Part 7
* * * * * {102} Κομποφακελλορρήμων.
{103} «Ω παί της αρουραίας θεού»: παρωδεί τον στίχον του Ευριπίδου «ω παί της θαλασσίας θεού», ενώ ταυτοχρόνως υπαινίσσεται και την μητέρα του Ευριπίδου Κλειτώ, η οποία ήτο λαχανοπώλις.
{104} Κατά το δυνατόν απόδοσις της λέξεως: «ω στωμυλιοσυλλεκτάδη», συντεθείσης κατά το ύφος του Αισχύλου.
{105} «Πτωχοποιέ»: Κατά τον σχολιαστήν εννοεί τον βασιλέα των Μυσών Τήλεφον, τον οποίον ο Ευριπίδης εις το ομώνυμον δράμα επαρουσίασε πτωχόν (ιδέ και Νεφέλας στ. 922).
{106} «Ρακιοσυρραπτάδη».
{107} Εννοεί τον Βελλεροφόντην, Τήλεφον και Φιλοκτήτην.
{108} Εις τον Τυφώνα, κατά την λήξιν της καταιγίδος, εθυσίαζον οι αρχαίοι μαύρην προβατίναν.
{109} Εις τους «Κρήτας», έργον απολεσθέν του Ευριπίδου, εισάγεται ο Ίκαρος μονολογών διά μακρών.
{110} Εννοεί την Αερόπην εις την αυτήν τραγωδίαν, πορνευομένην μετά του Θυέστου, ή την μίξιν της Πασιφάης προς τον Ταύρον. Υπαινίσσεται ακόμη την άνομον μίξιν των αδελφών Κανάχης και Μακαρέως εις το δράμα <Αίολος» και τον έρωτα της Φαίδρας προς τον Ιππόλυτον.
{111} «Κεφάλαιον»: αδρόν λόγον ως κεφαλήν ραφανίδος (Νεφέλαι 981).
{112} Δράματα απολεσθέντα του Ευριπίδου.
{113} «Ανδρών γνωμοτύπων».
{114} «Στρεβλά παλαίσματα».
{115} «Παραπρίσματα επών».
{116} Ο Αισχύλος επικαλείται την Δήμητρα, διότι κατήγετο εξ Ελευσίνος.
{117} Σατυρίζει τον Ευριπίδην ως αναφέροντα συχνά τον Αιθέρα εις τους στίχους του.
{118} «Μυκτήρες οσφραντήριοι»—ως συντελούντων των μυκτήρων εις την φωνήν (Σχολιαστής).
{119} «Αλινδήθρας επών»: Κυρίως α λ ι ν δ ή θ ρ α είναι ο τόπος που κυλίονται οι αθληταί εις την άμμον, κυλίστρα, μεταφορικώς δε συναγωγή άταχτος λόγων με δίχως (ή με στρυφνήν) σημασίαν. Ως εκ τούτου εθεώρησα την λέξιν αποδοτέαν διά της ανωτέρω εν χρήσει παρ' ημίν.
{120} Ο Φρύνιχος υπήρξε προ του Αισχύλου• τούτον επαινεί ο Αρ. και εις τους «Όρνιθας» (ιδέ μετάφρασίν μου. Έκδ. Φέξη, 1910 σελ. 64).
{121} Εις το δράμα του Αισχύλου «Φρύγες» ο Αχιλλεύς φέρεται καθήμενος εις την σκηνήν και σιγών. Επίσης και η Νιόβη ως απολιθωθείσα.
{122} «Τι σκορδινά;»
{123} Εννοεί γενικώς την κατάχρησιν των ποταμών, παρ' Αισχύλω.
{124} «Ρήματα ιππόκρημνα»: παρακινδυνευμένα.
{125} Ιππαλεκτρυών.
{126} Άσχημος τις και αηδής κίναιδος.
{127} Δούλος του Ευριπίδου βοηθών αυτόν εις τας τραγικάς παραστάσεις• κατ' άλλους διερμηνεύς των έργων του• κατ' άλλους δε και εραστής της γυναικός του (ιδέ και Θωμάν Μάγιστρον εν βίω Ευριπίδου).
{128} Εννοεί την εκ μέρους όλων των προσώπων του δράματος ιδεολογίαν ως εξηγείται περίπου και εν τω κειμένω διά της εντός των αγκυλών προσθέτου επεξηγήσεως.
{129} « Εκομπολάκουν».
{130} Δύο Κύκνοι υπήρξαν: ο εις υιός του Άρεως, φονευθείς υπό του Ηρακλέους, ο έτερος δε του Ποσειδώνος, φονευθείς υπό του Αχιλλέως. Διά δε του Μέμνονος, ή εννοεί ομώνυμον τραγωδίαν του Αισχύλου, άγνωστον εν τω καταλόγω των έργων του, ή τον ομώνυμον Αιγύπτιον σύμμαχον των Τρώων, του οποίου ο ίππος είχε κώδωνας και στολισμούς. Ως εικάζεται εκ των κατωτέρω, εννοεί μάλλον τον δεύτερον.
{131} «Κωδωνοφαλαροπώλους».
{132} Το στερεότυπον κείμενον έχει Μανής• προτιμοτέρα όμως η γραφή Μ ά γ - ν η ς, απαντώσα εις τον Σχολιαστήν, προτιμηθείσα δε και από τον σοφόν Νεόφ. Δούκαν.
{133} Ο Φορμήσιος και ο Μεγαίνετος ήσαν δύο ονομαστοί παλληκαράδες εν Αθήναις, των οποίων ο πρώτος ήτο δασύτριχος, ώστε τον ωνόμαζον μαθητήν του Αισχύλου.
{134} «Σαλπιγγολογχοπηνάδαι».
{135} «Σαρκασμοπιτυοκάμπται». Πιτυοκάμπτης είνε ο μυθολογικός ληστής, εν ισθμώ της Κορίνθου, ενταύθα δε παρωδεί τον Αισχύλον εις την σύνθεσιν λέξεων πομπωδών.
{136 Ο Κλειτοφών εκωμωδείτο ως αργός.
{137} Περί Θηραμένους ιδέ πλειότερα εις σημείωση 71.
{138} «Ου Κείος, αλλά Χίος»: «παρόσον ποικίλος τις ων και αχίστροφος, καθωμίλει τους καιρούς προς το κρείττον μέρος αεί διδούς εαυτόν• Κώος δε ελέγετο είναι». (Δίδυμος εν Σχολιαστή)• ως εκ τούτου απέδωκα την φράσιν διά της ανωτέρω ερμηνείας, επεχούσης και θέσιν παροιμίας ως πλειότερον εκδηλωτικής του αγχιστρόφου του χαρακτήρος του Θηραμένους.
{139} «Τάδε μεν λεύσσεις, φαίδιμ' Αχιλλεύ!» Ο στίχος ούτος είνε και ο πρώτος εκ της αρχής των «Μυρμιδόνων» τραγωδίας του Αισχύλου.
{140} «Εκτός οίσει των ελαών: Ο σχολιαστής εικάζει ότι εις το άκρον των ιπποδρόμων ήσαν ελαιόδενδρα, τα οποία εσημείουν τα όρια του σταδίου• εκ τούτου απέδωκα την φράσιν ταύτην διά της «υπερπηδάς τα όρια».
{141} «Τραγικόν λήρον»: παρ' υπόνοια λέγει ο Σχολιαστής, έθεσε την λέξιν λ ή ρ ον αντί του τ έ χ ν η ν, και τούτο διότι κωμικοί και τραγικοί ποιηταί εσατύριζον αλλήλους.
{142} Αι λέξεις «κοβάλους» και «πανούργους» του κειμένου συμπίπτουν εις την έννοιαν του πονηρός.
{143} «Θυμούς επταβοείους» κατά παραβολήν προς την ασπίδα την επταβόειον, ήτοι την αποτελουμένην από επταπλούν δέρμα βοός.
{144} «Κρανοποιών»:—υποθέτω ότι διαλανθάνει λογοπαίγνιον ενταύθα μεταξύ του π ο ι ώ ν σ τ ί χ ο υ ς και π ο ι ώ ν κ ρ ά ν η, ως μεταχειριζομένου του Αισχύλου κράνη εν τη ποιήσει, όπερ απεδόθη ως ανωτέρω.
{145} Ο Μουσαίος αναφέρεται ως ποιητής των μυθικών χρόνων, υιός της Σελήνης και του Ευμόλπου, κατ' άλλους δε Θραξ και μαθητής του Ορφέως, πρώτος εισαγαγών εις την Ελλάδα την τελετήν των Ελευσινίων, και γράψας ύμνους θρησκευτικούς. Ο δε ομώνυμος ποιητής του ειδυλλίου «Ηρώ και Λέανδρος» φέρεται νεώτερος.
{146} Αθηναίος αμαθής εις τον οπλισμόν.
{147} Γενναίος στρατηγός των Αθηναίων, ακμάσας εις τους χρόνους του Αισχύλου και του Αριστοφάνους.
{148} Εννοεί τους γνωστούς ομηρικούς ήρωας.
{149} Σθενέβοια, σύζυγος του Προίτου, η παρ' Ομήρω Άντεια, ερασθείσα του προγονού αυτής Βελλεροφόντου, απήτησε παρ' αυτού να καταστή ερωμένη του• εν αρνήσει δε του Βελλερ. τον κατήγγειλεν αυτόν ψευδώς εις τον Προίτον, ότι ηθέλησε να την βιάση και αποκαλυφθείσης της συκοφαντίας, εδηλητηριάσθη, λαβούσα κώνειον.
{150} Κατηγορεί τον Ευριπίδην ως φιλήδονον, υπαινίσσεται δε ταυτοχρόνως και τους έρωτας της συζύγου του με τον δούλον της, ως εσημείωσα και εν {127}.
{151} Εννοεί τον Τήλεφον κλπ., ως εν {105}
{152} Η χρήσις των ιχθύων εθεωρείτο μάλλον ως πολυτέλεια.
{153} Μ α ζ αν: είδος στρατιωτικού άρτου, κατεσκευασμένου εξ αλεύρου, ελαίου και οίνου (ιδέ και Θουκυδίδην III. 49 και Ησύχιον εν λ.).
{154} Ρ υ π π α π α ί: παράγγελμα ναυτικόν διά την παρασκευήν προς κωπηλασίαν.
{155} Οι κωπηλάται εις τας τριήρεις εκάθηντο εις τρεις σειράς καθ' ύψος: οι κατωτέρω ελέγοντο θ α λ α μ α κ ε ς ή θ α λ α μ ί τ α ι, οι μέσοι ελέγοντο ζ υ γ ί τ α ι και οι ανωτέρω θ ρ α ν ί τ α ι.
{156} Εννοεί το δράμα του Ευριπίδου «Αυγή», του οποίου η ηρωίς γεννά εντός του ιερού.
{157} Εις το δράμα «Αίολος» φέρει τας θυγατέρας του Αιόλου εις ερωτικάς σχέσεις με τους αδελφούς των.
{158} Σατυρίζει στίχους εκ του «Φρίξου» του Ευρ. έχοντας ούτω:
τίς δ' οίδεν, εί το ζην μεν έστι κατθανείν το κατθανείν δε ζην ;
{159} Κατά την εορτήν των Προμηθειών, των Ηφαιστείων και των Παναθηναίων ετελούντο αγώνες, κατά τους οποίους οι γυμναζόμενοι ελαμπαδηφόρουν. (Ιδέ και σημ. {21}.
{160} Κατά τον Ευφρόνιον οι υστερούντες εις τους αγώνας του Κεραμεικού, εδέροντο εις τα νώτα από τους νέους, ελέγοντο δε οι δαρμοί ούτοι «κεραμεικαί πληγαί».
{161} Κατ' άλλους τετραλογία ήτο η Ορέστεια: Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες, Πρωτεύς (σατυρικόν)• ο Αρίσταρχος όμως και ο Απολλώνιος αφαιρούσι τον Πρωτέα και αφίνουν την Ορέστειαν τριλογίαν, όπως και ημείς εδέχθημεν αυτήν.
{162} Οι τρεις πρώτοι στίχοι των «Χοηφόρων»: «Υποχθόνιε Ερμή! ο οποίος εποπτεύεις το μέρος όπου ευρίσκεται τώρα ο πατήρ μου, σε ικετεύω να γίνης σωτήρ και σύμμαχός μου. Έρχομαι και καταφεύγω εις αυτόν τον τόπον...» Επροτίμησα ν' αφήσω αυτούσια τα αρχαία κείμενα εντός της μεταφράσεως, διά να εννοηθή ο έλεγχος και η υπόδειξις των κατ' Ευριπίδην σφαλμάτων.
{163} Εννοεί την Κλυταιμνήστραν δολοφονούσαν εν τη κλίνη τον Αγαμέμνονα χάριν του εραστού της Αιγίσθου.
{164} Μία εκ των πολλών ιδιοτήτων του Ερμού, εφ' ας ελατρεύετο ήτο και η του Ε ρ ι ο υ ν ί ο υ (αγαθού, χρησίμου).
{165} Το κείμενον έχει: «ΕΥΡ. Εί γαρ πατρώον το χθόνιον έχει γέρας, ΔΙΟΝ. ούτως αν είη προς πατρός τυμβωρύχος». Το χωρίον είνε πολύ ασαφές• ο Σχολιαστής το αποδίδει εις τους λωποδυτούντας τα υπό την γην, (ήτοι τους τάφους) ο δε Νεοφ. Δούκας παραιτείται πάσης ερμηνείας διά την ασάφειαν. Το κατ' εμέ επροτίμησα την ανωτέρω απόδοσιν ως σατυρικωτέραν, ήτοι: αφού ο Ερμής δεν είνε μόνον χθόνιος, αλλά και εξέρχεται, τούτο θα πράξη και ο πατήρ του, επομένως ο υιός, ο τοποθετών αυτόν μετά του Ερμού, καθίσταται τυμβωρύχος (εί γαρ έχει πατρώον το χθόνιον γέρας).
{166} Ανθοσμίαν: ο οίνος ούτος, εθεωρείτο ελαφρότερος και λεπτότερος των άλλων.
{167} «Χρήσον συ μάκτραν, ει δε βούλει κάρδοπον: κ ά ρ δ ο π ον και μ ά κ τ ρ α λέξεις ταυτόσημοι: η σκάφη του ζυμώματος. Η έκφρασις έρχεται ως παροιμία, την οποίαν ηναγκάσθην ν' αποδώσω δι' αυτοτελούς διστίχου, προσομοιάζοντος προς παροιμίαν, θυσιάσας την κατά λέξιν απόδοσιν του κειμένου, αδύνατον ούσαν να περιληφθή, υπ' εμού τουλάχιστον, εις δίστιχον.
{168} Συνέχεια της προηγουμένης περικοπής: «Και από την άκρη του τάφου αυτού φωνάζω τον πατέρα μου ν' α κ ρ ο α σ θ ή και ν' α κ ο ύ σ η...»
{169} Η αρχή της «Αντιγόνης» του Ευριπίδου: «Ήτο ευτυχής ανήρ κατ' αρχάς ο Οιδίπους..».
{170} Εννοεί την γνωστήν ιστορίαν του Οιδίποδος, διά τον οποίον υπήρχε πρόρρησις ότι θα εφόνευε τον πατέρα του Λάιον κλπ.
{171} Στίχοι εκ του δράματος «Αρχέλαος» του Ευριπίδου, αμφισβητούμενοι υπό του Αριστάρχου.
{172} «Ληκύθιον απώλεσεν»: Η φράσις αύτη είνε εντελώς σκοτεινή, και αυτός δε ο σχολιαστής την παρατρέχει. Λ η κ ύ θ ι ο ν εσήμαινε μικρόν δοχείον ιδίως ελαίου, συνεκδοχικώς δε και τον λύχνον. Φαίνεται, όπως εικάζει, και ο Blondel (Γάλλος κριτικός και ποιητής του 12ου αιώνος) ότι η φράσις αύτη θα ήτο επωδός αρχαίου τινός άσματος με συμβολικήν σημασίαν απορρεύσασαν τίς οίδεν εκ τίνος γεγονότος. Η πιθανωτέρα αντιστοιχία της είνε: «έχασε τον κόπον του».
{173} Αρχή του δράματος του Ευριπίδου «Υψιπύλη».
{174} Αρχή εκ της «Σθενεβοίας» ή «Βελλεροφόντου».
{175} Αρχή από τον «Φρίξον» του Ευριπίδου.
{176} Εκ της «Ιφιγενείας εν Ταύροις» του Ευριπίδου: «Πέλοψ υιός του Ταντάλου, φθάσας εις την Πίσαν με τους ταχείς ίππους του.»...
{177} Εκ του «Μελεάγρου».
{178} «Δρέψας ο Οινεύς μίαν φοράν πλουσίαν εσοδείαν και προσενεγκών τας απαρχάς [εις τους θεούς]..•
{179} Αρχή εκ της [σοφής] «Μελανίππης: «Ο Ζευς, κατά τα αληθώς λεγόμενα..».
{180} Εκ των «Μυρμιδόνων» του Αισχύλου.
{181} Εκ των «Ψυχαγωγών» του αυτού.
{182} Εκ του «Τηλέφου» του αυτού.
{183} Εκ των «Ιερειών» του αυτού.
{184} «Στάσιν μελών»! άσμα εκ του χορού ψαλλόμενον υπό των χορευτών ισταμένων• αποκαλείται παρά τοις νεωτέροις στάσιμον μέλος, αντιστοιχούν περίπου προς το στάσιμον της καθ' ημάς Εκκλησίας.
{185} Αι περικοπαί αύται εκ των δραμάτων του Αισχύλου είνε ανάμικτοι και συντεθειμέναι κατά τρόπον ασυνάρτητον και ανανταπόδοτον. Ούτω το όπως Αχαιών δίθρονον κράτος, Ελλάδος ήβας» (έλαβεν εκ του «Αγαμέμονος»)—«Σφίγγα δε δυσαμεριάν πρύτανιν κύνα πέμπει» (εκ της «Σφιγγός»)—-«συν δορί και χερί πράκτορι θούριος όρνις», «κυρείν παρασχών ιταμαίς κυσίν αεροφοίτοις» (εξ «Αγαμέμνονος»)—«το συγκλινές επ' Αίαντι» (κατ' Απολλώνιον εκ των «Θρησσών», αλλ' αμφισβητείται υπ' άλλων). Το δε παρεντιθέμενον μεταξύ των στίχων «τοφλαττόθρατ» αποτελεί χλεύην προς την κατάχρησιν του Αισχύλου εις την σύνθεσιν πομπωδών και παρηχητικών λέξεων. Την περικοπήν ταύτην και τας εξής, ως μακροτέρας των προηγουμένων και στηριζομένων επί της εννοίας, προσεπάθησα ν' αποδώσω εις στίχους εν τω ιδίω κειμένω, όπως εννοηθή κάλλιον το κωμικόν της ασυναρτησίας κατά την από σκηνής διδασκαλίαν της παραφράσεως.
{186} Το «εκ Μ α ρ α θ ώ ν ο ς» προέρχεται εκ λογοπαιγνίου, καθόσον εις τους λειμώνας του Μαραθώνος εφύετο ο φ λ έ ω (φλόμος), παίζει δε ούτω προς την συλλαβήν φ λ ά τ του «τοφλαττόθρατ».
{187} Το ανωτέρω δίστιχον είνε αναγκαστική εξήγησις της λέξεως « ι μ ο ν ι ο σ τ ρ ό φ ο υ» (=σχοινιοστρόφου, ιμονιά=το σχοινί του πηγαδιού), καθόσον οι αντλούντες ύδωρ από τα φρέατα έψαλλον άσμα «ιμαίον» καλούμενον.
{188} Ο Φρύνιχος εθεωρείτο ο αρμονικότερος των αρχαίων ποιητών, υπήρξε δε προγενέστερος του Αισχύλου, ως πολλαχού αναφέρεται παρ' Αρ. Ιδέ και {2}, {88}.
{189} Μέλητος ήτο ψυχρός τραγικός ποιητής εν' Αθήναις, είνε δε αυτός ο μετά του Ανύτου κατηγορήσας τον Σωκράτην.
{190} «Λεσβιασμός»: παρά φύσιν πρόκλησις ηδονής διά της γλώσσης εν Λέσβω μεταξύ ανδρών και γυναικών ή και γυναικών μόνον• ομοίως και «φοινικισμός», ελέγετο η πράξις αύτη, εκτελουμένη υπό πολύ χειροτέρας συνθήκας εν Φοινίκη, κατά την βεβαίωσιν του Γαληνού: «των αισχρουργών μάλλον βδελυττόμεθα τους φ ο ι ν ι κ ί ζ ο ν τ α ς των λ ε σ β ι α ζ ό ν τ ω ν». Επαναλαμβάνει την λέξιν ο Αριστείδης και εις «Σφήκας» (σ. 1346) και εις «Εκκλησιαζούσας» (στ. 920)• ιδέ παράφρασίν μου εκδ. Φέξη, 1910, σελ. 59).
{191} Νέον συνονθύλευμα στίχων από διαφόρους τραγωδίας του Ευριπίδου με εκζητημένην ασυναρτησίαν. Το κείμενον έχει ούτως: Αλκυόνες, αι παρ' αενάοις θαλάσσας κύμασι στωμύλλετε, τέγγουσαι νοτίοις πτερών ρανίσι χρόα δροσιζόμεναι... (Εκ της «Ιφιγενείας») αί θ' υπωρόφιοι κατά γωνίας ειειειειειειλίσσετε δακτύλοις φάλαγγες ιστότονα πηνίσματα και κερκίδος (εκ του «Μελεάγρου») αοιδού μελέτας, (ασυνάρτητα) ίν' ο φίλαυλος (εκ της «Ηλέκτρας») έπαλλε δελ- φίς πρώραις κυανεμβόλοις... μαντεία και σταδίους... οινάνθας, (εκ της «Υψιπύλης») γάνος αμπέλου, βότρυος έλικα παυσίπονον... (αυτόθι) περίβαλλ', ω τέκνον, ωλένας... (αυτόθι).
{192} Παρωδία της μελοποιίας και της εκζητημένης παρά τοις ποιηταίς αρμονίας των στίχων διά της απαγγελίας• μέθοδος παρεμφερής περίπου προς την εν χρήσει σήμερον παρά τοις ηθοποιοίς της Γαλλικής Κωμωδίας.
{193} «Δωδεκαμήχανον Κυρήνης»: η Κυρήνη ήτο γνωστή εταίρα, γνωρίζουσα κατά δώδεκα τρόπους να παραδίδη εαυτήν εις ηδονήν, εκ τούτου δε και δ ω δ ε κ α μ ή χ α ν ο ς εκαλείτο.
{194} Και άλλο τούτο συνονθύλευμα στίχων από τραγωδίας του Ευριπίδου, έχον ούτως εν τω κειμένω:
Ω Νυκτός κελαινοφαής όρφνα, τίνα μοι δύστανον όνειρον πέμπεις εξ αφανούς, Αΐδα πρόπολον, ψυχάν άψυχον έχοντα, μελαίνας Νυκτός παίδα, φρικώδη δεινάν όψιν μελανονεκυείμονα, φόνια φόνια δερκόμενον, μεγάλους όνυχας έχοντα... αλλά μοι, αμφίπολοι, λύχνον άψατε κάλπισί τ' εκ ποταμών δρόσον άρατε, θέρμετε δ' ύδωρ, ως αν θείον όνειρον αποκλύσω. ιώ πόντιε δαίμον, τούτ' εκείν'• ιώ ξύνοικοι, τάδε τέρα θεάσασθε τον αλεκτρυόνα μου συναρπάσασα φρούδη Γλύκη. Νύμφαι ορεσσίγονοι, ω Μανία, ξύλλαβε. εγώ δ' α τάλαινα προσέχουσ' έτυχον εμαυτής έργοισι, λίκνου μεστόν άτρακτον ειειειειλίσσουσα χεροίν, κλωστήρα ποιούσ', όπως κνεφαίος εις αγοράν φέρουσ' αποδοίμαν... ο δ' ανέπτατ' ανέπτατ' ες αιθέρα κουφοτάταις πτερύγων ακμαίς• εμοί δ' άχε' άχεα κατέλιπε, δάκρυα δάκρυα τ' απ' ομμάτων
{195} Παρωδία εκ της «Εκάβης» (στ. 68) και το πλείστον κατασκεύασμα.
{196} Παρωδία εκ των «Τημενιδών»!
{197} Κωμωδεί τον Ευριπίδην διά τούτων ως επιρρεπή εις θέματα μικροπρεπή και κακόζηλα του οικογενειακού βίου.
{198} Κωμωδεί τας επαναλήψεις των λέξεων, συνήθεις παρ' Ευριπίδη.
{199} Εκ των «Κρητών» του Ευριπίδου.
{200} «Δίκτυννα Άρτεμις»: Ο τίτλος ούτος της Αρτέμιδος προήλθεν εκ του ότι νύμφη τις, Βριτόμαρτις καλουμένη, θηρεύουσα ενέπεσεν η ιδία εις δίκτυα κυνηγετικά, σωθείσα δε υπό της θεάς, ίδρυσεν ιερόν της Δικτύννης Αρτέμιδος.
{201} Η προσθήκη αύτη ήτο αναγκαία όχι μόνον χάριν της ομοιοκαταληξίας, η οποία έπρεπεν απαραιτήτως να συμπληρωθή εις το τέλος της κωμικής ταύτης περιόδου, αλλά και διότι έπρεπε να κλεισθή κατ' αντιληπτόν διά το θέατρον τρόπον η έννοια του Κωμωδού, ότι δι' όλων αυτών των ψευδοποιητικών λοξοδρομιών καταλήγει και πάλιν εις την κωμικήν υπόθεσιν της κλοπής ενός πετεινού!
{202} Καθώς βλέπομεν, η προσφώνησις «κούκκου» των παιδιών της σήμερον, εκφωνουμένη ως σύνθημα παιδιάς, είναι αρχαιότατης καταγωγής (κόκκυ).
{203} Εκ της «Μηδείας».
{204} Εκ του «Φιλοκτήτου».
{205} Εννοεί τους εριοπώλας της εποχής, οι οποίοι έβρεχον τα έρια διά να βαρύνουν περισσότερον εις το ζύγισμα.
{206} Εκ της «Αντιγόνης».
{207} Αριθμός υποσημείωσης χωρίς υποσημείωση. Ίσως αναφέρεται και αυτό στην προηγούμενη υποσημείωση. (ΣΗΜ 13/12/2008)
{208} «Νουν ουκ έχει»: δεν έχει βαθείαν έννοιαν, σημασίαν.
{209} Παρωδία εκ τίνος στίχου εν τω «Τηλέφω», ένθα εισάγονται πρόσωπα παίζοντα κύβους.
{210} «Η πόλις γαρ δυστοκεί»: νομίζω ότι η σημασία είναι διπλή ενταύθα: ή διά του δ υ σ τ ο κ ε ί σημαίνει ότι δεν δύναται η πόλις να γ ε ν ν ή σ η γνώμην ευκόλως περί Αλκιβιάδου, ή ότι διατελεί εις ωδίνας, υποφέρουσα εκ του πολέμου, όπερ παραδέχεται και ο σχολιαστής. Κατά την εποχήν εκείνην είχεν εκουσίως φυγαδευθή ο Αλκιβιάδης εις Λακεδαίμονα, πείσας τους Λακεδαιμονίους να πολιορκήσουν την Δεκέλειαν.
{211} Ο Κλεόκριτος κωμωδείται ενταύθα ως κακός και μοχθηρός, ο δε Κινησίας ήτο ισχνός, ως και πολλαχού αναφέρεται παρ' Αρ. ιδία εις τους «Όρνιθας» (εκδ. Φέξη, 1910, σελ. 111 και εξής).
{212} Εις την περίοδον ταύτην ο Αρ. σατυρίζει ταυτοχρόνως και επί ασάφεια τον Ευριπίδην, την οποίαν και προσεπάθησα να μιμηθώ εν τη αποδόσει.
{213} Ο Παλαμήδης ήτο υιός του βασιλέως της Ευβοίας Ναυπλίου, περίφημος διά τας εφευρέσεις του, και φονευθείς ως προδότης διά ραδιουργίας του Οδυσσέως, εχθρευομένου αυτόν, διότι είχεν αποκαλύψη την προσποιημένην τρέλλαν του διά να μη εκστρατεύση εις Τροίαν. Λέγεται ότι ο Παλαμήδης εφεύρε τους κύβους, τα σταθμά και τέσσαρα εκ των στοιχείων του αλφαβήτου, ζ, π, φ, χ• εξ αυτού υπάρχει και η παροιμία «Παλαμήδειον εύρημα».
{214} Το χωρίον τούτο νομίζω εσφαλμένον εν τω κειμένω, έχον ως εξής:
ΔΙΟΝ. Μισεί κάκιστα. [ΑΙΣ.] τοις πονηροίς δ' ήδεται ; [ΔΙΟΝ.] ΑΙΣ. Ού δήτ' εκείνη γ', αλλά χρήται προς βίαν. [ΑΙΣ.] πώς ούν τις αν σώσειε τοιαύτην πόλιν ή μήτε χλαίνα, μήτε σίσυρα συμφέρει;
Όθεν επροτίμησα την διαίρεσιν του διαλόγου συμφώνως προς τα εν ταις αγκύλαις ονόματα, ως συμφωνοτέραν προς την έννοιαν, επί της οποίας και μετέφρασα.
{215 Υπαινίσσεται την γνώμην του Περικλέους να εγκαταλίπωσι την Αττικήν και να πολιορκήσουν την Λακεδαίμονα διά του στόλου.
{216} Εννοεί την πληθώραν των δικών και τους μισθούς των δικαστών καταναλίσκοντας μέγα μέρος του δημοσίου θησαυρού. Το δικαστήριον απετελείτο από 8 χιλιάδας ενόρκους.
{217} «Η γλώττ' ομώμοκ'»: προς μείζονα ειρωνείαν εδανείσθη την φράσιν ο Διόνυσος από τον «Ιππόλυτον» του Ευριπίδου.
{218} Παρωδία εκ του «Αιόλου» του Ευριπίδου, του στίχου: «τι δ' αισχρόν ήν μη τοίσι χρωμένοις δοκή»;
{219} Παρωδία στίχου του Ευρ., περί ού εσημείωσα και εν {217}.
{220} Δημαγωγός, ο οποίος, επικειμένης ειρήνης, έπεισε τους Αθηναίους να εξακολουθήση ο πόλεμος, εάν οι Λακεδαιμόνιοι δεν άφινον όλας τας πόλεις. Κωμωδείται και ως ξένος την καταγωγήν, ήτο δε και είδος τι εκ των σήμερον παρ' ημίν καλουμένων ζ η τ ω π ο λ έ μ ω ν.
{221} «Τοις πορισταίς»: οι επιβάλλοντας τους φόρους.
{222} Ονόματα διαφόρων αρχόντων το όνομα Μ ύ ρ μ η ξ υποτίθεται μάλλον πλαστόν, ληφθέν εκ του ομωνύμου εντόμου και αντιστοιχούν προς την λ. αποθηκευτής.
{223} Ούτος ήτο εκ των στρατηγούντων και διοικητής μέρους του στόλου, αιχμαλωτισθείς υπό του Λυσάνδρου κατά την εν Αιγός Ποταμοίς ναυμαχίαν.
* * * * * Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους αρίστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Οι Βάτραχοι είναι φιλολογικού θέματος κωμωδία, όπου γελοιοποιούνται πολλοί των ποιητών και σατυρίζεται η κατάπτωσις της τέχνης. Ο Ευριπίδης και ο Αισχύλος εισάγονται εις την σκηνήν, ανακηρύσσεται δε ο δεύτερος ύπατος τραγικός. Υπαινιγμοί καταχρήσεων και διαφθορών δίδουν εις τους «Βατράχους» μέγα κοινωνικόν ενδιαφέρον.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10