Part 6
31) Αθηναίος κουρεύς, αναφερόμενος και υπό του Πλάτωνος εν Σοφισταίς: «το Σποργίλου κουρείον, έχθιστον τέγος».
32) Στρατηγός ως ανωτέρω, περίφημος καταστάς διά τας μηχανάς τας οποίας μετεχειρίσθη διά να εκπολιορκήση την Μήλον.
33) Η Πρόκνη ήτο θυγάτηρ Αθηναίου βασιλέως, ως είπον εν [υποσημείωση 3.]
34) Ενταύθα παίζει με την λέξιν «Ορνεαί», όπως θα έλεγέ τις «αποθανείν εν Πλαταιαίς» τούτο δε εμφαίνεται και εκ της αστείας βεβαιώσεως, ότι θα εθάπτοντο και δημοσία δαπάνη ως ήρωες εις το Κεραμεικόν, ένθα οι Αθηναίοι κατά την μαρτυρίαν των Μενεκλέους και Καλλικράτους, έθαπτον τους πίπτοντας εις τας μάχας, σημειούντες επί κίονος την μάχην και την εποχήν του θανάτου. Άλλως, Ορνεαί ήσαν και πόλεις της Αργολίδος, αναφερόμεναι, παρ' Ομήρω, ένθα εγένετο και μάχη μεταξύ Λακεδαιμονίων και Κορινθέων.
35) Οι διάφοροι παλιοί σχολιαστές εις το χωρίον τούτο αποδίδουσι διαφόρους σημασίας· η πλειότερον ομως προσεγγίζουσα προς την έννοιαν του κειμένου είναι ότι ο Αρ. υπαινίσσεται μαχαιροποιόν τίνα εν Αθήναις. Παναίτιον καλούμενον, ο οποίος, βραχύσωμος ων ευρίσκετο εις διαρκή διάστασιν με την γυναίκα του υψηλόσωμον ούσαν· είχον δε συνθηκολογήση ενώπιον φίλων να μη κακοποιή αυτόν κατά τινα ώραν της συζυγικής συναντήσεώς των. Εν τούτοις ο παραλληλισμός ενταύθα είνε ανάστροφος, καθόσον τα πτηνά, ως μικροσωμότερα των ανθρώπων, παραλληλίζονται μάλλον προς τον νανοφνή μαχαιροποιόν παρά προς τους δύο Αθηναίους. Πιθανόν ο ποιητής να παίζη διά της αναστροφής.
36) Αισώπειος μύθος μη σωζόμενος· αναφέρεται εις τας παροιμίας του Αποστολίου. (Ραγκαβής).
37) Κεφαλαί, δήμος της Αττικής (Ακαμαντίδος φυλής). Ενταύθα είνε λογοπαίγνιον.
38) Εννοεί ότι ο δρυοκολάπτης αρέσκεται, να σκάπτη την δρυν, ιερόν δένδρον του Διός.
39) Ο πετεινός εκαλείτο και «Περσική όρνις» αλλαχού δε και Μήδος. [Λίγο πριν την υποσημείωση 25]. Μεγάβυζος ήτο σατράπης των Περσών περίφημος διά την κατάκτησιν της αιγυπτίας Μέμφιδος.
40) Το έριον της Φρυγίας Αγκύρας και Λαοδικείας εθεωρείτο εκλεκτότερον όλων των άλλων.
41) Την δεκάτην ημέραν από της γεννήσεως παιδιού οι γονείς παρέθετον γεύμα εις φίλους και συγγενείς και έθετον το όνομα.
42) Αλιμούς: χωρίον της Αττικής πέραν του Φαλήρου Λεοντίδος φυλής
43) Ικτίνος: η εμφάνισις του Ικτίνου εχαιρετίζετο διά γονυκλίσεων ευχαριστίας, ως προσημαίνουσα το έαρ. Ενταύθα ο Αρ. παίζει παραβάλλων τον νυκτοκλέπτην με το αρπακτικόν όρνεον.
44) Τους οβολούς οι πτωχοί, ελλείψει θυλακίων, εκράτουν μεταξύ των οδόντων, ότε μετέβαιναν εις την αγοράν δι' οψώνιον.
45) «Κόκκυ, ψωλοί πεδίονδε» : όπως και εν τω κειμένω παρεισήγαγον την σχετικήν εξήγησιν, η παροιμία προήλθεν εκ του ότι οι θερισταί, διά τον καύσωνα του θέρους, εξήρχοντο γυμνοί εις τους αγρούς προς θερισμόν.
46) Στρατηγός Αθηναίος, κλέπτης, πανούργος και δωροδόκος.
47) Εννοεί το σκήπτρον· λέγει δε κεφαλήν, διότι τα αφιερωμένα εις έκαστον θεόν όρνεα ετίθεντο επί της κεφαλής αυτών.
48) Ετίθετο εις τας χείρας του Απόλλωνος ο ιέραξ ως μαντικόν όρνεον.
49) Μάντις, εις ον αποδίδεται και η αποικία των Αθηναίων εις Σύβαρην της Ιταλίας.
50) Μυθολογικά πτηνά, λαβόντα μέρος εις την γιγαντομαχίαν κατά των θεών
51) Αλόπη, ήτο θυγάτηρ του Κερκύονος· Σεμέλη, η μήτηρ του Βάκχου, Αλκμήνη δε σύζυγος του Αμφιτρύωνος και μήτηρ του Ηρακλέους.
52) Κάθε πτηνόν υδροχαρές.
53) Δια την αδηφαγίαν του πτηνού.
54) Ούτω μετέφρασα το «ορχίλος όρνις», πλαστήν και ταύτην λέξιν, προς χαρακτηρισμόν της ασελγείας του Διός.
55) «Σέρφον ενόρχην»: σέρφος κατ' άλλους σπέρμα, κατ άλλους δε ζώον μικρόν, όπερ και το ορθότερον.
56) Υπαινιγμός διά την κατάπτωσιν του θρησκευτικού φρονήματος, αποδών αυτήν και εις το γήρας των θεών.
57) «Κριώθεν»: γράφεται, και Θρίηθεν, από τον δήμον της Οινηίδος φυλής. Κριώθεν δε της φυλής Αντιοχίδος.
58) Σ. Μ. Εις το σημείον τούτο πρέπει να θεωρηθή λήγον το Β' μέρος, προκειμενου περί παραστάσεως. Εν τούτοις ωραιοτέρα και αρχαιοπρεπεστέρα θα ήτο η παράστασις, εάν δεν κατέπιπτεν η αυλαία, αντί δε του διαλείμματος εξετελούντο τα χορικά και αι παραβάσεις υπό τον ήχον του αυλού.
59) Πρόδικος, σοφιστής Κοίος την καταγωγήν γράψας περί φύσεως και αρχής των πραγμάτων.
60) Νυκτοκλέπτης πολλαχού αναφερόμενος.
61) Η Ρέα, σύζυγος του Κρόνου και μήτηρ των θεών θεότης ορεινή.
62) Φρύνιχος ο Πολυφράδμονος ήτο τραγικός ποιητής, θαυμαστός διά την αρμονίαν των στίχων του. Υπήρξαν τέσσαρες φέροντες το όνομα τούτο: είς υποκριτής, είς κωμικός, είς στρατηγός, περί του οποίου ο Αρ. ομιλεί εν Βάτραχοις και ο ανωτέρω.
63) «Πλήκτρον» : τούτο ήτο έμβολον χαλκού εφαρμοζόμενον εις το ράμφος των αλεκτρυόνων κατά τας αλεκτρυονομαχίας.
64) Ο Σπίθαρος εκωμωδείτο ως βάρβαρος και Φρυξ, χαβάς και ο Φιλήμων, ο δε Εξηκεστίδης ως Καρ, ως και αλλαχού [γραμμή έργου με υποσημείωση 1].
65) Λογοπαίγνιον : Εις τον στίχον του κειμένου «φυσάτω π ά π π ο υ ς παρ' ημίν, και φανούνται φράτορες» ο Αριστοφάνης παίζει με την λέξιν «πάππος», η οποία, κατά τον Ευφρόνιον, είνε πτηνού όνομα, γνωστού τότε, το οποίον μετέφερον εις την ανωτέρω σημασίαν. Η «φρατορία» ήτο τρίτη κατηγορία της φυλής.
66) Αγνωστος κατά τον αρχαίον Σχολιαστήν· κατ' άλλους είς των Ερμοκοπιδών ή υιός τοιούτου, όπερ και πιθανώτερον.
67) Ποταμός της Θράκης, πηγάζων εκ της Ροδόπης.
68) Πολεμιστής και λόγιος «κατασχημονών των στρωμάτων, διό και χεσάς ελέγετο (ο Σχολιαστής).
69) Ούτος κατά τον Σχολιαστήν έπλεκε κατ'αρχάς περικαλύμματα φιαλών από βέργας, κατόπιν δε υψώθη εις αξιώματα· κατά τον πολυμαθέστατον Α. Ρ. Ραγκαβήν είνε ο αυτός Αθηναίος στρατηγός, όστις κατά το ίδιον έτος - της παραστάσεως των «Ορνίθων» εκυρίευσε την Μυκαλησσόν της Ευβοίας, ένθα και ετραυματίσθη (Θουκυδ. Α, 23: Γ, 75. Ζ, 29. Η, 64), υπήρχε δε και ανδριάς αυτού επί της Ακροπόλεως (Παυσανίας Α, 23).
70) Ο Αισχύλος εις την τραγωδίαν του οι «Μιρμιδώνες» αναφέρει συμβολικωτάτην τινά παροιμίαν της Λιβύας : ότι αετός ποτε επληγώθη από βέλος κατεσκευασμένον από τα ίδια πτερά του :
«... πληγέντ' ατράκτω τοξικώ τον αετόν, ειπείν ιδόντα μηχανήν πτερώματος : τάδ' ουχ υπ' άλλων, αλλά τοις αυτών πτεροίς αλισκόμεθα».
71) Όνομα πλαστόν από τας ν ε φ έ λ α ς και τον κ ό κ κ υ γ α.
72) Θεαγένης και Αισχίνης ήσαν δύο καυχηματίαι προσποιούμενοι τους πλουσίους· διά τούτο ο πρώτος επωνομάζετο και Κ α τ ι ν ό ς.
73) Εν Αθήναις κατ' έτος αι παρθένοι ύφαινον πέπλον διά την πολιούχον Αθηνάν.
74) Κωμωδείται πολλαχού παρ' Αρ. ως γυναικώδης και αισχρός.
75) Κατά παρωδίαν του π ε λ α σ γ ι κ ό ς, όπως εκαλείτο το βόρειον τείχος της Ακροπόλεως, Κατά τον Δούκαν, π ε λ α γ ι κ ώ ν, εκ του πελάγους.
76) Η Άρτεμις εκαλείτο και Κολαινίς ή από Κολαινίου τινός ιερέως, ιδρύσαντος ιερόν της Κολαινίδος Αρτέμιδος, ή από πτηνού τίνος, φέροντος το όνομα κόλαινον.
77) Κωμωδούμενος ως ασελγής και κίναιδος, διά τας ασελγείας του πτηνού σπουργίτου.
78) Κατά τας θυσίας οι Αθηναίοι ηύχοντο υπέρ εαυτών και των Χίων, οι οποίοι ήσαν πιστοί σύμμαχοί των.
79) Εις τους δούλους απηγορεύετο να διατηρούν κόμην.
80) Ενταύθα ο Αριστοφάνης παρωδεί τον προς τον Ιέρωνα ύμνον του Πινδάρου, την φιλοκέρδειαν του ποιητού και την ασχολίαν του προς εξύμνησιν των νικητών των αγώνων, ανθρώπων και ίππων.
81) Εκ της σωζομένης πινδαρείου στροφής: «Νομάδος σοι γαρ ει Σκύθας πλάτα Στράτων, ος αμαξοφόρητον οίκον ου πέπαται».
82) Παρά τοις Σκύθαις εθεωρείτο άδοξος ο μη έχων ή μη κατέχων μεταφορικόν αμάξιον.
83) Παλαιότερος ιερεύς, θαυματοποιός, και γράψας χρησμούς.
84) Ελέγετο επί πλουσίων πόλεων.
85) Η γη.
86) Μέτων, περίφημος αστρονόμος και γεωμέτρης.
87) Εις τας Αθήνας υπήρχον οι λεγόμενοι Πρόξενοι, επιτετραμμένοι την φιλοξενίαν των ξένων.
88) Βασιλεύς της Νίνου, περίφημος διά την τρυφηλότητά του.
89) «Επίσκοποι», εκαλούντο οι αποστελλόμενοι ως επιτηρηταί εις τας αποικίας.
90) Σατράπης των Περσών, επιδιώκων σχέσεις μετά των δημοσίων αρχόντων διά πλουσίων δωροδοκιών.
91) Ολόφυξος, πόλις υπό τον Άθω, εις την οποίαν έστελλον οι Αθηναίοι ψηφίσματα.
92) «Οτοτύξιοι» λέξις πεποιημένη εκ του σχετλιαστικού οτοτοί! την οποίαν απέδωκα διά της ανωτέρω λέξεως.
93) Μιλήσιος φιλόσοφος άθεος καταδικασθείς εις θάνατον.
94) Ίδε [υποσημείωσιν 2]
95) Αλέξανδρον εννοεί ίσως τον Πάριν και τα δώρα, άτινα έλαβε παρά της Αφροδίτης.
96) Εννοεί τα αργυρά νομίσματα τα φέροντα την γλαύκα.
97) Παίζει με τας λέξεις αετός και αέτωμα των ναών.
98) Κατά την παράστασιν δύναται να παρευρίσκεται και ο Ευελπίδης εις την σκηνήν, χάριν της ποικιλίας του διαλόγου, εις τον οποίον να λαμβάνη και μέρος, υποκαθιστών τον Πεισθέταιρον εις όσα μέρη σημειούται εν παρενθέσει το όνομά του.
99) Οι ανωτέρω ήσαν κομπασταί, μηδέν έχοντες των αποδιδομένων εις εαυτούς· και τούτο διά ν' αποδείξη το ανυπόστατον του τείχους.
100) Οι Αιγύπτιοι εκωμωδούντο ως αχθοφόροι.
101) Παρά τοις αρχαίοις οι φρουροί εκωδωνοφόρουν επί των τειχών.
102) Καλεί αυτήν «πλοίον» διότι ως εκ του αέρος κολπούται το φόρεμα της «περικεφαλαίαν» ή «πέτασον», διότι φέρει επί της κεφαλής κάλυμμα πτερωτόν ως ο Ερμής.
103) Περί των δύο τούτων πλοίων εσημείωσα [στην υποσημείωση 16]
104) «Τρίαρχος» κατά παρωδίαν του «Τριήραρχος».
105) Εις σημείον διαβάσεως, καθόσον οι Πελεκάνοι εφρούρουν τα τείχη.
106) «Λικυμνίαις βολαίς»: περί τούτου υπάρχουν δισταγμοί παρά τοις σχολιασταίς· άλλοι λέγουν ότι Λικύμνιός τις είχε κεραυνωθή, άλλοι ότι ήτο εμπρηστής, ο δε Απολλώνιος εις τα επιγεγραμμένα λέγει ότι υπαινίσσεται ο Αρ. ομώνυμον δράμα του Ευριπίδου, εν τω οποίω εισήχθη τις κεραυνοβοληθείς.
107) Φράσις ληφθείσα εκ της Νιόβης του Αισχύλου.
108) Ιδέ [υποσημείωση 50]
109) Σατυρίζει τον Σωκράτην ως ρυπαρόν και πένητα.
110) Όνομα κύριον οινοπώλου γνωστού και χολού, εξ ου και η παροιμία «Πέρδικος σκέλος».
111) Περί τούτου ιδέ [υποσημείωση 19] Ενταύθα ως άρπαξ και αναιδής.
112) Ο Μένιππος εκαλείτο και χελιδών, καθό ιπποτρόφος.
113) Αισχρός τις, έχων προεξέχουσαν την κορυφήν της κεφαλής, σατυριζόμενος και εν Θεσμοφοριάζουσαις (στ. 168).
114) Πανούργος και φθονερός.
115) Ή διότι ήτο Αιγύπτιος ούτος, ή διότι είχε μακράς τας κνήμας ως η Αιγυπτία ίβις.
116) Μελαγχροινός και ωχρός.
117) Ως φλύαρος.
118) Κυβιστής και ορτυγοκόπος (άεργος κόπτων κεφαλάς ορτυκιών εις την αγοράν χάριν διασκεδάσεως), ή διότι η κεφαλή του ήτο μαδημένη, ως η του πολεμιστού όρτυγος κατόπιν μάχης.
119) «Έοικεν ου ψευδαγγελής είν' άγγελος».
120) Έδερον και εκακοποίουν τους πατέρας των, διά να λαμβάνουν τα χρήματά των και να τα σπαταλούν.
121) Ποιητής και διθυραμβοποιός, περί ου ο Αρ. και πολλαχού κάμνει λόγον· ενταύθα παρουσιάζεται και ως χωλός.
122) «Ωόπ»: κέλευσμα ναυτικόν, διδόμενον εις τους κωπηλάτας διά να παύσουν την κωπηλασίαν.
123) Ήτο και ούτος πολύ λεπτός το σώμα και λιπόσαρκος, ως ο Κινησίας• κατ' άλλους και ανόητος διθυραμβοποιός, διδάσκων εις την Κεκροπίαν φυλήν.
124) Υπαινίσσεται την γυμνότητα του Συκοφάντου, διότι εις την Πελλήνην της Αχαΐας, κατά τους αγώνας των Ηραίων ή των Ερμαίων ετίθετο ως έπαθλον χλαίνα.
125) «Νησιωτικός» ως συκοφαντών τους κατοικούντας εις τας νήσους και εγκαλών εις δίκας.
126) Πλούσιος και ιπποτρόφος. Περί αυτού ίδε και [υποσημείωση 69]
127) Εννοεί ράβδον ή μάστιγα μεταξύ των οποίων εφημίζοντο αι Κερκυραϊκαί ως στερεώτεραι.
128) Σατυρίζει τον Κλεώνυμον ως ξένον συκωφάντην και ρίψασπιν (ίδε και [υποσημείωση 29]). Η Καρδία ήτο πόλις Θρακική, και ο πολίτης Καρδιανός.
129) Νυκτοκλέπτης, πολλαχού αναφερόμενος.
130) Λογοπαίγνιον: «Ευ γ' επενόησας αυτό και προμηθικώς».
131) Η εορτή των Θεσμοφορίων ήτο πενθήμερος, διεξήγετο δε εν νηστεία την γ' ημέραν.
132) Τοποθετεί ο Αρ. άνωθεν των θεών βαρβάρους και απολιτίστους θεούς, τους Τριβαλλούς, διά το αστείον και προς συμβολισμόν ίσως της παλαιάς βαρβάρου καταστάσεως του ανθρωπίνου γένους. Οι Τριβαλλοί ήτο βάρβαρος φυλή κατοικούσα εις την Μοισίαν, περί ών ευρίσκει τις πλειότερα και εν τη Ποικίλη Ιστορία του Αιλιανού.
133) Διαβάλλεται πολλαχού ως ξένος και βάρβαρος· ίδε και [υποσημείωση 1].
134) «Εντεύθεν άρα τουπιτριβείης εγένετο»: επροτίμησσα την αντίστοιχον σύγχρονον φράσιν «τρίβω την κασσίδα», την οποίαν μετεχειρίσθη και ο Ραγκαβής εν τη μεταφράσει του των «Ορνίθων» τόμ. Ε' Απάντων, σελ 346 στ. 1502).
135) «Η Βασίλεια»: πεποιημένον όνομα, διά του οποίου ενσωματούνται όλα τα αγαθά και η ισχύς του Διός εις γυναίκα.
136) Ως γνωστόν, ο Προμηθεύς έκλεψε το πυρ(την σοφίαν) του Διός και το εδώρησεν εις τους ανθρώπους, διό και ετιμωρήθη προσδεθείς επί του Καυκάσου κλπ.
137) Τίμων ο Μισάνθρωπος, περί ου και πολλαχού αναφέρει ο Αρ. (ίδε και μετάφρασίν μου Λυσιστράτης και Βατράχων).
138) Αι κανηφόροι εις την εορτήν των Παναθηναίων εσκιάζοντο άνωθεν από σκιάδια, τα οποία εκράτουν δούλαι.
139) «Και τον δίφρον γε διφροφόρει τονδί λαβών».
140) Σκιάποδες: γένος μυθολογούμενον ως ζων παρά τον Ατλαντικόν Ωκεανόν προς την διακεκαυμένην ζώνην· κατά Πλίνιον, Στράβωνα και Κτησίαν εβάδιζον τετραποδητί, είχον δε τους πόδας τόσον πλατείς, ώστε τον ένα τούτων μετεχειρίζοντο και ως σκιάδιον· διά τούτων σατυρίζει τους φιλοσόφους ως αψύχους και «επί σκιάς βαδίζοντας» (Σχολιαστής).
141) Δειλός και καταχραστής, περί ου και εν Λυσιστράτη (στ. 490).
142) Περί τούτου και ανωτέρω [υποσημείωση 116]
143) Στρατηγός κατά Θουκυδίδην [Η'. 86] είχε στρεβλόν τον πόδα και έκρυπτεν αυτόν διά της χλαμύδος του έως κάτω.
144) Μετεχειρίσθην τας αυτάς πεποιημένας φράσεις του κειμένου.
145) Κατά τον νόμον εθεωρείτο εν Αθήναις ως νόθον το εκ γυναικός μη Αθηναίας τέκνον και απεστερείτο της πατρικής κληρονομίας, επροτιμάτο δε τούτου η κόρη εις την κληρονομίαν, και ότε ακόμη δεν υπήρχον γνήσια άρρενα.
146) Απόδοσις της παρεφθαρμένης φράσεως: «Καλάνι» (καλήν) κόραιναν κόρην) και μεγάλαν βασίλιναν (βασιλέως) όρνιτο (όρνισι) παραδίδωμι».
147) Φαναί: κυρίως ακρωτήριον της Χίου• ενταύθα είνε πεποιημένη λέξις εκ του φαίνειν, σημαίνοντος εγκαλείν.
148) Κλεψύδρα, κρήνη εν τη Ακροπόλει, ην και πολλαχού αναφέρει.
149) Φίλιππος συκοφάντης και αλλαχού αναφερόμενος. Γοργίας ο Λεοντίνος, ο περίφημος σοφιστής, αντίπαλος του Σωκράτους περί του οποίου ασχολείται και ο Πλάτων εν τω Γοργία.
150) Ο Έρως παρίστατο ως παράνυμφος εις τους γάμους του Διός και Ήρας και εκράτει τας ηνίας του άρματος· διότι επί οχήματος έφερον τας νύμφας εις τον οίκον του γαμβρού, συμπαρισταμένου και του παρανύμφου όστις εκαλείτο «πάροχος» εκ του παροχούμαι.