Part 1
Produced by Sophia Canoni
Note: The Table of contents is not included in the book. It has been created to help the reader.
The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The table with typing mistakes at the end of the book is included, even though it seems that it bears no relationship to the numbering or the content of the pages it refers to. Brackets [] within the play are used by the translator for words not included in the ancient text.
Σημείωση: Ο πίνακας περιεχομένων δεν υπάρχει στο βιβλίο. Δημιουργήθηκε προς διευκόλυνση του αναγνώστη.
Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Τα παροράματα στο τέλος του βιβλίου παρατίθενται, αν και δεν φαίνονται να ανήκουν στο βιβλίο αυτό, γιατί καμία σχέση δεν έχουν με την αρίθμηση και το περιεχόμενο των σελίδων. Μέσα στο έργο, οι αγκύλες [] χρησιμοποιούνται για λέξεις εκτός αρχαίου κειμένου που χρησιμοποιεί ο μεταφραστής.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
ΙΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Π. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
I Ω Ν
ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (POL ARCAS)
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ ΣΚΗΝΗ Α'. - ΣΚΗΝΗ ς'. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΣΚΗΝΗ Α'. - ΣΚΗΝΗ Β’. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ ΣΚΗΝΗ Α'. - ΣΚΗΝΗ Ζ’.
Υ Π Ο Θ Ε Σ I Σ
Η Κρέουσα, βασίλισσα των Αθηνών και θυγάτηρ του Ερεχθέως, τεκνοποιήσασά ποτε μετά του Απόλλωνος, αφήκε το τέκνον της, εκ φόβου αποκαλύψεως, εις σπήλαιον εκτός των Αθηνών, παραλαβών δε ο Ερμής εκείνο μετέφερεν εις το μαντείον των Δελφών, ένθα ανετράφη υπό της Πυθίας.
Μετά τινα έτη η Κρέουσα, μη αποκτήσασα τέκνον μετά του συζύγου της Ξούθου, προσέρχεται μετ' αυτού εις Δελφούς, διά να ζητήση χρησμόν περί μελλούσης τεκνοποιίας. Επί τη ευκαιρία ταύτη ο Απόλλων, διά να εξασφαλίση το τέκνον του, δίδει χρησμόν εις τον Ξούθον ότι ανήκει εις αυτόν εκ παλαιάς κλεψιγαμίας του μετά τινος Δελφίδος κόρης, και ούτως ο Ξούθος δέχεται τον Ίωνα ως υιόν του. Αλλ' η Κρέουσα, θυμωθείσα διά τούτο και θεωρούσα τον Ίωνα προγονόν, αποφασίζει την δηλητηρίασίν του. Η επιχείρησις αποτυγχάνει, η Κρέουσα καταδικάζεται εις θάνατον, σώζεται δε τη μεσολαβήσει της Πυθίας και της Αθηνάς, αι οποίαι παρέχουν εις την μητέρα δείγματα περί της γνησιότητος του υιού της.
Τοιουτοτρόπως ο Ίων, πραγματικός υιός της Κρεούσης, επανέρχεται εις Αθήνας και διαδέχεται τον Ξούθον εις την βασιλείαν.
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΕΡΜΗΣ, διάκονος εις το Μαντείον των Δελφών. ΧΟΡΟΣ θεραπαινιδών Κρεούσης. ΚΡΕΟΥΣΑ, βασίλισσα των Αθηνών. ΞΟΥΘΟΣ, σύζυγος της Κρεούσης. ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ, παιδαγωγός της Κρεούσης. ΘΕΡΑΠΩΝ Κρεούσης. ΠΥΘΙΑ, η προφήτις των Δελφών. ΑΘΗΝΑ
(Η σκηνή εις Δελφούς, εις τα προπύλαια του Μαντείου Απόλλωνος).
[Τα προπύλαια του εν Δελφοίς ναού του Απόλλωνος {1). Εις το βάθος αριστερά βραχώδι σπήλαια, άνωθεν των οποίων φύονται πυκναί δάφναι και δεξιώτερον βραχώδης άποψις του Παρνασσού. Εκατέρωθεν της σκηνής σειρά χιονών απολήγουσα εις πολυτελή θύραν εις το κέντρον του βάθους. — Είνε πρωία].
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΕΡΜΗΣ (μόνος) Ο Άτλας, που τον ουρανό, την κατοικία την παληά των αθανάτων, συγκρατεί στη ράχη του τη χάλκινη, με μιαν απ' της πολλές θεές εγέννησε τη Μαία, κι' αυτή εμένα τον Ερμή, των αθανάτων δούλο, με τον μεγάλο εγέννησε τον Δία. Στων Δελφών τη γη έρχομ' εδώ, που τραγουδεί ο Φοίβος καθισμένος στον ομφαλό της, στους θνητούς τα μέλλοντα ορίζοντας και τα παρόντα. Βρίσκεται μια πόλι στην Ελλάδα που δεν είν' απ' της άσημες, και τόνομα έχει πάρη απ' την Παλλάδα τη θεά με το χρυσό κοντάρι, — εκεί που ο Φοίβος με τη βια, την κόρη του Ερεχθέως απόλαυσε, την Κρέουσα, στου βράχου της Παλλάδος του βορεινού τους πρόποδας, στην άκρη της Αθήνας, που οι άρχοντες της Αττικής Μακρά τη λένε Πέτρα. Και δίχως ο πατέρας της να ξέρη, --γιατί έτσι το θέλημα ήταν του θεού, — στα σπλάγχα της κρυφά το τέκνο της εκράτησε· μα όταν ήλθ' η ώρα, εγέννησε στο σπίτι της, και το παιδί το επήρε η Κρέουσα, και τόρριξε στην ίδια τη σπηληά, εκεί που μέσα στου θεού το απόχτησε την αγκαλιά, και να πεθάνη τάφησε σε κούνια βαθουλή, σώζοντας των προγόνων της το έθιμο, κ' εκείνου του βασιληά Ερεχθόνιου, που βγήκε από τη γη. Τότε κ' η κόρη του Διός έβαλ' εκεί κοντά του δυο δράκοντες για φύλακα, κ' ύστερα στης παρθένες της Αγλαυρίδες το 'δωκε για φύλαξι και πάλι· γιατί το έχουν έθιμο στου Ερεχθέως τη γενιά, σε κούνιες με χρυσόφιδα πλεγμένες τα παιδιά τους να τρέφουν πάντα· και γι αυτό είχε περάσ' η κόρη εις του παιδιού της το λαιμό ένα στολίδι τέτοιο, — μα για να δώση θάνατο. Μου λέει τότε ο αδελφός ο Φοίβος: «Συ, που είσαι μ' εμέ από την ίδια τη γενιά, τρέχα στον ντόπιο το λαό της ένδοξης Αθήνας,— ξέρεις την πόλι της θεάς, — και πάρε απ' τη σπηλιά το νεογέννητο παιδί, και με τα σπάργανά του και με την κούνια του μαζύ, και φέρνοντας το στους [Δελφούς, εκεί που δίνω τους χρησμούς, απόθεσε το κάτω εις του δικού μου του ναού την είσοδο μπροστά· κι' όσο για τάλλα πειά, εγώ μονάχος θα φροντίσω, γιατί δικό μου είν' το παιδί, καθώς καλά το ξέρεις.» Για χάρι του Απόλλωνος κ' εγώ του αδελφού μου, παίρνω την κούνια την πλεχτή και το παιδί αποθέτω μπροστά στης σκάλες του ναού, αυτή την κούνια την πλεχτή ανοίγοντας, για να φανή πως το παιδί έχει μέσα. Κ' έτσι έγινε· την ώρα δε που ο καβαλλάρης ήλιος εφάνηκε στον ουρανό τον κύκλο του να κάνη, εμβήκε κ' η προφήτισσα μέσ' στο μαντείο του θεού· μα μόλις το μικρό παιδί στα μάτια της αντίκρυσε, ετρόμαξε, μήπως καμμιά δυστυχισμένη κόρη απ' της Ιέρειες των Δελφών εκρυφογέννησεν εκεί και το παιδί της στου θεού τους τόπους είχε αφήση, και να το ρίψ' ηθέλησε απ' έξω απ' την θυμέλη· μα πάλι την σκληρότητα η ευσπλαχνία ενίκησε, γιατί ο Απόλλων βοηθός εφάνη στο παιδί του να μη διωχθή απ' το ναό· για τούτο κ' η προφήτισσα τανάθρεψε, τη μάννα του χωρίς ποτέ να μάθη κ' εκείνον που το γέννησεν, αν ήτανε ο Φοίβος. Μα και το ίδιο το παιδί δεν ξέρη τους γονιούς του, και όσω ήτανε παιδί, έπαιζε κ' εμεγάλωνε με της τροφές, που άφηναν τριγύρω στους βωμούς· μα όταν άνδρας γίνηκε, του δώσανε οι Δελφοί των θησαυρών τη φύλαξι, και 'ς όλα επιστάτη τον διωρίσανε πιστόν, και στου θεού το ανάκτορο, στον τόπο αυτό, περνά ζωή σεμνή και τιμημένη. Μα η Κρέουσα, που το παιδί τώχε κρυφά γεννήση, τον Ξούθον επανδρεύθηκε για μιαν αιτία τέτοια: Οι κάτοικοι των Αθηνών και οι Χαλκωδοντίδες, που κατοικούν την Εύβοια, είχαν πολέμους στήση· με το να βγη λοιπόν κι' αυτός για συμπολεμιστής την Κρέουσα γυναίκα του επήρε γι' αμοιβή του μόλο που ήταν Αχαιός, και όχι απ' την Αθήνα ντόπιος, και του Αιόλου γυιός, που ήταν γόνος τού Διός. Κι' όμως αυτός κ' η Κρέουσα με το να μείνουνε καιρό χωρίς παιδί, και θέλοντας για ν' αποχτήσουν ένα, εις το Μαντείο ήρθανε του Απόλλωνος κ' οι δυο. Φαίνεται πως δεν ξέχασε το γυιό του ο Λοξίας, κι' αυτόν το δρόμο έδωκε μονάχος του στην τύχη. Κ' έτσι την ώρα που θα μπη ο Ξούθος στο μαντείο, 'ς αυτόν το ίδιο του παιδί θα δώση ο Απόλλων και θα τον κάνη να πεισθή πως απ' αυτόν γεννήθη· κ' έτσι όταν η Κρέουσα για γυιό του τον γνωρίση, και το παιδί θ' ασφαλισθή στο πατρικό το σπίτι, και του Λοξία οι έρωτες θα μείνουνε κρυφοί. Ίωνα θα τον βγάλουνε σε όλην την Ελλάδα και τόνομά του θα δοθή σε χώρες της Ασίας. Και τώρ' ας μπω μέσα 'ς αυτές της δαφνοσκέπαστες σπη- [ληές, να μάθω τι ωρίσθηκε για το παιδί να γίνη· γιατί κι' ο ίδιος πρόβαλλεν, ο γόνος του Λοξία, δάφνης κλαδιά στου ιερού της πύλες ναποθέση.
(προς το μέρος, εκ του οποίου θα εισέλθη ο Ίων).
— Ίων! προτήτερα εγώ απ' όλους τους θεούς σου παραδίδω τόνομα, οπού θα φέρνης πάντα.
(Αποσύρεται και γίνεται άφαντος εις τους εν τω βάθει της σκηνής σπηλαιώδεις βράχους. -Εισέρχεται ο Ίων ακολουθούμενος από ιερείς του Απόλλωνος και θεράπαινες της Κρεούσης, και τάσσεται εις το μέσον αυτών).
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'.
ΙΩΝ.—ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ.—[ΙΕΡΕΙΣ]
ΙΩΝ Το άρμα το τετράλογο προβαίνει, και λάμπει όλ' η πλάσι φωτισμένη από το φως του ήλιου το λαμπρό· και στην φωτιά ετούτη την αιθέρια μπροστά, τραβούν και φεύγουνε ταστέρια μαζύ με το σκοτάδι το ιερό. Εις τους θνητούς αγγέλλουν την ημέρα η κορυφές του Παρνασσού κει πέρα η απάτητες, με όψι λαμπερή, και ο καπνός που απ' τη σμύρνα βγαίνει την ξερική, πετάει και ανεβαίνει, στου Ροίβου τα παλάτια προχωρεί. Από το θείο τρίποδα η μάντισσα και πάλι μαντέματα θαρχίση στους Έλληνας να ψάλλη, που ο Φοίβος ο θεός θα 'ρθή και θα της τραγουδήση. Σεις, ιερείς του Απόλλωνος, πηγαίνετε στης Κασταλίας της πηγής τασημωμένα τα νερά, και στο ναό να μπαίνετε λουσμένοι με τα νάματα τ' αγνά και δροσερά. Το στόμα το καλόλογο κρατείτε και προφητείες αγαθές να ειπήτε 'ς εκείνον που τα μέλλοντα ζητά απ' τη δική σας γλώσσα εξηγητά. Κ' εγώ που ξέρω μόνο να φροντίζω από τα χρόνια μου τα παιδικά τον ιερό ναό να καθαρίζω με τα κλαδιά της δάφνης ταχτικά και με στεφάνια το έδαφος και δροσερά νερά, θα πιάσω με το τόξο και τα πουλιά να διώξω, που είνε σταναθήματα τα θεία βλαβερά. Εγώ ποτέ δεν γνώρισα πατέρα και μητέρα, γι' αυτό στου Φοίβου τους ναούς υπηρετώ εδώ πέρα όπου με τρέφουνε καιρό. Έλα λοιπόν, ώ τρυφερό σάρωθρο, που απ' την όμορφη τη δάφν' είσαι κομμένο, που καθαρίζεις την θυμέλη των ναών, κ' είσαι απ' τον κήπο των θεών τον ιερό βγαλμένο, εκεί όπου αγνές δροσές μουσκεύουνε τη γη και πάντοτ' αναβλύζουν απ' την αστείρευτη πηγή, και της μυρτιάς το φύλλωμα το ιερό δροσίζουν. Το έδαφος το θεϊκό ολημερής εγώ σαρώνω, με λατρεία καθημερινά, από την ώρα που ο ήλιος ξεκινά να βγη με το φτερό του το γοργό. Παιάν! παιάν! ευλογημένος νασ', ευλογημένος, συ, που απ' τη Λητώ είσαι γεννημένος! Ω Φοίβε μου! μ' ευχάριστο τον κόπο στου παλατιού σου υπηρετώ τον τόπο, που κάθε μάντεμά σου βγαίνει, είν' η δουλειά μου δοξασμένη όπου δουλεύω τους θεούς αυτούς τους αθανάτους, κι' όχι τους θνητούς· κι' ούτε κουράζομαι, ούτ' αποκάνω, σε τέτοιον τιμημένο κόπο απάνω. Από το Φοίβο εγεννήθηκα εγώ, τροφήν αυτός μου δίνει, και τον ευλογώ. Για τούτο και πατέρα μου τον λέω το θεό το Φοίβο, που λατρεύουνε σε τούτο το ναό. Παιάν! παιάν! ευλογημένος νασ' ευλογημένος συ, που απ' τη Λητώ είσαι γεννημένος! Αυτό της δάφνης το κλαδί θα μείνη εδώ απ' έξω, και με ταγγείο το χρυσό τη γη θα καταβρέξω, με το καθάρειο το νερό όπου κυλά στην Κασταλία, εγώ, που απ' την αμαρτία έχω κρεββάτι καθαρό. Κάνω ευχή παντοτινά το Φοίβο να υπηρετώ, κι' αν παύσω και καμμιά φορά, ας μου είνε τυχερό κι αυτό.
(Οι ιερείς εξέρχονται.—Παρατηρεί προς το μέρος του Παρνασσού).
Α! τα πουλιά στον Παρνασσό αφήσαν της φωλιές τους· στα κάγκελλα θα τους ειπώ να μη κοντοζυγώσουν μήτε και στους χρυσούς ναούς με τόξα θα χτυπήσης, κήρυκα του Διός εσύ, αϊτέ, που με του ράμφους τη δύναμι, κάθε πουλί νικάς. Νά ένας κύκνος που στη θυμέλη έρχεται.— Έ κύκνε, συ! δεν πας τα κόκκινα ποδάρια σου αλλούθε να κινήσης; και αν με του Απόλλωνα τη λύρα έχης όμοιο τραγούδι, απ' τα τόξα μου κι' αυτή δεν θα σε σώση. Πάρε φτερό και τράβηξε στη λίμνη εκεί της Δήλου, κι' αν δεν πεισθής 'ς εμένα θα τραγουδήσης γρήγορα τραγούδια ματωμένα. Ω! τι καινούργιο είνε πουλί αυτό που τώρα φθάνει; μήπως να χτίση έρχεται από τη στέγη κάτου φωλιές για τα μικρά του; —-Μα θα σου γίνη εμπόδιο του τόξου το τραγούδι. Έ, δεν ακούς; να πας εσύ κει κάτω να γεννήσης πουν' τα νερά του Αλφειού, ή στο λιβάδι του Ισθμού,-- αυτά ταφιερώματα δω πέρα να μη βλάψης. Είν' ο ναός του Φοίβου εδώ· δεν θέλω να σκοτώσω εσάς, που λέτε στους θνητούς τη βούλησι τη θεϊκή. Μα σύμφωνα με τη δουλειά, που εκτελώ εδώ πέρα, το Φοίβο θα δουλεύω, κ' εκείνους που με τρέφουνε θα τους υπηρετώ.
(Καθαρίζει με το σάρωθρον της δάφνης και καταβρέχει τα προπύλαια του Ναού).
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ (στροφή). Στας θείας Αθήνας δεν είνε μονάχα με ώμορφες στήλες ναοί των θεών και δρόμων λατρείες. Αλλά κ' εδώ πέρα' ς αυτόν τον ναόν του θείου Λοξία, του γυιού της Λητούς, που λάμπει το φως στο διπλό πρόσωπό του.
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ Νά, κύττα την εικόν' αυτή, όπου την Ύδρα τη Λερναία σκοτώνει του Διός ο γυιός μ' ένα χρυσό δρεπάνι, — κύτταξε, φίλη, κύτταξε!
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ (αναστροφή). Ναι, βλέπω και κοντά 'ς αυτόν είν ένας άλλος που κρατεί ένα δαδί αναμμένο. Δεν έχουν τον Ιόλαο ζωγραφισμένο απάνω στο πανί, αυτόν που αγωνίσθηκε μαζύ με του Διός το γυιό;
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ Κύττα το παλληκάρι αυτό που είν' ανεβασμένο στο άλογο το φτερωτό· και κόβει τη ζωή της Χίμαιρας της τρίσωμης, πούχε φωτιά γι' αναπνοή.
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ (στροφή). Το μάτι μου γυρνώ όπου κι' αν τύχη· κύτταξε και τη μάχη των Γιγάντων ζωγραφιστή στα πέτρινα τα τείχη.
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ Ω φιλενάδες, κι' από δω κυττάτε!
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ Νά, βλέπεις τη θεά την Αθηνά που τον Εγκέλαδο χτυπάει και την πλεχτή ασπίδα πάλλει με της γοργόνας το κεφάλι;
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ Ναι, βλέπω την Παλλάδα την θεά μου.
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ Και πώς; δεν βλέπεις και τον κεραυνό πούχει φωτιά κι' από τα δυο τα μέρη, και του Διός από τον ουρανό το τρομερό τον ρίχνει χέρι;
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ Τον βλέπω, να, τον Μίμαντα τον καίει με τη φωτιά· κι' ο Βάκχος άλλον γίγαντα με το ραβδί το ειρηνικό κτυπά, που είνε γύρω πλεγμένο με κισσό.
ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ (προς τον Ίωνα) Σ' εσένα πούσαι στου ναού την είσοδο μιλώ· Αυτό το ιερό μπορώ να το πατήσω τάχα με το λευκό ποδάρι μου;
ΙΩΝ Ω ξένες, δεν μπορείτε.
ΧΟΡΟΣ Μπορούμ' αυτό που θέλουμε να μάθουμ' από σένα;
ΙΩΝ Πες τι λοιπόν, τι θέλετε.
ΧΟΡΟΣ Νά, είνε αλήθεια τάχα το πώς του Φοίβου ο ναός είναι στον ομφαλό της γης;
ΙΩΝ Είνε στεφάνια μέσα του και γύρωθε Γοργόνες.
ΧΟΡΟΣ Το ίδιο λέει κ' η φήμη του
ΙΩΝ Αν κάνατε θυσία με ιερό ψωμί, μπροστά στης πύλες του ναού του, και κάτι τι γυρεύετε να μάθετε απ' το Φοίβο, περάστε μέσ' στο ιερό· μ' αν δεν έχετε σφάξη αρνιά, δεν θα περάσετε μέσ' στου ναού το βάθος.
ΧΟΡΟΣ Κατάλαβα· και του θεού το νόμο δεν πατώ· θα μείνω εδώ και θα θωρώ αυτά που είν' απ' έξω.
ΙΩΝ Ό,τι μπορεί το μάτι σας να βλέπη, ας το βλέπη.
ΧΟΡΟΣ Μ' εστείλανε ταφεντικά του Φοίβου το ναό να ιδώ.
ΙΩΝ Και τάχα σε ποιο ένδοξο υπηρετείτε σπίτι;
ΧΟΡΟΣ Ταφεντικά μου κατοικούν στην πόλι της Παλλάδος κ' έχουν εκεί παλάτια.
(Εισέρχεται η Κρέουσα).
ΣΚΗΝΗ Β'.
ΚΡΕΟΥΣΑ — ΙΩΝ — ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ
ΙΩΝ (προς την Κρέουσαν:) Από την περηφάνεια σου κι' απ' τους καλούς τους τρόπους που έχεις, νοιώθω εύκολα ποια είσαι, ω γυναίκα. Κι' από την όψι μοναχά μπορεί κανείς να νοιώση κατά πολλά τον άνθρωπο που ευγενικός γεννήθη. Αλλά παραξενεύομαι γιατί τα μάτια σου κρατείς χαμηλωμέν' απ' τη στιγμή που είδες τα μαντεία, και δάκρυα τα ευγενικά τα μάγουλά σου βρέχουν. Ποιά σκέψι στον ναόν αυτόν σε φέρνει, ω γυναίκα; Εδώ που άλλοι χαρωποί βλέπουν τους τόπους του θεού, εδώ θα χύση δάκρυα το μάτι το δικό σου;
ΚΡΕΟΥΣΑ Άγνωστε, δεν γελάσθηκες και άδικο δεν έχεις για τα δικά μου δάκρυα, που βλέπεις, ν' απορήσης. Τούτον θωρώντας το ναό του Φοίβου, μέσ' στο νου μου κάποια παληάν ανάμνησι θυμήθηκα και πάλι, κ' ενώ εγώ βρίσκομ' εδώ, στο σπίτι ο νους μου τρέχει. — Ω σεις γυναίκες δύστυχες! ω πράξεις τολμηρές θεών! και πώς; και που το δίκηο μας να βρούμε θα μπορέσουμε, όταν καταστρεφόμαστε από της αδικίες των δυνατών; ΙΩΝ Ποιά μυστική αιτία σε λυπεί;
ΚΡΕΟΥΣΑ Τίποτα· εξεθύμωσα·—γι' αυτό κ' εγώ σωπαίνω, και συ να μάθης μη ζητάς.
ΙΩΝ Ποιά είσαι; πούθεν ήλθες; πατέρας ποιος σ' εγέννησε και ποιό είνε τόνομά σου που πρέπει να σου λέμ'εδώ;
ΚΡΕΟΥΣΑ Κρέουσα μ' ονομάζουν, ο Ερεχθεύς μ' εγέννησε, πατρίδα μου η Αθήνα.
ΙΩΝ Ω συ, όπου στην ένδοξη την πόλι κατοικείς, και που γονειοί σ' ανέθρεψαν γενναίοι, ω γυναίκα, πώς σε θαυμάζω!
ΚΡΕΟΥΣΑ Ως εδώ η ευτυχία φθάνει, ω άγνωστε, μα δεν τραβά κι' ακόμη παρά πέρα.
ΙΩΝ Αυτά που λεν' οι άνθρωποι αληθινά είνε τάχα; Πες μου, για όνομα θεού!
ΚΡΕΟΥΣΑ Για ποιό ρωτάς, ω ξένε; πες μου να μάθω.
ΙΩΝ Απ' τη γη εβγήκε του πατέρα σου ο πρόγονος;
ΚΡΕΟΥΣΑ Αληθινά· ο Ερεχθόνιος ήταν αλλά το γένος τι ωφελεί;
ΙΩΝ Η Αθηνά τον έβγαλεν από τη γη;
ΚΡΕΟΥΣΑ Στα χέρια της τον πήρε τα παρθένα χωρίς να τον γεννήση αυτή.
ΙΩΝ Τον είχε παραδώση κατά που ιστορήθηκε, σε μιαν εικόνα απάνου;
ΚΡΕΟΥΣΑ Τον έδωκε στου Κέκροπος της κόρες, δίχως όμως εκείνες να τον βλέπουνε.
ΙΩΝ Άκουσα που η παρθένες άνοιξαν το κιβώτιο της Αθηνάς κρυφά.
ΚΡΕΟΥΣΑ Γι' αυτό χαθήκανε κι' αυτές και με τα αίματά τους τους βράχους χρωματίσανε.
ΙΩΝ Έτσι το λεν, αλήθεια. Και τούτο είν' αληθινό ή άδικα το λένε;
ΚΡΕΟΥΣΑ Για ποιό ρωτάς; μένει καιρός να σου το ειπώ τούτο.
ΙΩΝ Αν ο πατέρας σου Ερεχθεύς της αδελφές σου εσκότωσε.
ΚΡΕΟΥΣΑ Να σώση την πατρίδα του εσκότωσε της κόρες.
ΙΩΝ Και πώς εσώθης μόνο εσύ από της αδελφές σου;
ΚΡΕΟΥΣΑ Είχα παιδί στην αγκαλιά, κ' είχα μητέρα γίνη.
ΙΩΝ Αλήθεια τον πατέρα σου πώς τον κατάπιε η γη;
ΚΡΕΟΥΣΑ Του Ποσειδώνα η Τρίαινα με της πληγές τον σκότωσε.
ΙΩΝ Πέτρες Μακρές τον τόπο αυτόν, που εθάφτηκε, τον λένε;
ΚΡΕΟΥΣΑ Το πράμα τι το ξαναλές; και τι μου το θυμίζεις;
ΙΩΝ Τον τόπο εκείνον τον τιμά ο αστραφτερός Απόλλων;
ΚΡΕΟΥΣΑ Ναι, τον τιμά χωρίς τιμή, κάλλιο να μη τον είχε ιδή!
ΙΩΝ Οσ' αγαπάει ο θεός εσύ τα καταριέσαι;
ΚΡΕΟΥΣΑ Όχι· μα έγιν' έγκλημα μέσα σ' εκείνη τη σπηληά.
ΙΩΝ Από τους Αθηναίους ποιός σε πήρε για γυναίκα;
ΚΡΕΟΥΣΑ Δεν είνε ντόπιος· ήλθε εκεί από πατρίδα ξένη.
ΙΩΝ Ποιός; νάνε κάποιος ευγενής απ' τη γενειά του πρέπει.
ΚΡΕΟΥΣΑ Ο Ξούθος, του Αιόλου γυιός, που ήταν γόνος του Διός.
ΙΩΝ Και ξένος αφού ήτανε πώς πήρε σε την ντόπια;
ΚΡΕΟΥΣΑ Υπάρχει πόλις Εύβοια κοντά εις την Αθήνα.
ΙΩΝ Λένε πως έχει σύνορα τριγύρω από νερά.
ΚΡΕΟΥΣΑ Στους Κεκροπίδες σύμμαχος ο Ξούθος, την εγκρέμισε.
ΙΩΝ Σύμμαχος ήλθε; κ' ύστερα γυναίκα του σε πήρε;
ΚΡΕΟΥΣΑ Του κονταριού του αμοιβή και προίκα του πολέμου.
ΙΩΝ Και ήλθες με τον άνδρα σου για τους χρησμούς ή μόνη;
ΚΡΕΟΥΣΑ Μ' αυτόν και τώρα βρίσκεται στου Τροφωνίου το ιερό.
ΙΩΝ Ήλθε στον τόπο αυτό να ιδή, ή μάντεμα να πάρη;
ΚΡΕΟΥΣΑ Από τον Φοίβο κι' απ' αυτόν να πάρη ένα λόγο.
ΙΩΝ Για τους καρπούς ήλθε της γης ή για παιδί να μάθη;
ΚΡΕΟΥΣΑ Πολύν καιρό ζούμε μαζύ χωρίς παιδί κανένα.
ΙΩΝ Ποτέ δεν γέννησες εσύ, κι' άτεκνος είσαι πάντα;
ΚΡΕΟΥΣΑ Ο Φοίβος ξέρει μοναχά γιατί παιδί δεν έχω.
ΙΩΝ Δύστυχη! μ' όλο που ευτυχείς, δεν είσαι ευτυχισμένη.
ΚΡΕΟΥΣΑ Ποιός είσαι, που μακάρισα τη μάννα που σ' εγέννησε;
ΙΩΝ Λέγομαι δούλος του θεού και είμαι, ω γυναίκα.
ΚΡΕΟΥΣΑ Η πόλις σ' αφιέρωσε, ή δούλο σ' αγοράσανε;
ΙΩΝ Ετούτο ξέρω μοναχά: δουλεύω το Λοξία.
ΚΡΕΟΥΣΑ Όσο για 'μένα, αισθάνομαι συμπάθεια σε σένα.
ΙΩΝ Ίσως γιατί δεν γνώρισα και μάννα και πατέρα.
ΚΡΕΟΥΣΑ Μένεις σε τούτο το ναό, ή κατοικείς σε σπίτι;
ΙΩΝ Δικός μου είν' όλος ο ναός κι' όπου νυστάζω πέφτω. . .
ΚΡΕΟΥΣΑ Σε φέρανε μικρό παιδί, ή νέος έχεις έλθη;
ΙΩΝ Όσοι θαρρούν πως ξέρουνε, λένε παιδί πως ήλθα.
ΚΡΕΟΥΣΑ Κι' απ' της γυναίκες των Δελφών ποιά σ' έθρεψε με γάλα;
ΙΩΝ Δεν ξέρω στήθος γυναικός· εκείνη μ' έχει θρέψη.
(Δεικνύει προς τα βάθος του Ναού).
ΚΡΕΟΥΣΑ Ποιά; στη δική μου συμφορά, ευρήκα κι' άλλες όμοιες!
ΙΩΝ Του Φοίβου την προφήτισσα εγνώρισα για μάννα.
ΚΡΕΟΥΣΑ Και πώς λοιπόν ετράφηκες κ' έγινες τέτοιος άνδρας;
ΙΩΝ Ετράφηκα με της τροφές που μού φέρναν οι ξένοι.
ΚΡΕΟΥΣΑ Κ' η δύστυχη μητέρα σου σαν ποιά να ήταν τάχα;
ΙΩΝ Κάποια γυναίκα που ‘σφαλε κ' εγέννησεν εμένα.
ΚΡΕΟΥΣΑ Έχεις τα μέσα για να ζης; τριμμένα έχεις ρούχα.
ΙΩΝ Φορώ τα ρούχα του θεού, 'δω πέρα που δουλεύω.
ΚΡΕΟΥΣΑ Και δεν εξέτασες ποτέ να μάθης τους γονειούς σου;
ΙΩΝ Όχι· σημάδι γνωριμίας δεν μου τυχε κανένα.
ΚΡΕΟΥΣΑ Αλλοίμονο!— Κι' άλλη γυναίκα έπαθε τα ίδια με τη μάννα σου.
ΙΩΝ Ποια είνε; πόσο θα χαρώ, αν με βοηθήσης να τη βρω!
ΚΡΕΟΥΣΑ Για 'κείνην ήλθα εγώ ιδώ, ο άνδρας μου πριν έλθη.
ΙΩΝ Σαν τι γυρεύει; πες μου το να την υπηρετήσω.
ΚΡΕΟΥΣΑ θέλει ένα μάντεμα κρυφό να μάθη από το Φοίβο.
ΙΩΝ Για πες μου συ, κ' εγώ μπορώ να σε βοηθήσω στάλλα.
ΚΡΕΟΥΣΑ Άκου λοιπόν το ιστορικό. . . μα ' ντρέπομαι να σου το ειπώ.
ΙΩΝ Τότε δεν κάνεις τίποτε· γιατ' η ντροπή είν' οκνηρή.
ΚΡΕΟΥΣΑ Έμεινε κάποια φίλη μου μητέρα με το Φοίβο.
ΙΩΝ Μητέρα με το Φοίβο! μπα! μη λες το λόγο τούτο.
ΚΡΕΟΥΣΑ Κι' απ' τον πατέρα της κρυφά είχε παιδί γεννήση.
ΙΩΝ Αδύνατο· κάποιου θνητού αδίκημα έχει κρύψη.
ΚΡΕΟΥΣΑ Όχι· την έπαθε σωστή τη συμφορά που λέει.
ΙΩΝ Και ύστερα τι έκαμε, που το θεό εγνώρισε;
ΚΡΕΟΥΣΑ Έρριψε το παιδάκι της από το σπίτι μακρυά.
ΙΩΝ Και το παιδί που έρριψε βλέπει το φως ακόμη;
ΚΡΕΟΥΣΑ Κανείς δεν ξέρει· τούτο νά, γυρεύω απ' το μαντείο.
ΙΩΝ Κι' αν δεν υπάρχη το παιδί, με ποιόν εχάθη τρόπο;
ΚΡΕΟΥΣΑ Το δύστυχο! θεριά θαρρώ θα τόχουν σκοτωμένο.
ΙΩΝ Υπάρχει κάποιο γνώρισμα για νάχη τέτοιο φόβο;
ΚΡΕΟΥΣΑ Επήγ' εκεί που το 'ριψε και δεν το ξαναβρήκε.
ΙΩΝ Ευρήκε από το αίμα του σταλαγματιές στο χώμα;
ΚΡΕΟΥΣΑ Δεν βρήκε, λέει, κ' έψαξε πολλές φορές τον τόπο.
ΙΩΝ Κι' απ' τον καιρό, που γίνηκαν αυτά, πέρασαν χρόνια;
ΚΡΕΟΥΣΑ Αν ζούσε, θάχε σαν κι'εσέ την ίδιαν ηλικία.
ΙΩΝ Α, ο θεός είν'άδικος, η μάννα του αθλία.
ΚΡΕΟΥΣΑ Κατόπιν δεν εγέννησεν άλλο παιδί κ' εκείνη.
ΙΩΝ Ποιος ξέρει αν ο Απόλλωνας κρυφά δεν τόχει πάρη.
ΚΡΕΟΥΣΑ Μόνος του νάχη την χαρά, αυτό δεν είνε δίκηο.
ΙΩΝ Αλλοίμονον! ο πόνος μου ευρήκεν κι'άλλον όμοιο.
ΚΡΕΟΥΣΑ Αποζητάς και συ, θαρρώ, τη μάννα σου τη δόλια.
ΙΩΝ Μη μου θυμίζης θλιβερά, που θέλω να ξεχάσω.
ΚΡΕΟΥΣΑ Σωπαίνω· αλλά τελείωσε αυτό που σε ρωτούσα.
ΙΩΝ Ξέρεις ποιό είνε θλιβερό περσότερο απ' όσα λες;
ΚΡΕΟΥΣΑ Ότι κ' εκείνη η δύστυχη το ίδιο υποφέρει;
ΙΩΝ Πώς θα ειπή τάχα ο θεός, ό,τι ήθελε να κρύψη;
ΚΡΕΟΥΣΑ Σαν κάθεται στον τρίποδα πούνε κοινός για όλους.
ΙΩΝ Μη τα γυρεύης, άφησ'τα' φέρνει ντροπή το πράμα.
ΚΡΕΟΥΣΑ Αλλά κ' εκείνη που 'παθε, πονεί για αυτή την τύχη.
ΙΩΝ Τέτοια μαντέματα, ναός δεν θα βρεθή να δώση· γιατί στον ίδιο του ναό, ν' ακούση κατηγόρια ο Φοίβος, με το δίκηο του σκληρά θα τιμωρήση αυτόν που θα την πη. Γι' αυτό, γυναίκα, παραιτήσου· δεν δίνει ο θεός χρησμό κατά του εαυτού του. Ανοησία θάτανε να θέλουμ' από τους θεούς να λένε, ό,τι δεν θέλουνε, πρόβατα θυσιάζοντας μπρος στους βωμούς, ή βλέποντας το πέταγμα πουλιών. Γιατί αν ζητάμε με τη βια, χωρίς να θέλουν οι θεοί, ανώφελα θαν' τ αγαθά που θάβρουμε, ω γυναίκα, κι ωφέλιμα σαν έρχωνται από τη θέλησί τους.
ΧΟΡΟΣ Πολλές για τους θνητούς η συμφορές, κ' έχουνε μόνο στη μορφή διαφορά· μόλις μπορεί ο άνθρωπος να ειπή πως έγιν' ευτυχής για μια φορά!
ΚΡΕΟΥΣΑ Φοίβε! κ' εκεί όπως κ' εδώ το δίκηο δεν το δίνεις για τη γυναίκα που μιλώ. . .
(Ανακόπτεται παρατηρούσα τον Ίωνα και τους χορούς:)
Κ' εδώ δεν είνε τώρα! Το γυιό σου συ δεν έσωσες που 'πρεπε να τον σώσης, ούτε στη μάννα που μιλεί· μόλο που μάντις είσαι, τίποτε δεν μαντεύεις συ· τάφο να του σηκώση, Αν ίσως και της πέθανε, αν ίσως ζη ακόμη ας βγη και πάλι μια φορά στης μάννας του την όψι. Κι' όμως αλλοιώς δεν γίνεται, αν ο θεός δεν θέλη να μάθω αυτά που θέλω εγώ· μα βλέπω, ξένε, τώρα ο σύζυγος μου ο ευγενής πως έρχεται εδώ πέρα, ο Ξούθος, όπου άφησε του Τροφωνίου το άντρο. Τα λόγια που είπαμε μαζύ στον άνδρα μου μην πης, μήπως μου 'ρθή καμμιά ντροπή πούχω απ' αυτόν κρυφά· σε πλειότερ' απ' ο,τ' είπαμε μην πάρη ο λόγος δρόμο, γιατ' είνε πάντα δύσκολη η θέσι της γυναίκας μπροστά στον άνδρα· κ' η κακές γυναίκες κ' η καλές το ίδιο μέτρο έχουμε στο μίσος τους απάνω· έ, έτσι γεννηθήκαμε, δυστυχισμένες όλες {2)!
** (Εισέρχεται ο Ξούθος).
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΞΟΥΘΟΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
ΞΟΥΘΟΣ Τον πρώτο μου χαιρετισμό προς το θεό τον στέλνω, και ύστερα, γυναίκα μου, 'ς εσένα· μήπως τάχα που άργησα τόσο πολύ, αισθάνθης στενοχώρια;