Βάτραχοι

Part 1

Chapter 1 260 words Public domain Markdown

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

Note: The Table of contents is not included in the book. It has been created to help the reader. Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of each scene. Their wording, wherever it refers to other footnotes, has been changed according to the new numbering. Brackets within the play are used by the translator for words not included in the ancient text to help the rhyming. I have used in two instances 2 brackets [[ ]] to denote erased text within the book. The four words have a high probability of being the correct ones, as some letters were showing and I have used other translations to determine their meaning.

The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. Spelling mistakes noted in a table at the end of the book have been taken into account. The spelling of the book has not been changed otherwise.

Σημείωση: Ο πίνακας περιεχομένων δεν υπάρχει στο βιβλίο. Δημιουργήθηκε προς διευκόλυνση του αναγνώστη. Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις που έχουν μεταφερθεί από το τέλος κάθε σελίδας στο τέλος κάθε σκηνής. Το λεκτικό τους, όπου αναφέρεται σε άλλες υποσημειώσεις, έχει αλλαχτεί σύμφωνα με την νέα αρίθμηση. Μέσα στο βιβλίο, οι αγκύλες [] χρησιμοποιούνται για λέξεις εκτός αρχαίου κειμένου που χρησιμοποιεί ο μεταφραστής για να διευκολύνει την ομοιοκαταληξία. Σε δυο περιπτώσεις έχω χρησιμοποιήσει διπλές αγκύλες [[ ]] για να υποδείξω σβησμένο κείμενο. Οι τέσσερις λέξεις είναι μάλλον οι σωστές, μια και μερικά γράμματα διαβαζόντουσαν και χρησιμοποίησα άλλες μεταφράσεις για να αποφασίσω το νόημά τους.

Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Τα παροράματα που είχαν σημειωθεί στο τέλος του βιβλίου, έχουν διορθωθεί. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ ΣΚΗΝΗ Α'. { 1}-{ 6} ΣΚΗΝΗ Β'. { 7}-{29} ΣΚΗΝΗ Γ'. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΣΚΗΝΗ Α'. {30}-{33} ΣΚΗΝΗ Β'. {34}-{36} ΣΚΗΝΗ Γ'. {37}-{45} ΣΚΗΝΗ Δ'. {46}-{56} ΣΚΗΝΗ Ε'. {57} ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ ΣΚΗΝΗ Α'. {58}-{63} ΣΚΗΝΗ Β'. {64}-{67} ΣΚΗΝΗ Γ'. {68}-{70} ΣΚΗΝΗ Δ'. {71}-{73} ΣΚΗΝΗ Ε'. {74}-{76} ΣΚΗΝΗ ς'. {77} ΣΚΗΝΗ Ζ'. {78}-{84} ΣΚΗΝΗ Η'. {85}-{93} ΣΚΗΝΗ Θ'. {94}-{100} ΣΚΗΝΗ Ι'. {101} ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ ΣΚΗΝΗ Α'. {102}-{223}

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ ΒΑΤΡΑΧΟΙ

ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ

ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (POL ARCAS)

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ ΒΑΤΡΑΧΟΙ

ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1910 ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟΥΣ "ΒΑΤΡΑΧΟΥΣ"

Η παρούσα κωμωδία έχει κυρίως φιλολογικόν χαρακτήρα, αποτελούσα είδος συγκριτικής μεταξύ του Αισχυλείου θεάτρου και του Ευριπιδείου, και κατακρίνουσα την μετά τους μεγάλους τραγικούς επελθούσαν κατάπτωσιν της υψηλής θεατρικής παραγωγής εν Αθήναις. Ως εμφαίνεται εκ του συμπεράσματος του όλου έργου, ο Αριστοφάνης προκρίνει τον Αισχύλον, του οποίου κηρύττει και την αθανασίαν. Εις το έργον τούτο σατυρίζει ωσαύτως ο ποιητής τας περί του Άδου δοξασίας, την εμμονήν εις το θρησκευτικόν γράμμα και παρερμηνείαν του πνεύματος και του ηθικού συμβολισμού των μυστηρίων και εορτών, τας καταχρήσεις των στρατηγών και λοιπών αρχόντων, την εξίσωσιν των ατίμων προς τους εντίμους και εν γένει πάσαν πολιτειακήν διαφθοράν, κατά το σύνηθες αυτώ.

ΠΡΟΣΩΠΑ ΔΙΟΝΥΣΟΣ (Βάκχος) ΞΑΝΘΙΑΣ (υπηρέτης) ΗΡΑΚΛΗΣ ΕΙΣ ΝΕΚΡΟΣ ΧΑΡΩΝ ΑΙΑΚΟΣ κριτής του Άδου ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ της Περσεφόνης ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΑΙΣΧΥΛΟΣ ΠΛΟΥΤΩΝ ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ ΠΑΝΔΟΧΕΥΤΡΙΑ (Ξενοδόχος) (ΠΛΑΘΑΝΗ)

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ Β Α Τ Ρ Α Χ Ο I

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

Η σκηνή παριστά οδόν τινα παρά την Τίρυνθα, εις την οποίαν βλέπει μικρός οικίσκος—κατοικία του Ηρακλέους. Εισέρχεται ο Διόνυσος, ενδεδυμένος, κιτρίνην πολυτελή εσθήτα, άνωθεν αυτής φέρει λεοντήν, εις τους πόδας κόθορνον θεατρικόν και σύρων ρόπαλον βαρύ, ως Ηρακλής. Ακολουθεί ο Ξανθίας επί όνου, φέρων επί της ράχεώς του δέμα στρωμνής προσηρμοσμένον επί ξύλου.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ - ΞΑΝΘΙΑΣ

ΞΑΝΘΙΑΣ Να ειπώ, αφέντη, κάτι τι απ' τα συνηθισμένα που του θεάτρου οι θεαταί γελάνε ολοένα;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Πες ό,τι θέλεις• πρόσεξε μη βγάλης απ' το στόμα σου ότι το φόρτωμά σου αυτό ετσάκισε το σώμα σου, γιατί αρκετά της άκουσα και αυτές της αηδίες [σε τόσες κωμωδίες {1}]

ΞΑΝΘΙΑΣ Ε, άλλο χωρατό να ειπώ κανένα ό,τι λάχη ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Εξ απ' αυτό: « μου τσάκισε το φόρτωμα τη ράχη».

ΞΑΝΘΙΑΣ Χεμ! τι να ειπώ για χωρατό ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ό,τι αγαπάς, εξ' απ' αυτό.

ΞΑΝΘΙΑΣ Ποιό ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Απ' τον ένα νώμο σου τραβάς το φόρτωμά σου στον άλλο νώμο, σαν να θες να κάνης τα κακά σου.

ΞΑΝΘΙΑΣ Να μην ειπώ, το πως αυτό το βάρος μ' έχει σπάση, και αν κανένας δεν βρεθή να μου το κατεβάση θ' αναγκασθώ να κλάσω ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ούτε κι' αυτό• η όρεξι σαν μούρθη να ξεράσω, ο ίδιος να το ειπής, εγώ, θα σε παρακαλέσω.

ΞΑΝΘΙΑΣ Τότε γιατί τα πράματα στη ράχη μου να θέσω, μην έχοντας δικαίωμα να ειπώ κ' εγώ αστεία, καθώς αυτή του Φρύνιχου {2} του Λύκι κι' Αμειψία {3}, που φορτωμένος πάντοτε στης κωμωδίες χώνουνε, [κι' αστεία ξεφορτώνουνε;]

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Να μην το κάμης, γιατί εγώ και να τ' ακούσω μόνο τέτοια σαχλά στο θέατρο, μα κι' από ένα χρόνο περσσότερο μου φαίνεται πως φεύγω γερασμένος.

ΞΑΝΘΙΑΣ Ωχ! ο δυστυχισμένος! ο σβέρκος μου τσακίσθηκε και τώρα δεν αντέχω! κ' έπειτα να μην έχω δικαίωμα, βρε αδελφέ, να ειπώ και δυο αστεία;!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Έπειτα είνε τεμπελιά τρανή κι' αχαριστία, Διόνυσος εγώ, θεός, γυιός του Σταμνίου {4} [του Διός], να παίρνω τέτοια κούρασι, πεζός να ταξιδεύω, και να τον έχω αυτόν εδώ να τον κ α β α λ λ ι κ ε ύ ω {5} για να μην υποφέρη, και βάρος να μη φέρη.

ΞΑΝΘΙΑΣ Και πώς ; δεν φέρνω απάνου μου μια φορτωσιά μεγάλη ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Πώς φέρνεις, βρε, που φέρνεται σε άλλο πράμα πάλι ;

ΞΑΝΘΙΑΣ Νά, φέρνω αυτά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τα φέρνεις πώς ;

ΞΑΝΘΙΑΣ Δεν υποφέρω τάχα;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αυτά τα φέρνει ο γάιδαρος και όχι εσύ, [βρε χάχα]!

ΞΑΝΘΙΑΣ Μα το θεό, και όμως ο γάιδαρος δεν τάχει αυτά πούχει ο δικός μου νώμος.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αφού και άλλος φέρνει εσέ, πώς συ το φέρνεις τάχα το φόρτωμα ;

ΞΑΝΘΙΑΣ Ξέρω κ' εγώ ; νά, ξέρω αυτό μονάχα: ο νώμος μου πως έσπασε.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Αφού μου λες εμένα το πως δεν βρίσκεις όφελος στο γάιδαρο κανένα, πάρ' τον κι' αυτόν στον ώμο σου.

ΞΑΝΘΙΑΣ Μωρέ, τι δυστυχία! που μέρος αν ελάβαινα κ' εγώ στη ναυμαχία [στης Αργινούσες, που μαζύ πολέμησαν κ' οι δούλοι και γι' αμοιβή της νίκης τους λευθερωθήκαν ούλοι] {6} θα σου 'λεγα: βουρλίσου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Παληάνθρωπε! γκρεμίσου! γκρεμίσου κάτω! — Έφθασα στην πόρτα τούτη τώρα που' πρεπε να την κτύπαγα εδώ και τόσην ώρα.

(Κρούει την θύραν).

Ε, παιδί! παιδί!

(Εμφανίζεται ο Ηρακλής εις την θύραν φέρων ωσαύτως λεοντήν και ρόπαλον)

* * * * * {1} Ο Αρ. σατυρίζει δια τούτου τους κωμικούς ποιητάς, οι οποίοι επαρουσίαζον συνεχώς φορτωμένους υπηρέτας επί της σκηνής, και προκαλούντας με τας μεμψιμοιρίας των τον γέλωτα των θεατών.

{2} Ποιητής ανουσίων και κακομέτρων ποιημάτων, κωμωδούμενος και ως ξένος• αναφέρονται και άλλοι τρεις Φρύνιχοι, εκτός αυτού.

{3} Ωσαύτως ως τοιούτοι σατυρίζονται ο Λύκις και ο Αμειψίας. Ο τελευταίος ούτος όμως ενίκησε τον Αρ. εις δύο διαγωνισμούς, των Νεφελών και των Ορνίθων.

{4} Παρωδεί τον τίτλον του Διός δια του «Σταμνίου», κατά τον τύπον του Ξενίου, Φιλίου (Διός) κλπ, διότι ο Διόνυσος είνε θεός του οίνου.

{5} «Τούτον δ' οχώ» το «οχώ» επέχει διπλήν έννοιαν ενταύθα σημαίνον: κάμνω τούτον να ιππεύη, ταυτοχρόνως δε υποσημαίνον και το οχώ=οχεύω (συνουσιάζομαι), διά τούτο και απεδόθη εις την δημοτικήν διά της λέξεως «καβαλλικεύω» εις την διπλήν της ωσαύτως σημασίαν.

{6} Μήνας τινάς προ της συγγραφής της κωμωδίας ταύτης είχε συγκροτηθή η εν Αργινούσαις ναυμαχία, κατά την οποίαν λαβόντες μέρος και οι δούλοι και επιδείξαντες παραδειγματικήν ανδρείαν, εκηρύχθησαν ελεύθεροι.

ΣΚΗΝΗ Β'.

ΗΡΑΚΛΗΣ και οι ανωτέρω.

ΗΡΑΚΛΗΣ Τι τρέχει ; ποιος κτυπά τη θύρα [πάλι και με δύναμι μεγάλη] σαν τον Κένταυρο ; Ποιος είσαι ; μίλησε!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (εξακολουθών να καλή ως έμφοβος) Παιδί!

ΞΑΝΘΙΑΣ Τι τρέχει;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ξανθίαν) Δεν επρόσεξες ;

ΞΑΝΘΙΑΣ Τι πράμα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (δεικνύων τον Ηρακλέα) Μωρέ φόβο που τον έχει!

ΞΑΝΘΙΑΣ Θα σε πήρε, μα τον Δία, για ζουρλόν εις την εντέλεια.

ΗΡΑΚΛΗΣ

(παρατηρών περιέργως τον Διόνυσον και γελών)

Δεν μπορώ να τα κρατήσω, μα τη Δήμητρα, τα γέλια• σφίγγομαι... μα τι να κάνω;... θα γελάσω...δεν αντέχω....

(καγχάζει θορυβωδώς)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ηρακλέα) Βρε ευλογημένε, έλα, κι' από σε ανάγκην έχω.

ΗΡΑΚΛΗΣ Μα μπορεί λοιπόν το γέλιο, αδελφέ να μη με πάρη, που σε ρούχο από μετάξι{7} βάζεις λιονταριού τομάρι; Δεν μου λες: ποιά σκέψι τάχα σ' έφερε 'ς αυτά τα μέρη με τον κόθορνο {8} στο πόδι, με το ρόπαλο στο χέρι;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ξέρεις, ήμουν επιβάτης{9} του Κλεισθένη μέσ' στα πλοία.

ΗΡΑΚΛΗΣ Μπα! αλήθεια ; και συ μέρος έλαβες στη ναυμαχία ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Κ' εβουλιάξαμε και πλοία δώδεκα ως δεκατρία,

ΗΡΑΚΛΗΣ Εσείς ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μα τον Απόλλωνα!

ΞΑΝΘΙΑΣ (ειρωνικώς) Βέβαια• και σε λίγο. εξύπνησα!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Έτσι λοιπόν, [σαν έτυχε να φύγω] διαβάζοντας μονάχος μου 'ς εκείνο το ταξίδι την Ανδρομέδα, [δηλαδή το δράμα του Ευριπίδη], άξαφνα ένα πόθο μέσ' στην καρδιά μου νοιώθω, βάλε με νου σου πόσο.

ΗΡΑΚΛΗΣ Πόθο; και πόσος ήτανε ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Πολύ μικρός, να, τόσο...

(κάμνει σχήμα μεγάλου)

μικρός καθώς ο Μόλων.{10}

ΗΡΑΚΛΗΣ Κι' αυτόν τον πόθον όλον τον είχες για γυναίκα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (αρνητικώς) Μπα!

ΗΡΑΚΛΗΣ Παιδί;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ως άνω) Μπα!

ΗΡΑΚΛΗΣ (με κάποιαν στενοχωρίαν) [Τι συμβαίνει!] μήπως... για άνδρα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (μετ' αηδίας) Τατατά!

ΗΡΑΚΛΗΣ Μήπως με τον Κλεισθένη... τη φτιάσατε ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ωχ αδερφέ! την κοροϊδεία πάφ'τη• μα και γι' αυτό είμ' άσχημα και μέσα μου ανάφτει τέτοια φωτιά.

ΗΡΑΚΛΗΣ Σαν πόση, βρε αδελφούλη ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τόση, που είναι απερίγραπτη, μα θα στην εξηγήσω λιγάκι αλληγορικά• πες μου θα σ' ερωτήσω: μήπως και σούρθε όρεξι για φάβα ξαφνικά καμμιά φορά ;

ΗΡΑΚΛΗΣ (με έκφρασιν λαιμαργίας). Για φάβα ; ου!... [και μια φορά μονάχα]; χίλιες φορές!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Να σου δωκα να καταλάβης τάχα, αυτό που θέλω να σου ειπώ, ή να σου το εξηγήσω αλλοιώτικα ;

ΗΡΑΚΛΗΣ Μην ξαναπής το ίδιο πράμα πίσω• όσο για φάβα, νοιώθω.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τέτοιο λοιπόν αισθάνθηκα μέσ' στη καρδία μου πόθο γι' αυτόν τον Ευριπίδη.

ΗΡΑΚΛΗΣ Μπα! [δεν το καταλαβαίνω]• πόθο αισθάνθης στην καρδιά για ένα πεθαμένο ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ [Κ' επιθυμία μεγάλη], που δεν μπορεί από το νου κανένας να μου βγάλη το να μην τρέξω να τον βρω.

ΗΡΑΚΛΗΣ πού ; κάτω από το χώμα, στον Άδη ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Κι' αν βρισκότανε και παρά κάτω ακόμα.

ΗΡΑΚΛΗΣ Καλά• και όλ' αυτά γιατί ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Γυρεύω έναν ποιητή• κανένα πεια δεν έχουμε, και όσους έχουμ' άφ'τους, ούτε κι' αξίζει τίποτα κανένας από δαύτους.

ΗΡΑΚΛΗΣ Μα τι, [μ' αυτούς τους ποιητάς, που λες, τους τελευταίους] τάχα δεν ζη κι' ο Ιοφών {11} [ο γυιός του Σοφοκλέους, αυτός, που στον πατέρα του έφτιασε τόσα πράματα, κ' είπε πως ήταν και ζουρλός, μα τούκλεφτε τα δράματα ;]

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ε, μόνον τούτο το καλό έχουμ' απάνου-κάτου, κι' αν τώχουμε• τα έργα του αν είνε ιδικά του ποιος ξέρ' ή του πατέρα του ;

ΗΡΑΚΛΗΣ Και δεν μου λες: γιατί από κει κάτω που ζητείς να φέρης ποιητή, δεν οδηγείς τον Σοφοκλή, που είνε και τρανότερος από τον Ευριπίδη αυτόν, κι' ακόμα γεροντότερος ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Όχι, ποτέ, πριν πιάσω και κατά μέρος μια φορά το γυιό του δοκιμάσω, με δίχως τον πατέρα του, να ιδώ τι τάχα φτιάνει. Κι' ο Ευριπίδης πονηριές μπορεί κ' εκεί να κάνη και να επιχειρήση, κολλώντας εις το Σοφοκλή, στον κόσμο να γυρίση, ενώ αυτού του Σοφοκλή [είν' η ψυχή του μαλακή], ήταν καλόβολος κ' εδώ, Θάνε καλόβολος κ' εκεί.

ΗΡΑΚΛΗΣ Και ο Αγάθων ; {12}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μού φυγε και πάει. Ήταν άριστος για ποιητής, και ποθητός στους φίλους του κ' ευχάριστος.

ΗΡΑΚΛΗΣ πού βρίσκεται;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Στους μάκαρας κι' αυτός γλεντοκοπάει.

ΗΡΑΚΛΗΣ Κι' ο Ξενοκλής ;{13}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Επέθανε, μα το θεό, και πάει.

ΗΡΑΚΛΗΣ Και ο Πυθάγγελος ; {14}

ΞΑΝΘΙΑΣ Για με κανένας λόγος όμως, που μου τσακίσθηκε μ' αυτό το φόρτωμα ο νώμος.

ΗΡΑΚΛΗΣ Και πώς τάχα, δεν υπάρχουν παιδαρέλια χίλια τόσα που να φτιάνουν τραγωδίες, δρόμο παίρνοντας στη γλώσσα, πειο πολύ κι' απ' Ευριπίδες;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ναι, γλωσσούδικα είν' όλα και ως είδος αγουρίδες, φλύαρα σαν χελιδόνια, που την τέχνη τη χαλούνε, κι' όταν πεια τα επαινούνε χάνοντ' από τη χαρά τους, μόλις προς την τραγωδίαν ρίξουνε τα κάτουρά τους.{15} Τώρα γόνιμον κανένα ποιητή δεν θ' απαντήσης, να γεννά μεγάλα λόγια, όσο θέλεις κι' αν ζητήσης.

ΗΡΑΚΛΗΣ Γόνιμον ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Που ευκολία νάχη δηλαδή μεγάλη ναραδιάζη κάτι τέτοια που θα τούρθουν στο κεφάλι: Σπίτι του Διός [να λέη] και παλάτι τον αιθέρα {16} για του χρόνου το ποδάρι{17}• [να σου λέη πάρα πέρα], και για γλώσσα [να σου λέη] όπου κάνει επιορκία δίχως της ψυχής κακία! {18}

ΗΡΑΚΛΗΣ Ε, κι' αυτά σ' αρέσουν τάχα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Και τρελλαίνομαι ακόμα.

ΗΡΑΚΛΗΣ Δεν σου φαίνονται κ' εσένα πως γεμάτα είνε' από βρώμα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Σπίτι έχεις• μην τρυπώνης μέσ' στο νου μου.

ΗΡΑΚΛΗΣ Και για μένα σαχλαμάρες είνε όλα όσα έχουν ειπωμένα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ [Συ για κριτικός δεν κάνεις]• να με μάθης πώς να τρώγω.

ΞΑΝΘΙΑΣ Και για μένα ούτε λόγο;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ήλθα να σε βρω δω πέρα, όπως είσ' εσύ ντυμένος, να μου ειπής εκεί στον Άδη, όπου ήσουν παγεμένος, για το κάθε κατατόπι, αν μου το καλέσ' η χρεία, δηλαδή σταθμούς, λιμάνια, φούρνους με ψωμιά, πορνεία, βρύσες, πύλες, μονοπάτια, κατοικίες, κάθε στράτα, τέλος και ξενοδοχεία όχι με κορηούς γεμάτα.

ΞΑΝΘΙΑΣ Και για μένα ούτε λόγο ;

ΗΡΑΚΛΗΣ (προς τον Ξανθίαν) Δύστυχε! και θα τολμήσης για να πας και συ επίσης ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Άφησέ τον τούτον τώρα και μη χάνουμε την ώρα• πες μου για το δρόμο μόνο που οδηγεί στον Άδη κάτω, νάχω κέρδος μου το χρόνο, Θέλω να μην είνε όμως ούτε κρύος-παγωμένος, ούτε και ζεστός ο δρόμος.

ΗΡΑΚΛΗΣ Για να ιδούμε σαν ποιό δρόμο να σου πρωτοδείξω τάχα ; του σκαμνιού και της κρεμάλας {19},-τούτον ξέρω εγώ μονάχα

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Δρόμο πνιγηρό μου είπες.

ΗΡΑΚΛΗΣ Είνε κι' άλλος [δεν σου είπα]: είνε' ένα στενό, που βγαίνει από του γουδιού την τρύπα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Α, το κώνειον ;

ΗΡΑΚΛΗΣ Τι άλλο ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Είνε δρόμος παγωμένος και κακοχειμωνιασμένος και παγώνει και τα πόδια {20}.

ΗΡΑΚΛΗΣ Να σου ειπώ και έναν άλλο δρόμο, γρήγορον ακόμα, με κατήφορο μεγάλο ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ναι, τον προτιμώ αυτό που δυσκολοπερπατώ.

ΗΡΑΚΛΗΣ Στον Κεραμεικό να τρέξης...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Κ' ύστερα, παρακαλώ; Ν' ανεβής εκεί απάνου εις τον πύργο τον ψηλό... {21}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τι να κάνω ;

ΗΡΑΚΛΗΣ Αναμμένη τη λαμπάδα να κυττάς, κι' όταν δης τους θεατάς να φωνάζουν για το δρόμο, πέφτεις κάτω...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Πού;

ΗΡΑΚΛΗΣ Στο χώμα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Δυο τ ο λ μ ά δ ε ς{22} το μυαλό μου θα γενή ευθύς και λυώμα. Δεν τον παίρνω τέτοιο δρόμο που εσύ μου συμβουλεύεις.

ΗΡΑΚΛΗΣ Τι θα κάνης;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Θα κατέβω απ' το δρόμο που κατέβης.

ΗΡΑΚΛΗΣ Μα θα σου φανή μεγάλο το ταξίδι τούτο πάλι• θα περάσης και μια λίμνη σαν την άβυσσο μεγάλη. {23}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ε, και πώς θα την περάσω πέρα-πέρα;

ΗΡΑΚΛΗΣ 'Σ ένα μέρος με μια τόση δα σχεδία θα προσμένη ένας γέρος {24}, οπού για να μπης σε δαύτη δύο οβολούς για ναύλο θα πληρώσης εις το ναύτη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μωρέ! τι δύναμι πολλή πούχουν οι δυο οι οβολοί! Και πώς ήλθες από κείθε ;

ΗΡΑΚΛΗΣ Μ' έφερ' ο Θησεύς. Και φείδια τρομερά θα βρης κει κάτω, και θεριά θα βρης τα ίδια.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μ' ό,τι πης να με τρομάξης, κι' ό,τι πης να με φοβίσης, ξέρε, δεν θα μ' εμποδίσης.

ΗΡΑΚΛΗΣ Έπειτα και λάσπην έχει, μα πολύ παχειά κει πέρα• και σκατό θα ιδής να τρέχη, κ' εκεί μέσα βουτηγμένους: όποιον, μια φορά που ζούσεν, είχεν αδικήση ξένους {25}, ή παιδιά είχε βατέψη, ή και χρήματα είχε κλέψη, ή την μάννα είχε χτυπήση, ή του ίδιου του πατέρα τα σαγώνια κοπανίση, είτε είχ' επιορκήση, ή και γράψη κάτι τι εναντίον του Μορσίμου {26} [του γιατρού και ποιητή ].

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Έπρεπε με τούτους όλους να υπάρχη, μα τον Δία, κι' όποιος έχει μάθη ως τώρα το χορό του Κινησία {27}

ΗΡΑΚΛΗΣ Ύστερ' από κει και πέρα ήχους των αυλών θ' ακούσης κι ώμορφο [σαν την ημέρα ένα φως θα ιδής—-σαν τούτο, και θα ιδής ακόμα κήπους με μυρσίνες φυτεμένες, θα ιδής άνδρες και γυναίκες, συντροφιές ευτυχισμένες, και χεριών θ' ακούσης κτύπους.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μπα! κι' αυτοί ποιοι τάχα νάνε ;

ΗΡΑΚΛΗΣ Στα μυστήρια όσοι πάνε {28}.

ΞΑΝΘΙΑΣ Μα τον Δία! να κ' εγώ τα μυστήρια κομίζω, σαν γαϊδούρι φορτηγό {29} ε λοιπόν, δεν τα κρατώ πειο πολλές ακόμη ώρες, [κι' όλα κάτω τα πετώ].

(Ρίπτει το φορτίον του κατά γης)

ΗΡΑΚΛΗΣ Μόνο εκείνοι θα σου δώσουν κάθε μια πληροφορία, που θα τύχη νάχης χρεία• γιατί αυτούς κοντά στο δρόμο πρώτους θα τους βρης μπροστά σου και στου Πλούτωνα της θύρες. Αδελφέ μου, τώρα γεια σου!

(Εισέρχεται και κλείει την θύραν)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μα τον Δία, και συ χαίρε!

* * * * * {7} «Κροκωτός» φόρεμα του Διονύσου λεπτόν και κίτρινον εκ μετάξης, χρήσιμον εις τας γυναίκας ως ένδυμα πολυτελείας.

{8} «Κόθορνος» υπόδημα αριστεροδέξιον (τσόκαρο), το οποίον έφερον οι υποκριταί εις το θέατρον.

{9} 0 Κλεισθένης, ως και πολλαχού κωμωδείται, ήτο αισχρόβιος, σπανός και όμοιος με ευνούχον• επομένως η φράσις «επεβάτευον Κλεισθένει» επέχει διπλήν σημασίαν, ήτις απεδόθη ως ανωτέρω.

{10} Δύο αναφέρονται Μόλωνες, είς λωποδύτης μεγαλόσωμος, και έτερος υποκριτής μικρόσωμος• οι αρχαίοι σχολιασταί διαφωνούσι περί του τίνα εννοεί εκ των δύο• προτιμητέος ο μεγαλόσωμος δια την κωμικήν αντίθεσιν.

{11} Ιοφών, υιός του Σοφοκλέους διά τον οποίον υπήρχεν υποψία ότι ωκειοποιείτο τα δράματα του πατρός του, όστις και τον εισήγαγεν εις δράμα του ως φθονερόν. Προς το γήρας του Σοφοκλέους ο Ιοφών, ορεγόμενος την περιουσίαν του, κατηγόρησεν αυτόν ως παράφρονα• ο δε Σοφοκλής, διά να αποδείξη ότι δεν είχε χάση τας φρένας του, ηρκέσθη ν' αναγνώση εις τους Φράτορας τον Ύμνον εις τον Κολωνόν, εκείνοι δε θαυμάσαντες επετίμησαν τον αχάριστον υιόν. Τότε είπεν ο Σοφοκλής το παροιμιώδες: «ει μεν είμι Σοφοκλής, ου παραφρονώ• ει δε παραφρονώ, ουκ είμι Σοφοκλής!».

{12} Τραγικός ποιητής, κωμωδούμενος διά θηλυπρέπειαν και διακωμωδήσας το διδασκαλείον του Σωκράτους.

{13} Ποιητής άξεστος εν τη ποιήσει και συμβολικός.

{14} Τραγικός ποιητής μοχθηρός και άσημος• διά να δείξη δε πλειοτέραν την ασημότητά του ο Αρ. παρεισάγει τον Ξανθίαν διακόπτοντα τον λόγον και ομιλούντα περί εαυτού!

{15} «Άπαξ π ρ ο σ ο υ ρ ή σ α ν τ α τη Τραγωδία»: παίζει με την λέξιν λαμβάνων αυτήν υπό διπλήν σημασίαν: του ο υ ρ ί ζ ω (πλέω προς ούριον άνεμον) και του ο υ ρ ώ• η διπλή απόδοσις ήτο αδύνατος εις την δημοτικήν και επροτίμησα την δευτέραν έννοιαν, συνηγορούσης και της γραφής του κειμένου: —ρήσαντα: (με η).

{16} Εκ της «Μελανίππης» του Ευριπίδου: όμνυμι δ' ιρόν αιθέρα, οίκησιν Διός.

{17} Εκ της «Αλεξάνδρας» του αυτού• και χρόνου προύβαινε πους.

{18} Εκ του Ιππολύτου του αυτού (612)• η γλώττ' ομώμοχ', η δε φρήν ανώμοτος.

{19} « Από κάλω και θρανίου» εννοεί το σχοινίον της αγχόνης και το εδώλιον, επί του οποίου ανέρχεται ο κατάδικος, διά να φθάση μέχρις αυτού. Τον συμβουλεύει ν' απαγχονισθή, διά να κατέλθη εις τον Άδην ταχύτερον.

{20} Λέγεται ότι ο διά του κωνείου επερχόμενος θάνατος χαρακτηρίζεται πρώτον διά της ψύξεως των κνημών, κατά την βεβαίωσιν του Σωκράτους.

{21} Λέγεται ότι εγένοντο τρις του έτους αγώνες λαμπαδηδρομίας εις τον Κεραμεικόν, κατά τας εορτάς της Αθηνάς, του Ηφαίστου και του Προμηθέως• υπήρχε δε πύργος υψηλός εις τον Κεραμεικόν, επί του οποίου συμβουλεύει τον Διόνυσον ν' αναβή και να παρατηρή την λαμπάδα του, όταν δε οι λαμπαδηδρομείς εκκινήσουν, να ριφθή και αυτός κάτω.

{22} «θρίω δύο»: θ ρ ί ο ν είνε το φύλλον της συκής, εντός του οποίου περιετύλισσον κρέας κρεουργημένον (κιμάν) στέαρ, ωά και σεμιγδάλι και παρεσκεύαζον φαγητόν όμοιον με τους παρ' ημίν «τολμάδες», διά τούτο και επροτίμησα την λέξιν.

{23} Η Αχερουσία λίμνη, δια της οποίας ο Χάρων μεταφέρει επί ελαφρού ακατίου τας ψυχάς των νεκρών.

{24} Ο Χάρων.

{25} Το χωρίον τούτο παρέχει υποψίας ότι εκ των « Βατράχων » ενεπνεύσθη και ο Δάντης προς συγγραφήν της « Κολάσεως ».

{26} Αδέξιος ποιητής τραγωδίας, ταυτοχρόνως δε και οφθαλμίατρος• δια τούτου υπονοεί ο Αρ. τας εναντίον των φαρμακέων γραφομένας κατηγορίας.

{27} Κινησίας, πολλαχού αναφερόμενος εις τας κωμωδίας του Αρ. ως φλύαρος διθυραμβοποιός ιδέ « Όρνιθας » μετάφρασίν μου σελ. 111 κ. ε.) και ως διδάσκαλος του πολεμικού χορού της πυρρίχης.

{28} Εννοεί τους μεμυημένους εις τα Ελευσίνια μυστήρια.

{29} Τα μυστήρια μετεκομίζοντο εξ Αθηνών εις Ελευσίνα επί όνων.

ΣΚΗΝΗ Γ’.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΞΑΝΘΙΑΣ και μετ' ολίγον ΝΕΚΡΟΣ

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ξανθίαν) Συ κατέβα τώρα κάτω και τα στρώματά μου φέρε.

ΞΑΝΘΙΑΣ Πριν να ξεκαβαλλικέψω πώς μπορώ να τα μαζέψω;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Κάμε γρήγορα σου λέω.

ΞΑΝΘΙΑΣ Καλέ άφησε μ' εμένα, σε παρακαλώ, και πάρε με μισθό νεκρό κανένα, έτσι κ' έτσι που θα πάη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Κι' αν δεν βρω ;

ΞΑΝΘΙΑΣ Τότε πηγαίνω.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Καλά λες. Μα να που βγάζουν τώρα κ' ένα παθαμένο.

(Εισέρχονται τέσσαρες νεκροφόροι φέροντες νεκρόν επί σανίδος, προς τον οποίον αποτείνεται ο Διόνυσος)

Ε! άνθρωπε του λόγου σου! άκουσε, σε παρακαλώ! 'ς εσένα το νεκρό μιλώ! Μου πηγαίνεις το μπαλότο εις του Πλούτωνος τον τόπο ;

Ο ΝΕΚΡΟΣ

(ημιεγειρόμενος επί του φορείου του)

Πόσο είνε ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Νά, εκείνο.

Ο ΝΕΚΡΟΣ Θα μου δώσης για τον κόπο δυο δραχμούλες.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Βρε πειο λίγα δεν γυρεύεις, μα τον Δία ;

Ο ΝΕΚΡΟΣ [προς τους φορείς) Δρόμο σεις για την κηδεία.

(επαναπίπτει)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μα για στάσου, ευλογημένε, ίσως γίνη συμφωνία.

Ο ΝΕΚΡΟΣ Αν δεν δώσης δυο δραχμούλες, λέξι μη μου λες καμμία.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Οβολούς εννηά σου δίνω.

Ο ΝΕΚΡΟΣ (ανακαθήμενος ζωηρώς) Χωπ! και ζωντανεύω πάλι!

ΞΑΝΘΙΑΣ Βρε το θεοσκοτωμένο! δεν του σκάτε το κεφάλι;!

(μετά πείσματος)

Όχι! πάω μοναχός μου!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ Για σου! είσαι παλληκάρι!

ΞΑΝΘΙΑΣ Ας τραβήξουμε στο Χάρο, με το πλοίο να μας πάρη

(Ο νεκρός φέρεται εκ νέου εκτός της σκηνής• ενώ ο Ξανθίας, λαμβάνων επί ώμου τα στρώματα απέρχεται προς το αυτό μέρος της εξόδου του Νεκρού, σύρων τον όνον και ακολουθούμενος υπό του Διονύσου).

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ