Ίων

Part 2

Chapter 2 3 words Public domain Markdown

ΚΡΕΟΥΣΑ Α, όχι· ήλθες έγκαιρα για να μου την προλάβης. Μα πες μου, τι μαντέματα απ' τον Τροφώνιο φέρνεις, πώς θαποχτήσουμε παιδιά εμείς, και με ποιόν τρόπο;

ΞΟΥΘΟΣ Δεν μ' εύρεν άξιον ο θεός το μάντεμα να πάρω και τούτο είπε μοναχά: στο σπίτι δεν θα πάμε χωρίς παιδί κ' εγώ και συ απ' το μαντείο τούτο.

ΚΡΕΟΥΣΑ Ας έχουμ' έλθη για καλό, του Φοίβου θεία μητέρα! και δόσε να πετύχουμε από το γυιό σου τώρα, όπως το είπε κι' ο χρησμός, μια τύχη πειό καλή.

ΞΟΥΘΟΣ Έτσι θα γίνη.

(Προς τον Ίωνα)

— Αλλά ποιος είν' ο προφήτης του θεού;

ΙΩΝ Μόνο στα έξω είμ' εγώ· στα μέσα είνε άλλοι, είνε οι πρώτοι των Δελφών, που κάθονται τριγύρω στον τρίποδα το μαντικό, και βγαίνουν με τον κλήρο.

ΞΟΥΘΟΣ Καλά· όσα χρειάζονται να μάθω, τάχω μάθη· πηγαίνω μέσα στο ναό· γιατί, καθώς ακούω, άνοιξε στο ναό μπροστά χρηστήριο κοινό για κάθε ξένο· και 'ς αυτή την ευτυχή τη μέρα, θέλω κ' εγώ του Απόλλωνος το μάντεμα να πάρω. Και συ, γυναίκα, στους βωμούς κοντά, κλωνάρια δάφνης παίρνοντας, παρακάλεσε, για ν' αποχτήσουμε παιδί, ναν' οι χρησμοί καλόμοιροι, που απ' το ναό θα φέρω.

ΚΡΕΟΥΣΑ Θα κάμω, ναι, θα κάμω αυτό·

(Ο Ξούθος εισέρχεται εις τον ναόν).

Κι' αν ο Λοξίας θέλη στην αμαρτία την παληά διόρθωσι να δώση, βέβαια φίλος δεν θα ειπή πως έγινε για μένα, μα, με το νάνε πια θεός, θα τη δεχθώ τη χάρι.

(Γονυπετεί προ των προπυλαίων και προσεύχεται). (**)

ΙΩΝ (καθ' εαυτόν:) Με λόγια πλάγια και κρυφά γιατί ετούτ' η ξένη, κατηγοράει το θεό; για φιλενάδα τάχα ζητεί να πάρη το χρησμό, ή μήπως και μας κρύβη κάτι που πρέπει ναν κρυφό;. . . Μα για του Ερεχθέως την κόρη, τι με μέλει εμέ; τι σχέσι έχει μ' εμένα;. . . Ας τον ραντίσω το ναό με το χρυσό ταγγείο.

(Λαμβάνει χρυσούν δοχείον και καταβρέχει. Μετά στιγμήν σταματά και σκέπτεται).

Μα ο Φοίβος θέλει επίπληξι μ' αυτά που πάει και κάνει! Πιάνει της κόρες με τη βια κ' ύστερα της προδίνει, κι' όσα παιδιά κλεφτογεννά ταφίνει και πεθαίνουν!

(ωσεί αποτεινόμενος προς τον ουρανόν:)

Δεν είνε πράματα για σε και με το νάχης δύναμι φρόντιζε νάχης κι' αρετή· γιατί όποιος γεννηθή κακός απ' τους θνητούς, πάντα οι θεοί του δίνουν τιμωρίες. Και είνε δίκηο τάχα, σεις, που δώσατε τους νόμους εις τους θνητούς, να πέφτετε οι ίδιοι 'ς ανομίες; Γιατί, —δεν είν' αληθινό, αλλά το φέρνει ο λόγος, — γιατί αν τιμωρήσετε ανθρώπους, όταν κάνουν με βια τους γάμους των, και συ, κι' ο Ποσειδών, κι' ο ίδιος ο Ζευς, πουν' άρχων τουρανού, το κάθε αδίκημά σας αν πληρωθή, ε, γρήγορα θαδειάσουν οι ναοί σας. Να βάζετε την ηδονή πειό πρώτ' απ' τη σοφία, είν' έγκλημα· και δίκηο πειά δεν είνε, τους ανθρώπους κακούς να λέμε, σαν αυτοί μιμούνται τους θεούς των!. . .

(Εξέρχεται καταβρέχων).

ΣΚΗΝΗ Δ'.

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ (προσευχόμενος){3).

(Α' ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ) Σένα, που δεν ένοιωσες μέσ' στα σωθικά σου κάθε πόνο φοβερό, όπου φέρν' η γέννα, σένα, που απ' την κεφαλή του Διός ξεγέννησε ο Τιτάνας Προμηθεύς, Αθηνά παρθένα! —- στης Πυθίας τον ναόν, ω μακάρια Νίκη, εδώ πέρα πέταξε με γοργό φτερό, από τα Ολύμπια τα χρυσά παλάτια εις τον ομφαλό της γης, —όπου με χορό τριγυρίζει ο Τρίποδας στην εστία κάτου. οπού της μαντείες της δίνει της κρυφές. — Συ, κ' η κόρη της Λητούς, δύο θεές παρθένες, και σεμνές του Απόλλωνος δύο αδελφές.

(Β'. ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ) Του Ερεχθέως το παληό το γένος, μαντέματα να πάρη καθαρά, παρακαλέστε σεις, και να ξανάρθη η γονιμότης πούχε μια φορά. Αιτία είνε ακλόνητη ευτυχίας μεγάλης, όταν λάμπουνε μια μέρα νέα παιδιά στο σπίτι, για ν' αφήσουν 'ς άλλα παιδιά τα πλούτη του πατέρα. Είν' τα παιδιά στη δυστυχία δύναμι, στην ευτυχία είνε χαράς πηγή, και με τα όπλα δύναμι σωτήρια εις της πατρίδος φέρνουνε τη γη. Πειό πρώτ' απ' τα παλάτια κι' απ' τον πλούτο τα προτιμώ τα φρόνημα ταγέρια· εγώ χωρίς παιδιά μισώ το βίο, κι' όποιος τον θέλει, νάχη κατηγόρια. Ας κάνω εγώ παιδιά, παιδιά καλά, κι' ας λείψουνε τα πλούτη τα πολλά.

(Α'. ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ) Ω συ, του Πανός ναέ, και γειτονικέ βράχε, πούσαι στης Μακράς τη σπηληά κοντά, πούρχονται η τρίδυμες της Aγραύλου κόρες στης Παλλάδος Αθηνάς τους ναούς μπροστά, και σε μέρη χλοερά, και πηδούν, στους ύμνους που αφίνουν ελαφρές των αυλών λαλιές, όταν συ, ω θεέ Πάν, παίζεις με συρίγματα τους δικούς σου τους αυλούς μέσα στης σπηληές — εκεί κάτω στη σπηληά, όπου μια παρθένα, γέννα με το Φοίβο κάνοντας κρυφή, το παιδί της, σαν ντροπή πικραμένου γάμου, ματωμένη τώρριξε στα πουλιά τροφή. Ούτε ιστορήθηκε σε υφαντήν εικόνα, ούτε λόγος στάθηκε, πως ποτέ η ζωή ευτυχής εγίνηκε των παιδιών, που ως τώρα στους θνητούς οι αθάνατοι τα 'δοσαν θεοί.

(Εισέρχεται ο Ίων).

ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΙΩΝ — ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ και μετά μικρόν ΞΟΥΘΟΣ.

ΙΩΝ Γυναίκες σεις θεράπαινες, όπου εδώ φυλάτε, μπροστά στης σκάλες του ναού της μοσχομυρισμένες, και νάρθη ο αφέντης σας προσμένετε, — ο Ξούθος τον άφησε τον Τρίποδα και των χρησμών τον τόπο, ή έχει μείνη στο ναό, κι' ακόμα μολογάει την ακληριά του;

ΧΟΡΟΣ Ξένε μου, ο Ξούθος είν' ακόμα μέσ' στον ναό· δεν πέρασε τον τόπο αυτόν να βγη· μα στάσου, κρότον άκουσα. . .. η πύλες σαν ν' ανοίγουν κάποιος να βγη. . .. Νά, κύτταξε, που ο αφέντης βγαίνει.

(Εξέρχεται ο Ξούθος από τον Ναόν).

ΞΟΥΘΟΣ Χαίρε, παιδί μου· ναν' αυτός πρώτος μου λόγος πρέπει.

ΙΩΝ Εγώ χαρούμενος, και συ σοφός, έτσι κ' οι δυο μας ευτυχισμένοι θα' μαστε.

ΞΟΥΘΟΣ Δόσε μου να φιλήσω το χέρι σου, και το κορμί στην αγκαλιά να σφίξω.

(Προσπαθεί να εναγκαλιασθή τον Ίωνα).

ΙΩΝ(έκπληκτος). Είσαι καλά, ή χάλασε κάποιος θεός το νου σου;

ΞΟΥΘΟΣ Είμαι τρελλός; που εύρηκα και θέλω να φιλήσω ό,τι αγαπούσα πειό πολύ;

(Προσπαθεί να τον εναγκαλισθή).

ΙΩΝ

(Προφυλάσσων τον επί της κεφαλής του στέφανον).

Στάσου, μήπως εγγίζοντας το ιερό στεφάνι το σπάσης.

ΞΟΥΘΟΣ (επιμένων). Θέλω μοναχά να σ' αγκαλιάσω, κι όχι να σου το πάρω· εύρηκα εκείνο που αγαπούσα.

ΙΩΝ (αμυνόμενος). Μ' αφίνεις, ή το τόξο μου θα πάρω, να τρυπήσω τα στήθια σου.

ΞΟΥΘΟΣ. Γιατί λοιπόν μου φεύγεις, αφού βρίσκεις εκείνο που αγαπάς και συ;

ΙΩΝ Εγώ δεν αγαπάω τους ξένους τους μανιακούς και τους ξεμυαλισμένους.

(Αναλαμβάνει μετά σπουδής το τόξον).

ΞΟΥΘΟΣ Και σκότωσε και κάψε με· μα ξέρε: αν με σκοτώσης, θα γίνης του πατέρα σου φονηάς.

ΙΩΝ Εσύ πατέρας δικός μου! είνε να γελώ μ' αυτά που ακούν ταυτιά μου.

ΞΟΥΘΟΣ Όχι· μ' αυτά που θα σου είπω, καλά θα καταλάβης.

ΙΩΝ Τι θα μου ειπής;

ΞΟΥΘΟΣ Πατέρας σου πως είμαι και συ γυιός μου.

ΙΩΝ Ποιός είπε τούτο;

ΞΟΥΘΟΣ Το είπε αυτός, που σ'έθρεψεν εσένα, ενώ δικός μου ήσουνα· το είπεν ο Λοξίας.

ΙΩΝ Δεν έχεις άλλο μάρτυρα από τον εαυτό σου

ΞΟΥΘΟΣ Το λέω, αφού τώμαθα από του Λοξία τους χρησμούς.

ΙΩΝ Ακούοντας λόγια στρυφνά έκαμες λάθος.

ΞΟΥΘΟΣ Τάχα λόγια σωστά δεν άκουσα;

ΙΩΝ Κι' ο Φοίβος τι σου είπε;

ΞΟΥΘΟΣ Πως όποιον απαντήσω εγώ. . .

ΙΩΝ Πού θα τον απαντήσης;

ΞΟΥΘΟΣ Την ώρα που απ' του θεού θα βγαίνω το ναό.

ΙΩΝ Τί θαν' εκείνος που θα βρης;

ΞΟΥΘΟΣ Εκείνος θαν' ο γυιός μου.

ΙΩΝ Πώς; γεννημένος από σε; ή γυιός θετός θα γίνη;

ΞΟΥΘΟΣ Θετός, δοσμένος κι' από εμέ.

ΙΩΝ Και πρώτα-πρώτα εμένα βγαίνοντας συναπάντησες;

ΞΟΥΘΟΣ Παιδί μου, κανέν' άλλον.

ΙΩΝ Και τούτ' η τύχη από πού;

ΞΟΥΘΟΣ Ιδία μας βρήκε τύχη.

ΙΩΝ Ποιά μάννα μ' έδωκε 'ς εσέ;

ΞΟΥΘΟΣ Να σου το ειπώ δεν ξέρω.

ΙΩΝ Ούτε ο Φοίβος το είπε αυτό;

ΞΟΥΘΟΣ Απ' την πολλή χαρά μου δεν τον ερώτησα.

ΙΩΝ Και πώς; από τη γη γεννήθηκα;

ΞΟΥΘΟΣ Το χώμα δεν γεννά παιδιά;

ΙΩΝ Πώς είμ' εγώ δικός σου;

ΞΟΥΘΟΣ Δεν ξέρω. Τον θεόν γι' αυτό θα τον ρωτήσω πάλι.

ΙΩΝ Ας πούμε γι' άλλα πράματα.

ΞΟΥΘΟΣ Αυτά είνε τα πειό καλά, παιδί μου.

ΙΩΝ Σε παράνομο μην τύχη κ' ήλθες γάμο;

ΞΟΥΘΟΣ Ε, πάντα ο νηός είνε τρελλός.

ΙΩΝ Πριν πάρης του Ερεχθέως την κόρη;

ΞΟΥΘΟΣ Πριν, όχι ύστερα

ΙΩΝ Λοιπόν μ' έχεις γεννήση προτήτερ' απ' το γάμο σου;

ΞΟΥΘΟΣ Τα χρόνια συμφωνούνε και με την ηλικία σου.

ΙΩΝ Πώς βρέθηκα δω πέρα;

ΞΟΥΘΟΣ 'Σ αυτό δεν ξέρω τι να ειπώ;

ΙΩΝ Πώς πήρα τόσο δρόμο;

ΞΟΥΘΟΣ Παραξενεύομαι κ' εγώ.

ΙΩΝ Μην τύχη στης Πυθίας κ' ήλθες το βράχο πειο μπροστά;

ΞΟΥΘΟΣ Εις της γιορτές του Βάκχου.

ΙΩΝ Σε τίνος σπίτι έμεινες;

ΞΟΥΘΟΣ 'Σ εκείνον που με γνώρισε με τα κορίτσια των Δελφών.

ΙΩΝ Εις τα μυστήριά τους, ή θέλεις για να ειπής κι' αλλού;

ΞΟΥΘΟΣ Εις των Μαινάδων τη γιορτή.

ΙΩΝ Είχες σωστή τη' γνώσι σου, ή μεθυσμένος ήσουν;

ΞΟΥΘΟΣ Επαραδόθηκα μ' αυτές στης ηδονές του Βάκχου.

ΙΩΝ Τότε με γέννησες εμέ.

ΞΟΥΘΟΣ Και σ' εύρε η τύχη, γυιέ μου.

ΙΩΝ Πώς ήλθα στο ναό αυτό;

ΞΟΥΘΟΣ Θα σ' άφησεν η κόρη. ΙΩΝ Δούλος για αυτό δεν έγινα.

ΞΟΥΘΟΣ Τώρα λοιπόν, παιδί μου δέξου με για πατέρα σου.

ΙΩΝ Δεν πρέπει ν' απιστήσω στο λόγο που είπεν ο θεός.

ΞΟΥΘΟΣ Πολύ καλά το εσκέφθης.

ΙΩΝ Τι άλλο ήθελα απ' αυτό;

ΞΟΥΘΟΣ Το πράμα τώρα βλέπεις όπως σου πρέπει να το ιδής.

ΙΩΝ Να ήμ' εγώ παιδί αυτού, που είνε γόνος του Διός!

ΞΟΥΘΟΣ Αυτό για σένα ήτανε.

ΙΩΝ Και θα μπορέσω τάχα εκείνους που μ' εγέννησαν στην αγκαλιά να σφίξω;

ΞΟΥΘΟΣ Αν δώσης πίστι στο θεό.

ΙΩΝ (εναγκαλιζόμενος τον Ξούθον) Χαίρε λοιπόν, πατέρα!

ΞΟΥΘΟΣ Αυτός ο λόγος που άκουσα τι ευχάριστος που είνε!

ΙΩΝ Όπως κ' η μέρα η σημερινή. . .

ΞΟΥΘΟΣ Την ευτυχία μου δίνει

ΙΩΝ Αγαπητή μητέρα μου! πότε θα ιδώ κ' εσένα; τώρα ποθώ για να σε ιδώ περσότερο από πρώτα. μα τι να κάνω τώρα πεια, αν ήσαι πεθαμένη!

ΧΟΡΟΣ Η χαρά του σπιτιού, που δουλεύουμε και για μας είνε τώρα χαρά. Μα πως ήθελα μέσ' στου Ερεχθέως τα παλάτια να ζη ευτυχισμένη με δικά της παιδιά κ' η κυρά.

ΞΟΥΘΟΣ Παιδί μου, για να σ' εύρω εγώ, ήτανε δίκηα η κρίσι που έκαν' ο θεός, και συ μ' εμέ συναπαντήθης, και βρήκες τον πατέρα σου, που πρώτα δεν τον ήξερες. Ό,τι εγύρευες και συ, αυτό κ'εγώ ποθούσα: να βρούμε τη μητέρα σου που σ' έδωκε'ς εμένα, ας μπιστευθούμε στον καιρό, κ' ίσως κι' αυτή τη βρούμε. Άφησε τώρα το ναό και τη δουλειά που κάνεις και, όπως ο πατέρας σου ποθεί, εις την Αθήνα έλα να πάμε, γιατί εκεί χαρά σε περιμένει, πλούτος πολύς, και μ' όλ' αυτά το σκήπτρο του γονειού σου Κανείς ποτέ δεν θα σε ειπή πως άνομα εγεννήθης, ούτε φτωχός· μα θα' χης συ κ' ευγένεια και πλούτη.

(Ο Ίων καταβιβάζει την κεφαλήν και σιωπά).

Σωπαίνεις; Μα γιατί στη γη τα μάτια χαμηλώνεις και μπαίνεις σε συλλογισμούς, και τη χαρά, που πήρεν ως τώρα ο πατέρας σου, σε λύπη τη γυρίζεις;

ΙΩΝ Τα πράματα δεν έχουνε ποτέ την ίδιαν όψι, όταν τα βλέπης μακρυά, κι' όταν κοντοζυγώνουν. Κι' όσο για τη συνάντησι, πολλή χαρά μου φέρνει, που βρήκα σε, πατέρα μου. Μ' άκουσε αυτό που ξέρω: Λέγουν ότι στην ένδοξη Αθήνα είνε ντόπιες και όχι ξένες η γενειές, και δυο κακά θα μ' εύρουν! ξένος θαν' ο πατέρας μου και νόθος θαμ 'εγώ. Έχοντας τούτη τη ντροπή, αδύνατος θα μείνω, και θα με λένε τίποτα, χωρίς καμμιάν αξία. Μα κι αν θελήσω μια φορά στην πόλι πρώτος να φανώ, όλ' οι κατώτεροι από εμέ θα με μισήσουν, όλοι, γιατ' ό,τι νοιώθουν πειο τρανό, πολλή τους φέρνει λύπη. Μα κ' οι πολίτες οι καλοί, που γνώσι μπορεί νάχουν, και όμως από την αρχή γυρεύουνε ν' απέχουν, μαζύ μου θα γελάσουνε, και θα με ειπούν τρελλό, που σε μια πόλι ανήσυχη, γεμάτην από φόβους, εγώ την ησυχία μου δεν είχα προτιμήση. Μαζύ με το αξίωμα, πρέπει να φυλαχθώ απ' τον καθένα ισχυρό πούχει στο λόγο δύναμι· γιατί αυτά, πατέρα μου, στους άρχοντες συμβαίνουν: όπου εκείνοι έχουνε αξίωμα στης πόλεις, μεγάλο βρίσκουν πόλεμον από τους αντιζήλους. Όταν λοιπόν θα 'ρθώ εγώ σε ξένο σπίτι, ξένος, που κ' η γυναίκα είν' άτεκνη, όπου της ίδιες λύπες είχε κι' αυτή προτήτερα με σένα δοκιμάση, βαρειά θα φέρνη πάντοτε την τύχη τη δική σου μπροστά στην ατυχία της, που συ παιδί ευρήκες. Πώς τάχα με το δίκηο της δεν θα μισήση εμένα, όταν εγώ θα βρίσκωμαι στα πόδια σου μπροστά, κ' εκείνη, όντας άτεκνη, καταφαρμακωμένη θα βλέπη την αγάπη σου 'ς εμένα; Όπου τότε, ή θα μ' αφήσης έρημον να την ευχαριστήσης, ή θα κρατής για χάρι μου σε ταραχή το σπίτι. Πόσες σφαγές δεν κάμανε, και πόσα φαρμακώματα στους άνδρες η γυναίκες τους, για την καταστροφή τους! Λυπάμαι τη γυναίκα σου που άκληρη γερνάει· δεν ήταν άξια να πονή χωρίς παιδιά, που είνε από γενειά τόσο λαμπρή· άδικα μου παινεύεις της βασιλείας ταγαθά, πούνε γλυκειά στην όψι, μα μέσ' στο σπίτι θλιβερή· ποιος είν' ευτυχισμένος κι' αφρόντιστος, όταν περνά με φόβους τη ζωή του και δυσπιστίες; ήθελα να ήμ' ευτυχισμένος απλός πολίτης πειο καλά, παρά να βασιλεύω, και νάχω πάντα τους κακούς για φίλους μου τριγύρω, και τους καλούς να τους μισώ, και φόβο να τους έχω μη με σκοτώσουν. Ίσως πης πως το χρυσάφι τον νικά τον κάθε φόβο, και γλυκό πως είνε πράμα ο πλούτος· μα δεν μ' αρέσει ν' αγροικώ στ'αυτιά μου κατηγόριες, κ' εγώ τον πλούτο να κρατώ, ούτε και λύπες νάχω· μ' αρέσει μέτρια ζωή, που λύπες να μην έχη· ποιες ευτυχίες έχω εδώ, πατέρα μου, άκουσε τες: πρώτα την ησυχία μου που οι άνθρωποι τη θέλουν· λίγες φροντίδες, και κακός ποτέ κανείς δεν ήρθε να με ταράξη· κι' ούτε αυτή την αηδία αισθάνομαι να σταματώ το βήμα μου μπρος στους κακούς ανθρώπους· κάνοντας στους θεούς ευχές, ή με θνητούς μιλώντας, υπηρετώ τους ευτυχείς κι' όχι τους λυπημένους· και όταν τούτοι φεύγουνε, εκείθε φθάνουν άλλοι που με καινούργιους να μιλώ ευχαριστούμαι πάντα· κι' αυτό που πρέπει ο άνθρωπος, και όταν δεν το θέλη να τόχη, πούνε σύμφωνο και με τη φύσι,—ο νόμος,— δίκαιον πάντα με κρατεί 'μπρος στου θεού τα μάτια· αυτά συλλογιζόμενος, θαρρώ πως είνε πειο καλά ετούτα εδώ, απ' όσα εκεί έχετε σεις, πατέρα. Για εμέ τον ίδιον αγαπώ να ζω, και άφησέ με· ευτυχισμένος είν κι' αυτός που για μεγάλα χαίρεται, ευτυχισμένος είν' κι' αυτός που τα μικρά του φθάνουν.

ΧΟΡΟΣ Καλά τα είπες, αν μ' αυτά εκείνοι που αγαπώ εγώ θα τύχη από τα λόγια σου να βγουν ευτυχισμένοι·

ΞΟΥΘΟΣ Άφησε συ τα λόγια αυτά και μάθε να ευτυχήσης· θέλω, τώρα που σ' εύρηκα, να κάμω ένα τραπέζι, παιδί μου, κι' όσες μια φορά, την ώρα που εγεννήθης, θυσίες δεν εκάναμε, να γίνουν όλες τώρα. Σε προσκαλώ για ξένο μου σε φιλικό τραπέζι στο σπίτι μου, θάρθης μαζύ μ' εμένα στην Αθήνα, τάχα σαν νάσαι θεατής, κι όχι παιδί δικό μου· γιατί δεν θέλω, ευτυχής εγώ, τη σύζυγό μου, που είν ως τώρα άτεκνη, σε λύπες να την ρίξω. Κι' όταν περάση ο καιρός, θα σε παρουσιάσω 'ς αυτήν, όπου της χώρας μου το σκήπτρο θα σου δώσω. Ίωνα τώρα σε καλώ, στην τύχη σου όπως πρέπει, σαν μόλις βγήκα απ' το ναό, εσένα πρωτοβρήκα. Τώρα τους φίλους κάλεσε, και πες τους, στη θυσία νάρθουνε μ' ευχαρίστησι, προτού αφήσης τους Δελφούς. . . — Και σεις, ώ δούλες, σιωπή κρατείτε, κι' όσα ακούσατε αν 'πήτε στη γυναίκα μου, το θάνατο θα βρήτε.

ΙΩΝ Πηγαίνω· μ' απ' την τύχη μου ακόμα λείπει κάτι: εκείνην που μ' εγέννησεν, αν δεν ευρώ, πατέρα, θαν' η ζωή μου άχαρη· κι' αν πρέπει μια ευχή να κάνω, θάνε η μάννα μου να είνε απ' την Αθήνα, νάχω τουλάχιστο απ' αυτή το θάρρος του πολίτη· γιατί όποιος κι'αν βρεθή ποτέ σε ξένη πόλι ξένος, όσο κι'αν γίνη νόμιμος πολίτης, πάντα μένει δούλος στη γλώσσα και ποτέ δεν πρέπει να μιλή.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ς'.

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ (μόνος:) Τα δάκρυα βλέπω και τους στεναγμούς της και τα κλαψίματα, σαν η κυρά μου ιδή, νάχη παιδί ο άνδρας της δικό του, κ' εκείνη νάνε στείρα και χωρίς παιδί. Γυιέ της Λητούς προφητικέ! ποιά προφητεία από το στόμα σου ετραγουδήθη; πώς το παιδί ετράφη στο ναό σου, και από ποιά γυναίκα εγεννήθη; Γιατί αυτό το μάντεμα σου όλο δεν με ησυχάζει· κάποιον θάχη δόλο· φοβάμαι απ' αυτό, καμμιά φορά μεγάλη μη μας εύρη συφορά. Είνε ο λόγος του θεού παράξενος και παράξενη μου δίνει σκέψι· είν'από ξένη το παιδί αυτό γενηά, — ποιός τάχα τούτο δεν θα το πιστέψη;

(Αντιστροφή)

Πώς, φιλενάδες, στην κυρά μας τούτο δεν θα το ειπούμε με τρανή φωνή, πούχε στον άνδρα όλες της ελπίδες, μα κ' έχει τόσο δύστυχη γενή; Τώρα εκείνη λυώνει από τη συφορά και η χαρά για κείνον θανατείλη. έπεσε εκείνη στα λευκά γεράματα, κι αυτόν θα τον περιφρονούν οι φίλοι. Ο άθλιος! όπου τη θύρα εχτύπησε στο σπίτι μας, πούχ' ευτυχία, μα χαρά — που να χαθή! που να χαθή! — δεν έφερε καμμιά, κ' έχει γελάση μόνο την κυρά, — που οι θεοί να μη δεχθούν, όταν θα κάνη θυσία μ' ευκολάναφτο λιβάνι. Μα εγώ θα δείξω τώρα πόσον αγαπώ το σπίτι το βασιλικό— [και θα τα ειπώ] {4).

(Στροφή).

Τώρα ο πατέρας και ο νηός ο γυιός του νέο τραπέζι ετοιμάζουνε τρανό στου Παρνασσού τους βράχους, όπου σχίζονται και ανεβαίνουν ως τον ουρανό, — όπου ο Βάκχος ο θεός, κρατώντας της πεύκινες και δίφωτες λαμπάδες, της νύχτες ελαφρά χοροπηδάει μαζύ με της νυχτερινές Μαινάδες. Ποτέ του να μη φθάση μέσ' στην πόλι, και μ' όλα του τα νηάτα να πεθάνη! γιατί στην πόλι αν έμβη ένας ξένος μεγάλη στενοχώρια θα μας κάνη. Καλήτερα ο Ερεχθεύς να μείνη, που πρώτος βασιληάς μας είχε γίνη.

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

(Σκηνογραφία η αυτή. — Εισέρχεται η Κρέουσα ακολουθουμένη από τον Πρεσβύτην.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΚΡΕΟΥΣΑ. — ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ. — ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ.

ΚΡΕΟΥΣΑ Γέρο, που του πατέρα μου ήσουν' παιδαγωγός του Ερεχθέως μια φορά, που ήταν στο φως ακόμα, σύρε στον τόπο του θεού που δίνει τους χρησμούς του, να πάρης ευχαρίστησι και συ μαζύ μ' εμένα, αν τύχη και ο βασιληάς Λοξίας αποκρίθη με το χρησμό του, πως παιδιού μητέρα θα γενώ. Η ευτυχία είνε γλυκειά σαν μοιρασθή με φίλους· κι' αν ίσως, — που να μη γενή — κάτι κακό μας τύχη, βρίσκει κανείς παρηγοριά, βλέποντας μέσ' στα μάτια ανθρώπου που μας συμπαθεί· μ' όλο πούμαι κυρά σου, όπως και τον πατέρα μου συ μια φορά τιμούσες, έτσι τιμώ κ' εγώ εσέ.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Ώ κόρη, είσαι άξια των άξιων των γονέων σου· τα έθιμα φυλάττεις, και τους παληούς προγόνους σου δεν ντρόπιασες ποτέ σου. Φέρε με, φέρε στο ναό και υποστήριξε με· είνε δυσκολοδιάβατος ο δρόμος του μαντείου, και γίνου στήριγμα εσύ για τα γεράματά μου.

ΚΡΕΟΥΣΑ (λαμβάνουσα αυτόν εκ της χειρός). Έλα μαζύ και πρόσεξε το πόδι που πατάς.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (προχωρών). Νά· είν' αργό το πόδι μου, μα γρήγορ' η ψυχή μου.

ΚΡΕΟΥΣΑ 'Σ αυτόν τον τόπο τον στενό στηρίξου στο ραβδί σου.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Είνε τυφλό και το ραβδί σαν δεν καλοθωρούμε.

ΚΡΕΟΥΣΑ Καλά το είπες, αλλά μη σε κυριεύη ο κόπος.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Το θέλω εγώ; τη δύναμι δεν έχω τη χαμένη.

(Προχωρεί οδηγούμενος υπό της Κρεούσης μέχρι του άκρου της σκηνής και εξέρχεται. — η Κρέουσα επανέρχεται).

ΧΟΡΟΣ Αλλοίμονο τ' ήταν γραφτό!

ΚΡΕΟΥΣΑ Ο πρώτος σας ο λόγος ευχάριστος δεν φαίνεται.

ΧΟΡΟΣ Αλλοίμονο, η δόλια! θλίψιν αισθάνομαι βαρειά για το χρησμό που εδόθη στ' αφεντικά μου. Τι λοιπόν να κάμω τώρα πρέπει; Με φοβερίζει ο θάνατος.

ΚΡΕΟΥΣΑ Γιατί ο λόγος τούτος; κι' ο φόβος σας αυτός γιατί;

ΧΟΡΟΣ Τι τάχα: να το ειπούμε ή να το σιωπήσουμε; Να κάνουμε τι τάχα;

ΚΡΕΟΥΣΑ Πες μου, μην έχης συφορά καμμιά να ειπής για μένα;

ΧΟΡΟΣ Θα σου το ειπώ και δυο φορές ακόμα κι' αν πεθάνω. Για σένα δεν εγράφτηκε, κυρά, στην αγκαλιά σου να ιδής παιδί, ούτε ποτέ στο στήθος σου να γύρη.

ΚΡΕΟΥΣΑ Αχ! θα πεθάνω, αλλοίμονο!

(Εισέρχεται ο Πρεσβύτης εκ νέου)

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Κόρη μου!

ΚΡΕΟΥΣΑ Φιλενάδες! Τι συφορές που η δύστυχη επήρα στη ζωή μου!

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Παιδί μου, εχαθήκαμε!

ΚΡΕΟΥΣΑ Αλλοί! αλλοίμονο μου! Ποιά λύπη τώρα φοβερή τρυπάει τα σωθικά μου!

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Όχι ακόμα στεναγμός, —

ΚΡΕΟΥΣΑ Μα η συφορά έχει φθάση.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Πριν μάθουμε, —

ΚΡΕΟΥΣΑ Ποιά είδησι λοιπόν να μάθω πρέπει;

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Αν ίσως και ο άνδρας σου θα μοιρασθή μαζύ σου τη λύπη, ή μονάχα εσύ θα βγης δυστυχισμένη.

ΧΟΡΟΣ Σε κείνον έδωκε παιδί, ω γέροντα, ο Λοξίας, κ' είνε μονάχος του ευτυχής χωρίς κι' αυτή να ήνε.

ΚΡΕΟΥΣΑ Αυτά που είπες φθάνουνε να βαρειαναστενάζω για το μεγάλο το κακό.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (προς τον Χορόν:) Και το παιδί που είπες, τάχ' από ποιά θα γεννηθή γυναίκα, ή εγεννήθη;

ΧΟΡΟΣ Τον είδα, έχει γεννηθή· είν' ένα παλληκάρι ο νηός, όπου του έδωκε για γυιό του ο Λοξίας.

ΚΡΕΟΥΣΑ (προς τον Χορόν:) Τι λες; μα είν' απίστευτος, απίστευτος ο λόγος που βγήκε από το στόμα σου.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (προς τον Χορόν:) Το ίδιο και για μένα. Ποιό τέλος έχει ο χρησμός; πειο καθαρά για πες μας· και το παιδί πειο είν' αυτό, [που του δωκε ο Λοξίας];

ΧΟΡΟΣ Την ώρα που άνδρας σου απ' το ναό θα βγαίνη, αυτός, που πρώτον ήθελε μπροστά του απαντήση, θα είν' ο γυιός που ο θεός Λοξίας τούχει δώση.

ΚΡΕΟΥΣΑ Αλλοίμονο μου! άτεκνη, άτεκνη εγώ θα μείνω, κι' ωρφανεμένο κ' έρημο θα κατοικήσω σπίτι 'ς όλη μου τη ζωή.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Μα ποιός να ήν' εκείνος τάχα που τον φανέρωσε ο χρησμός; της δύστυχης ο άνδρας με ποιόν συναπαντήθηκε, και πού λοιπόν τον είδε;

ΧΟΡΟΣ Αγαπημένη μου κυρά, αυτόν τον νηόν τον ξέρεις οπού σαρώνει το ναό; αυτός είν' το παιδί του.

ΚΡΕΟΥΣΑ Ποια συφορά! ποια συφορά, ώ φίλες, έχω πάθη! να πέταγα καλήτερα εις τον υγρόν αγέρα απ' την Ελλάδα μακρυά, στης δύσεως ταστέρια.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Κι' όνομα ποιό εις το παιδί έχει ο πατέρας δώση; ξέρεις, ή μήπως μυστικό και τόνομά του μένει;

ΧΟΡΟΣ Τον είπ' εκείνος Ίωνα, γιατ' ήτανε κι' ο πρώτος οπού με τον πατέρα εδώ συναπαντήθη· ποια μάννα τον εγέννησε, να σας ειπώ δεν ξέρω· Μα για να μάθης, γέροντα, όσα κ' εγώ γνωρίζω, σου λέω πως εβγήκε αυτός και πάει να θυσιάση, για του παιδιού τη γέννησι και τη φιλοξενία, μέσ' στης σκηνές της ιερές απ' τη γυναίκα του κρυφά, και με το νέο του παιδί να κάνη ένα τραπέζι.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Κυρά, επροδοθήκαμε! πονώ κ' εγώ μαζύ σου! ο άνδρας σου μας πρόσβαλε, κι' από του Ερεχθέως, με κάθε τρόπο δολερό, το σπίτι θα μας διώξη· δεν θέλω μ' όσα θα σου ειπώ τον άνδρα σου να βρίσω. Μα σ' αγαπώ περσότερον εσένα κι' από κείνον, — που ξένος μέσ' στην πόλι μας εμβήκε και σε πήρε, μαζύ και με το σπίτι σου και την κληρονομιά σου, ενώ εκρυφογένναγε παιδιά μ' άλλη γυναίκα· τον τρόπο αυτό τον μυστικό θα σου τον εξηγήσω: με το να νοιώση πως εσύ ήσουν γυναίκα στείρα, δεν ήθελε να μοιρασθή την τύχη τη δική σου· παίρνοντας μυστικά λοιπόν από της δούλες κάποια έκαμε τούτο το παιδί, και τόστειλε μακρυά του να του το θρέψουν στους Δελφούς· έτσι λοιπόν εκείνο αφού αφέθη στο ναό, και μόρφωσιν επήρε, σαν έννοιωσε πως το παιδί έγινε παλληκάρι, σ' έπεισε 'δω να έλθετε, τάχα για σένα μόνο, οπού δεν έκανες παιδιά· αυτός είπε το ψέμμα πούτρεφε το παιδί κρυφά, και όχι ο Απόλλων, κ' έφτιανε τέτοιες πονηριές· αν ήθελε πιασθή, το γυιό του θ' αφιέρωνε εις το θεό, κι' αν ίσως κατώρθωνε για να κρυφθή, το χρόνο να κερδίση που πέρασε, θα του 'δινεν ευθύς τη βασιλεία της χώρας· μα και τόνομα αυτό που τούχει δώση το είχε φτιάση από καιρό, και Ίωνα τον είπε, τάχα πως τον συνάντησε σαν έβγαινε απ'το ναό.

ΧΟΡΟΣ Αλλοίμονο! πώς τους μισώ τους πονηρούς τους άνδρες, που φτιάνουνε το άδικο, κ' έπειτα το στολίζουν με πονηριές· μα προτιμώ καλήτερα ένα φίλον ανόητο, παρά κακόν οπού σοφός να ήνε.