες έσπευσαν να οχυρωθώσιν όπισθεν των πυλώνων, οι δε αυλικοί να εναγκαλισθώσι τους σταυρούς και τα εικονοστάσια, ως αι Θηβαίαι παρθένοι τα είδωλα της ακροπόλεως, ότε έσειον προ των πυλών τας ασπίδας οι επτά λοχαγέται. Μόνος ο Φλώρος, όστις προ πολλού στερούμενος της φιλτάτης του περιεφέρετο νυχθημερόν έμπροσθεν της κεκλεισμένης πύλης του ευκτηρίου, ανεσκίρτησεν υπό της χαράς ευρών τέλος πάντων εύλογον πρόφασιν να υπερβή την απηγορευμένην εκείνην φλιάν. Η ταλαίπωρος Ιωάννα εκάθητο επί στασιδίου, προσηλούσα ως Αιγύπτιος καλόγηρος ανήσυχα βλέμματα επί της εξοιδημένης κοιλίας της, εξ ης όμως αντί του Αγ. Πνεύματος επερίμενε να ίδη εξερχόμενον το όνειδος και την καταισχύνην της, μόλις δε διά πολλών ικεσιών συγκατένευσε να εμφανισθή εις τους υπηκόους της, ίνα κατευνάση την τρικυμίαν. Ότε η ωχρά και ηλλοιωμένη του Ποντίφηκος μορφή επέλαμψεν εις το παράθυρον, φωτιζόμενη υπό αμυδράς ακτίνος διαπερώσης τα νέφη των ακρίδων, πολλοί των επαναστατών υπό ακουσίου καταληφθέντες σεβασμού προσέκλιναν εδαφίως, ως αι σημαίαι των Ρωμαίων στρατιωτών προ του Χριστού, ότε ενεφανίζετο ενώπιον του Πιλάτου, αλλά και πολλαί ασεβείς χείρες υψώθησαν πάλλουσαι πέτρας και σαπρά μήλα και πολλά Φαρισσαίων χείλη εξήμεσαν κατά του αντιπροσώπου του Ιησού ύβρεις και κατάρας. Ο Ποντίφηξ εκτείνας την αγίαν χείρα του ίνα ζητήση τον λόγον, ανήγγειλεν ότι την επιούσαν, ότε ήρχιζον αι τελεταί των Δεήσεων {92}, ήθελεν αναθεματίσει τας ακρίδας εν επισήμω λιτανεία, εν τούτοις δε ανεθεμάτιζε τους μη αμέσως επιστρέφοντας εις τας οικίας των. Η παπική εκείνη υπόσχεσις διεσκέδασεν εν ακαρεί τας ανησυχίας και κατεπράυνε την οργήν των καλών Ρωμαίων, ων αι οχλαγωγίαι είχον καταντήσει να ομοιάζωσι τας τρικυμίας εκείνας της Προποντίδος, τας οποίας, κατά τον Αριστοτέλη, ήρκουν να κατευνάσωσιν ολίγαι σταγόνες ελαίου.

Την επιούσαν πάντες από πρωίας ήσαν εις κίνησιν εν τοις ανακτόροις. Οι αρχιερείς ητοίμαζον τας χρυσάς στολάς των, οι διάκονοι έτριβον τους δίσκους και οι ιπποκόμοι τας ημιόνους, εν δε τη πλατεία το πλήθος των φιλέορτων έτριβον κακείνοι τας χείρας των εκ της χαράς. Η λιτανεία των Δ ε ή σ ε ω ν ήτο ως και αι πλείσται του Χριστιανισμού τελεταί κληροδότημα των ειδωλολατρών, οίτινες κατά την αυτήν εποχήν ετέλουν θυσίας υπέρ της ευφορίας των αγρών, χορεύοντες και ευωχούμενοι περί τους βωμούς της Δήμητρας και του Βάκχου, παρ' ων εζήτουν να ευλογήσωσι τους στάχεις, τας αμπέλους και τα γογγύλια. Οι δε απόγονοι αυτών επεκαλούντο δι'ομοίων τελετών την προστασίαν της σ τ α χ υ ο δ ο τ ε ί ρ α ς Παναγίας και του Αγ. Μαρτίνου, αντικαταστησάντων την Δήμητραν και τον Βάκχον. Αλλά την ημέραν εκείνην η τελετή έμελλε να είναι διπλή, προστιθεμένου εις τας Δεήσεις και του αφορισμού των ακρίδων. Εις τον χρυσούν εκείνον της πίστεως αιώνα ου μόνον οι κακοί άνθρωποι, αλλά και πάντα τα κακοποιά ζώα, οι ποντικοί, οι κόρακες, οι αγριόχοιροι, οι σκώληκες, αι κάμπαι και αυτοί οι ψύλλοι υπέκειντο εις τους αφορισμούς της Εκκλησίας, οσάκις ετόλμων να φάγωσι τα λάχανα ή να ταράξωσι τον ύπνον των πιστών. Το δε πλήθος και η κακοήθεια των ακρίδων καθίστα τον κατ' αυτών αφορισμόν φοβεράν και επίσημον τελετήν, εις ην έσπευδον να παρευρεθώσι πάντες της Ρώμης και των περιχώρων οι ευσεβείς χριστιανοί. Ενώ οι αυλικοί συνωθούντο ευέλπιδες και θορυβώδεις εις τας στοάς και τους διαδρόμους του Βατικανού, η Ιωάννα απεχαιρέτα μετά δακρύων τον εραστήν της. Η δύστηνος ημών ηρωίς είχε περάσει κακήν και άυπνον νύκτα εν τω ευκτηρίω της, οτέ μεν σκεπτομένη περί αθανασίας ψυχής, οτέ δε δοκιμάζουσα αρχιερατικάς στολάς, ίνα εύρη τις εξ αυτών ηδύνατο κάλλιον να κρύψη τον σκανδαλώδη όγκον της κοιλίας της. Οι φοβεροί λόγοι του αγγέλου αντήχουν απαισίως εις τας ακοάς της αθλίας, ήτις απολέσασα μετά την αγγελοφάνειαν εκείνην όλην αυτής την φιλοσοφίαν ανεπόλει μετά τρόμου τας πλάστιγγας, δι' ων ο αρχάγγελος Μιχαήλ εζύγιζε τας ψυχάς, την μάστιγα του Διαβόλου, τους λέβητας, τους άνθρακας, τας άρπαγας, τους όφεις, τας πυράγρας και τα άλλα σκεύη της μεσαιωνικής κολάσεως. Είτα ήρξατο να σκέπτεται περί των διαφόρων φιλοσοφικών συστημάτων, περί μετεμψυχώσεως, περί μεταβάσεως των ψυχών εις την σελήνην και τέλος περί σεισμών, ακρίδων, λέπρας και πανώλους, καταντώσα αείποτε εις το αυτό συμπέρασμα, ότι ο θεός, αφού ήτο παντοδύναμος, κακώς έπραξε εμπλήσας βασάνων και λύπης τον κόσμον τούτον και κακοποιών δαιμόνων τον άλλον. Τοιαύτα διελογίζετο την νύκτα εκείνην η ημετέρα ηρωίς και πολλά άλλα ακόμη, άτινα αναγκάζομαι να παραλείψω, σπεύδων να τελειώσω την διήγησίν μου. Αν ήμην ποιητής, ήθελον ειπεί ότι ο Πήγασός μου ωσφράνθη τον σταύλον του και εκόντα άκοντα προς αυτόν με παρασύρει, πεζός δε ων δικαιούμαι έτι μάλλον να ομολογήσω ότι μετά τοσαύτας περιπλανήσεις εκουράσθην τέλος πάντων και επόθησα τον σταύλον μου, ήτοι του δράματός μου την καταστροφήν.

Ο καλός Φλώρος βλέπων της φίλης του την ωχρότητα και την ανησυχίαν εζήτει παντοιοτρόπως να κρατήση αυτήν, ικετεύων μετά δακρύων ν' αναβάλη την λιτανείαν. Αλλ' αφού άπαξ εδέχθη το πικρόν ποτήριον, έπρεπεν η Ιωάννα να καταπίη αυτό μέχρι πυθμένος. Άλλως δε αδύνατον πλέον ήτο να οπισθοδρομήση. Τα κάτωθεν των ανακτόρων εστρατοπεδευμένα πλήθη εκρότουν ανυπομόνως τους πόδας· αι λαμπάδες ήσαν ανημμέναι, οι κώδωνες αντήχουν και εκάπνιζε το θυμίαμα• ο δε παναγιώτατος Πάπας, θέσας επί κεφαλής την τιάραν και λαβών ανά χείρας την ποιμαντικήν ράβδον, απεσπάσθη τέλος πάντων από του φιλτάτου του τας αγκάλας, κατεχόμενος υπό προαισθημάτων μαύρων ως οι κόρακες, οίτινες επτερύγιζον υπεράνω της κεφαλής του Γράκχου την ημέραν του θανάτου του.

Ότε ο αρχηγός των πιστών ενεφανίσθη εις το πόδιον του Βατικανού, δισμύριοι και επέκεινα Ρωμαίοι ήσαν ήδη παρατεταγμένοι εν λιτανεία· ιππεύσαντος δε του Πάπα, ο ακαταμέτρητος εκείνος ανθρώπινος όφις ήρχισε να εκτυλίσση βραδέως τας ρασοφόρους σπείρας του προς την εκκλησίαν του Αγ. Ιωάννου. Επί κεφαλής εβάδιζον οι σημαιοφόροι φέροντες τους σταυρούς και τας εικόνας των πολιούχων Αγίων, μετά τούτους οι αρχιερείς εν πορφύρα, ακολουθούμενοι υπό των Ηγουμένων και καλογήρων, οίτινες επροχώρουν γυμνόποδες, κύπτοντες προς την γην τας τεφροσκεπείς κεφαλάς των αι μοναχαί και αι διακόνισσαι είποντο υπό την σημαίαν του Άγ. Μαρκελλίνου, αι ύπανδροι γυναίκες υπό την της Αγ. Ευφημίας και τέλος αι παρθένοι λευχείμονες και λυσίκομοι, αλλά κατηφείς, διότι αι ακρίδες δεν είχον αφήσει ούτε ρόδα ούτε ναρκίσσους, δι' ων συνείθιζον εις τους ανθηρούς εκείνους της πίστεως χρόνους να στολίζωσι τας κεφαλάς και τα στήθη των κατά τας επισήμους λιτανείας. Ο κατώτερος κλήρος, οι στρατιώται και ο όχλος είποντο τελευταίοι, ακολουθούμενοι υπό πλήθους θερμοπωλών και καπήλων, οίτινες εθέρμαινον την ευλάβειαν των πιστών διά ζύθου, υδρομέλιτος και αφεψήματος κυδωνίων. Άπαν το πλήθος εκείνο έψαλλεν ύμνους εις τον Ιησούν και τον Άγ. Πέτρον· επειδή όμως μεταξύ των λιτανευόντων υπήρχον και νεοφώτιστοι Σαρακηνοί, Γερμανοί, Βενεδικτίνοι, Έλληνες καλόγηροι, Άγγλοι θεολόγοι και πλείστοι άλλοι ξένοι, οίτινες μη προφθάσαντες να μάθωσι λατινικά απήγγελλον έκαστος εις την γλώσσαν του τους ψαλμούς, απετελείτο αλλόκοτος κακοφωνία, ην ο ευσεβής Σατωβριάνδος ήθελεν αναμφιβόλως ονομάσει α ρ μ ο ν ι κ ω τ ά τ η ν π ά ν τ ω ν τ ω ν ε θ ν ώ ν π ε ρ ί τ ο υ Χ ρ ι σ τ ο ύ σ υ μ φ ω ν ί α ν.

Η λιτανεία, υπερβάσα τον φόρον του Τραϊανού και παραλείψασα το αμφιθέατρον του Φλαβίου εσταμάτησε τέλος πάντων ίνα αναπαυθή εις την πλατείαν του Λατεράνου. Ο καύσων και ο κονιορτός ήτο τοσούτος την ημέραν εκείνην, ώστε κατά τους χρονογράφους αυτός ο Διάβολος και εντός ηγιασμένου ύδατος ήθελε λουσθή· τα δε πτώματα των ακρίδων, ων η πάλη εξηκολούθει εις τον αέρα, έτριζον απαισίως υπό τους πόδας των προσκυνητών και των υποζυγίων. Ταύτα πάντα ηύξανον την κακοπάθειαν και αδημονίαν της πτωχής Ιωάννας, ήτις μόλις ηδύνατο επί του ημιόνου της να κρατηθή, αισθανομένη προς τοις άλλοις από τινων ήδη στιγμών τοιαύτην εις τα σπλάγχνα της ταραχήν, ώστε δις προσέκοψεν, ενώ ανέβαινε τας βαθμίδας του μεγαλοπρεπούς θρόνου, του στηθέντος εν μέσω της πλατείας, ίνα από του ύψους αυτού εκσφενδονισθεί το κατά των ακρίδων ανάθεμα. Η αυτού Αγιότης βυθίσασα το περιρραντήριον εις το ηγιασμένον ύδωρ ερράντισε προς απηλιώτην, ζέφυρον, νότον και βορράν, είτα δε λαβούσα ελεφαντίνην εικόνα του Εσταυρωμένου ύψωσεν αυτήν, ίνα σταυροκοπήση την από των ακρίδων μεμολυσμένην ατμοσφαίραν· αλλ' αίφνης ο άγιος σταυρός πίπτει εκ των χειρών της και θραύεται κατά γης, μετ' ου πολύ δε αυτός ο Ποντίφηξ πίπτει κακείνος ωχρός και ημιθανής παρά του θρόνου του τους πόδας. Εις την θέαν εκείνην ανεσκίρτησεν υπό του τρόμου η αγέλη των πιστών, οίτινες συνεσφίγγοντο προς αλλήλους ως πρόβατα καταληφθέντα υπό λυκοφοβίας. Οι κρατούντες την ουράν της παπικής εσθήτος έσπευσαν εις βοήθειαν του αρχηγού της Εκκλησίας, όστις εστέναζε κυλιόμενος επί του κονιορτού ως όφις μεσοκοπημένος. Οι μεν έλεγον ότι ο Παναγιώτατος είχε πατήσει επί μανδραγόρου, οι δε ότι σκορπίος εκέντησε την ιεράν κνήμην του και άλλοι ότι είχε φάγει φαρμακερούς αμανίτας. Αλλ' οι πλείστοι εσχυρίζοντο ότι η αυτού Αγιότης ήτο δαιμονισμένη, ο δε επίσκοπος Πόρτου, ο μέγιστος των χρόνων εκείνων εξορκιστής, έσπευσε να επιχύση επ' αυτής αγίασμα διατάσσων το πονηρόν δαιμόνιον να εκλέξη άλλην κατοικίαν.

Πάντων των πιστών τα βλέμματα προσηλούντο εις το ωχρόν πρόσωπον του Ποντίφηκος, περιμένοντα να ίδωσι το ακάθαρτον πνεύμα εξερχόμενον κατά το σύνηθες εκ του στόματος ή του ωτίου του, ότε αντί δαιμονίου άωρον και ημιθανές βρέφος εξωλίσθησεν αίφνης εκ της ποδεάς του αρχηγού της Χριστιανοσύνης! Οι υποστηρίζοντες τον Πάπαν ιερείς ωπισθοδρόμησαν μετά φρίκης, ενώ ο κύκλος των περιέργων συνεσφίγγετο σταυροκοπούμενος και αλαλάζων. Αι γυναίκες ανέβαινον επί της ράχεως των ανδρών και οι έφιπποι ωρθούντο επί της των υποζυγίων, οι δε διάκονοι μετεχειρίζοντο ως ρόπαλα τας σημαίας και τους σταυρούς ίνα ανοίξωσι δίοδον διά του πλήθους. Ιεράρχαι τινές ολοψύχως εις την Αγίαν έδραν αφωσιωμένοι εζήτησαν να μεταβάλωσιν εις κατάνυξιν την μανίαν του πλήθους κράζοντες «Θαύμα!» μεγάλη τη φωνή και προσκαλούντες εις προσκύνησιν τους πιστούς. Αλλά το θαύμα εκείνο ήτο ανήκουστον και πρωτοφανές εις τα χρονικά της χριστιανικής θαυματουργίας, ήτις καίτοι πολλά τέρατα δανεισθείσα παρά των ειδωλολατρών, ουδένα όμως εκ των αγίων έκρινεν εύλογον να παραστήση εγκυμονούντα και τίκτοντα ως τον βασιλέα του Ολύμπου· ώστε η φωνή των ευσεβών ιερέων απεπνίγη από των ορυγμών του μαινομένου όχλου, λακτοπατούντος, καταπτύοντος και ζητούντος να ρίψη εις τον Τίβεριν Πάπισσαν και παπίδιον. Ο Φλώρος κατορθώσας να σχίση το πλήθος υπεστήριζεν εις τας αγκάλας του την δύστηνον Ιωάνναν, ης η ωχρότης αύξανε ανά πάσαν στιγμήν, μέχρις ου υψώσασα προς ουρανόν το θνήσκον βλέμμα της, ίνα ίσως ενθυμίση εις τον εκεί κατοικούντα ότι μέχρι τελευταίας σταγόνος εξεκένωσε το ποτήριον, απέδωκε το πνεύμα ψυθιρίζουσα το του Ησαΐου. «Τ α ς σ ι α γ ό - ν α ς μ ο υ έ δ ω κ α ε ι ς ρ α π ί σ μ α τ α, τ ο π ρ ό σ ω - π ο ν μ ο υ ο υ κ α π έ σ τ ρ ε ψ α α π ό α ι σ χ ύ ν η ς κ α ι ε μ π τ υ σ μ ά τ ω ν».

Άμα η αμαρτωλή εκείνη ψυχή εγκατέλιπε την πρόσκαιρον αυτής κατοικίαν, πλήθος δαιμόνων εξώρμησαν εκ της αβύσσου, ίνα αρπάσωσι την λείαν, εφ' ης ενόμιζον ότι είχον εγγεγραμμένην προ πολλού αναμφισβήτητον υποθήκην, αλλά συγχρόνως κατέβαινεν εξ ουρανού προς απόκρουσιν των πονηρών πνευμάτων φάλαγξ αγγέλων, ισχυριζομένων ότι η μετάνοια αυτής είχε εξαλείψει πάντα του Άδου τα δικαιώματα. Αλλ' οι δαίμονες ήσαν δυσμετάπειστοι και είς των αγγέλων τα επιχειρήματα αντέταττον τα κέρατά των, ενώ εκείνοι εγύμνουν τας ρομφαίας. Η μεταξύ των πνευμάτων πάλη ευρίσκετο εις την ακμήν, τα όπλα των αντήχουν ως συγκρουόμενα νέφη και αιματώδης βροχή έσταζεν επί των εν τη πλατεία συνηγμένων πιστών, ότε αίφνης ο φανείς εις την Ιωάνναν άγγελος, διασχίσας τας τάξεις των μαχόμενων συνέλαβε την αθλίαν αυτής ψυχήν, πόθεν δεν γνωρίζω, και επιβάς νέφους μετέφερεν αυτήν . . .. εις το καθαρτήριον πιθανώς. Ταύτα, αναγνώστα μου, τα θαύματα διηγούνται ουχί τέσσαρες αλιείς, αλλ' υπέρ τους τετρακοσίους σεβάσμιοι και ρασοφόροι χρονογράφοι, ημείς δε ενώπιον τοιαύτης χορείας πανσέπτων μαρτύρων κλίνομεν τον αυχένα εκφωνούντες μετά του Άγ. Τερτουλλιανού «Τ α π ι σ τ ε ύ ο μ ε ν δ ι ό τ ι ε ί ν α ι α π ί σ τ ε υ τ α.»

Το σώμα της πτωχής Ιωάννας ετάφη μετά του τέκνου της εκεί όπου είχεν εκπνεύσει και επ' αυτού ανηγέρθη μαρμάρινον μνημείον κοσμούμενον δι' αγάλματος παριστώντος τίκτουσαν γυναίκα. Ο Φλώρος έγεινεν ερημίτης· οι δε ευσεβείς προσκυνηταί, ίνα μη μιαίνωσι τα σανδάλια των, πατούντες τα ίχνη της ιεροσύλου Παπίσσης, πορεύονται έκτοτε δι' άλλης οδού εις Λατεράνον.

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΤA ΤΗΣ ΠΑΠΙΣΣΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ

«Ως έοικε φαύλα αληθινών ρήματα.» Ι ώ β, στ', 25.

Αριθ. Πρωτ. 5688, 5733 Διεκ. 4353.

Περίληψις Περί αποκηρύξεως βλασφήμου και κακοήθους βιβλίου. ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Προς τους κατά την Επικράτειαν Σεβασμιωτάτους Ιεράρχας.

Μυθιστόρημά τι επιγραφόμενον «η Πάπισσα Ιωάννα», εκδοθέν έναγχος ενταύθα υπό Ε. Δ. Ροΐδου, γέμει δυστυχώς πάσης ασεβείας, κακοδοξίας και αισχρότητος• διότι ο συγγραφεύς αυτού, υπό πνεύματος αντιχριστιανικού φερόμενος και ζηλώσας την δόξαν των κατά καιρούς πολεμίων της Ορθοδόξου ημών πίστεως, ού μόνον δόγματα και μυστήρια, και ιεράς τελετάς, και ήθη και έθιμα και παραδόσεις αυτής χλευάζει ασεβώς, διακωμωδών, σκώπτων και κατειρωνευόμενος διά της συνεχούς παραβολής των ιερωτάτων προς τα βέβηλα, αλλά και τα χρηστά ήθη προσβάλλει, ποιούμενος περιγραφάς και διηγήσεις ασεμνοτάτας.

Όθεν η Σύνοδος, ει και έχει, τελείαν πεποίθησιν, ότι οι ορθόδοξοι Έλληνες, εδραίοι επί την πέτραν της πίστεως ιστάμενοι, ουδόλως πτοούνται τας τοιαύτας κενοφωνίας, τας υπό των εχθρών αυτής προερχομένας, απρίξ κατέχοντες όσα παρά των μακαρίων αυτών πατέρων και προγόνων ως πολύτιμον κληρονομίαν παρέλαβον, όμως οφείλουσα αύτη κατά τα εμπιστευθέντα αυτή ιερά καθήκοντα να επαγρυπνή μεν εις την ακριβή τήρησιν των παρά της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας πρεσβευομένων, ν’ αποκρούη δε και αποδοκιμάζη παν πολέμιον και αντικείμενον αυτοίς, και προφυλάττη ούτω το χριστώνυμον πλήρωμα, από πάσης οιασδήποτε Θρησκευτικής παρεκτροπής, απεκήρυξε το περί ου ο λόγος μυθιστόρημα και παρέδωκεν αυτό τω αναθέματι, ως αντιχριστιανικόν και κακόηθες, και κατήγγειλεν αυτό εις το Υπουργείον όπως ενεργηθώσι κατ' αυτού και του συγγραφέως τα παρά του νόμου οριζόμενα.

Επειδή δε τούτο εκυκλοφόρησεν ήδη εν τη Πρωτευούση του Βασιλείου και είναι ενδεχόμενον ν' απεστάλησαν αντίτυπα αυτού και εις τας επαρχίας, διά τούτο η Σύνοδος, μητρικώς κηδομένη της ψυχικής σωτηρίας πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, εντέλλεται υμίν Χριστώ τω Θεώ ημών ίνα συμβουλεύσητε και νουθετήσετε εκκλησιαστικώς τω εν τη ημετέρα παροικία λογικόν του Χριστού ποίμνιον, όπως ού μόνον απέχουσι της αναγνώσεως τοιούτου εις τε την ψυχήν και το σώμα επιβλαβούς βιβλίου, αλλά αποστρέφονται τούτο ως αποκύημα και μιασματικόν νόσημα, ού μην αλλά και τω πυρί παραδίδωσιν, όπου αν αυτό ευρίσκωσιν, ίνα μή ποτε αυτοί εις πειρασμόν εμπέσωσι και ένοχοι του αιωνίου πυρός γένωνται.

Ούτω γινώσκετε και ούτω ποιήσετε, ίνα και η του Θεού χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων ημών. Αμήν.

Θέλετε δε διατάξει την ανάγνωσιν της παρούσης και επ' εκκλησίας εις τας πρωτευούσας των δήμων.

Εν Αθήναις, την 4 Απριλίου 1866.

Ο Αθηνών Θεόφιλος, Πρόεδρος, Ο Αργολίδος Γεράσιμος, Ο Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Φιλόθεος, Ο Καρυστίας Μακάριος, Ο Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Άνθιμος Ο Γραμματεύς Κύριλλος Χαιρωνίδης

ΟΛΙΓΑΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΙΝ

Τοις εντευξομένοις!

Την ανά χείρας απάντησιν εις την εγκύκλιον της Ιεράς Συνόδου είχον έτοιμην προ πολλού, αλλά μετά την ανάγνωσιν του εν αριθ. 985 του «Έθνοφύλακα» άρθρου του Αγ. Καρυστίας, δι' ου επληροφόρει την Κυβέρνησιν ότι, μέχρις ου τιμωρηθή ο συγγραφεύς της Ιωάννας, η Ιερά Σύνοδος «έχει δίκαιον μη υπακούουσα εις τα αντικανονικά αυτής προστάγματα», ανέστειλα την δημοσίευσιν αυτής, φοβούμενος μη οι σεβασμιώτατοι ιεράρχαι εύρωσι νέαν πάλιν αφορμήν ν' αναβάλωσι τας επαρκούσας αυτοίς χειροτονίας. Ευτυχώς όμως οι πολυσέβαστοι Συνοδικοί, νομίσαντες ότι έσωσαν την τιμήν του τάγματος διά της μακράς αυτών αντιστάσεως, ενέδωκαν τέλος πάντων εις τα «προστάγματα της κυβερνήσεως», προβάντες εις τας χειροτονίας, και εμέ δε αυτόν εφαίνοντο λησμονήσαντες επί τινα καιρόν. Αλλ' η ανακωχή υπήρξε σύντομος και μετ' ολίγον ήρξαντο πάλιν ενοχλούντες τον κ. Εισαγγελέα, ίνα τιμωρήση «παραδειγματικώς τον κακούργον συγγραφέα» εσχάτως δε επήλθεν εις επικουρίαν αυτών και θεολόγος τις εκ Γερμανίας, όστις ίνα δείξη την εκεί αποκτηθείσαν σοφίαν του και τον υπέρ της Εκκλησίας ακραιφνή ζήλον εφιλοτέχνησε κατ' εμού δεκαέξ ολοκλήρους στήλας ύβρεων εν τω τελευταίω αριθμώ της «Εφημερίδος των Φιλομαθών». Ταύτα πάντα με ηνάγκασαν μετά εξάμηνον αποχήν να λύσω τέλος πάντων την σιωπήν, δημοσιεύων την «Απάντησιν» ταύτην, ης ουδόλως προτίθεμαι ν' αρνηθώ την πατρότητα, ει και εγράφη τριτοπροσώπως. Ε. Δ. Ρ.

ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΕΒΑΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ «Vae Coecis ducentibus! Vae caecis sequentibus!» (Εκ των του ιερού Αυγουστίνου)

Σεβασμιώτατοι Ιεράρχαι!

Παρουσιαζόμενος να υποβάλω εις τας υμετέρας Πανιερότητας ταπεινάς τινας παρατηρήσεις περί των αποκηρύξεων, καταμηνύσεων και εγκυκλίων, εις τας οποίας ως άγρυπνοι, φρουροί της ορθοδοξίας εκρίνατε εύλογον να προβήτε κατά της «Π α π ί σ σ η ς Ι ω ά ν - ν α ς», αισθάνομαι προ παντός άλλου την ανάγκην να δικαιολογήσω πως ετόλμησα ν’ αναγνώσω βιβλίον, το οποίον δι' επισήμων εγκυκλίων και από του Ιερού άμβωνος εκηρύξατο γ έ μ ο ν π ά σ η ς κ α κ ο δ ο - ξ ί α ς κ α ι α σ ε β ε ί α ς, τον συγγραφέα αυτού όργανον του Σατανά, έ χ ι δ να ν κ α ι κ α κ ο ύ ρ γ ο ν, τους δε αναγνώστας ε ν Α γ. Π ν ε ύ μ α τ ι α φ ω ρ ι σ μ έ ν ο υ ς. Τούτο δε πράττων ου μόνον εμαυτόν προτίθεμαι να δικαιολογήσω, αλλά και την συνείδησιν να καθησυχάσω πολλών ευσεβών χριστιανών, οίτινες υποπεσόντες εις την αυτήν παράβασιν εκ περιεργείας, νομίζουσιν εαυτούς και πράγματι αφωρισμένους.

Οσάκις η Εκκλησία αποκηρύττη βιβλίον, υποτίθεται ότι ευρίσκει, εν αυτώ πλάνην τινά ή βλασφημίαν, την οποίαν καταδικάζει· και τότε πας ευσεβής χριστιανός χρεωστεί ν' αποστρέφεται και ν' αποπτύη την πλάνην ταύτην. Ουδόλως όμως υποχρεούται και να πιστεύη ότι, η καταδικασθείσα αυτή πλάνη υπάρχει τω όντι εν τω βιβλίω· διότι η Εκκλησία, αν και αναμάρτητος περί πάντα τ' αφορώντα την πίστιν, δεν δύναται, όμως να θεωρηθή ουδ' εθεωρήθη ποτέ ως αλάνθαστος και περί την ερμηνείαν των βιβλίων, καθ' ην οι συγκροτούντες αυτήν ιερείς, στερούμενοι της βοηθείας του Αγ. Πνεύματος, το οποίον εις μόνας τας δογματικάς συζητήσεις φωτίζει και εμπνέει την Εκκλησίαν, υπόκεινται, ως άνθρωποι, εις παρανοήσεις και απάτας. Αλλ’ ίνα κάλλιον εννοήσητε την πρότασίν μου, σπεύδω να ενθυμίσω υμάς το παράδειγμα του Αγ. Βασιλείου, όστις κατεδίκαζεν ως βλάσφημα και αρειανίζοντα τα συγγράμματα Διονυσίου του εξ Αλεξανδρείας, ενώ ο Άγ. Αθανάσιος ησπάζετο αυτά, ουχί βεβαίως διότι παρεδέχετο την πλάνην του Αρείου, αλλά διότι, άλλως ερμηνεύων, ουδ' ίχνος της πλάνης ταύτης εύρισκεν εν τοις βιβλίοις του Διονυσίου· αμφότεροι δε, ο τε Βασίλειος και ο Αθανάσιος, ήσαν ορθόδοξοι, αφού εξίσου απεστρέφοντο την πλάνην ταύτην, κατά τούτο μόνον διαφωνούντες, ότι ο μεν εύρισκεν αιρετικά, ο δε έτερος δεν ενόμιζε τοιαύτα τα βιβλία του Αλεξανδρινού θεολόγου, ζήτημα όπερ ουδόλως ενδιαφέρει την ορθοδοξίαν {93}. Ούτω καγώ ανέγνωσα και αναγινώσκω το αποκηρυχθέν βιβλίον, ουχί, διότι ολιγώτερον υμών αποστρέφομαι την κακοδοξίαν, (Θεός φυλάξοι με από τοιαύτης τυφλώσεως) αλλά μόνον διότι, καθ' ον τρόπον ερμηνεύω την «Ι ω ά ν ν α ν», ούτε πλάνην ευρίσκω εν αυτή ούτε βλασφημίαν, και ουδείς υπάρχει θείος ή συνοδικός κανών αναγκάζων με να θεωρώ την υμετέραν ερμηνείαν ορθοτέραν της ιδικής μου, εκτός μόνου αν εκηρύξατε εσχάτως τας ερμηνείας υμών αναμαρτήτους, ως εζητήσατε, καταπατούντες τους αποστολικούς κανόνας, να καταστήσετε και τας επισκοπάς μεταθετάς.