Η Πάπισσα Ιωάννα

Part 10

Chapter 10 14 words Public domain Markdown

Ο ήλιος ανέτελλεν οπόθεν του Υμηττού στιλπνός και ανέφελος ως ο ωριμάσας τα μήλα της Εδέμ, ότε οι τρεις οδοιπόροι παραλείψαντες το Ποικίλον εισήλθον εις την πόλιν του Αδριανού. Πλήθος Αθηναίων συνέρρεον πανταχόθεν εις τας εκκλησίας, ίνα πανηγυρίσωσι την Κ υ- ρι α κ η ν τ η ς Ο ρ θ ο δ ο ξ ί α ς, ήτοι της αναστηλώσεως των αγίων εικόνων. Υπό τούτων φερόμενοι εισήλθον οι τρεις οδοιπόροι εις το Θησείον, όπερ ήτο τότε χριστιανική εκκλησία, αφιερωμένη τω Αγίω Γεωργίω. Ο χριστιανισμός κατέπνιξε την ειδωλολατρείαν, και εν τούτοις το άκακον τούτο θύμα κατέστησε τον φονέα του γενικόν κληρονόμον, κληροδοτήσαν αυτώ τους ναούς, τας τελετάς, τας θυσίας, τους μάντεις, τους ιερείς και τους ονειροκρίτας. Ταύτα πάντα παραλαβόντες οι χριστιανοί μετεσχημάτισαν οπωσούν προς χρήσιν των, ως οι λογοκλόποι τας ξένας ιδέας, ονομάσαντες εκκλησίας τους ναούς, τους βωμούς θυσιαστήρια, τας πομπάς λιτανείας και τους θεούς Αγίους• Άγιον Νικόλαον τον Ποσειδώνα, τον Πάνα Άγιον Δημήτριον και τον Απόλλωνα Άγιον Ηλίαν αλλ' εις τούτους προσήρτησαν οι ιερείς, ίνα τους καταστήσωσι σεβαστοτέρους, και μακράν γενειάδα, ως αι προαγωγοί της Ρώμης ξανθήν φενάκην εις τας υποτρόφους των, ίνα ελκύωσι πλείονας πελάτας. Αλλ’ επανέλθωμεν εις Αθήνας.

Μετά τον θάνατον του μιαρού Θεοφίλου, όστις έκοπτε τας χείρας των ζωγράφων και ήλειφε δι’ ασβέστου τας αγίας εικόνας, ως αι τροφοί τους μαστούς των δι'αλόης, ίνα αηδιάζωσιν αυτούς τα θηλάζοντα βρέφη, οι δυστυχείς ανατολίται, στερούμενοι από ένδεκα ήδη ετών εικονισμάτων, ησθάνοντο εκ της μακράς εκείνης στερήσεως τον προς αυτά πόθον διπλασιασθέντα. Πανταχόθεν κατέβαινον εκ των ορέων οι προγραφέντες υπό του τυράννου ορθόδοξοι μοναχοί και ζωγράφοι κατά τινας μάλιστα αγιογράφους ου μόνον οι ζώντες συνέρρεον αθρόοι εις τας εκκλησίας, αλλά και πολλοί των νεκρών Μαρτύρων ηγέρθησαν εκ τών μνημείων, ίνα παρευρεθώσιν είς τήν χαρμόσυνον εκείνην τελετήν, καθ ην ωμίλουν αι εικόνες και εσκίρτων οι άνθρακες εκ της χαράς εν τοις θυμιατηρίοις. Αλλά και αυτοί οι αγριώτατοι των εικονοκλαστών μετετράπησαν αίφνης εις θερμούς εικονολάτρας, άμα τον θ ε ο μ ί - σ η τ ο ν Θ ε ό φ ι λ ο ν διεδέχθη η θ ε ο δ ώ ρ η τ ο ς Θ ε - ο δ ώ ρ α {39}. Οι γονείς εκόλλων τας τρίχας των τέκνων των εις τα ομοιώματα της Παναγίας, οι μοναχοί προσέφεραν αυτοίς την κόμην των θυσίαν, αι δε γυναίκες αποξέουσαι τα χρώματα των εικόνων ανεμίγνυον αυτάς εις το ύδωρ και έπινον και αυτοί δε οι ιερείς ετόλμησαν πολλάκις διά τοιούτων βαφών να νοθεύσωσι τον ιερόν οίνον της μετουσιώσεως. Εις δε τας Αθήνας, την κλασσικήν ταύτην καθέδραν των ειδώλων, τοιούτος κατήντησεν ο ζήλος των πιστών, ώστε ο Επίσκοπος ηναγκάσθη να σκεπάση δι' υέλων τας εικόνας, ίνα μη εξαλείφωνται εκ των πολλών φιλημάτων, καταντώσαι μετ' ολίγας ημέρας ωχραί και αφανείς, ως επί του ρινομάκτρου της Προυνίκης εικών του Σωτήρος. Κατά τους νομικούς εκάστη κατάχρησις γεννά νέον τινά νόμον, εν δε τη Εκκλησία του Χριστού γεννάται πάντοτε ορθόδοξον δόγμα εξ εκάστης αιρέσεως. Η παραφορά των Εικονομάχων εγέννησε την Ε ι κ ο ν ο λ α τ ρ ε ί α ν, ο Γιός κατέστη Ο μ ο - ο ύ σ ι ο ς τ ω Π α τ ρ ί εις πείσμα των Αρειανών, η Παναγία ωνομάσθη Θ ε ο τ ό κ ο ς προς αναίρεσιν των βλασφημιών του Νεστορίου, ο δε Πάπας Πίος ο Θ', ίνα τιμωρήση τους περί της αχράντου συλλήψεως της Θεοτόκου ασεβείς δισταγμούς των ολιγοπίστων υπηκόων του, επέβαλεν αυτοίς ως άρθρον πίστεως και της μητρός αυτής, της θεοπρομήτορος Άννης, την αμόλυντον εγκυμοσύνην. Τις οίδε ποία νέα καλά θέλουσι βλαστήσει και εκ της βλασφήμου βίβλου του Τενάν, ήτις κατά τον πανοσιώτατον αββάν Κρελιέρον π ο λ ύ ή δ η ω φ έ λ η σ ε τ η ν θ ρ η σ κ ε ί α ν, δ ο ύ σ α α φ ο ρ μ ή ν εις αυτόν και τους συντρόφους του ν' αποδείξωσι φ α ε ι ν ή ν α λ ή θ ε ι α ν ως το φως του η λ ί ο υ.

Οι ερασταί εισελθόντες μετά του υπηρέτου εις το Θησείον μόλις ηδυνήθησαν να τοποθετηθώσιν εις στενόχωρόν τινα γωνίαν του πλήθοντος ναού. Κατ' εκείνην την πρωίαν ελειτούργει αυτός ο Επίσκοπος Αθηνών Νικήτας, στίλβων ως νεόκοπον φλωρίον υπό την κατάχρυσον αυτού ενδυμασίαν. Τα δύο ταύτα τέκνα της Άρκτου εθαύμαζον την πολυτέλειαν του θεράποντος του θεού εκείνου, όστις εδίδασκε την πτωχίαν, υποσχόμενος αντ' αυτής μετά θάνατον εις τους πιστούς παράδεισον εστρωμένον διά χρυσίου, σαπφείρων, σμαράγδων και αμεθύστων. Αλλ' οι τότε αρχιερείς επροτίμων ήδη το σήμερον ωόν μάλλον της αύριον όρνιθος, αφίνοντες εις τους διαδόχους των κυνικών ασκητάς τα εσχισμένα ράσα, τους φθείρας και τους σμαράγδους του Παραδείσου, εκείνοι δε ιερουργούντες κατάχρυσοι εντός των αυτών εκείνων ναών, όπου κατά Πλούταρχον ουδείς ειδωλολάτρης ετόλμα να εισέλθη φέρων χρυσίον. Εν τούτοις ο Θεωνάς, όστις είχε χρηματίσει κ α ν δ η λ ά π τ η ς, έκυπτε προς το ωτίον της Ιωάννας, εξηγών αυτή της παρ' ημίν λειτουργίας τας τελετάς· ότι δηλ. ποιούσιν οι ανατολίται το σημείον του Σταυρού διά των τριών δακτύλων, δηλούντων την Αγίαν Τριάδα, φέρουσι δε πρώτον αυτούς προς το μέτωπον, εις ανάμνησιν της εν τω ουρανώ οικούσης θεότητος, είτα δε προς την κοιλίαν, ίνα δηλώσωσιν ότι ο Ιησούς κατέβη εις τον Άδην, προς τον δεξιόν ώμον, διότι εκ δεξιών του Πατρός εκάθισεν ο Υιός, και τέλος προς αριστεράν, ίνα απομακρύνωσιν από της καρδίας των τον Σατανάν. Μετά ταύτα εξήγησεν αυτή το όνομα και την χρήσιν εκάστου μέρους της ιεράς πανοπλίας του λειτουργούντος, της ζώνης, ήτις ζ ώ ν ν υ σ ι ν α υ τ ό ν ι σ χ ύ ι, του επιγονατίου, όπερ είναι ως ρομφαία επί τον μηρόν του {40}, του φελονίου, του οποίου τα τρίγωνα σημαίνουσι τον Ιησούν Χριστόν, τον ακρογωνιαίον της Εκκλησίας λίθον, και της λόγχης, ην ενέπηγε πλαγίως ο ιερεύς εις τον άρτον της προθέσεως, εις ανάμνησιν της βυθισθείσης υπό του Ρωμαίου στρατιώτου εις την πλευράν του Σωτήρος.

Ενώ εξήγει ταύτα ο Θεωνάς, ο λειτουργών έκοπτε και δεύτερον άρτον, ον μετέβαλεν εις σ ώ μ α τ η ς Π α ρ θ έ ν ο υ {41}, της οποίας την π ρ α γ μ α τ ι κ ή ν π α ρ ο υ σ ί α ν εν τοις μυστηρίοις επίστευον οι τότε ορθόδοξοι, αφού μάλιστα ημέραν τινά, ενώ εξεφώνει ο ιερεύς το «Έ ξ α ι ρ έ τ ω ς τ η ς Π α ν α γ ί α ς Α χ ρ ά ν τ ο υ» μετεμορφώθη αίφνης ο άρτος της προθέσεως εις ορατήν Παρθένον, κρατούσαν τον Υιόν εις τας αγκάλας. Οι δε λοιποί άρτοι καθιερώθησαν εις τον Άγιον Ιωάννην Βαπτιστήν, τους προφήτας, τους Μάρτυρας και τους άλλους αγίους· μετά τούτους εγένετο μνεία και των ζώντων, ήτοι του Αρχιεπισκόπου, των ιερέων, των ευεργετών της Εκκλησίας και άλλων· αφού δε πάντες έλαβον την ανήκουσαν μερίδα του θύματος, ως πρότερον εν τω αυτώ ναώ κατά την εορτήν του Θησέως, εθυμίασεν ο Διάκονος την αγίαν Τράπεζαν και τον Α σ τ ε - ρ ί σ κ ο ν, μετά δε ταύτα εψάλη το ε κ β α θ έ ω ν και έπειτα . . .. Αλλά περιττόν νομίζω να ακροασθώμεν μέχρι τέλους την λειτουργίαν, ήτις άλλως ήτο ως και σήμερον βυζαντινή, και τοιαύτη κατά τους Καθολικούς θέλει διαμένει προς τιμωρίαν του σχίσματος εις άπαντας τους αιώνας, ανεπίδεκτος εκπολιτίσεως και προσκολλημένη εις τους τύπους του μεσαιώνος, ως το οστρείδιον εις τον βράχον.

Οι δύο Γερμανοί εθαύμαζον το μήκος της ατελευτήτου εκείνης ιερουργίας, ήτις ήτο εν τούτοις επιτομή της επιτομής της Συνάξεως του Αγίου Ιακώβου· αλλά και οι απόγονοι του Περικλέους εθεώρουν μετ' απορίας τους δύο εκείνους ξένους, ως ο φυσιολόγος περίεργόν τι του ζωικού βασιλείου προϊόν, μη δυνάμενοι να συμβιβάσωσι το καλογηρικόν ράσον των μετά του αγενείου προσώπου και της βραχείας κόμης. Άμα δε ετελείωσεν η τελετή και έλαβεν έκαστος το αντίδωρον, εσχηματίσθη περί τα δύο τέκνα της Δύσεως πολυκέφαλος κύκλος περιέργων, εξεταζόντων αυτούς από κορυφής μέχρι ποδών και πάντων ερωτώντων, πόθεν ήσαν και πώς μοναχοί όντες δεν ησχύνοντο να κόπτωσι τα γένεια των και, το αποτροπαιότατον, να φορώσιν εσώβρακον, όπερ εθεωρείτο υπό των ανατολιτών καλογήρων ως ασυγχώρητος μαλθακότης. Η Ιωάννα και ο Θεωνάς μόλις επρόφθανον αποκρινόμενοι εις τας παντοίας ταύτας ερωτήσεις, ενώ η περισφίγγουσα αυτούς ανθρωπίνη άλυσος καθίστατο τοσούτω στενή, ώστε και η αναπνοή αυτών ήρχιζε να στενοχωρήται, ο δε Φρουμέντιος, όστις ούτε ελληνικά ενόει ούτε είχε πολλήν υπομονήν, επειράτο ήδη ν' ανοίξη δίοδον διά των γρόνθων, ότε καλή τύχη προφθάσας ο Επίσκοπος ηλευθέρωσεν αυτούς, επιπλήξας το ποίμνιον διά την αδιακρισίαν του. Παραλαβών έπειτα τους δύο ξένους επί του αρχιερατικού φορείου του, βασταζομένου υπό οκτώ νεοφωτίστων Βουλγάρων, οίτινες υπηρετούν ως ίπποι την Αυτού Μακαριότητα, μετέφερεν αυτούς εις την παρά τους πρόποδας της Ακροπόλεως Επισκοπήν, όπου πολύοψον συμπόσιον είχεν ετοιμασθή προς πανηγυρισμόν της αναστηλώσεως των Εικόνων.

Η τράπεζα ήτο εστρωμένη εις τον κήπον υπό την σκιάν γηραιάς πλατάνου και έκυπτεν υπό το βάρος των σταμνίων και κρεάτων, ων αι αναθυμιάσεις ανεμιγνύοντο μετά της οσμής των ανθέων. Μετ' ου πολύ δε ήρχισαν να φθάνωσι και οι συνδαιτυμόνες. Οι πλείστοι τούτων ήσαν ορθόδοξοι καλόγηροι, καταφυγόντες εις τα σπήλαια και τα όρη επί της Εικονομαχίας, ίνα μη αναγκασθώσιν από του Θεοφίλου να πτύσωσιν επί των ιερών εικόνων ή να νυμφευθώσι καλογραίαν εν μέση αγορά. Οι καλοί ούτοι ερημίται είχον καταντήσει άγριοι και φοβεροί την όψιν εκ της μακράς αυτών μετά των θηρίων συνοικήσεις. Εν αυτοίς δίεκρίνοντο ο Πάτερ Ματθαίος, εκ του στόματος του οποίου εξήρχοντο σκώληκες διά την υπερβολικήν νηστείαν· ο Αθανάσιος, όστις ουδέποτε ένιψε το πρόσωπον ή τους πόδας του ουδ’ έφαγε μαγειρευμένον φαγητόν, διότι οσάκις έβλεπε το πρόσκαιρον πυρ του μαγειρείου ενθυμείτο το άσβεστον πυρ της Κολάσεως, και ο Μελέτιος του οποίου το σώμα εκαλύπτετο από έλκους πονηρού ως του Ιώβ. Αλλ’ ο μεν Ιώβ εξέετο προς ανακούφισιν δι’ οστράκου, ο δε όσιος Μελέτιος, οσάκις έπιπτε κατά γης σκώληξ εκ των πληγών του, ελάμβανεν αυτόν και τον έθετε πάλιν εις τον τόπον του, ίνα έχη τους πόνους της σαρκός περισσοτέρους και τας αμοιβάς εις την ψυχήν του παρομοίως.

Μετά τούτους προσήλθεν ο Πάτερ Παφνούτιος, όστις βυθισμένος αείποτε εις ουρανίους εκστάσεις τόσω ολίγον εφρόντιζε περί των επιγείων, ώστε διψήσας έτυχε πολλάκις να πίη αντί ύδατος το έλαιον της κανδήλας του· ο όσιος Τρύφων, ουδέποτε φορέσας καθαρόν υποκάμισον, αλλά πάντοτε τα άπλυτα του ηγουμένου του· ο ερημίτης Νίκων, ο υποπεσών εις την αμαρτίαν της σαρκός και κλεισθείς προς μετάνοιαν εις νεκροταφείον, όπου έμεινε τριάκοντα έτη, κοιμώμενος όρθιος, ως οι ίπποι, και τρώγων μόνον τα χόρτα, άτινα εβλάστανον εκ της γης ποτιζομένης διά των δακρύων του. Κατόπιν τούτων ήλθον και άλλοι ορεινοί καλόγηροι, στηρίζοντες διά μακράς ράβδου το βραδύ και κλονούμενον βήμα των. Τινές τούτων ήσαν ως αρχαία αγάλματα ηκρωτηριασμένοι, πάντες δ’ ανεξαιρέτως ρυπαροί, φθειραλέοι και ανυπόφορον οσμήν νηστείας, αγιότητος και σκόρδων αποπνέοντες.

Η ταλαίπωρος Ιωάννα ωπισθοδρόμει μετά φρίκης ενώπιον των βδελυρών εκείνων προϊόντων του ανατολικού φανατισμού, οτέ μεν την ρίνα της φράσσουσα, οτέ δε κλείουσα τους οφθαλμούς, διστάζουσα αν ήσαν εκείνοι ανθρώπινα όντα και ακουσίως αναπολούσα όσα ανέγνωσε παρά τοις αρχαίοις περί των κυνοκεφάλων και πιθηκανθρώπων ή εν τοις Συναξαρίοις περί των Σατύρων, οίτινες συνέζων μετά του Αγίου Αντωνίου εις τας ερήμους της Θηβαΐδος, διαλεγόμενοι μετ' αυτού περί θεολογίας. Αλλ' οι δυσώδεις και σκωληκόβρωτοι εκείνοι σκελετοί, δι’ ους απόλαυσις και απώλεια, Κόλαση και καθαριότης ήσαν λέξεις συνώνυμοι, οι μοναχοί, λέγω, αναχωρηταί, ερημίται και ασκηταί εκείνοι, ων μόνη η ανάμνησις διεγείρει σήμερον τον οίκτον ή την φρίκην, είχον μεγάλην υπόληψιν επί της βασιλείας της Ευσεβούς Θεοδώρας, ως οι αμαξηλάται επί Μιχαήλ του Γ', και οι πίθηκοι επί του Πάπα Ιουλίου, ο δε φιλόδοξος και αυλικός επίσκοπος Νικήτας ηναγκάζετο να περιποιήται αυτούς, ως οι παρ’ ημίν υποψήφιοι να δίδωσι την χείρα εις τα περικαθάρματα της αγοράς και τους κακούργους των Ορέων. Πλην δε τούτων, των καλογήρων δηλ., ήσαν προσκεκλημένοι εις την τράπεζαν του Επισκόπου δύο διδάσκαλοι ελληνικών γραμμάτων, είς αστρολόγος και τρεις ευνούχοι της βυζαντινής αυλής, κομίσαντες εις Αθήνας το αυτοκρατορικόν διάταγμα της αναστηλώσεως των εικόνων.

Αφού πάντες ούτοι έλαβον θέσιν και απηγγέλθη το «Φ ά γ ο ν τ α ι π έ ν η τ ε ς», κόψας ο Νικήτας τεμάχιον άρτου προσέφερεν αυτό εντός αργυρού δίσκου εις την εικόνα της Παναγίας, ήτις κατά τα συμπόσια των τότε ευσεβών χριστιανών ελάμβανε πάντοτε την πρώτην μερίδα, ως η θυγάτηρ της Ρέας{42} παρά τοις αρχαίοις. Μετά ταύτα εφρόντισεν ο Επίσκοπος και περί των συνδαιτυμόνων του, βυθίσας την μάχαιραν εις την κοιλίαν παχέος εριφίου, εξ ης ανοιχθείσης διεχύθη αμέσως ευφρόσυνος σκορόδων, κρομμυδίων και πράσων οσμή, δι’ ων το ζώον εκείνο ήτο μετά θαυμαστής τέχνης ωνθυλευμένον. Μετά το ερίφιον παρετέθησαν ιχθύες διά χαβιαρίου ηρτυμένοι και έπειτα πρόβατον μετά μέλιτος και κυδωνίων. Η Ιωάννα συνειθισμένη εις τα απλά και ακαρύκευτα φαγητά της τότε Γερμανίας, όπου και αυτά τα συμπόσια ήρχιζον και ετελείωνον, ως εν τη Ιλιάδι, δι' οπτών κρεάτων, εβύθιζε το πηρούνιον μετά δισταγμού και δυσπιστίας εις τα πολύπλοκα εκείνα προϊόντα της βυζαντινής μαγειρικής. Ότε δε εγεύθη τον μετά πίσσης, γύψου και ρητίνης συγκερασμένον οίνον της Αττικής, απέστρεψε μετά τρόμου τα χείλη, φοβηθείσα μη οι Αθηναίοι εκείνοι επότισαν αυτήν κώνειον, ως τον Σωκράτην. Ο γείτων της μοναχός τη προσέφερεν ως αποζημίωσιν έτερον ποτήριον· αλλά και τούτο προυξένησεν έτι μείζονα εις την ημετέραν Γερμανίδα αηδίαν, πλήρες ον καλογηρικού τίνος ποτού, καλουμένου β α λ α ν ί ο υ{43}, όπερ εφεύρε πιθανώς ο Άγιος Αντώνης, βράσας του χοίρου του τας βαλάνους, και το οποίον σώζεται ακόμη εν τοις Σχολείοις της Ελλάδος, παρατιθέμενον αντί κ α φ έ εις τους δυστυχείς υποτρόφους. Ενί λόγω η τε Ιωάννα και ο Φρουμέντιος εκάθηντο εις την πολύοψον εκείνην τράπεζαν νήστεις και διψαλέοι, ως οι φράγκοι πρέσβεις εις τα συμπόσια του Νικηφόρου, μέχρις ου ευσπλαγχνισθείς αυτούς ο φιλόξενος Νικήτας διέταξε να παρατεθούν οπταί τρυγόνες, μέλι του Υμηττού και άδολος οίνος της Χίου. Εις την θέαν του περιέχοντος το θείον εκείνο ποτόν ερυθρού σταμνίου αι ζοφεραί όψεις των καλών ασκητών ήστραψαν υπό της χαράς ως ο Άδης, ότε κατέβη εις αυτόν ο Σωτήρ, πάντες δε έτειναν μετά προθυμίας το ποτήριον εις το πορφορούν νέκταρ της πατρίδος του Ομήρου, αποδεικνύοντες ούτω ότι η ανθρωπίνη φύσις υπόκειται μεν, ως και αι εγκυμονούσαι γυναίκες, εις ιδιοτρόπους ορέξεις, δυναμένη ν’ αγαπήση το βαλάνιον, την ρυπαρότητα, τους χοίρους και τον ρητινίτην, αλλ’ άμα το αληθές και άδολον καλόν υφ’ οιανδήποτε μορφήν επιλάμψη, ευθύς στρέφεται προς εκείνο, ως η μαγνήτις προς τον πόλον και οι δαιτυμόνες του Νικήτα προς το σταμνίον της Χίου. Σοφισταί μοι φαίνονται, οι ισχυριζόμενοι ότι έκαστος λαός ή και άνθρωπος έχει ίδιον τίνα τύπον του καλού και ψευδής η παροιμία π ε ρ ί ο ρ έ ξ ε ω ν ο υ δ ε ί ς λ ό γ ο ς {44}. Εκ της αυτής ζύμης είναι πεπλασμένα πάντων των απογόνων του Αδάμ τα όμματα, τα ώτα και τα χείλη· ε ί ς ά ρ τ ο ς κ α ι έ ν σ ώ μ α ο ι π ο λ λ ο ί ε σ μ έ ν {45} και εις πάντας αρέσκουσιν αι παρθένοι της Κιρκασίας, οι αδάμαντες των Ινδιών, οι ίπποι των αράβων, αι στήλαι του Παρθενώνος, αι σταφυλαί της Κωνσταντινουπόλεως, οι πόδες των Ισπανίδων, ο πάγος εν ώρα θέρους, τα ιταλικά άσματα και οι οίνοι της Γαλλίας· και αυτοί δε οι μαύροι της Αφρικής προτιμώσι τας λευκάς γυναίκας μάλλον ή τας Αιθιοπίδας. Αν είς τινα των ημετέρων εκκλησιών ενεφανίζετο Π α ν α γ ί α τις του Κορεγίου ή αντήχει αίφνης ιερά τις του Ροσσίνη η Μοζάρτου μελωδία, προς ταύτας, νομίζω, ήθελον στραφή τα αληθώς ορθόδοξα όμματα και τα ώτα, άξιοι δε του ονόματος σχισματικών ήθελον είναι οι προτιμήσαντες τας βυζαντινάς μαυρογραφίας και ρινοφωνίας.

Ο Νικήτας εκέρνα τους δαιτυμόνας του, απαγγέλλων το εδάφιον των Παροιμιών, «π ί ν ε τ ε ο ί ν ο ν, ο ν ε κ έ ρ α σ α υ μ ί ν {46}, οι δε μοναχοί έτειναν το ποτήριον, ψάλλοντες το του Ησαΐου «Δ ε ύ τ ε λ ά β ω μ ε ν ο ί ν ο ν κ α ι ο ι ν ο φ λ υ γ ή σ ω μ ε ν μ έ θ η ν {47}, πριν δε πίωσιν έκλειον ευσεβώς τους οφθαλμούς κατά την ρητήν διαταγήν του Σολομώντος, απαγορεύοντος εις τους οινοπότας να θεωρώσι τον οίνον, πριν πίωσιν αυτόν {48}, ως ο Μωάμεθ εις τους Τούρκους τας συζύγους των πριν νυμφευθώσι. Το να μεθύη τις ευκόλως σημείον ότι δεν είναι μέθυσος, ως και το να επιθυμή όσας βλέπει γυναίκας είναι απόδειξις μακράς σωφροσύνης· των δε καλών εκείνων ασκητών αι κεφαλαί, αίτινες από τοσούτων χρόνων μόνον της προσευχής και των ουρανίων εκστάσεων την ηθικήν μέθην εγνώριζον, ήρχισαν μετ’ ολίγον να γυρίζωσιν ως η γη περί τον ήλιον. Αλλά και μεθυσμένοι όντες μόνοι περί αγίων πραγμάτων ωμίλουν οι όσιοι εκείνοι ερημίται. Καθώς δε οι γέροντες αγωνισταί χαίρουσι διηγούμενοι μετά το δείπνον τας μάχας και τα τρόπαια των, ούτω ήρχισαν κακείνοι ν' ανυμνώσι τα θαύματα και τας αθλήσεις των· ο μεν ότι φιλευθείς υπό πτωχού ανθρώπου, μη έχοντος άλλο τι να προσφέρη αυτώ πλην μόνον ολίγην φακήν, έσπειρεν εις τα γένεια του ξενίζοντας κόκκον σίτου, ο οποίος τοσούτον επολλαπλασιάσθη, ώστε ο καλός εκείνος άνθρωπος σείων την γενειάδα του εγέμισε πεντήκοντα σάκκους σίτου· ο δε διηγήθη ότι κατά διαταγήν του Ηγουμένου εφύτευσεν εις τον κήπον της Μονής την ποιμαντικήν αυτού ράβδον, ήτις ποτιζομένη καθ’ ημέραν δι' ύδατος και δακρύων μετά τρεις χρόνους εβλάστησε και έδωκε τόσω πολλούς και παντοίους καρπούς, μήλα, ροδάκινα, κεράσια, σύκα και σταφυλάς, ώστε εξ αυτών εχορτάσθησαν όλοι οι αδελφοί του· ο δε όσιος Νίκων ιστόρησεν, ότι τρωθείς την καρδίαν υπό πόθου να ίδη την ένδοξον ωραιότητά της Παναγίας ενήστευε και προσηύχετο νυχθημερόν, μέχρις ου ευσπλαγχνιθείσα αυτόν η ελεήμων Παντάνασσα ενεφανίσθη ενώπιον του με τοσαύτην ωραιότητα και λάμψιν, ώστε θαμβωθείς έμεινε μονόφθαλμος, ήθελε δε μείνει και τυφλός, αν δεν επρόφθανεν εγκαίρως να κλείση τον ένα οφθαλμόν. Μετά τούτους έλαβε τον λόγον ο όσιος Παγκράτιος, ου η ράβδος έκαμνε τας πέτρας να βλαστάνωσι κρίνα· ο Αθηναίος ερημίτης Αιγίδιος, του οποίου η σκιά εθεράπευεν όσους επεσκίαζεν ασθενείς, ώστε οσάκις επεσκέπτετο τας οδούς των πόλεων, εμάχοντο οι πάσχοντες περί αυτής, ως οι αρχαίοι περί όνου σκιάς. Τοιαύτα και άλλα θαυμάσια διηγούντο οι καλοί ασκηταί, πίνοντες οίνον της Χίου εις υγείαν της Ορθοδόξου και φιλτάτης δεσποίνης των Θεοδώρας. Και, μη νομίσης, αναγνώστα, ότι εξημμένων καλογήρων οπτασίαι ή συναξαριστών ληρήματά εισι ταύτα, απ' εναντίας, είναι θαύματα αυθεντικά και από της Εκκλησίας ανεγνωρισμένα, τα οποία πας Ορθόδοξος χρεωστεί κατά τον κανόνα της πανσέπτου οικουμενικής εν Νικαία συνόδου να δ έ χ η τ α ι π ί - σ τ ε ι ο λ ο ψ ύ χ ω, αν δε πειραθή ως α δ ύ ν α τ α ν α δ ι - α β ά λ η ή κ α τ ά τ ο δ ο κ ο ύ ν ν α π α ρ ε ξ η γ ή σ η, Α ν ά θ ε μ α έ σ τ ω!

Ενώ οι ασκηταί ωμίλουν περί θαυμάτων, ο Νικήτας διελέγετο μετά των δύο Βενεδικτίνων και των Βυζαντινών ευνούχων περί δογματικής. Εν πρώτοις ηρώτησε την Ιωάνναν τι εδογμάτευον οι σοφοί της Δύσεως περί της Ευχαριστίας {49}, αν δηλ. Πιστεύουσιν ότι ο άρτος και οίνος μεταβάλλονται τω όντι εις σώμα και αίμα του Σωτήρος ή θεωρούσιν αυτήν ως σύμβολον και εικόνα του θείου σώματος. Το ζήτημα εκείνο απησχόλει τότε τα πνεύματα ως σήμερον το ανατολικόν, η δε Ιωάννα, αγνοούσα την περί τούτου γνώμην του ξενίζοντος, απεκρίθη διπλωματικώς ότι, καθώς ο ήλιος είνε εν τω ουρανώ, η δε λάμψις και θερμότης αυτού επί της γης, ούτω και το σώμα του εκ δεξιών του Πατρός καθημένου Χριστού ευρίσκεται εν τω άρτω και οίνω της Μεταλήψεως. Αλλ' η μεταφορική αύτη απάντησις δεν ευχαρίστησε τον Νικήταν, όστις, οπαδός ων της πραγματικής παρουσίας, εξήγησεν εις την Ιωάνναν ότι ο άρτος και οίνος είνε αυτό το νεκρόν σώμα του Σωτήρος, ο δε στόμαχος ημών ο τάφος αυτού, εις τον οποίον ενταφιάζεται υπό του ιερέως, αλλά μετ' ολίγον ανίσταται εξ αυτού, ως και μετά την Σταύρωσιν ανέστη ο Ιησούς τριήμερος εκ τάφου. Μετά ταύτα ηρώτησεν αυτήν, αν οι εν τη Δύσει χριστιανοί ετίμων κακείνοι την Παναγίαν διά του επιθέτου Θ ε ο τ ό κ ο ς, η δε Ιωάννα απεκρίθη ότι ω ο τ ό κ ο υ ς εκάλουν τας ορνίθας και ζ ω ο τ ό κ ο υ ς τας γαλάς, ώστε εφοβούντο μη διά την συγγένειαν των λέξεων σκανδαλίση το Θεοτόκος τας ακοάς των πιστών και πλην τούτου μη δώση αφορμήν εις τους ειδωλολάτρας να παραβάλωσι την Θ ε ο μ ή - τ ο ρ α προς την Ρέαν, ως οι εν Αιγύπτω οπαδοί της Υπατείας. Θέλουσα έπειτα να θέση κακείνη τον Επίσκοπον εις απορίαν ηρώτησεν αυτόν, διατί δεν έκοπταν οι ανατολίται τας τρίχας της κεφαλής, παραβαίνοντες την συμβουλήν του αποστόλου Παύλου, θεωρούντος γυναικοπρεπές και άτιμον το να τρέφη ανήρ μακράν κόμην {50}. Ουδέν έχων εις τούτο ν' αντείπη ο Νικήτας{51} έξεσε την κομώσαν κεφαλήν του, στρέψας και πάλιν τον λόγον εις τα δόγματα, την α ν τ ί δ ο - σ ι ν, την διπλήν φύσιν του Ιησού μετά την ενσάρκωσιν, περί του αν ο λόγος ηνώθη μετά του σώματος του Σωτήρος εν τη κοιλία της Παρθένου ή μετά τον τοκετόν αυτής, και περί άλλων θεολογικών κόμβων, ους έλυσαν οι εν Εφέσω πατέρες διά της μαχαίρας, ως ο Μέγας Αλέξανδρος τον γόρδιον δεσμόν, ή διά λακτισμάτων, ως οι όνοι τας ερωτικάς και χορτοφαγικάς διενέξεις των {52}.

Εν τούτοις, επελθούσης της νυκτός, οι υπηρετούντες διάκονοι έσπευσαν να φέρωσι λαμπάδας, ίνα φωτίσωσι τον συζητούντα Επίσκοπόν των, όπως μη γείνη ε π ί σ κ ο τ ο ς, ως οι επί Κοπρωνύμου καταργήσαντες τας εικόνας Πατέρες. Αλλ’ οι σύνδειπνοι απαυδήσαντες εκ της αμηχάνου εκείνης συζητήσεως αφήκαν τα επιχειρήματα, ίνα λάβωσι και πάλιν τα ποτήρια. Η δε Ιωάννα, ζαλισθείσα υπό του οίνου και των κραυγών των περί αυτήν καλογήρων, οίτινες εδίδασκον ήδη τα πινάκια να χορεύωσι και τα ποτήρια να πετώσιν, ηγέρθη ησύχως και εξήλθε της Επισκοπής, ακολουθούμενη υπό του πιστού Φρουμεντίου.

Ο κήπος εκείνος εκείτο, ως είπομεν, παρά τους πρόποδας της Ακροπόλεως, ώστε μετά βραχείαν ανάβασιν ευρέθησαν οι ερασταί επί της κορυφής του μαρμαρίνου εκείνου βράχου, περί ου οπαδός τις των τ ε λ ι κ ώ ν α ι τ ί ω ν, ήθελεν ειπεί, ότι ετέθη επίτηδες εκεί, ίνα χρησιμεύση ως υπόβαθρον εις τα μνημεία του Περικλέους, ως ετοποθετήθη κατ' αυτούς και η μύτη εν μέσω του προσώπου, ίνα υποστηρίζη τα ομματοϋάλια. Ήτο η ώρα, καθ’ ην οι βρυκόλακες, οι τυμπανιτικοί, αι λάμιαι και οι άλλοι κάτοικοι του σκότους διαφεύγουσι τους σκώληκας του τάφου ή του Άδου τας πύλας, αφού δεν φρουρεί πλέον αυτάς ο τρικέφαλος Κέρβερος και πλανώνται εις τους αγρούς, ταράττοντες τα όνειρα των προβάτων και τα φιλήματα των εραστών. Αλλ’ οι ημέτεροι μοναχοί, φέροντες ανηρτημένον περί τον τράχηλον οδόντα της Αγίας Σαβίνης απέφυγον δι’ αυτού τας κακάς συναντήσεις, μακρόθεν δε μόνον είδον αγέλην ονοκεφάλων παγανιών, οίτινες σείοντες τα μακρά ώτα των ητένιζον ερωτικώς την σελήνην, εις το φως της οποίας εζήτουν τον περιμενόμενον Μεσσίαν. Δις δε ή τρεις προσέκοψαν κατά καλογήρων κοιμωμένων των πλακών των Προπυλαίων, οίτινες ουδέ καν μετεκινήθησαν καθότι οι Έλληνες είχον ήδη συνειθίσει να καταπατώνται ως σταφυλαί υπό τους πόδας των ξένων.