Βάτραχοι

Part 2

Chapter 2 52 words Public domain Markdown

Όχθη της Αχερουσίας λίμνης, προς την οποίαν φαίνεται προσεγγίζων ο Χάρων με το πλοιάριόν του. Εισέρχονται ο Ξανθίας και ο Διόνυσος, καθ' ον τρόπον εξήλθον εις το τέλος του προηγουμένου μέρους.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΧΑΡΩΝ—ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΞΑΝΘΙΑΣ

ΧΑΡΩΝ (ρίπτων ναυτικήν αρπάγην εις την όχθην)

Προσάροξον!

ΞΑΝΘΙΑΣ Μπα ' τ' είν' αυτό ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Η λίμνη, μα τον Δία, οπού μας ειπ' [ο Ηρακλής]• βλέπω και τη σχεδία.

ΞΑΝΘΙΑΣ Στον Ποσειδώνα! είνε' αυτός ο Χάρος [πούχει φθάση] ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ε, Χάρο! Χάρο! Χάρο, έ!

ΧΑΡΩΝ Ποιος ήλθε να περάση από του κόσμου τα κακά κι' απ' τη σκοτούρα την πολλή στον κάμπο της Λησμονησιάς και στου γαϊδάρου το μαλλί,{30} [μακράν απ' τους ανθρώπους], στου Τάρταρου, στους Κόρακες, στου Κέρβερου τους τόπους;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Εγώ.

ΧΑΡΩΝ Πέρασε γρήγορα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Το πλοίο σου θα πάρη το δρόμο «για τους κόρακας ;...» {31}

ΧΑΡΩΝ Ναι, για δική σου χάρι, μα το θεό. Μα πέρασε!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ξανθίαν) Έλα παιδί!

ΧΑΡΩΝ Το σκλάβο δεν θα τον παραλάβω, αν ίσως δεν πολέμησε κι' αυτός στη ναυμαχία, ελεύθερο το κρέας του να γίνη. {32}

ΞΑΝΘΙΑΣ Μα τον Δία δεν είχα μέρος λάβη μη έχοντας στα μάτια μου ασθένεια και βλάβη.

ΧΑΡΩΝ Λοιπόν θα πάρης γύρωθε τη λίμνη αυτή.

ΞΑΝΘΙΑΣ [Πηγαίνω]• και πού θα περιμένω;

ΧΑΡΩΝ Νά, στην Ξερόπετρα {33} εκεί, που οι πεθαμένοι [φαίνονται και] στέκουν και ξεραίνονται, και στα Ξενοδοχεία.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ε, καταλαβαίνεις ;

ΞΑΝΘΙΑΣ Και πολύ.

(φορτωνόμενος τα ρούχα)

Αλλοίμονον και τρισαλλοί! πώς τό παθ' απ' το σπίτι μου κ εγώ να ξεμυτίσω και τούτον ν' απαντήσω!

(φεύγει με το δέμα των στρωμάτων).

* * * * *

{30} Ειρωνεία, διά το αχρησιμοποίητον της τριχός του όνου, κατ' ακολουθίαν δε και δια την αχρηστίαν του Άδου εις τον πρακτικόν σκοπόν της ζωής.

{31} Το ες κ ό ρ α κ α ς ισοδυναμεί, ως γνωστόν, με το σημερινόν «εις τον Διάβολον» εν τούτοις υπήρχει τόπος ούτω καλούμενος και εις τας Αθήνας εις τον οποίον έρριπτον ή εφόνευον τους εγκληματίας.

{32} Ιδέ υποσημείωσιν {6}

{33} Α υ ν α ί ο υ λίθος: εκ του αύνος = ξηρός• υπήρχεν και εις τας Αθήνας βράχος ούτω καλούμενος.

ΣΚΗΝΗ Β'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΧΑΡΩΝ—ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

ΧΑΡΩΝ Κάθησε τώρα στο κουπί [την ώρα να μη χάνης]•

(Ο Διόνυσος εισέρχεται εις την σχεδίαν και κάθηται εκ παρεξηγήσεως επί της κώπης)

και όποιος αγαπάει να μπη, ας έλθη,— Ε, τι κάνεις αυτού εσύ ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τι κάνω ; αυτό που μούπες: έκατσα εις το κουπί απάνω.

ΧΑΡΩΝ Κάθησ' εδώθε, κοιλαρά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (μετατοπιζόμενος) Νά!

ΧΑΡΩΝ (οδηγών αυτόν) Φέρ’ τα χέρια μπρος καλά και τέντωσε τα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (εκτελών) Νά!

ΧΑΡΩΝ Λοιπόν άφησ'τα λόγια τα πολλά• τράβηξε γρήγορα κουπί και όλο μπρος.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Για στάσου, πώς θα μπορέσω μόνος μου να σύρω τα κουπιά σου, πούμ' άπειρος στη θάλασσα, και ούτε μια φορά στη Σαλαμίνα πήγα ;

ΧΑΡΩΝ Α, θα μάθης μια χαρά• σαν θα τραβάς κουπί θ'ακούς τραγούδια όμορφα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ποιος τάχα θα τα ειπή ;

ΧΑΡΩΝ Οι κύκνοι θα σου τραγουδούν, κ' οι βάτραχοι, χορός λαμπρός.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Καλά• δος το παράγγελμα.

ΧΑΡΩΝ Άπωσον! άπωσον! εμπρός!

(Η λέμβος εκκινεί, ακούεται δε αόρατος ο Χορός των Βατράχων).

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ Βρεκεκέξ, κοάξ—κοάξ! βρεκεκέξ, κοάξ—κοάξ! Παιδιά της βρύσης, ζούμε στης λίμνης τα νερά, και ύμνους τραγουδούμε με αυλούς κάθε φορά, και με φωνή αρμονική τραγούδι ψέλνουμε γλυκύ, —κοάξ —κοάξ! — για το Βάκχο του Διός, που στη Νύσα {34} είνε θεός και στης Λίμνες{35}, στον καιρόν που τραγούδια μεθυσμένα των Χυτρών των ιερών {36} ψέλνονται απ' το λαό στον δικό μου το ναό— βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Βρε, «Κοάξ-κοάξ» [καϋμένα]! σεις τραβάτε το χορό σας, αλλά δεν ρωτάτ' εμένα που πονώ στο [[κολωνούρι]];

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ Βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Βρεκεκέξι, και ξερό σας! που δεν είσθε τίποτ' άλλο από 'να «κοάξ» [μεγάλο].

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ Τώπες αυτό πολύ καλά, εσύ, που φτιάνεις τα πολλά. Η μούσες η γλυκόλυρες εμένα μ' αγαπάν' και ο κερατοπόδαρος καλαμοπαίχτης Παν• και στον Απόλλωνα το λυράρη φέρνω χαρά, για χάρι του καλαμιού του τρυφερού, που μέσ' στης λίμνης τα νερά το τρέφω για τη λύρα— βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μα εγώ καρούλες [πήρα κ'] έχω γεμίση όλος• [τράβα και τράβα το κουπί], όπου θαρρώ κι' αυτός θα 'πη: βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ Βρεκεκέξ κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Πάψε, τραγουδιστάδικη γενηά!

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ Θα τραγουδήσουμε και θα χοροπηδήσουμε όπως και κάθε μια φορά, σε μέρες ήλιου καφτερού, μέσα πηδάμε με χαρά στης κύππερες [της δροσερές] και στα καλάμια του νερού, χαρούμενοι, με της γλυκές ωδές, της κολυμβητικές,— ή, του Διός γυρεύοντας της μπόρες ν' αποφύγουμε, δρόμο στης λίμνης το βυθό γρήγορα τότε ανοίγουμε, και ψάλλουμε κάθε φορά τραγούδια ταιριασμένα μαζύ με τα νερά τα κυματοαφρισμένα— βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Α! το βρεκεκέξ αυτό τώρα πεια σας το κρατώ.

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ (ειρωνικώς) Ω! τι κακό που πάθαμε!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Κ' εγώ θα δοκιμάσω πολύ περσσότερο κακό, απ' το κουπί αν σκάσω.

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ (μετά πείσματος) Βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Σκούζετε και δεν με μέλει.

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ 'Μεις θα σκούζουμ' εδώ πέρα όσο αντέχει ο λάρυγγάς μας και για όλην την ημέρα--- βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ-!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Όσο κι' αν ξεφωνίσετε μα δεν θα με νικήσετε!

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ Ούτε και συ εμάς μπορείς.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ούτε κ' εμένα πάλι εσείς, γιατί θα σκούζ' ολημερής το «βρεκεκέξ-κοάξ-κοάξ», ως πού η φωνή να φθάση και το δικό σας το «κοάξ» στο τέλος] να σκεπάση.

ΧΟΡΟΙ ΒΑΤΡΑΧΩΝ Βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

(Το ακάτιον του Χάρωνος φθάνει εις την αντιπέραν όχθην. Ο Χορός των Βατράχων σιγά).

ΔΙΟΝΥΣΟΣ μετ' ανακουφήσεως) Ε! δεν το καταλάβατε πως το «κοάξ-κοάξ» αυτό στο τέλος θα το παύατε ;

ΧΑΡΩΝ Ε! βάλε κάτω το κουπί, άφησ' τους λόγους τους πολλούς, και βγαίνε!... Δος το ναύλο σου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

(εγχειρίζων νόμισμα και εξερχόμενος)

Πάρε τους δυο σου οβολούς.

(Ο Χάρων λαμβάνει το νόμισμα και απομακρύνεται με την λέμβον του, ενώ εις την όχθην εμφανίζεται ο Ξανθίας, φορτωμένος πάντοτε τα στρώματα).

* * * * * {34} Νύσα: τόπος της Αραβίας, εις τον οποίον ο Διόνυσος εγεννήθη• κατ' άλλους ο Διόνυσος εκαλείτο Νύσιος από της εν Ινδίαις Νύσης, κατά την βεβαίωσιν του Φιλοστράτου εν β. Απολλωνίου Τυανέως.

{35} Λίμναι: τόπος ιερός του Διονύσου και ναός εν Αττική.

{36} Χύτροι: εορτή του Βάκχου (και του Ερμού) εν Αθήναις, αγομένη κατά την τρίτην ημέραν των Ανθεστηρίων εν μηνί Ανθεστηριώνι (Φεβρουάριος προς Μάρτιον), καθ' ην προσέφερον όσπρια εντός χυτρών. Ετελούντο δε και αγώνες καλούμενοι «χύτρινοι».

ΣΚΗΝΗ Γ'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΞΑΝΘΙΑΣ

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Και ο Ξανθίας, πούνε τος;...Ξανθία!... Ε!... πού είσαι;

ΞΑΝΘΙΑΣ Ου!...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Έλα δω, βρε!

ΞΑΝΘΙΑΣ Γεια χαρά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Και δεν μου διηγείσαι τ' είν' από δώθε ;

ΞΑΝΘΙΑΣ Λασπουριά και σκότος.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Δώθε πέρα είδες κανένα απ' αυτούς που δέρνουν τον πατέρα, κ' επίορκο κανένα, κατά που είπ' ο Ηρακλής σε μένα και σε σένα ;

ΞΑΝΘΙΑΣ Εσύ δεν είδες απ' αυτούς [σε τούτη εδώ τη χώρα] ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Στον Ποσειδώνα! βέβαια• τους βλέπω, νά, και τώρα. Και τι θα κάνουμε λοιπόν ;

ΞΑΝΘΙΑΣ Ο πειο καλός ο τρόπος είνε να πάμ' εμπρός, θαρρώ, γιατί αυτός ο τόπος, [κι' αυτή δω πέρα η μεριά], όπως μας είπ' ο Ηρακλής, έχει τα φοβερά θεριά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Σκασμό να βγάλη στο λαιμό, που μού κανε παλληκαριές, γιατ' ήξερε πώς πολεμώ και ζήλεψε! Μωρέ κανείς δεν είνε γεννημένος από τον Ηρακλή αυτόν πειο ψωροφαντασμένος! Εύχομαι νάβρω κάτι τι κ' εγώ σε τούτη τη μεριά, κι' αντάξια του ταξειδιού να κάνω μια παλληκαριά.

ΞΑΝΘΙΑΣ (ακροώμενος) Μα το θεό! σαν τρίξιμον ακούσανε ταυτιά μου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (έμφοβος) Πού;

ΞΑΝΘΙΑΣ Πίσω.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

(τοποθετούμενος ταχέως προ του Ξανθίου)

Έλα πίσω μου.

ΞΑΝΘΙΑΣ Μροστά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ερχόμενος όπισθεν του) Έλα μπροστά μου.

ΞΑΝΘΙΑΣ Μα το θεό, ένα θεριό πολύ τρανό θωρώ.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (έντρομος πάντοτε) Τι λόγο είνε;

ΞΑΝΘΙΑΣ Φοβερό. πολλές μορφές αλλάζει, πότε βωδιού ή μουλαριού, πότε γυναίκας μοιάζει..

ΔΙΟΝΥΣΟΣ πού είνε; δείξε μου να ιδώ.

ΞΑΝΘΙΑΣ (δεικνύων προς τα παρασκήνια) Νά κύττα τώρα πάλι: δεν φαίνεται γυναίκα πεια, σαν σκύλλα έχει προβάλη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (παρατηρών) Μα τότε Θάνε Μπόμπιρας. {37}

ΞΑΝΘΙΑΣ Φωτιές που βγάζει [και κακό] το μούτρο της ολόκληρο!...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Και είν' από χαλκό το ένα της το πόδι...

ΞΑΝΘΙΑΣ Και τάλλο είνε κοπριά από γαϊδούρ' ή βώδι.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (έντρομος) Πούθε να κάνω τώρα εγώ;

ΞΑΝΘΙΑΣ Κ' εγώ που θα το σκάσω;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Φύλαξε, Ιερέα μου{38}, κ' εγώ θα σε κεράσω κρασί, να πιής μαζύ μου

ΞΑΝΘΙΑΣ Χανόμαστε, Ηρακλή μου!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Άνθρωπε, σε παρακαλώ αφ' της προσκλήσεις της πολλές, και τώνομα του Ηρακλή μη μου το ξαναλές.

ΞΑΝΘΙΑΣ Θέλεις Διόνυσο λοιπόν [και πάλι να σε βγάλω];

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Να λες και τούτο τώνομα λιγώτερ' από τάλλο.

ΞΑΝΘΙΑΣ Για έλ', αφέντη, από δω, και τράβ' αυτόν το δρόμο.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τι τρέχει;

ΞΑΝΘΙΑΣ Πάρε θάρρος πεια, [και άφησε τον τρόμο]• τώρα καλά την έχουμε, όπου μπορεί να ειπούμε κ' εμείς σαν τον [ηθοποιό] Ηγέλοχο: «θωρούμε γαλήν' υπό τα κύματα »! {39} Μπόμπιρας [κι' όλα], πάνε.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αλήθεια ; όρκο κάνε!

ΞΑΝΘΙΑΣ Στο Δία!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ξανακάμε τον.

ΞΑΝΘΙΑΣ Στο Δία•

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μια φορά και πάλι.

ΞΑΝΘΙΑΣ Μά τον Δία!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ωχ! τρανή μου συφορά! τι κιτρινάδα έλαβα στο πρόσωπο μεγάλη!

ΞΑΝΘΙΑΣ (δεικνύων τον Ιερέα) {40} Και τον [κοκκινομάλλη] {41} τον ιερέα κύτταξε, που γίνηκε στο χρώμα πειο κόκκινος ακόμα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αχ! από που τα βάσανα μου πέσαν στο κεφάλι, και ποιος θεός εβάλθηκε λοιπόν να με ξεβγάλη ; Μη το «παλάτι του Διός» που λένε τον αιθέρα ή «το ποδάρι του καιρού». {42}

ΞΑΝΘΙΑΣ

(παρατηρών προς τα παρασκήνια και αποτεινόμενος προς τον Διόνυσον)

Ε, ε!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ανησύχως) Τ' είν' αυτού πέρα ;

ΞΑΝΘΙΑΣ Δεν άκουσες;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ν' ακούσω τι;

ΞΑΝΘΙΑΣ Τον ήχο μιας φλογέρας.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αλήθεια• κάποιος μυστικός μ' εχτύπησεν αγέρας που έχει και μια μυρουδιά, σαν νάρχεται από δαδιά. Στάσου ν' ακούσουμε καλά• [το μόνο που θα πράξουμε θα είνε] να λουφάξουμε.

(Λαμβάνουν αμφότεροι πλαγίαν τινά θέσιν εις το δεξιόν πρόσθιον της σκηνής και ακροώνται).

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ (έσωθεν) Ίακχε! {43} ω Ίακχε! Ίακχε! ω Ίακχε!

ΞΑΝΘΙΑΣ (ιδία προς τον Διόνυσον) Άκουσ', αφέντη, άκουσε... θα παίζουν με φλογέρα αυτοί που μυηθήκανε{44} [και βρίσκοντ' εδώ πέρα] —κατά που είπ' ο Ηρακλής—και τραγουδούνε τώρα κι' αυτοί εδώ τον Ίακχο, ωσάν το Διαγόρα. {45}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Έτσι θαρρώ• μα πειό καλά θα ήταν να ησυχάσουμε, να μάθουμε τι γίνεται και λέξι να μη χάσουμε.

(Ακροώνται. — Εισέρχεται ο Χορός των Μυστών αριστερόθεν και λαμβάνει θέσιν επί της σκηνής• όλοι κρατούν δάδας ανημμένας)

* * * * * {37} Έ μ π ο υ σ α: εμυθολογείτο ως δαίμων φασματώδης αποστελλόμενος υπό της Εκάτης προς εκφόβισιν των οδοιπορούντων την νύκτα• κατ' άλλους ήτο μονόπους, ή ενίπους, εξ ου το όνομα• κατ' άλλους δε εναλλάσσουσα μορφάς, ως και ανωτέρω σημειούται, ή ταυτόσημος της Εκάτης, ως εν τη απολεσθείση κωμωδία του ιδίου Αρ. «Ταγηνισταίς», αναφέρεται, κατά τον Σχολιαστήν. Απέδωκα ανωτέρω την λέξιν διά της συγχρόνου Μπόμπιρας, καθ' όσον είνε αυτή η ιδία η λέξις Έ μ π ο υ σ α, ανταποκρινομένη εις την γαλλικήν vαmpire και εις την ιταλικήν vαmpiro, εξ ης επανήλθεν εις την καθ' ημάς ομιλουμένην υπό την παραφθοράν β ό μ π ι ρ α ς-—-μ π ό μ π ι ρ α ς. Παρά τω Έλλην λαώ ο Μπόμπιρας είνε δαίμων (νάνος) ροφών το αίμα των βρεφών.

{38} Ενταύθα διπλή υπόθεσις: ή ακολουθεί τον Διόνυσον ιερεύς, προς ον αποτείνεται ούτος, ή ότι ο Διόνυσος στρέφεται από της σκηνής προς τον εν τω ακροατηρίω ευρισκόμενον ιερέα του Διονύσου και αποτείνεται προς αυτόν διά την επίτασιν της κωμικότητος της σκηνής• η δευτέρα υπόθεσις είνε και η πιθανωτέρα, καθόσον η πρώτη εις ουδένα στηρίζεται προηγούμενον υπαινιγμόν εν τω κειμένω.

{39} Παρωδεί ενταύθα ο Αρ. κακόζηλον στίχον του Ευριπίδου εν Ορέστη (269)

« εκ κυμάτων γαρ αύθις αυ γαλήν' ορώ»

τον οποίον και ο Πλάτων κατακρίνει• τον στίχον τούτον κατά την παράστασιν του Ορέστου εν Αθήναις ο υποκρινόμενος τον ήρωα τραγικός υποκριτής Ηγέλοχος τόσον κακώς απήγγειλεν, ώστε αντί της λέξεως γ α λ ή ν (α), την οποίαν ενόει ο ποιητής, ηκούσθη η λέξις γ α λ ή ν, αιτιατική της λ. γαλή.

{40} Ανάγεται εις την προηγουμένην μου σημείωσιν {38}, ότι ο Διόνυσος δεικνύει τον μεταξύ των θεατών Ιερέα του Διονύσου.

{41} Πολλαί επεξηγήσεις υπάρχουν της φράσεως ταύτης παρά τοις Σχολιασταίς: τινές λέγουν ότι ο ιερεύς του Διονύσου ήτο πυρρός το χρώμα, συσχετίζοντες τούτο προς το του Ευπόλιδος, ονομάζοντος τον ιερέα του Διον. αιγόπυρρον• ο Αρίσταρχος εννοεί τον ίδιον Ξανθίαν, έχοντα το όνομα εκ του χρώματος της κόμης. Αναφέρεται δε και ετέρα επεξήγησις, ότι ο Ξανθίας, «εκκαλύψας το αιδοίον είπε τούτο, προς το επυρρίασε παίζων• πυρρόν γαρ ήν και το αιδοίον» (Σχολιαστής).

{42} Παρωδεί και πάλιν στίχους του Ευριπίδου, ως αναφέρεται και εν τη σημειώσει μου {39}

{43} Ίακχος: επώνυμον του Βάκχου, (ή άλλης υποχθονίας θετότητος), τον οποίον επεκαλούντο κατά τα Ελευσίνια Μυστήρια.

{44} Εννοεί τον χορόν των μεμυημένων εις τα Ελευσίνια Μυστήρια.

{45} Ποιητής και φιλόσοφος Μήλιος άθεος, καταδικασθείς επί εξυβρίσει και ασεβεία προς τα Ελευσίνια Μυστήρια. Περί τούτου ιδέ και σημείωσιν εις την μετάφρασίν μου των «Ορνίθων» έκδοσιν Φέξη, 1910, σελ. 91.

ΣΚΗΝΗ Δ'.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Ίακχε! που εδώ πέρα μεγαλότιμο έχεις θρόνο, — Ίακχε! ω Ίακχε!— έλα με τους αγιασμένους τους συντρόφους σου και μόνο, έλα στήσε το χορό στο λιβάδι [το ιερό], το πολύκαρπο στεφάνι, που έχεις βάλη ένα γύρω στο κεφάλι, έλα, τίναξε το κάτω, πουν' από μυρτιές γεμάτο, και μαζύ μ' εμάς τους μύστες κτύπα πόδι ζωηρό εις τον άγιο αυτό χορό, τον γεμάτον από χάρες, τον αγνό, τον ιερό.

ΞΑΝΘΙΑΣ Θεία και πολυτίμητη της Δήμητρας κοπέλλα! {46} μια ευωδία, τρέλλα, μου έφθασεν ως εδώ νά... από κρεάτα χοιρινά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ήσυχα• θα κάνης έτσι αν θα φας και κοκορέτσι;

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Σήκω, τίναχτ' της λαμπάδες που κρατείς φλογισμένες μέσ' στο χέρι, για να φωτισθή ο λειμώνας απ' το φως της τελετής και να λάμψη σαν αστέρι. Τα γεροντικά τεντώνουν γόνατα, και ξανανειώνουν • κ' η τιμές η ιερές της παληές και φοβερές λύπες διώχνουν και τους πόνους από περασμένους χρόνους. Έλα, τη λαμπάδα κράτει και με το ρυθμό περπάτει, ευτυχής, ξανανειωμένος, για να φωτισθή ο λειμώνας του χορού ο ανθισμένος.

(ΗΜΙΧΟΡΟΣ) Ας φύγη απ' αυτά τα μέρη όποιος τα λόγια μου δεν ξέρει κι' ούτ' έχει σκέψι καθαρή, κι' όσοι δεν ήσαν χορευτές εις των Μουσών της τελετές, ούτ' έμαθαν τη γλώσσα εκείνου του ταυροφάγου του Κρατίνου, {47} κι' όσοι αστειότητες γυρεύουν ξετοπισμένες και χαζές, και γύρω απ'τους βωμούς λοχεύουν για να τους έλθη ένας μεζές {48} ή εχθρική οποίος αφίνει στάσι, και δεν την καταλεί, κ' η κοινωνία δεν του δίνει τιμή κ' υπόληψι πολλή, αλλά κι' ο ίδιος κάνει στάσεις κι' ανάβει έχθρα φοβερή, οπού να βρίσκη περιστάσεις για να κερδίζη ό,τι μπορεί• ή σε καιρό, που όλ' η χώρα σε δυστυχίες υποφέρει, ως άρχοντας δέχεται δώρα, ή και της πόλεως προσφέρει φρούριον στον εχθρό, ή πλοίον, κι' όπως αυτός ο Θωρυκίων,{49} που εικοστή μας έχει βάλη, ο φορομπήχτης! ένα-ένα τραβάει ταπαγορευμένα από την Αίγινα να βγάλη, πίσσα, [πανιά], πετσιά, λινάρι, η Επίδαυρος για να τα πάρη η οποίος πάλι κατορθώση άλλον [πειο πλούσιο] να 'πείση και χρήμα στον εχθρό να δώση το στόλο του για να βοηθήση, ή εχθρός είνε της Εκάτης και τους χορούς της τραγουδάει τους κυκλικούς στ' αγάλματά της, ή ρήτορας, που έχει φάη το χρήμα κάθε ποιητή και κοροϊδείες τούχουν ψάλη στου Διονύσου τη μεγάλη πατροπαράδοτη γιορτή. 'Σ αυτούς όλους καθαρά λέω με φωνή μεγάλη και για δεύτερη φορά και για τρίτη λέω πάλι: ας τραβούν απ' τους χορούς των μυστών τους ιερούς. Σεις ωδές να πήτε θείες μέσα στης ολονυχτίες, όπως πρέπουνε 'ς αυτή την [ατέλειωτη] γιορτή.

(ΗΜΙΧΟΡΟΣ) Με θάρρος ας προβαίνη καθείς, και με ρυθμό ποδιών, στην αγκαλιά των λιβαδιών την πολυανθισμένη, ψέλνοντας, και μ' αστεία και κάθε κοροϊδεία• κ' εκεί όπου θα πάη θα βρη πολλά να φάη. Μα έμβα μέσα να υψώσης τώρα με δόξες και τραγούδια [γιορτινά], την Σώτειρα θεά, την Αθηνά, όπου 'ς αυτήν τη χώρα τη σωτηρία πάντοτε στέλλει, κι' ο Θωρυκίων αν δεν το θέλη. Ελάτε τώρα πάλι κι' άλλα τραγούδι' αρχίσετε με ύμνους θείους να στολίσετε τη Δήμητρα την καρπερή και τη μεγάλη. Έλα, ω Δήμητρα, κυρά, στα όργια τα ιερά και τους χορούς σου σώσε! Δύναμι έλα δώσε, [που να μπορώ] ολομερής να παίζω και να τραβώ χορό, πολλά να λέω κάθε φορά και χωρατά και σοβαρά• και όταν άξια, [με τη δύναμί σου] και παίξω και γελάσω στη γιορτή σου, και της νίκης να μπορέσω το στεφάνι να φορέσω. Και τον θεό παρακαλέστε τούτο με άλλον ύμνον ιερό, οπού της ωμορφιάς έχει τον πλούτο και συντροφεύει το χορό. Ίακχε πολυτίμητε! τραγούδι να ζητήσης για τούτη τη γιορτή γλυκό, κ' έλα ν' ακολουθήσης μαζύ με τη θεά και συ, και ν' αποδείξης πάλι πως δεν σου φέρνουν κούρασι κ' οι δρόμοι οι μεγάλοι. Ίακχε φιλοχορευτή! έλα μαζύ μ' εμένα! όπου, για γέλια, μας φορείς κουρέλια και σχισμένα. και ρούχα και ‘ποδήματα, {50} και, δίχως έξοδα πολλά, παιγνίδια κάνουμε τρελλά και του χορού πηδήματα Ίακχε φιλοχορευτή! έλα μαζύ μ' εμένα• επήρε τώρα ένα η ματιά μου κοριτσάκι, που παίζει κάπου δω κοντά, μ' ώμορφο προσωπάκι, κι' απ' τα πουκαμισάκια του, που φαίνονται σκασμένα, πετιώνται τα βυζάκια του, Ίακχε φιλοχορευτή! έλα μαζύ μ' εμένα!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μ' αρέσουνε η συντροφιές και θέλω με παιγνίδια και με χορούς να βρίσκωμαι μ'αυτή. {51}

ΞΑΝΘΙΑΣ Κ' εγώ τα ίδια.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Θέλετε τον Αρχίδαμο να κοροϊδέψουμε μαζύ, που χρόνια ολόκληρα εφτά μέσα στην πόλι τώρα ζη, μα δεν του φύτρωσε κανείς ακόμα συγγενής, {52} που κάνει το δημαγωγό στους πεθαμένους τώρα πούχ η απάνω χώρα, {53} κι' έχει στη μοχθηρία παρμένα τα πρωτεία ; Ξέρω και για τον Κλεισθένη {54} που στους τάφους των ηρώων [στον Κεραμεικό πηδά] κι' από πάνου τους πηγαίνει και τα γένεια του τραβάει, και τον κώλο του μαδά• που σκυμμένος μια φορά είχε κλάψη φοβερά προσκαλώντας το Σ ε γ ά μ η, {55} που είνε' ένας ψωλοτρίφτης, και το γυιό του Α λ ο γ ο γ ά μ η, όπως λένε τον Καλλία, οπού και στη ναυμαχία μέρος θέλοντας να πάρη, εφορτώθηκε στη ράχη ένα λιονταριού τομάρι.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

(προς τον χορόν, εξερχόμενος της κρύπτης του)

Δεν μας λέτε πού ο Πλούτων κατοικεί; είμαστε ξένοι και οι δυο νεοφερμένοι.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Ούτε μακρυά από δώθε, ούτε να ξαναρωτήσης: βρίσκεσαι μπροστά στη θύρα [που μπορείς και να κτυπήσης]

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ξανθίαν) Ε, παιδί! και πάλι [δρόμο]• πάρ' τα στρώματα στο νώμο.

ΞΑΝΘΙΑΣ (εγείρων το φορτίον του με κόπον)

Ωχ! αυτό το σύρε κι' έλα θα τραβήξη τάχ' ακόμα ; «Διός Κόρινθος» {56} χωμένος μήπως βρίσκεται στο στρώμα;

(Εξέρχεται δεξιόθεν με το φορτίον του ακολουθών τον Διόνυσον)

* * * * * {46} Εννοεί την Περσεφόνην.