Part 4
ΙΩΝ Αλλοίμονο! είνε σκληρό: οι νόμοι που έχουν δώση εις τους ανθρώπους οι θεοί, σοφώτεροι δεν είνε. Δεν έπρεπε οι άδικοι να πιάνουν τους βωμούς τους, αλλά να διώχνωντ' από κει· ποτέ καλό δεν είνε να ακουμπάη στους θεούς το πονηρό το χέρι, και μοναχά οι δίκαιοι που είν' αδικημένοι έπρεπε να καθίζουνε, και όχι νάνε ίσοι ο δίκαιος κι' ο άδικος εις τους θεούς μπροστά.
(Προχωρεί, δια να κτυπήση την Κρέουσαν. — Εμφανίζεται εις την πύλην του ναού η Πυθία κρατούσα κάνιστρον υπό μάλης).
ΣΚΗΝΗ Ε'.
ΠΥΘΙΑ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
ΠΥΘΙΑ Παιδί, κρατήσου! του χρησμού τον τρίποδα έχω αφήση και βγήκα απ' το ναό εγώ, του Φοίβου η προφήτις, που εμένα με διαλέξανε απ' της Δελφίδες όλες, τον νόμο τον πανάρχαιο του Τρίποδος να σώσω.
ΙΩΝ Χαίρε, μητέρα φίλη μου, που δεν μ' έχεις γεννήση.
ΠΥΘΙΑ κι' όμως μητέρα λέγε με, μ' αρέσει αυτός ο λόγος.
ΙΩΝ Να με σκοτώση θέλησε—το ξέρεις συ;—με δόλο!
ΠΥΘΙΑ Ναι, μα είσαι και συ σκληρός που κάνεις αμαρτία.
ΙΩΝ Να μη σκοτώνουμε κ' εμείς αυτούς που μας σκοτώνουν;
ΠΥΘΙΑ Αι σύζυγοι στους προγονούς πάντα εχθρές φανήκαν.
ΙΩΝ Κ' εμείς είμαστε εχθροί μ' αυτές σαν θέλουν να μας βλάψουν.
ΠΥΘΙΑ Σώπα· ν'αφήσης το ναό και στην πατρίδα τράβα.
ΙΩΝ Τέτοια που δίνεις συμβουλή τι πρέπει εγώ να κάνω;
ΠΥΘΙΑ Αγνός και καλορροίζικος να πας εις την Αθήνα.
ΙΩΝ Εκείνος είνε καθαρός που τους εχθρούς σκοτώνει.
ΠΥΘΙΑ Να μη το κάμης, κι' άκουσε εκείνο που σου λέγω.
ΙΩΝ Λέγε! γιατί ό,τι ειπής εσύ θάνε καλά ειπωμένα.
ΠΥΘΙΑ Βλέπεις αυτό το κάνιστρο που έχω στη μασχάλη;
ΙΩΝ Βλέπω ένα κάνιστρο παληό με ρούχα τυλιγμένο.
ΠΥΘΙΑ Σε τούτο σε παρέλαβα που ήσουν μωρό ακόμα.
ΙΩΝ Τι λες; ο λόγος που άκουσα είνε για μένα νέος.
ΠΥΘΙΑ Το είχα κράτηση μυστικό και τώρα σου το δείχνω.
ΙΩΝ Και μια φορά που τόλαβες, πώς τόκρυβες ως τώρα;
ΠΥΘΙΑ Γιατί ο θεός το ήθελε να τον υπηρετήσης.
ΙΩΝ Και δεν το θέλει τώρα πεια; πώς να το μάθω τούτο;
ΠΥΘΙΑ Σου 'δειξε τον πατέρα σου, στον τόπο σου σε στέλνει.
ΙΩΝ Σου είπ' ο θεός να το κρατάς, ή άλλος ήταν λόγος;
ΠΥΘΙΑ Να το κρατώ ενθύμημα μου τόδοσ' ο Λοξίας.
ΙΩΝ Για πες μου, να το κάμης τί; τελείωσε το λόγο.
ΠΥΘΙΑ Να σώσω το εύρημα αυτό έως την ώρα τούτη.
ΙΩΝ Κ' έχει για με ωφέλεια, ή μήπως έχει βλάβη;
ΠΥΘΙΑ Βρίσκοντ' εδώ τα σπάργανα που ήσουν τυλιγμένος.
ΙΩΝ Σημάδια της μητέρας μου, μου φέρνεις να ζητήσω;
ΠΥΘΙΑ Τώρα το θέλησε ο θεός· δεν τόθελε πειο πρώτα.
ΙΩΝ Τι ευτυχισμένα όνειρα μου φέρνει η μέρα τούτη!
ΠΥΘΙΑ Τη μάννα που σ' εγέννησε, πάρε τ' αυτά και βρέσ' τη.
ΙΩΝ Και στην Ασία θα διαβώ και στην Ευρώπην όλη.
ΠΥΘΙΑ Εσύ μονάχος θα τη βρης. Σ' ανέθρεψα, παιδί μου, ακούοντας εις το θεό, και σου τα δίνω τούτα που ηθέλησα να πάρω εγώ, χωρίς να με προστάξης, και να σε σώσω· το γιατί δεν θα το ειπώ σε σένα. Κανένας δεν εγνώριζε πως τούτα είχα κρυμμένα και τα κρατούσα μυστικά· χαίρε! θα σε φιλήσω όμοια με τη μητέρα σου. Άρχισε από τώρα να τη γυρεύης· αν καμμιά απ' τους Δελφούς παρθένα εις το ναό σε άφησε, ή αν απ' την Ελλάδα. Ετούτα έχεις από με μαζύ κι' από το Φοίβο, που μέρος έλαβε κι' αυτός στην τύχη τη δική σου.
(Παραδίδει το κάνιστρον και εισέρχεται).
ΣΚΗΝΗ ς'.
ΙΩΝ. — ΚΡΕΟΥΣΑ εις τον βωμόν. — ΧΟΡΟΣ.
ΙΩΝ Αλλοίμονο! αλλοίμονο! Τι δάκρυα που χύνω, σαν σκέπτωμαι τη μάννα μου, όπου κρυφά πανδρεύθη, και μ' έδιωξε κρυφά κ' εμέ χωρίς να με βυζάξη. Έζησα δίχως όνομα ζωή σαν υπηρέτης μέσα σε τούτο το ναό· είν ο θεός προστάτης, μα είν' η μοίρα μου βαρειά· γιατί όταν ήταν πρέπον στης μάννας μου την αγκαλιά τροφή να βρω και χάδια, εγώ την εστερήθηκα τη μητρική τροφή μου. Αλλά κ' εκείν' η δύστυχη που μ' έχει γεννημένον, το ίδιο πάλι έπαθε που 'χασε του παιδιού της κάθε χαρά. Και τώρα εγώ το κάνιστρο ετούτο θα πάγω αφιέρωμα εις το θεό ν' αφήσω, να μη γυρεύω πράματα, που ούτ' εγώ δεν θέλω. Εκείνη που με γέννησε, αν ίσως είνε δούλα, χειρότερο είνε να τη βρω, παρά να σιωπήσω. Ώ Φοίβε! αφιέρωμα ταφίνω στο ναό σου.
(Προχωρεί προς τον βωμόν και ανακόπτεται).
Αλλά τι κάνω;! πολεμώ με την επιθυμία του Φοίβου, που μου φύλαξε της μάννας μου σημάδια; Πρέπει να κάμω τόλμημα. . . ναι. . . πρέπει να τανοίξω. δεν το απόφυγε κανείς ό,τ' ήτανε γραφτό του.
(Προς το κάνιστρον:)
Ώ σεις στεφάνια ιερά! Τι μου 'χετε φυλάξη τα πράματα μαζεύοντας τα τόσα αγαπημένα;
(Ερευνά εις το κάνιστρον. -— η Κρέουσα ακροάται με αυξανομένην προσοχήν και αγωνίαν).
Νά, κύτταξε το σκέπασμα του στρογγυλού κανίστρου, καινούργιο ακόμα έμεινε σαν από κάποιο θάμα. Η μούχλα δεν το πείραξε το πλέξιμο καθόλου, μόλο που χρόνια πέρασαν απάνω απ' όλα τούτα.
(Προχωρεί και αποθέτει το κάνιστρον εις τον βωμόν προ της Κρεούσης).
ΚΡΕΟΥΣΑ
(βλέπουσα το κάνιστρον, έκπληκτος:)
Ποιό όνειρο ανέλπιστο μπροστά μου εφανερώθη;
ΙΩΝ Σώπα εσύ! που ήξευρες κι' ως τώρα να σωπαίνης.
ΚΡΕΟΥΣΑ Δεν είνε τώρα να σιωπώ και μη με συμβουλεύης. Το λίκνο βλέπω εμπρός μου αυτό που σ' είχα ρίξη τότε, παιδί μου, νεογέννητο σαν ήσουνα και βρέφος, στο άντρο εκεί του Κέκροπος και στης Μακρές της πέτρες. Αφίνω τώρα το βωμό, και πρέπει να πεθάνω.
(Εγείρεται και απομακρύνεται από τον βωμόν, προχωρούσα προς τον Ίωνα
ΙΩΝ (προς τους ακολούθους:) Πιάστε τη αυτή! κάποιου θεού την έσπρωξε κατάρα ν' αφήση τώρα το βωμό, —και δέστε της τα χέρια!
ΚΡΕΟΥΣΑ
(σπεύδουσα και αρπάζουσα το κάνιστρον:)
Σφάχτε με, αλλά τίποτα δεν κάνετε με τούτο· εγώ το κάνιστρο κρατώ και τούτα τα κρυμμένα.
ΙΩΝ Κ' αυτό δεν είναι πονηριά, με λόγια να με μπλέξη;
ΚΡΕΟΥΣΑ Όχι! 'ς εσέναν' εύρηκα αγαπημένο φίλο.
ΙΩΝ Φίλος σου εγώ, που θέλησες να με κρυφοσκοτώσης;
ΚΡΕΟΥΣΑ Γυιός μου, αν είν' ο γυιός γλυκύς γι' αυτούς που τον γεννάνε.
ΙΩΝ Παύσε να πλέχης πονηριές! εγώ θα σε τσακώσω.
ΚΡΕΟΥΣΑ Παιδί μου, τώρα έφθασα 'ς αυτό που επιθυμούσα.
ΙΩΝ
(αρπάζων εκ των χειρών της το κάνιστρον:)
Είν' αδειανό το κάνιστρο, ή πράματα έχει μέσα;
ΚΡΕΟΥΣΑ Τα σπάργανα, που σ' άφησα μια μέρα τυλιγμένον.
ΙΩΝ (κρύπτων το κάνιστρον:) Προτού εσύ τα ίδης αυτά, μπορείς, να ειπής τι είνε;
ΚΡΕΟΥΣΑ Αν ίσως και δεν σου τα ειπώ, ε τότε ας πεθάνω.
IΩΝ Λέγε, είνε παράξενο το θάρρος όπου δείχνεις.
ΚΡΕΟΥΣΑ Κύτταξε αυτό που ύφανα στα χρόνια που ήμουν κόρη.
ΙΩΝ Τι είνε; πράματα πολλά υφαίνουνε η παρθένες,
ΚΡΕΟΥΣΑ Είν' άβολο, και φαίνεται του αργαλιού η σαγίτα.
ΙΩΝ Μ' αυτά δεν με γελάς εσύ· απάνω του τι έχει;
ΚΡΕΟΥΣΑ Μέσ' στο στημόνι του πανιού Γοργόνα είν' υφασμένη.
ΙΩΝ
(ερευνών τον πέπλον και ανευρίσκων το υποδεικνυόμενον· έκπληκτος:)
Ώ Ζευ! ποιά μοίρα μου λοιπόν με κυνηγάει τόσο!
ΚΡΕΟΥΣΑ Και έχει φείδια γύρωθε στο σχήμα της αιγίδος.
ΙΩΝ (ως άνω:) Νά! το πανί, τα σπάργανα τα βρίσκ' όπως τα λέει.
ΚΡΕΟΥΣΑ Ώ! το πανί που ύφανα σαν ήμουνα παρθένα!
ΙΩΝ Έχει και άλλο γνώρισμα, ή μόνο τούτο βρήκες;
ΚΡΕΟΥΣΑ Δυο δράκοντας, που αστράφτουνε μ' ολόχρυσα σαγόνια.
ΙΩΝ Δώρο είν' αυτό της Αθηνάς, ή για παιδιά φτιασμένο;
ΚΡΕΟΥΣΑ Αντιγραφή του παλαιού Ερεχθονίου είνε.
ΙΩΝ Και τα χρυσά για ποιά δουλειά και για ποιο λόγο τάχει;
ΚΡΕΟΥΣΑ Να τάχη περιδέραια το νεογέννητό μου.
ΙΩΝ (ως προηγουμένως:) Είν' όλ' αυτά· Μα λέγε μου να μάθω και το τρίτο.
ΚΡΕΟΥΣΑ Σου είχα βάλη στέφανο από ελιάς κλωνάρι, της πρώτης που εφύτρωσε στης Αθηνάς το βράχο, που αν υπάρχη μέσα εκεί, θα πρασινίζη ακόμα, γιατ' είν' από αθάνατης εληάς κορμό κομμένος.
ΙΩΝ (πίπτων εις την αγκάλην της). Αγαπημένη μάννα μου, με τι χαρά σε βλέπω! το αγαπητό σου πρόσωπο με τι χαρά φιλώ!
ΚΡΕΟΥΣΑ Παιδί μου! πειο αγαπητό κι' από το φως του ήλιου, συγγνώμη ας δώση ο θεός. . . στην αγκαλιά μου σ' έχω, — ανέλπιστο ευτύχημα! — εσέ που σε θαρρούσα κάτω απ' τη γη, στους σκοτεινούς της Περσεφόνης τόπους
ΙΩΝ Αγαπημένη μάννα μου! ο γυιός σου ο πεθαμμένος δεν πέθανε, και βρίσκεται στην αγκαλιά σου τώρα.
ΚΡΕΟΥΣΑ Ώ συ, αιθέρα μου λαμπρέ, άπειρε! ποία λόγια να σου φωνάξω; από που η ανέλπιστη ηδονή μου έρχεται αυτή, και ποιος θεός τέτοια χαρά μου δίνει;
ΙΩΝ Τα εφαντάσθηκα όλα αυτά, μητέρα μου, και πρώτα, προτού ακόμα μάθω εγώ πως είμαι γυιός δικός σου.
ΚΡΕΟΥΣΑ Αχ, τρέμω από το φόβο μου.
ΙΩΝ Δεν έχεις τώρα εμένα;
ΚΡΕΟΥΣΑ Τόσος καιρός επέρασε χωρίς καμμιάν ελπίδα.
(Προς την πύλην, εκ της οποίας εισήλθεν η Πυθία:)
—- Ποιός σου 'φερε στην αγκαλιά, γυναίκα, το παιδί σου; Εις του Λοξία το ναό ποιά χέρια το έχουν φέρη;
ΙΩΝ Ήταν αυτό απ' το θεό· Μα από 'δω και πέρα ας ευτυχούμε, δύστυχοι σαν είμαστε ως τώρα.
ΚΡΕΟΥΣΑ Παιδί μου! δίχως δάκρυα δεν σ' έχω γεννημένο· δεν βγήκες απ' τα χέρια μου χωρίς βαρειά να κλάψω· τώρα που παίρνω αναπνοή κοντά στο πρόσωπό σου, την ηδονή επέτυχα, την πειο ευτυχισμένη.
ΙΩΝ Ό,τι έχω μέσα στην ψυχή το ίδιο λες για μένα.
ΚΡΕΟΥΣΑ Ώ, άκληρη δεν είμαι πεια, δίχως παιδί δεν είμαι! στηρίχθηκε το σπίτι μου και βασιληά έχει η χώρα. Ξαναζωντάνεψε ο Ερεχθεύς· το φως του ήλιου βλέπει το σπίτι, που είχε βυθισθή μέσα σε νύχτα μαύρη.
ΙΩΝ Μητέρα, κι' ο πατέρας μου να μοιρασθή αξίζει την ίδια τούτη τη χαρά που έδωκα σε σένα.
ΚΡΕΟΥΣΑ Τι λες, παιδί μου;! Τι ζητείς 'ς αυτόν να φανερώσω!
ΙΩΝ Πώς είπες;
ΚΡΕΟΥΣΑ Άλλος κι' όχι αυτός εγέννησεν εσένα.
ΙΩΝ Αλλοίμονο! νόθον λοιπόν μ' εγέννησες εμένα;
ΚΡΕΟΥΣΑ Ούτε χοροί στο γάμο μου ούτε λαμπάδες ήσαν, παιδί μου, σαν σ' εγέννησα.
ΙΩΝ Από κακή γενηά, αλλοίμονο! γεννήθηκα, μητέρα, κι' από ποιά;
ΚΡΕΟΥΣΑ Μάρτυς μου ας είνε η Αθηνά!. . .
ΙΩΝ Γιατί αυτός ο λόγος;
ΚΡΕΟΥΣΑ Όπου στο βράχο κατοικεί τον εληοφυτεμένο.
ΙΩΝ Σαν λόγια σκοτεινά μου λες, σαν μπερδεμένα λόγια.
ΚΡΕΟΥΣΑ Ο Φοίβος, μέσα στη σπηληά όπου λαλούν ταηδόνια. . ..
ΙΩΝ Γιατί το Φοίβο μελετάς;
ΚΡΕΟΥΣΑ Μ' εμέ κρυφοκοιμήθη.
ΙΩΝ Τι δόξα είν' αυτή που λες για μένα κ' ευτυχία!
ΚΡΕΟΥΣΑ Κι' όταν εγύρισε ο καιρός στο δέκατο το μήνα εκεί εκρυφογέννησα εσέ, παιδί του Φοίβου.
ΙΩΝ Αν είν' αυτό αληθινό, είνε γλυκό για μένα.
ΚΡΕΟΥΣΑ Με σπάργανα παρθενικά σε τύλιξα, υφασμένα απ' τον δικό μου αργαλειό· δεν σου 'δωσα το γάλα, στο στήθος μου δεν σ' έθρεψα, λουτρό δεν σου χω κάμη· μέσα 'ς ερημική σπηληά έρημο σε είχα αφήση, στα όρνια τάγρια τροφή, στον άδη να σε στείλω.
ΙΩΝ Τι φοβερά που το 'καμες, μητέρα μου.
ΚΡΕΟΥΣΑ Ο φόβος, να σε σκοτώσω άθελα, παιδί μου, με είχε κάμη.
ΙΩΝ Μήπως κ' εγώ δεν θέλησα για να σκοτώσω εσένα;
ΚΡΕΟΥΣΑ Και τότε η τύχη ήταν σκληρή και τώρα είνε το ίδιο· κυλιόμαστε κάθε φορά απ' τη χαρά στη λύπη, κι αλλάζουνε οι άνεμοι. Η περασμένες φθάνουν η δυστυχίες, ως εδώ! Και τώρα, ώ παιδί μου, άνεμος ήλθε βοηθός που απ' το κακό μας βγάζει.
ΧΟΡΟΣ Απ' όσα βγαίνουν τώρα, κανείς ας μη νομίση πως δεν θαρθή κ' η ώρα που η τύχη θα γυρίση.
ΙΩΝ Ώ τύχη, που αδιάκοπα τη μοίρα μας αλλάζεις και μια μας δίνεις συφορά και μια την ευτυχία, σε ζυγαριά παράξενην έρριξες τη ζωή μου. — ή να χαθώ απ' τη μάννα μου ή να χαθή από μένα. Αχ! όπου ρίχνουνε το φως του ήλιου η αχτίνες τάχα μπορεί ο άνθρωπος τα ίδια κάθε μέρα να βλέπη; Ώ μητέρα μου, σε βρήκα, αγαπημένη, και η καταγωγή μου αυτή καμμιά ντροπή δεν φέρνει. Έλα μαζύ μου! πράματα θέλω να ειπώ σε σένα, μόνο σε σένα, μυστικά να σου τα ειπώ στ' αυτί σου, και στης σιγής τη σκοτεινιά να μείνουν σκεπασμένα. Έχε το νου σου, μάννα μου, μήπως και συ το πάθης σαν της παρθένες που έσφαλαν και κρυφοπαντρευθήκαν· μη ρίξης στο θεό και συ του σφάλματος το βάρος, για ν' αποφύγης τη ντροπή της γέννας της δικής μου, και ειπής πως μ' έχεις με θεό, χωρίς θεός να είνε.
ΚΡΕΟΥΣΑ Α όχι, μα την Αθηνά, που μια φορά τον Δία βοήθησε με το άρμα της στη μάχη των Γιγάντων, δεν είνε ο πατέρας σου κανείς θνητός παιδί μου, μα τούτος που 'ς ανάθρεψε, ο βασιληάς Λοξίας.
ΙΩΝ Πώς το παιδί του έδωκε 'ς άλλον αυτός πατέρα, και είπε πως γεννήθηκα παιδί εγώ του Ξούθου;
ΚΡΕΟΥΣΑ Δεν είπε πως σ' εγέννησε, δώρο 'ς αυτόν σε κάνει σαν εγεννήθης μια φορά. Ο φίλος εις το φίλο μπορεί να δώση το παιδί να τον κληρονομήση.
ΙΩΝ Το μάντεμα είν' αληθινό, ή κάποι' απάτη κρύβει; να μόνο τούτο, μάννα μου, ταράζει την ψυχή μου.
ΚΡΕΟΥΣΑ Άκου, παιδί μου, τι έφθασε στο νου μου αυτήν την ώρα: στο σπίτι μου το ευγενικό από ευεργεσία ο Φοίβος σε ωδήγησε, και άνθρωπον ως τώρα αφού σ' έλεγαν του θεού, ούτε όνομα πατέρα, ούτε σπιτιού κληρονομιά μπορούσες συ να έχης. Πώς τάχα έκρυβα κ' εγώ τον γάμο μου μ' εκείνον και στα κρυφά σε σκότωνα; για όφελος δικό σου σε παραδίνει τώρ' αυτός 'ς έναν πατέρα ξένο.
ΙΩΝ Μα τέτοια λόγια δεν μπορούν εμένα να με πείσουν· θα έμβω μέσα στο ναό το Φοίβο να ρωτήσω, αν απ' αυτόν γεννήθηκα ή από θνητόν πατέρα.
(Εμφανίζεται περιβεβλημένη φωτοστέφανον—εν αποθεώσει— η Αθηνά εις το βάθος του ναού).
Ώ! ποιος να ήνε ο θεός, που απέναντι στον ήλιο, από το βάθος του ναού, το πρόσωπο του λάμπει; ας φύγουμε, μητέρα μου, καιρός δεν είνε τώρα να βλέπουμ' όσα οι θεοί μπροστά μας φανερώνουν.
ΣΚΗΝΗ Ζ'.
ΑΘΗΝΑ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
ΑΘΗΝΑ Μη φεύγετε! θεός εχθρός δεν έρχομαι μπροστά σας· είμαι κ' εδώ προστάτης σας καθώς και στην Αθήνα. Από τη χώρα έρχομαι που τόνομά μου φέρνει· είμαι η Παλλάς, και μ' έστειλεν ο Φοίβος ο Απόλλων. Δεν θέλει να φανερωθή στα μάτια τα δικά σας, μη τον κατηγορήσετε για όσα έχουν γίνη, και στέλνει εμένα να σας πω αυτά τα λόγια μόνο: αυτή με τον Απόλλωνα σ' εγέννησε πατέρα, τώρα στον Ξούθο σ' έδωκε, όχι πως γεννημένον σ' έχει αυτός, μα για να μπης σε τιμημένο σπίτι. Κι' αφού το πράμα τώρα αυτό επήρε τέτοιο δρόμο, γιατί, εφοβήθη μήπως σε η μάννα σε σκοτώση, ή μήπως τη σκοτώσης συ, άλλαξε τη βουλή του, γιατ' ήθελε της μάννας σου τη γνωριμιά να κάμης, όταν θα είσαστε κι' οι δυο φτασμένοι στην Αθήνα, κρατώντας μυστικό πως συ γεννήθης από τούτη και είχες τον Απόλλωνα το Φοίβο για πατέρα. Και τώρα, τέλος δίνοντας στο λόγο μου, σας λέω ν' ακούσετε εις τους χρησμούς, που ήλθατε εδώ πέρα να λάβετε:— Πάρ' το παιδί και πήγαινε στη χώρα του Κέκρωπος, ώ Κρέουσα, και βάλε το στο θρόνο· αφού αυτός απ' τη γενειά τραβάει του Ερεχθέως, έχει και το δικαίωμα στη χώρα τη δική μου να βασιλεύη, κ' ένδοξος θα γίνη στην Ελλάδα. Θα κάμη τέσσερα παιδιά από την ίδια ρίζα, που τόνομα του καθενός η τέσσερες θα πάρουν φυλές, οπού το βράχο μου 'κει πέρα κατοικούνε. Γελέων θαν' ο πρώτος του· ο δεύτερος ο γυιός του [κ' οι άλλοι] θα ιδρύσουνε της τρεις φυλές ακόμα, των Οπλητών, των Αργαδών και των Αιγικορών. Και τούτων πάλι τα παιδιά, σαν ο καιρός περάση, πόλεις κι' αυτά θα χτίσουνε στας νήσους των Κυκλάδων και γύρω στα παράλια, που δύναμι μεγάλη θα δίνουνε στη χώρα μου· θα φτιάσουν κατοικίες στης χώρες της αντικρυνές της δύο: της Ευρώπης και της Ασίας· το όνομα του Ίωνος θα πάρουν και Ίωνες θα λέγωνται και δοξασμένοι θάνε. Από τον Ξούθο κι' από σε κοινό παιδί θα γίνη, ο Δώρος, όπου η Δωρίς, θα δοξασθή η πόλις· ο δεύτερος, ο Αχαιός, στου Πέλοπος τη χώρα, στου Ρίου τα παράλια ο βασιληάς θα γίνη, και ο λαός του απ' αυτόν θα πάρη τόνομά του. Όλα σε τάξι τάβαλεν ο Φοίβος με σοφία: ** εγέννησες ανώδυνα κανείς να μη σε νοιώση· μετά τη γέννα έβαλες στα σπάργανα το γυιό σου κ' εκείνος στέλνει τον Ερμή εδώθε να τον φέρη, και μόνος του τον έθρεψε μην τύχη και πεθάνη. ** Και τώρα κράτησε σιγή· μην πης πως εγεννήθη τούτο το τέκνο από σε και άφησε τον Ξούθο να παίρνη ευχαρίστησι μ' εκείνο που νομίζει. Και συ, γυναίκα, πήγαινε με ταγαθά που βρήκες και χαίρετε· της λύπης σας υπόσχομαι το τέλος, και από τούτη τη στιγμή την τύχη ευτυχισμένη.
ΙΩΝ Ώ κόρη του τρανού Διός, Παλλάς! με απιστία δεν δέχομαι τους λόγους σου, και τώρα το πιστεύω πως του Λοξία είμαι παιδί κ' η μάννα μου είνε τούτη, —αυτό που και προτήτερα το είχα εγώ πιστέψη.
ΚΡΕΟΥΣΑ Άκου κ' εμένα τώρα εσύ: το Φοίβο μακαρίζω που τον κατηγορούσα πριν πως είχε λησμονήση να δώση το παιδί 'ς εμέ· της θύρες της ωραίες και τα χρηστήρια του θεού, που 'πρώτα τα μισούσα, γλυκά με τα δυο χέρια μου της αγκαλιάζω τώρα και της δοξάζω.
ΑΘΗΝΑ Επαινώ της γνώμης σου την αλλαγή που μακαρίζεις το θεό· ναι, οι θεοί αργούνε αλλά στο τέλος πάντοτε τη δύναμί τους δείχνουν.
ΚΡΕΟΥΣΑ Παιδί μου, εις το σπίτι μας ας πάμε.
ΑΘΗΝΑ Ναι, να πάτε, κ' εγώ θα σας ακολουθώ.
ΙΩΝ Άξια οδηγός να γίνης.
ΚΡΕΟΥΣΑ Και ν' αγαπάς την πόλι μας.
ΑΘΗΝΑ Στους παλαιούς τους θρόνους κάθησε τώρα.
ΙΩΝ Άξιο το κτήμα που θα πάρω.
ΧΟΡΟΣ Χαίρε, Απόλλων του Διός και της Λητούς! Όποιος στο σπίτι δυστυχίες βλέπει, πρέπει να δείχνη σεβασμό εις τους θεούς και νάχη θάρρος εις εκείνους πρέπει· γιατί στο τέλος οι καλοί αμείβονται κατά την ιδική τους την αξία, οι δε κακοί, που τέτοιοι γεννηθήκανε, δεν βρίσκουνε ποτέ την ευτυχία.
ΑΥΛΑΙΑ
ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ
Εις την σελίδα θ', εις σημ. Ανάγνωσε: Αποδίδων μεγάλην σημασίαν. » » » » » » Εμελέτησε τον φιλόσοφον επί τη . βάσει των νέων ερευνών. » » ια'. Ανάγν. Να συμπεράνη. » » ιβ'. » Τους άνευ κατευθύνσεως και . πολιτικού μεγαλείου. » » ιγ'. Ανάγν. F. P. Fischer. » » 16, εις σημ. Ανάγν. Ισθμίων Ι. » » 41, » » Εκ των καλών λυρικών. . ποιητών.
ΣΗΜ. Εις την απόδοσιν πολλών δυσκόλων χωρίων ηκολουθήσαμεν τον κ. Γ. Βερναρδάκην (Ερμηνευτικόν Λεξικόν). Κ. Σ. I.
Η σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή πού πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοστέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Το δράμα αυτό διακρίνεται για την περίτεχνη πλοκή του, τις περιπέτειες που με πολλή τέχνη παρεμβάλλονται και για την απροσδόκητη έκβαση. Η υπόθεση του περιστρέφεται γύρω από τους κινδύνους, την αναγνώριση και την αναγόρευση μετά, του Ίωνος, ως κληρονόμου του βασιλέα της Αττικής Ξούθου.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
1) Προκειμένου περί σκηνικής αναπαραστάσεως των προπυλαίων του εν Δελφοίς Ναού του Απόλλωνος, όσον οιόν τε ακριβεστέρας, δέον να ληφθή υπ'όψιν ο Παυσανίας και Διόδωρος ο Σικελιώτης.
2) Το έργον, τούτο είς τινα σημεία εν τω κειμένω έχει ανάγκην τροποποιήσεων, χάριν της υπό των σημερινών θεατρικών συνθηκών υπαγορευομένης σκηνικής οικονομίας. Προς τούτο μετά το τέλος της ομιλίας της η Κρέουσα πρέπει να εξέλθη εκ της σκηνής, το δε μέρος το περικλειόμενον μεταξύ των διπλών αστερίσκων (**) ως και πάντα τα τοιουτοτρόπως σημειωθέντα εφεξής μέρη πρέπει να διαγράφωνται εκ του κειμένου της παραστάσεως.
3) Προς αποφυγήν μονοτονίας εις την απαγγελίαν, κατά την παράστασιν, μόν' ο χορός να διαιρήται εις δύο· εκάστου δε τμήματος αι Κορυφαίαι να εναλλάσωνται κατά την εν τω κειμένω μου υπόδειξιν. (Σ. Μ.)
4) Το χωρίον τούτο είνε ελλιπές.
5) «Λαμπάδα, θεωρόν εικάδων»: ε ι κ ά δ α (εικοσάδα) ωνόμαζον την ημέραν της εορτής, την αφιερωμένην εις την Δήμητρα και τον Διόνυσον. Εις την εορτήν ταύτην απηγορεύετο εις τα νόθα τέκνα και εις τους ξένους να λαμβάνουν μέρος.