Βάτραχοι

Part 3

Chapter 3 72 words Public domain Markdown

{47} Ο Κρατίνος ήτο κωμικός ποιητής, σατυρίσας με πολλήν ελευθεροστομίαν και δριμύτητα τας αθηναϊκάς ασχημίας, σκωπτόμενος και από τον Αρ. ως μαλθακός και μέθυσος• διά τούτο δε ο ποιητής αποδίδει αυτώ και τον τίτλον του Ταυροφάγου, όστις είνε επίθετον του Βάκχου, ως θεού του οίνου ή διότι εθύετο εις αυτόν ταύρος, ή διότι οι νικηταί εις τα Διονύσια ελάμβανον ταύρον ως βραβείον.

{48} Βωμολόχοι εκαλούντο οι περί τους βωμούς ιστάμενοι πειναλέοι, οι οποίοι διά διαφόρων αστειοτήτων και χυδαιοτήτων προεκάλουν την προσοχήν των θυτών, εκλιπαρούντες τεμάχια ή εντόσθια των σφαγίων• εκ τούτου και η λέξις βωμολοχία.

{49} Στρατηγός κατά την εποχήν του Πελοποννησιακού πολέμου, κατηγορούμενος επί προδοσία, της οποίας τας λεπτομερείας βλέπει ο αναγνώστης εν τω κειμένω.

{50} Υπαινίσσεται ενταύθα ο Αρ. την πενιχρότητα των παραστάσεων των θεατρικών έργων κατά τα Διονύσια, ελλείψει πλουσίων χορηγών.

{51} Εννοεί την κορασίδα, περί ης ανωτέρω.

{52} Αθηναίος δημαγωγός, κωμωδούμενος και ως ξένος, όστις πολιτογραφηθείς, επί επτά ολόκληρα έτη δεν είχεν αποκτήση συγγενείς— (φράτορας)• ενταύθα παίζει ο Αρ. με την λέξιν φράτορες και φ ρ α σ τ ή ρ ε ς (=οι οδόντες του ποιδίου) λέγων: «ος επταετής ών ουκ έφυσε φ ρ α τ ο ρ α ς», όπως ημείς θα ελέγομεν εις άλλην συνεκδοχήν τραπεζίτας.

{53} Εννοεί τους Αθηναίους.

{54} Σατυρίζει τούτον ο Αρ. κατά κόρον ως φαυλόβιον εις τας πλείστας των κωμωδιών του.

{55} Σ ε β ί ν ο ς: όνομα πλαστόν εκ του σ έ και β ι ν ώ, (=συνουσιάζομαι)• ομοίαν έπλασε κατωτέρω και την λέξιν ι π π ο β ί ν ο ς, εκ του β ι ν ώ — ί π π ο ν, ή ως ίππος, ην απέδωκα δια της ανωτέρω εν τω κειμένω λέξεως.

{56} Παροιμία επί των επαναλαμβανόντων τα αυτά πράγματα, προελθούσα εκ του μύθου, ότι ο Κόρινθος, υιός του Διός έκτισε την ομώνυμον πόλιν, αποθανόντα δε οι Κορίνθιοι τον ετίμησαν ως θεόν• οι δε Κερκυραίοι, άποικοι των Κορινθίων όντες και αποστατήσαντες, εδέχοντο καθ' εκάστην προτροπάς παρά των Κορινθίων ν' αφοσιωθώσιν εις την μητρόπολιν διά πρέσβεων, οίτινες επανελάμβανον συνεχώς «μέμνησθε του Διός Κορίνθου» μέχρις ότου οι Κερκυραίοι, απήλασαν τους κήρυκας δια ραβδισμών λέγοντες: «παίε, παίε του Διός Κόρινθον»!

ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Εμπρός! σύρετε τώρα το χορό τον κυκλικό και ιερό, παίζοντας στ' ανθοσκέπαστα εκεί της Δήμητρας λιβάδια, όσοι έχετε την άδεια για τη γιορτή τη θεϊκή. Κ' εγώ με της γυναίκες και της κόρες, οπού για τη θεά περνούν ολονυχτίας ώρες, στον ίδιο τον καιρό το φως θα φέρνω το ιερό. Με τους δικούς μας τρόπους, μέσα στους ανθισμένους και ροδοσκεπασμένους των λιβαδιών μας τόπους, πάμε, οι ώμορφοι χοροί να γίνουν, που ευτυχισμένες Μοίρες διευθύνουν. Για μας που μυηθήκαμε και πάντοτε φερθήκαμε σε ξένους και πολίτας μας με τρόπο ευγενικό, ο ήλιος είνε' ευχάριστος κ' είνε το φως γλυκό.

(Εκκινούν και διασχίζουν βραδέως την σκηνήν με τας λαμπάδας εις τας χείρας, υπό τον ήχον μουσικής μελωδίας).{57}

ΑΥΛΑΙΑ

* * * * *

{57} Επειδή αι συνθήκαι της από σκηνής σημερινού θεάτρου παραστάσεως απαιτούν δράσιν, το Δεύτερον τούτο μέρος δύναται να συγχωνευθή με το επόμενον, αφού περικοπούν τα χορικά τα αναγόμενα εις πρόσωπα ωρισμένα, τοποθετηθή δε εξ αρχής το Ανάκτορον του Πλούτωνος επί της σκηνής και έναντι το μικρόν ξενοδοχείον της Πανδοκευτρίας.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

Επί της σκηνής βλέπει η πρόσοψις και η θύρα του Ανακτόρου του Πλούτωνος.—-Αριστερά προς το παρασκήνιον μικρός οικίσκος της Ξενοδόχου.— Εισέρχεται ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ, ακολουθούμενος από τον ΞΑΝΘΙΑΝ, φορτωμένον πάντοτε τα στρώματα.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΞΑΝΘΙΑΣ και μετά στιγμήν ΑΙΑΚΟΣ

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Πες μου, πώς θα κτυπήσουμε τη θύρα; με ποιόν τρόπο ; της θύρες τάχα πως κτυπούν εδώ, 'ς αυτόν τον τόπο ;

ΞΑΝΘΙΑΣ Μη χάνης και την ώρα σου• κτύπα τη θύρα δυνατά, σαν έχης σχήμα Ηρακλή και τα φορέματα σου αυτά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (κτυπών την θύραν) Παιδί! παιδί!

(εξέρχεται ο ΑΙΑΚΟΣ {58})

ΑΙΑΚΟΣ

(εκπληττόμενος επί τη θέα του Διονύσου ως Ηρακλέους)

Ποιος είν' αυτός;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (με στόμφον) Ο Ηρακλής ο δυνατός.

ΑΙΑΚΟΣ(μετ' οργής) Ω σιχαμένε τολμηρέ, και ω ξεντροπιασμένε! ω μολυσμένε! μιαρέ και χιλιοσιχαμένε! που έπνιξες και, φεύγοντας, πήρες από δω χάμου το σκύλλο μας τον Κέρβερο, που είχα φύλακά μου. Μα τώρα επιάσθης στα γερά, και θα σου φτιάσουνε φρουρά του ποταμού Αχέρωνα ο ματωμένος βράχος, και τα σκυλλιά του Κωκυτού, {59} που τρέχουνε με τάχος, και τούτ' η πέτρα της Στυγός {60} με την καρδιά τη μαύρη, κ' η Εκατοντακέφαλη Οχιά,{61} που τώρα θαύρη τα σπλάγχνα σου να σχίση, κ' η Σμύρνα η Ταρτήσια {62} πλεμόνι δεν θ' αφήση αξέθαφτο 'ς εσένα• και τάντερα και τα νεφρά τα δυο σου ματωμένα Γοργόνες η Τιθράσιες {63} θα σου τα χύσουν έξω να τα κατασπαράξουνε! 'Σ αυτές κ' εγώ θα τρέξω!

(Εξέρχεται του Ανακτόρου και απέρχεται ταχέως.—Ο Διόνυσος εκ του φόβου του αφοδεύει επί της σκηνής)

* * * * * {58} Αιακός: υιός του Διός και της Αιγίνης, από της όποιας έλαβε το όνομα και η ομώνυμος νήσος. Εβασίλευσε με τόσην δικαιοσύνην, ώστε μετά θάνατον εμυθολογήθη ως αποτελέσας μέρος του τριπλού δικαστηρίου του Άδου, του οποίου εκράτει και τας κλείδας.

{59} Ποταμός του Άδου.

{60} Πηγή της Αρκαδίας, της οποίας τα ύδωρ, ως εκ της ψυχρότητάς του, εθεωρείτο θανατηφόρον. Εις την πηγήν ταύτην ώμνυον τον φρικτότερον όρκον.

{61} Θηρίον του Άδου, το οποίον εφαντάσθη πρώτος ο Ευριπίδης εις τον «Θησέα».

{62} Ταρτησία Μύραινα: Φοβερά δαίμων. Την ωνόμασε Ταρτησίαν κατά κωμικήν συνεκδοχήν, καθόσον αι Ταρτήσιαι γαλαί εθεωρούντο ως αι μεγαλοσωμότεραι του καιρού εκείνου. Η Τάρτησος ήτο πόλις της Ιβηρίας παρά την Άορνον λίμνην, η δε Μ ύ ρ α ι ν α είνε είδος θαλασσίου ιχθύος, κοινώς παρ' ημίν σμύρνα.

{63} Διπλή απόδοσις: Ή από ομωνύμου δήμου της Αττικής πενομένου και κακού, ανήκοντος εις την Αγηίδα φυλήν, ή από του Τιθρασίου, τόπου της Λιβύης, ένθα μυθολογείται ότι διητώντο αι Γοργόνες.

ΣΚΗΝΗ Β'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΞΑΝΘΙΑΣ

ΞΑΝΘΙΑΣ Τι κάνεις αυτού χάμου ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ κάλεσ' το θεό [να ρθη βοήθεια μου]. {64}

ΞΑΝΘΙΑΣ Γελοίε! δεν σηκώνεσαι, μήπως κανένας ξένος σε ιδή [κατά που είσαι καθισμένος];

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Παράλυσαν τα γόνατά μου • πάρε σφουγγάρι γρήγορα και βρέξε την καρδιά μου.

(Ο Ξανθίας εξάγει μετά σπουδής σπόγγον εκ του δέματος, τον οποίον βρέχει εις το ύδωρ της λίμνης και προσφέρει εις τον καθήμενον Διόνυσον)

ΞΑΝΘΙΑΣ Πάρε και βρέξου μόνος σου...

(Ο Διόνυσος βρέχει τα οπίσθια του αντί της καρδίας.— Ο Ξανθίας έκπληκτος:)

πού είνε τα; [για στάσου]! Χρυσοί θεοί! εδώ λοιπόν την έχεις την καρδιά σου;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Γλίστρησε απ' το φόβο της στην κάτω μου κοιλία.

ΞΑΝΘΙΑΣ Εσύ κι' ανθρώπους και θεούς πέρασες στη δειλία!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (εγειρόμενος) Εγώ είμαι δειλός, μωρέ, που ζήτησα σφουγγάρι ; κανένας δεν θα τόλμαγε τα μούτρα του να πάρη, να κάνη αυτό.

ΞΑΝΘΙΑΣ Τι θά κανε;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Δειλός, θάπεφτε κάτου, όπου θα μυριζότανε στο χώμα τα κακά του• ενώ εγώ σηκώθηκα και,[μ' ανδρειά περίσσια], σκουπίσθηκα.

ΞΑΝΘΙΑΣ Μα το θεό! πολύ παλληκαρίσια!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Έτσι κ' εμέ μου φαίνεται• και πώς ; σέν' αυτού πέρα τάχα δεν σε τρομάξανε τα λόγια κ' η φοβέρα;

ΞΑΝΘΙΑΣ Μπα, ούτε τα λογάριασα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Σαν είσαι παλληκάρι κ'είν' άφοβα τα σπλάγχνα σου, να, πάρε το τομάρι το λιονταρίσιο• να κι' αυτό το ρόπαλο στο χέρι, κι' αφού η καρδιά σου [όπως λες] το φόβο δεν τον ξέρει, έλα να γίνης συ εγώ• κ' έτσι εγώ μαζύ σου μ' αυτόν τον τρόπο θάρχωμαι σκευοκουβαλητής σου.

ΞΑΝΘΙΑΣ Φέρτα λοιπόν, για να πεισθώ 'ς αυτή τη συμφωνία, και κύτταξε τώρα καλά τον Ηρακλο-Ξανθία, {65} αν θάμαι φοβιτσιάρης μ' όλην αυτή τη φορεσιά, που βρήκες συ να πάρης.

(Ο Διόνυσος παραδίδει την περιβολήν του Ηρακλέους εις τον Ξανθίαν)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μα το θεό, πολύ καλά τα καταφέρνει [ως τόσο] το Μελιτοκοπέλλι{66} μου. Ε, φέρε να σηκώσω εγώ τα στρώματα λοιπόν.

(Ο Ξανθίας βοηθεί τον Διόνυσον να φορτωθή το δέμα των στρωμάτων.—Εξέρχεται εις την θύραν του Ανακτόρου του Πλούτωνος η θεράπαινα {67} της Περσεφόνης)

* * * * * {64} Εννοεί βεβαίως τον εν τω εγγύς ανακτόρω Πλούτωνα

{65} Εννοεί τον εαυτόν του φέροντα την περιβολήν του Ηρακλέους.

{66} «Ο εκ Μελίτης μαστιγίας»: Αντί του «ο εκ Μελίτης Ηρακλής», τούτο διότι εις την Μελίτην, δήμον της Αττικής, ο Ηρακλής εμυήθη εις τα Μικρά Μυστήρια, υπήρχε δε εκεί και ιερόν του Αλεξικάκου Ηρακλέους• ο δήμος εκείνος είχε λάβει τόνομα από της Νύμφης Μελίτης, ερωμένης του Ηρακλέους. Κατ' άλλους χλευάζει τον Καλλίαν Ιππονίκου, κατοικούντα εις Μελίτην, περί του οποίου ιδέ εκτενέστερον εις μετάφρασίν μου «Ορνίθων». Εκδ. Φέξη 1910, σελ. 29, σημ. 2.

{67} Κατ' άλλους εξέρχεται θεράπων, αλλά προτιμοτέρα διά το θέατρον είνε η Θεράπαινα.

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ (προς τον Ξανθίαν) Και πάντα με καλό, Ω Ηρακλή αγαπητέ! ορίστε [σε παρακαλώ], πέρασε μέσα. Η θεά, {68} σαν έμαθεν ότι θα 'ρθής, εζύμωσε ψωμιά ευθύς, σε δυο-τρεις χύτρες [σου] βρασε τη φάβα, βώδι ένα ολόκληρο σου έψησε στη θράκα, και ψημένα σούχει ψωμιά τετράγωνα, {69} και πίττες σου φτιασε πολλές. Μα έλα, πέρασε λοιπόν!

ΞΑΝΘΙΑΣ (ειρωνικώς και αρνητικώς) Μπα! μωρέ μπράβο! τι μας λες;

Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ Εγώ, μα τον Απόλλωνα, ποτέ δεν θα σε ιδώ, [χωρίς να πάρης τίποτε], να φύγης από δω, γιατί και κρέας έβρασε πουλερικών, να φας εσύ, στραγάλια σου καβούρδισε κ' εκέρασε γλυκό κρασί. Μα έλα γρήγορα λοιπόν, έμβα μαζύ μ' εμένα.

ΞΑΝΘΙΑΣ (ως ανωτέρω) Μωρ' τι μας λες ;! πολύ λαμπρά!...

Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ Τάχεις, καλέ, χαμένα ; Αμ' δεν σ' αφίνω τώρα πεια• για σένα εδώ προσμένει μια αυλητρίδα ώμορφη [και καλοκαμωμένη], και δύο-τρείς χορεύτριες...

ΞΑΝΘΙΑΣ Χορεύτριες;! πώς είπες;

Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ Και νηές, που μόλις τώρα δα της μάδησαν της τρύπες,{70} [σαν νηόπαντρες]• έλα λοιπόν μέσα στο σπίτι τώρα, γιατί αυτός ο μάγερας, εδώ και τόσην ώρα, πήγε να κλέψη τα φαγιά απ' το τραπέζι απάνω.

ΞΑΝΘΙΑΣ Τράβα, και στης χορεύτριες να ειπής πως τώρα φθάνω.

(Η Θεράπαινα εισέρχεται).

* * * * * {68} Περσεφόνη, σύζυγος του Πλούτωνος.

{69} «Κολλάβους»: αρτίσκους τετραγώνους, ομοιάζοντας κατά πολύ με τους κολλάβους ή κ ό λ λ α π α ς (κλειδιά, ντουζένια) της κιθάρας ή της λύρας και του βιολιού. Τοιουτοτρόπως ελέγχεται, ότι η παρ' ημίν εν χρήσει λέξις καβαλλέτο της κιθάρας ή του βιολίου, είνε μόνον ξενόμορφος, αλλ' ουχί και ξένη, είνε δε αύτη η αρχαία λέξις κόλλαβος κατά μετάθεσιν και μετατροπήν γραμμάτων: κ ό β α λ λ ο ς— κ α β α λ λ ο ς», αφού άλλως τε και ο Σχολιαστής το παρ' ημίν καβαλλέτο ονομάζει καβάλλιον. (Scholia Graeca in Aristophanem, Parissis, Edit. Firmin Didot, σελ. 291 εις στίχον 507).

{70} « Ηβυλλιώσαι κάρτι περιτετιλμέναι»: Η β υ λ λ ι ώ σ α ι=«Ηβώσαι και αισχρώς πίλλουσαι το αιδοίον, ή αντί του ακμάζουσαι την ηλικίαν» (Σχολιαστής)• άρτι π ε ρ ι τ ε τ ι λ μ έ ν α ι: με προσφάτως μαδημένον από τας τρίχας του αιδοίον• τούτο ήτο σύνηθες εις τας μελλονύμφους, όπως σήμερον εις τας οθωμανίδας.

ΣΚΗΝΗ Δ'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΞΑΝΘΙΑΣ—ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

ΞΑΝΘΙΑΣ (προς τον Διόνυσον) Ε! συ, παιδί!.. έλα κοντά και σήκωσε το μπόγο.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Για στάσου! πήρες στα σωστά έναν αστείο λόγο πως θα σε κάνω Ηρακλή ; Άφησε τη μεγάλη τη φλυαρία σου αυτή, Ξανθία, κ' έλα πάλι και σήκωσε τα στρώματα.

ΞΑΝΘΙΑΣ Α, α! για να σου ειπώ... Έχεις λοιπόν σκοπό να ξαναπάρης πάλι αυτή που μου 'κανες τη χάρι ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μόνο σκοπό ; το εκτελώ και κάτω το τομάρι!

ΞΑΝΘΙΑΣ Σε παραδίνω στους θεούς που είνε μάρτυρές μου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Σε ποιους θεούς; [για πες μου]. Δεν είνε κουταμάρ' αυτή, που θάρρεψες να γίνης συ, ένας δούλος και θνητός, ο γόνος της Αλκμήνης;

ΞΑΝΘΙΑΣ Καλά λοιπόν• να, πάρε τα• μα η ώρα δεν θ' αργήση να λάβης την ανάγκη μου, αν ο θεός θελήση.

(Ο Ξανθίας παραδίδει την περιβολήν του Ηρακλέους εις τον Διόνυσον, όστις περιάλλεται αυτήν εκ νέου και παραδίδει τα στρώματα. Κατά την διάρκειαν της ανωτέρω μετενδύσεως ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΩΝ εκτελεί τας κάτωθι στροφάς:)

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Τούτο στέκει πειό καλά 'ς έναν άνδρα με μυαλά, πούχει και το νου γερό: βόλτες πάντοτε να φέρνη και να στρίβη και να σέρνη προς τον τοίχο το χορό, —- παρ' ακίνητος να στέκη και με μια μορφή να μένη, σαν εικών ζωγραφισμένη. Στρίψ' εδώ και στρίψ' εκεί στη μεριά τη μαλακή, μόνον έξυπνος το κάνει, — και περσσότερο πηγαίνει με την [πονηρή] τη φύσι [του γνωστού] του Θηραμένη. {71}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μα θα ήτανε γελοίον, ο Ξανθίας, το κοπέλλι, εις το στρώμα της Μιλήτου το καθήκι του να θέλη ξαπλωμένος, τη χορεύτρα να πλακώνη αντικρύ μου, κ' εγώ μόνο να τον βλέπω και να τρίβω την ξερή μου, {72} κι' αυτός, έτσι τιποτένιος, όπως είνε, να κυττάζη και με μια γροθιά και δόντια και μασσέλα να μου βγάζη!

(Εμφανίζεται εις την θύραν του έναντι Πανδοχείου η Ξενοδόχος, και η υπηρέτριά της Πλαθάνη) {73}

* * * * * {71} Ο Θηραμένης ήτο εις των 30 τυράννων, επικαλούμενος διά την επιπολαιότητα και το ευμετάβολον του χαρακτήρος του και «Κόθορνος» (υπόδημα αριστεροδέξιον των ηθοποιών, τσόκαρο). Κατεδικάσθη υπό των ιδίων συναρχόντων του εις το κώνειον, κατηγορηθείς υπό του Κριτίου επί προδοσία.

{72} «Τουρεβίνθου»: Αλληγορική έκφρασις διά το ανδρικόν αιδοίον, προελθούσα εκ της συνηθείας των υπηρετών, κατά τα γεύματα των δεσποτών των, να μασσούν στραγάλια προς διασκέδασιν της πείνης των.

{73} Εκ του π λ ά θ ω.

ΣΚΗΝΗ Ε'.

Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ—ΠΛΑΘΑΝΗ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ Καλέ Πλαθάνη, έλα 'δω!

(Δεικνύουσα τον Διόνυσον ως Ηρακλήν)

Δεν είν' αυτός ο πονηρός, που στο Ξενοδοχείο μας, θα είνε κάμποσος καιρός, εμβήκε κ' έφαγε ψωμιά [μονάχος] δεκαέξη ;

ΠΛΑΘΑΝΗ Ναι, μα τον Δία, είν' αυτός!

ΞΑΝΘΙΑΣ

(δεικνύων εις το κοινόν τον Διόνυσον ειρωνικώς και με χειρονομίαν ξυλοκοπήματος).

Για κάποιονε θα φέξη!

Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ Κ' έφαγε κρέατα βραστά κομμάτια είκοσι σωστά, και διατιμημένα μισώβολο καθένα.

ΞΑΝΘΙΑΣ {ως ανωτέρω) Α, α! κάποιος, μου φαίνεται, θα τα πλήρωση για καλά!

Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ Και σκόρδα έφαγε πολλά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς την Ξενοδόχον) Γυναίκα συ, παραμιλείς κι' ούτε τι λες δεν ξέρεις.

Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ Περίμενες να μου κρυφτής που τους κοθόρνους{74} φέρεις ; και όμως δεν εμίλησα ούτε για τα παστά.

ΠΛΑΘΑΝΗ Μα το θεό, πολύ σωστά• ούτε για το χλωρό τυρί εμίλησες ακόμα, όπου καλάθια ολόκληρα τα πέρασε απ' το στόμα.

Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ Κ' έπειτα, σαν του ζήτησα την πληρωμή να κάνη, με κύτταξε με μουγκρητό.

ΞΑΝΘΙΑΣ Έτσι παντού τα φτιάνει, κι' αυτ' είν' η μόνη του δουλειά.

Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ Και τράβηξε και το σπαθί, θαρρούσες κ' είχε τρελλαθή

ΠΛΑΘΑΝΗ Μα το θεό, η δύστυχη!

Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ Δόσαμ' από το φόβο μια, κ' η δυο μαζύ πηδήσαμε στο ράφι [πούνε τα ψωμιά]• εκείνος τότε άρπαξε κι' όλες της ψάθες αγκαλιά, και της επήρε κ' έφυγε.

ΞΑΝΘΙΑΣ Κι' αυτό δική του είνε δουλειά. Και όμως έπρεπε και σεις νάχατε κάνη κάτι.

Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ (προς τον Πλαθάνην) Για πήγαινε του Κλέωνα {75} να φέρης τον προστάτη.

ΠΛΑΘΑΝΗ (προς την Ξενοδόχον) Πήγαινε να κυττάξης πού είνε ο Υπέρβολος, {76} κι' αμέσως να τον κράξης για να τον διορθώσουμεν αυτόν.

Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ Με τί χαρά, ω συ! λαρύγγι ακάθαρτο! θά σπαζα [στα γερά] όλους τους μασσητήρες σου, που μούχουν φαγωμένα φορτώματα ολόκληρα!

ΠΛΑΘΑΝΗ Και όσο πεια για μένα, θα σε πετάξω στο γκρεμό!

Η ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ Κ' εγώ μ' ένα δρεπάνι θα κόψω το λαρύγγι σου, που μούχει θραύσι κάνη εις τα ψωμιά.

ΠΛΑΘΑΝΗ Στον Κλέωνα κ' εγώ θα πάω πάλι να ρθή, κι' από τη μύτη σου όλα να σου τα βγάλη.

(Αποσύρονται ταχέως)

* * * * * {74} Επειδή ο Διόνυσος ελατρεύετο και ως θεός του θεάτρου, εμφανίζεται με περιβολήν Ηρακλέους, αλλά φέρει και τους κοθόρνους του ηθοποιού.

{75} Εννοεί τον Κλέωνα τον δημαγωγόν, αποθαμμένον τότε.

{76} Υπέρβολος ο δημαγωγός, φονευθείς εις τον πόλεμον κατά των Σαμίων.

ΣΚΗΝΗ ς'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΞΑΝΘΙΑΣ—ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (καθ' εαυτόν) Μου φαίνεται πως χάθηκα, αν δεν τα καταφέρω νάν' ο Ξανθίας φίλος μου.

ΞΑΝΘΙΑΣ Ησύχασε και ξέρω... δεν ξαναγίνομ' Ηρακλής.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ικετευτικώς) Καθόλου; [δεν θα γίνης] ξανθούλη μου ;

ΞΑΝΘΙΑΣ (ειρωνικώς) Πώς γυιός εγώ θα γίνω της Αλκμήνης, που είμαι δούλος και θνητός ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (κολακευτικώς) Εθύμωσες, το ξέρω• μα κ' έχεις δίκηο• δείρε με και θα το υποφέρω. Μ' αν τύχη κι' άλλη μια φορά στα ξαναπάρω να ντυθώ, να θάψω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου• να χαθώ κ' εγώ, και ο Αρχέδημος, που τσίμπλες έχει βγάλη.

ΞΑΝΘΙΑΣ Καλά, τον όρκο δέχομαι, και θα τα πάρω πάλι.

(Ο Ξανθίας και ο Διόνυσος ανταλλάσσουν εκ νέου περιβολάς, ώστε ο πρώτος να φαίνεται Ηρακλής, και ο δεύτερος θεράπων- Διαρκούσης της νέας ταύτης μετενδύσεως ο Χορός απαγγέλλει τας κάτωθι στροφάς:)

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ (προς τον Ξανθίαν) Είνε πεια δουλειά σου τώρα τη στολή αφού επήρες, πούχες δω και λίγην ώρα, και το νειό να ξανακάνης, και να θυμηθής πως πρέπει ένα γύρω η ματιά σου φοβερά ν' αγριοβλέπη, το θεό {77} σαν παριστάνεις. Μ' αν σε νοιώσουμε ν' αρχίσης σαχλαμάρες και μας κόψης κουταμάρες, εις τα στρώματα και πάλι εξ ανάγκης θα γυρίσης.

ΞΑΝΘΙΑΣ (προς τον Χορόν) [Δίκηο έχετε], ω άνδρες, δεν είνε κακή πολύ η δική σας συμβουλή• μα κ' εγώ το ίδιο τώρα μέσ' στο νου μου έχω βάλη• γιατί αν κανένα πράμα για συμφέρον έβγη πάλι, ξέρω [πως θα μετανοιώση] και θα μου το ξαναπάρη. Μα εγώ θα δείξω τώρα πόσον είμαι παλληκάρι και το μάτι μου θα βλέπη σαν τη ρίγανη [δριμύ]• μα μου φαίνεται πως πρέπει από τούτη τη στιγμή [το καθήκον μου] ν' αρχίζω, γιατί άκουσα στη θύρα κάποιο κτύπημα [νομίζω].

(Ο Ξανθίας λαμβάνει κωμικώς ηρωικήν στάσιν, πάλλων το ρόπαλον του Ηρακλέους.— Εξέρχεται εκ του Ανακτόρου του Πλούτωνος ο ΑΙΑΚΟΣ ακολουθούμενος από θεράποντας ραβδούχους).

* * * * * {77} Εννοεί τον Ηρακλέα.

ΣΚΗΝΗ Ζ'.

ΑΙΑΚΟΣ—(ΘΕΡΑΠΟΝΤΕΣ) και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

ΑΙΑΚΟΣ (προς τους ακολούθους του) Γρήγορα δέστε τον αυτόν το σκυλλοκλέφτη{78} τώρα, να δώση λόγο!.. γρήγορα!.. (μη χάνετε την ώρα!.

(Οι ακόλουθοι ορμούν προς τον Ξανθίαν)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (απομακρυνόμενος έμφοβος)

Ωχ, νά!.. πλάκωσεν η μπόρα!

ΞΑΝΘΙΑΣ

(αμυνόμενος, προς τους ακολούθους)

Να χαθήτε, βρε, δεν πάτε ; μη ζυγώνετ' εδώ πέρα!

ΑΙΑΚΟΣ Εμπρός!.. [θάρρος]!.. πολεμάτε!.. ο Διτύλας, κι' ο Σκεβλύας κι' ο Παρδόκας{79}, προχωρήστε και αυτόν εδώ χτυπήστε!

(Γίνεται συμπλοκή.— Ο Ξανθίας δέρει τους ακολούθους, οι οποίοι υποχωρούν)

Ε! μα φοβερό δεν είνε, ξένα πράματα να παίρνη και στο τέλος να μας δέρνη;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

(Υπό πνεύμα διαβολής, ώστε να προκαλέση νέον ερεθισμόν κατά του Ξανθία, διά να μη στραφή η οργή κατ' αυτού).

Είνε πράμα φοβερό!

ΑΙΑΚΟΣ Φοβερό και τρομερό!

ΞΑΝΘΙΑΣ (συνδιαλλακτικώς) Μα τον Δία, εδώ πέρα εάν ήλθα κάμμιά μέρα, και αν 'ίσως χέρι κλέφτη έβαλα σε πράμ' απάνω, που ν' αξίζη και μια τρίχα, δέχομαι και να πεθάνω. Μα για χάρι σου [ως τόσο] μιαν απόδειξι μεγάλη [ 'ς όσα είπα] θα σου δώσω:

(Δεικνύων τον Διόνυσον)

Πιάσε το παιδί ετούτο και βασάνισ' το γερά, κι' αν σου πη πως σούχω κάμη αδικία μια φορά, πάρε με και σκότωσέ με.

ΑΙΑΚΟΣ Με ποιόν τρόπο θα το κάνω;

ΞΑΝΘΙΑΣ [Κάμε το] με κάθε τρόπο: δέσε τον σε σκάλ' απάνω, κρέμασε τον, χτύπησε τον με καμτσίκι από γουρούνι, δείρε τον, ξεσβέρκωσε τον, χύσ' του ξείδι στο ρουθούνι, [κάψε] βάλ' του κεραμίδες, κι' άλλα, όξω από πράσο κι' από φρέσκες πρασουλίδες{80}.

ΑΙΑΚΟΣ Μωρ' τι λες ;! κι' αν σακατέψω του παιδιού αυτού το σώμα απ' το ξύλο, θα γυρεύης και την πληρωμήν ακόμα της ζημιάς.

ΞΑΝΘΙΑΣ Εγώ; καθόλου [τέτοιο πράμα]• άρπαξε τον κι' όσο θες βασάνισέ τον! {81}

ΑΙΑΚΟΣ Ε, λοιπόν, κ' εγώ θα κάνω την ανάκρισι μπροστά σου.

(Προς τον Διόνυσον)

Βάλε συ τα πράματά σου κάτω γρήγορα, και ψέμα να μη μας ειπής κανένα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Στον καθέν' απαγορεύω για να βασανίζη εμένα• είμ' αθάνατος, Ειδ' άλλως, όποιος λίγο μ' ενοχλήση, το ξερό του θα χτυπήση.

ΑΙΑΚΟΣ Τι μας λες ;!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αυτό που λέω• είμ' αθάνατος, [θεός], Βάκχος, τέκνον του Διός, και αυτόν τον έχω δούλο.

ΑΙΑΚΟΣ (προς τον Ξανθίαν) Τον ακούεις πώς μιλεί;

ΞΑΝΘΙΑΣ Έτσι λέω• και για τούτο θέλει ξύλο πειο πολύ• γιατί, αν είναι, όπως λέει, και θεός αληθινά, στης ξυλιές δεν θα πονά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Κι' αφού δέχεσαι πως είσαι Ηρακλής, και μας κομπάζεις, γιατί τάχα σαν εμένα να της φας δεν δοκιμάζεις;

ΞΑΝΘΙΑΣ Τάπες δίκηα και σωστά.

(Προς τον Αιακόν)

Κι' όποιον 'δης από τους δυο μας πως θα κλάψη πειο μπροστά και περσσότερο πονέση απ' το ξύλο, τότε κρίνε πως αυτός θεός δεν είνε.

ΑΙΑΚΟΣ Α, λοιπόν συ πρέπει νάσαι και παλληκαράς λαμπρός, και τραβάς γραμμή στο δίκηο. Έλα! να γδυθήτ', εμπρός!

ΞΑΝΘΙΑΣ Πώς ο νους σου θα μας κρίνη και με την δικαιοσύνη;

ΑΙΑΚΟΣ Κρίσιν εύκολα θα βγάλω• [της ξυλιές θα της μοιράζω] μια στον ένα, μια στον άλλο.

ΞΑΝΘΙΑΣ Καλά λες• κύτταξε τώρα για να ιδής αν θα σαλέψω

ΑΙΑΚΟΣ (ραβδίζων αυτόν) Νά, σ' εχτύπησα.

ΞΑΝΘΙΑΣ Καθόλου.

ΑΙΑΚΟΣ Μα κ' εγώ θα το πιστέψω• στάσου τώρα να χτυπήσω και αυτόν εδώ επίσης.

(κτυπά τον Διόνυσον)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Καλά, πότε θα κτυπήσης ;

ΑΙΑΚΟΣ Μα σε χτύπησα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αλήθεια; πώς δεν μούρθε φτερνητό;

ΑΙΑΚΟΣ Ξέρω γω ; ας δοκιμάσω κι' άλλη μια φορά [μ' αυτό].

ΞΑΝΘΙΑΣ Κάμε γρήγορα.

(Ο Αιακός κτυπά• ο Ξανθίας μορφάζων από πόνον:)

Πωπώπω!

ΑΙΑΚΟΣ Τ' είναι το πωπώπω ; μήπως και σε πόνεσεν [ο χτύπος] ;

ΞΑΝΘΙΑΣ Όχι, μα τον Δία• [μόνον] τον καιρό των Διομείων {82} συλλογίσΘηκα αγώνων στο Ηράκλειο.

ΑΙΑΚΟΣ [ Αλήθεια ;] Θεοσέβεια που έχει! ας τραβήξω κατά τούτον [πάλι].

(Στρέφεται προς τον Διόνυσον και τον κτυπά)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (πονών) Ω!... ω!... ω!...

ΑΙΑΚΟΣ Τι τρέχει;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προσποιούμενος αδιαφορίαν) Νά, καβαλλαραίους βλέπω.

ΑΙΑΚΟΣ Γιατί κλαις, [μ' αυτόν τα ίδια];

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Να...μυρίσθηκα κρομμύδια.

ΑΙΑΚΟΣ Για το ξύλο δεν σε μέλει;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Δεν με μέλει [και πολύ].

ΑΙΑΚΟΣ Ας τραβήξω κατά τούτον.

(κτυπά τον Ξανθίαν)

ΞΑΝΘΙΑΣ Ωχ, αλλοί και τρισαλλοί!

ΑΙΑΚΟΣ Ε λοιπόν, τι έχεις πάθη ;

ΞΑΝΘΙΑΣ

(αναστρέφων τον πόδα και δεικνύων την πτέρναν)

Βγάλε μου αυτό ταγκάθι.

ΑΙΑΚΟΣ (στενοχωρημένος) Μωρέ τ' είν' αυτό! ας στρίψω κατ' αυτόν εδώ [το φίλο].

(κτυπά τον Διόνυσον)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (αλγών καταφανώς) Ω Απόλλων, που υπάρχεις στους Δελφούς και εις τη Δήλο!

ΞΑΝΘΙΑΣ (με πνεύμα διαβολής) Δεν ακούς ; έχει πονέση!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Δεν αισθάνομαι τον πόνο, γιατί έβαλα στο νου μου έναν ίαμβο [και μόνο] του Ιππώνακτος. {83}

ΞΑΝΘΙΑΣ Αμ' έτσι δεν θα κάνης και δουλειά. Πάστρεψέ του την κοιλιά.

ΑΙΑΚΟΣ Μα τον Δία, έχεις δίκηο.

(προς τον Διόνυσον)

Γύρισε μου την κοιλιά σου.

(κτυπά τον Διόνυσον εις την γαστέρα)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (αλγών) Ποσειδώνα!...

ΞΑΝΘΙΑΣ (χαιρεκάκως) Κάποιος σκούζει!