Όρνιθες

Part 4

Chapter 4 39 words Public domain Markdown

_(Ενώ ο Π ε ι σ θ έ τ α ι ρ ο ς κάθεται αλληλοδιαδόχως επί εκατέρου των δοχείων και αφοδεύει, ο Ψ η φ ι σ μ α τ ο π ώ λ η ς και ο Ε π ί σ κ ο π ο ς αναγκάζονται να φύγουν κρατούντες την μύτην των.)_

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προσποιούμενος ότι καταδιώκει)_

Πιάστε τον! πιάστε τον αυτόν! — - Βρε βλάκα! πού πηγαίνεις; γιατί μ' εμάς δεν μένεις;

_(Επανέρχεται. — Προς τον Ιερέα)_

— E, ας τραβήξουμε κ' εμείς και τον καιρό μη χάνουμε κι' αυτόν τον τράγο στους θεούς θυσία να τον κάνουμε!

_(Ο Ιερεύς και ο Πεισθέταιρος σύρουν τον τράγον εκτός της σκηνής)_

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

Σκηνογραφία η αυτή.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΧΟΡΟΣ ΠΤΗΝΩΝ

ΗΜΙΧΟΡΟΣ Στον παντεπόπτη εμένα τώρα, που πήρα όλες της εξουσίες, θα κάνη ο κόσμος ευχές και δώρα, θεών λατρεία, θεών θυσίες. Από τα ύψη εγώ και μόνο θα βλέπω κάθε της γης μεριά, καρπούς θα σώζω, και θα σκοτώνω όλα τα γένη απ' τα θεριά, που, με ταχόρταγό τους το στόμα, πέφτουν και τρώνε κάθε φορά και τα βλαστάρια της γης ακόμα κι' όλα τα δένδρα τα καρπερά. Φονηάς θα γίνω του κάθε γένους που φαρμακώνει με το κεντρί, μέσα στους κήπους τους μυρωμένους, κάθε λουλούδι, κάθε δεντρί. Σαύρες και φίδια, κ' ό,τι δαγκάνει θα πάθουν όλεθρο φοβερό, κ' όσα θα βλέπω, κ' όσα θα φθάνη το ελαφρό μου γοργό φτερό.

_(Παράβασις)_

ΧΟΡΟΣ Σήμερα που ακούτε όλοι μια προκήρυξι στη χώρα : όποιος από σας σκοτώση το Μηλιό το Διαγόρα (93) [που ασέβησε στης Κόρης και στης Δήμητρας τη χάρι], ένα τάλαντο θα πάρη Κι'όποιος πάλι θα σκοτώση τύραννο νεκρόν κανένα [για το ανδραγάθημά του] τάλαντο θα πάρη ένα. Κι' από μέν' ακούστε πάλι• μια προκήρυξι μεγάλη: Φιλοκράτη τον Σπουργίτη (94) όποιος από σας σκοτώση, ένα τάλαντο θα πάρη· ζωντανόν αν τον τσακώση θαν' ακόμα πιο καλό, και το τάλαντο το ένα τετραπλό θα το κερδίζη, γιατί εφτά στον οβολό τα πουλάει τα σπουργίτια, κ' έτσι τα εξευτελίζει· και της τσίχλες μας προσέτι της φυσά, της βασανίζει, και κατόπι της εκθέτει· και των κοτσυφιών της μύτες της τρυπά κάθε φορά με τα ίδια τους φτερά, και κρατεί φυλακισμένα μέσ' στα δίχτυα και δεμένα όσα περιστέρια πιάνει, όπου κράχτες με τη βία 'ς τάλλα τα πουλιά τα κάνει. Τούτα θέλαμε να ειπούμε· κι' όσοι έχουνε συνήθεια νάχουνε φυλακισμένα μέσα στης αυλές ορνίθια, να ταφήσουνε να πάνε στη δική τους τη δουλειά. Και αν δεν το παραδεχθήτε, θα σας πιάσουν τα πουλιά, μεσ' 'ς τα δίχτυα θα σας δέσουν, κ' έτσι, με τους ίδιους τρόπους, είδος κράχτες θα σας θέσουν για να πιάνουν τους ανθρώπους.

ΗΜΙΧΟΡΟΣ

_(Αντιστροφή)_

Γενειά των όρνειων ευτυχισμένη και των πουλιών μας, που δίχως χλαίνη κάθε χειμώνα περνάει βαρύ, και ούτε ζέστη ποτέ μας φέρει το πυρωμένο το καλοκαίρι κ' η κάθε αχτίνα του η λαμπερή. Μέσα 'ς των φύλλων πάντοτε μένω τον κάθε κόρφο τον πυκνωμένο του ανθισμένου του λιβαδιού, όταν ο τζίτζικας, με άσματα μύρια, κράζει, καϋμενος απ' τα λιοπύρια που ανάφτει ο ήλιος μεσημεριού Μέσα σε άντρα βαθιά φωλιάζω και με της Νύμφες ξεχειμωνιάζω· κι' όλο σε μύρτα παρθενικά βρίσκω τροφή μου πάντα 'ς το θέρος, που η Χάρες σπέρνουν σε κάθε μέρος, με τα λουλούδια τους τα λευκά.

ΧΟΡΟΣ _(Παράβασις)_ Για τη νίκη θέλω κάτι στους κριτάς μου να ορίσω : τα καλά που θα μας βρούνε, όλα θα τα δώσω πίσω· και του Αλέξανδρου (95) τα δώρα θα τα ξεπερνούν η χάρες που από μας θα ιδούνε τώρα. Πρώτον, θάχετε από 'κείνο, που γυρεύουν οι κριταί : του Λαυρείου η κ ο υ κ ο υ β ά γ ι ε ς (96) δεν θα λείψουνε ποτέ · μεσ' 'ς τα σπίτια σας θα μένουν, και στης τσέπες σας πολλούς θα κλωσάνε οβολούς· και τα σπίτια σας θα γίνουν σαν ναοί πελεκητοί γιατί θάρχωνται να στήνουν αετώματα (97) οι αητοί. Κι' αν ορέγεσθε καμμία να βουτήξετ' εξουσία, θα σας βάζουμε στο χέρι έν' αχόρταγο ξεφτέρι. Κι' αν κανένας φαγοπότι από σας τυχαίνη νάχη. πάντα δανεικό θα παίρνη το δικό μας το στομάχι. Μ' αν κανένας τη γυρίση εναντίον μας την κρίσι, ας φροντίση για να βάλη, όπως και στους ανδριάντας, ένα σκιάδι 'ς το κεφάλι, γιατί όποιος δεν θα τώχη και μιαν άσπρη φέρνη χλαίνα, θα μου το πληρώση εμένα όταν θάρθουν τα πουλιά να τον κάμουν από πάνω έως κάτω, κουτσουλιά!

_(Εισέρχεται ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης)_

ΣΚΗΝΗ Β’.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ (98) — ΧΟΡΟΣ και μετά μικρόν ΑΓΓΕΛΟΣ Α'.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ E, η θυσία, βρε πουλιά, είχε καλή την τύχη. Αλλά κανείς δεν φαίνεται να φθάνη από τα τείχη, να μάθουμε 'σαν τι δουλειά κάνουν 'κεί πέρα τα πουλιά. Μα να που λαχανιάζοντας κάποιος εκεί προβάλλει κ' έρχεται 'σαν τον Αλφειό με δύναμι μεγάλη.

_(Εισέρχεται ο Αγγελος Α'. ασθμαίνων)_

ΑΓΓΕΛΟΣ Α'. Πού ναν', πού νάνε τάχα ο άρχων ο Πεισθέταιρος;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Να, δεν με βλέπεις, χάχα;

ΑΓΓΕΛΟΣ Α'. E, τέλειωσε· το χτίσανε το τείχος τα πουλιά.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Λαμπρά!

ΑΓΓΕΛΟΣ Α'. Τι μεγαλοπρεπής και τι καλή δουλειά! και τέτοιο πλάτος έχουν, που θα μπορούν να τρέχουν, ο Θεαγένης από 'δω, με μια ορμή μεγάλη, και νάρχεται ο φαφλατάς απ' την μεριά την άλλη, ο Προξενείδης, μ' άρματα και άλογα ζεμένα, που ναν' από τον Δούρειο τρανότερο καθένα. (99)

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ω Ηρακλή!

ΑΓΓΕΛΟΣ Α'. Το μάκρος του το μέτρησα κι' αυτό: οργυιές είν' εκατό·

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ)_ Τι μάκρος, Ποσειδώνα μου! ποιοι τάχατε να ήσανε εκείνοι που το χτίσανε;

ΑΓΓΕΛΟΣ Α' Ησαν μονάχα τα πουλιά· πλιθοκουβαλητάδες Αιγύπτιοι (100) δεν ήσανε, ούτε και λιθαράδες, ούτε και χτίστες· τόχτισαν [μεγάλο και σωστό] το τείχος, μόνα τα πουλιά με τρόπο θαυμαστό. Βάλαν της πέτρες Γερανοί και το θεμέλιο φτιάσανε, που απ' τη Λιβύα φθάσανε σωστές τρεις μυριάδες, και την επελεκήσανε την πέτρα οι Μυταράδες, και κάθε Ρεματόπουλο, και όποιο στα ποτάμια ζη, εις τον αέρα το νερό το κουβαλήσανε μαζύ.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Και πηλοφόρι απ' αυτά ποιό ήξερε να κάνη;

ΑΓΓΕΛΟΣ Α' Ήλθαν ευθύς Ερωδιοί καθένας με λεκάνη.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Και πώς μπορούσαν τον πηλό να βάλουν μ' ευκολία;

ΑΓΓΕΛΟΣ Α' Κι' αυτό ευρέθη, φίλε μου, και με πολλή σοφία· οι Χήνες τον δουλέψανε με τα πλατειά ποδάρια και 'ς της λεκάνες ύστερα τον ρίχνανε σαν φτυάρια.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_ Τα πόδια τι δεν φτιάνουνε!

ΑΓΓΕΛΟΣ Α'. Μα το θεό, σωστά· και τα Παππιά εζώσανε άσπρες ποδιές μπροστά· και Χελιδόνια με ξυστριά επέταξαν ακόμα, όπως ταγίζουν τα πουλιά, με τον πηλό στο στόμα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_ Έτσι [με τέτοιους όρους] δεν είνε ανάγκη με μισθό να πάρης και μαστόρους.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μα πες μου τώρα, ποιό πουλί απ' όλα τούτα ξέρει του τείχους να κατεργασθή τα ξύλινα τα μέρη;

ΑΓΓΕΛΟΣ Α'. Αρχιμαστόροι πάνσοφοι οι Πελεκάνοι ήσανε και με της τόσες μύτες τους της πόρτες πελέκησανε, οπού ενόμιζε κανείς, με της χτυπιές που κάνανε, πως ναυπηγείο στήσανε και πως καράβια φτιάνανε. Και τώρα η πύλες μπήκανε κι' όλες μανταλωθήκανε· γίνετ' η έφοδος καλά· κουδούνια έχουνε πολλά, (101) να στέκουν 'ς όλες της μεριές οι φύλακες δεν παύουν, κ' εκεί στους πύργους γύρωθε πολλές φωτιές ανάβουν. Εγώ πηγαίνω μια στιγμή για να νιφθώ τρεχάλα. Συ, κάμε τώρα τάλλα.

_(Ο Άγγελος Α' απέρχεται)_

ΣΚΗΝΗ Γ’.

ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ και μετ' ολίγον ΑΓΓΕΛΟΣ Β'

ΧΟΡΟΣ Συ αυτού τι κάνεις τώρα; τάχα θαυμασμό σου αφίνει, που το τείχος έχει γίνη τόσο γρήγορα στη χώρα;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ E, βέβαια, μα τους θεούς! και να θαυμάζω πρέπει, ψέμμα θα το θαρρή κανείς ακόμα κι' αν το βλέπη.

(ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ) Σταλμένον κάποιο φύλακα εδώ κοντά θωρώ, που έρχεται χορεύοντας πολεμικό χορό.

_(Εισέρχεται ο Αγγελος Β')_

ΑΓΓΕΛΟΣ Β' _(ασθμαίνων και έμφοβος)_ Ωχ! Ωχ!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ποιό σούρθε ξαφνικό;

ΑΓΓΕΛΟΣ Β' Επάθαμε τρανό κακό : Εφάνηκε κάποιος θεός απ' τους συντρόφους του Διός· της Καρακάξες γέλασε, που ήσαν σκοποί τη μέρα, κ' από της πύλες πέρασε πετώντας στον αγέρα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_ Πρε, τι κακή ψυχρή δουλειά πάθαμε τούτη τη φορά! Ποιός ήτανε;

ΑΓΓΕΛΟΣ Β'. Δεν ξέρουμε· είχε στης πλάτες του φτερά.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Έπρεπε να του στείλετε της περιπόλους πρώτες.

ΑΓΓΕΛΟΣ Β'. Πώς; τρεις χιλιάδες στείλαμε γεράκια ιπποτοξότες και κάθε απ' τα πουλιά αυτά πούχουν τα νύχια αγκυλωτά επήγαν σε λιγάκι, — Ανεμογάμης, Γυψ, Αητός, τριάρχιδο Γεράκι, Χαλκοκουρούνα, — πέταξαν με ορμή στην ίδιαν ώρα, και ο αιθέρας έτριξεν απ' των φτερών τη φόρα, όταν εξεκινήσανε προς τον θεό να πάνε. Αλλά δεν είνε μακρά, κάπου δω πέρα θάνε.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τόξα, σφενδόνες γρήγορα να πάρετε στο χέρι, και τα κοπέλια μας εδώ να ρθούνε χέρι-χέρι. Ρίξε το τόξο! χτύπησε! δος μου [για τον αγώνα] κ' εμένα τη σφενδόνα!

_(Ο Αγγελος Β' απέρχεται βιαστικός)_

ΧΟΡΟΣ Πόλεμος σηκώθηκε π' ούτε ξαναειπώθηκε! Βάλτε τούτη τη φορά στον αγέρα μια φρουρά, τον νεφοτριγυρισμένο, που Έρεβος τον έχει φτιάση, μήπως και θεός κανένας ξεγλιστρήση και περάση· και προσέχετ' ένα γύρω, γιατί ακούσθη ως εδώ πέρα θεϊκής φτερούγας χτύπος, πούρχεται απ' τον αγέρα.

_(Εμφανίζεται η Ίρις)_

ΣΚΗΝΗ Δ'.

ΧΟΡΟΣ — ΙΡΙΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ε, ε! πού πας του λόγου σου και πού πετάς τρεχάτη; μην το κουνάς!... στάσου αυτού και την ορμή σου κράτει!... ποιά είσαι και πούθ' έρχεσαι και από τόπους ποίους;

ΙΡΙΣ Έρχομαι από τους θεούς εγώ, τους Ολυμπίους.

_(Ο Πεισθέταιρος και ο Ευελπίδης πλησιάζουν και την παρατηρούν γύρωθεν περιέργως)_

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Καράβι είνε άρα γε ή κράνος τώνομά σου; (102)

ΙΡΙΣ Η Ίρις είμαι η γρήγορη [που βρίσκομαι σιμά σου].

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Σαλαμινία, Πάραλος (103), τι είσαι;

ΙΡΙΣ Τάχεις χάση!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Χορόν)_ Δεν πάει ένα τριάρχιδο (104) γεράκι να την πιάση!

ΙΡΙΣ Εμέ να πιάση ένα πουλί! γιατί;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Να κλάψης και πολύ.

ΙΡΙΣ Τι έκαμα;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Πως άνοιξες, μωρή καταραμένη, της πύλες, και στα τείχη αυτά μας βρίσκεσαι χωμένη;

ΙΡΙΣ Δεν ένοιωσα να πέρασα τίποτα πύλες.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Άκου! αυτή με κοροϊδεύει εδώ, κ' εγώ μιλώ του κάκου! Στον Καρακαξοφρούραρχο επήγες εκεί 'πάνου; μίλει! επήρες κανενός σφραγίδα (105) Πελεκάνου;

ΙΡΙΣ [Παρακαλώ, Για στάσου] Πούν' το κακό;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_ Δεν έχεις, αι;

ΙΡΙΣ Μα είσαι στα σωστά σου;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Δεν σού βαλε ο Ορνίθαρχος σημάδι του κανένα;

ΙΡΙΣ Όχι· κανείς σημάδι του δεν έδωκε 'ς εμένα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Κ' έτσι λοιπόν επέταξες από το χάος τώρα, μέσα 'ς την ξένη χώρα.

ΙΡΙΣ Χεμ 'να πετάη ο θεός 'ς το χάος, έτσι τώχει.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Εγώ δεν είμαι σύμφωνος μ' αυτό τον τρόπον, όχι.

ΙΡΙΣ Με αδικείς.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ξέρεις λοιπόν, μωρή κατακαϋμένη, που απ' όλες συ της Ίριδες πιό δίκηα πεθαμένη θα ήσουν, αν το άξιζες;

ΙΡΙΣ [Μ' αυτό πως θα το κάνης· που] είμ' εγώ αθάνατη;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μπορεί και να πεθάνης• γιατί νομίζω πως πολλά θα πάθουμε κακά, να μαστ' εμείς αφεντικά και σεις να φτιάνετε δουλειές 'σαν το κακό καιρό σας, χωρίς ν' ακούτε κάποτε και τον καλήτερό σας. Αλλά για πες μου, [στάσου]: τι τ' αρμενίζεις έτσι δα μπροστά μου τα φτερά σου;

ΙΡΙΣ 'Στους ανθρώπους εκεί πέρα τρέχω, τώρ' αποσταλμένη απ' τον θείο μου πατέρα, να τους πω να θυσιάζουν και αρνιά 'ς τους Ολυμπίους, όπως πάντοτε, να σφάζουν 'ς τους βωμούς των θυσιών, που η κνίσα ν' ανεβαίνη ως της μύτες των θεών.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τι μας λες! σε θεούς ποίους;

ΙΡΙΣ Να, 'ς εμάς τους ουρανίους.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τα πουλιά ευρήκαν τρόπους θεοί νάνε στους ανθρώπους, και να γίνετ' η θυσία μοναχά 'ς αυτά, και όχι και στον Δία — μα τον Δία!

ΙΡΙΣ Βλάκα, βλάκα! μην τα βάζης με τη θεϊκήν οργή, γιατ' η Δίκη δεν αργεί, και ο Ζευς εξωργισμένος ημπορεί να καταστρέψη σένα κι όλο σου το γένος· ένα κεραυνό Λυκίμνου (106) στο κεφάλι σου αν ανάψη, είνε άξιος και το σώμα και το σπίτι να σου κάψη.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Κάτσε ήσυχα! τα λόγια πάψε πεια τα φουσκωμένα· για Λυδό ή και για Φρύγα συ μ' επέρασες εμένα, που θαρρείς πως η φοβέρα την ψυχή μου θα κλονίση; Μάθε πως ο Ζευς, αν ίσως και με παραενοχλήση, θα του κάμω τα παλάτια στάχτη, μα κι' αυτό ακόμα του Αμφίωνος (107) το δώμα, με αητούς πυρπολητάδες. Πορφυρίωνες τρανούς εναντίον του θα στείλω αψηλά στους ουρανούς εξακόσιους, και ντυμένους με παρδάλεων δορά. Τούφτιασ' ένας Πορφυρίων φασαρίες μια φορά. (108) Κι' όσο για την αφεντιά σου, αν μου παραμπής στη μύτη, θα σ' ανοίξω τα μεριά σου, — πούσαι κι' αγγελιοφόρος — κι' όταν θα σε βάλω χάμου, θα στο σκίσω, αυτό που έχεις, μ' όλα τα γεράματά μου. που θα παραξενευθής πως σαν έμβολο του πλοίου μου σηκώθηκεν ευθύς.

ΙΡΙΣ Ου, να σκάσης, κουτομόγια! Καλέ κύτταξε τι λόγια!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Δεν τραβάς λοιπόν δουλειά σου; θα φας ξύλο και γαμήσι

ΙΡΙΣ Μα ο πατέρας μου, θα ιδούμε, να το κάνης αν σ' αφήση.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Συφορά μου! πέτα τώρα για να κάψης και κανένα πειο γερόν και από μένα. ΧΟΡΟΣ Εβγάλαμε προκήρυξιν, όσο θεοί και νάνε, ποτέ να μη περνάνε την πόλι μας αυτή· κι' ούτε να στέλλουν οι θνητοί από της γης καμμιά μεριά την κνίσα τη βαρειά.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ανησύχως)_ Πολύ κακό μου κάνει, που ακόμα δεν εφάνη ο Κήρυκας, που στείλαμε να πάη στους ανθρώπους.

_(Εισέρχεται ο Κήρυξ, κομίζων χρυσούν στέφανον)_

ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ — ΚΗΡΥΞ

ΚΗΡΥΞ Πεισθέταιρε μακάριε! που ξέρεις τόσους τρόπους! σοφώτατ' ενδοξότατε και τρισμακαρισμένε!... δος μου, να πάψω, προσταγή...

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τι τσαμπουνάς, καϋμένε;

ΚΗΡΥΞ Οι λαοί σου στέλλουν όλοι το χρυσό στεφάνι τούτο, δίκαια να στεφανώση της σοφίας σου τον πλούτο.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Δέχομαι· μα γιατί τάχα οι λαοί να με τιμάνε;

ΚΗΡΥΞ Έφτιασες αιθέρια πόλι τόσο δοξασμένη νάνε, που δεν ξέρεις πως τιμάται από τους ανθρώπους τώρα, κ' απ' αυτούς ακόμα πόσοι την ποθούν αυτήν τη χώρα! Προτού φτιάσης'συ την πόλι από λακωνομανία είχαν παλαβώση όλοι· έσερναν μακρές μαγκούρες, είχαν τα μαλλιά κοτσίδες, εσωκράτιζαν, (109) πεινούσαν κ' είχαν γίνη κουρελήδες· τώρα τα γυρίσαν πάλι και μια ορνιθομανία τους κυρίεψε μεγάλη, και δεν έχουνε δουλειά παρά με ευχαρίστησί τους να μιμούνται τα πουλιά. Μόλις το πρωί ξυπνήσουν και ανοίξουνε τα μάτια. φεύγουν από τα κρεββάτια, τρέχουν στα βοσκίσματα· κ' όταν θάρθουνε στην πόλι στα βιβλία σκύφτουν όλοι, — βόσκουνε ψηφίσματα! Και τέτοια η μανία τους κατάντησε να γίνη, που τα ονόματα πουλιών επήρανε κ' εκείνοι. Πέρδικα (110) ήταν κάπελας, που είχ' ένα ποδαράκι· και ο στραβός Οπούντιος (111) λεγότανε κοράκι· και χελιδόνι ο Μένιππος (112) λεγόταν του λοιπού· και σκορδαλλός ο Φιλοκλής·(113) ελέγανε χηναλεπού τον Θεαγένη (114)· έβγαλαν Αιγύπτιο λελέκι και το Λυκούργο (115) νυχτερίς ο Χαιρεφών (116) παρέκει· κίσσα τον Συρακούσιο (117) κι' ορτύκι τον Μειδία,(118) γιατ' ήταν αηδία μ' εκείνο το κεφάλι του, που ήταν κτυπημένο σαν ορτυκιού πολεμιστή, και σουρομαδημένο. Κι' από την πολλήν αγάπη όπου έχουν στα πουλιά να τα τραγουδάνε όλοι είν' η μόνη τους δουλειά, κι' όπου βλέπουν περιστέρι, χελιδόνι, ή και κάποια βγη μπροστά τους χήνα ή πάπια, ή μονάχα ένα φτερό, ή και πούπουλο ξερό! Να, αυτό εκεί συμβαίνει και θα ιδής 'ς αυτούς τους τόπους δέκα νάρθουν χιλιάδες να γυρέψουνε φτερά, και να μάθουνε τους τρόπους, οπού ξέρουνε τα όρνεια, — να βουτάνε στα γερά! Ώστε πρέπει φτερά νάβρης, έτσι που να κατορθώσης όσοι θάρθουν μετανάστες γρήγορα να τους φτερώσης.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μπα! και κάθουμαι ακόμα [μ' όλ' αυτά που έχω μάθη];

_(Προς τον Κήρυκα)_

Και το κάθε μας κοφίνι, και το κάθε μας καλάθι τρέχα γέμισε γερά ως απάνω με φτερά· κι' ο Μανής μου χέρι-χέρι ως τη θύρα να τα φέρη, γιατί εγώ τους ερχομένους πρέπει να δεχθώ, τους ξένους.

_(Ο Κήρυξ απέρχεται)_

ΧΟΡΟΣ Γρήγορα η πόλι τούτη από άνδρες θάχη πλούτη, φθάνει μόνο λίγη τύχη και τα πάντα θα πιτύχη, κι' όλοι θα την αγαπήσουν και 'ς αύτη θα κατοικήσουν

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον υπηρέτη)_ Έλα συ, καιρό μη χάνης! κι' ό,τι σου είπα να το κάνης.

ΧΟΡΟΣ Τι καλό μας λείπει τώρα από τούτη εδώ τη χώρα τάχα, που δεν θα θελήσουν άνδρες να την κατοικήσουν; και ο Πόθος κ' η Σοφία, κάθε Χάρι θεϊκιά, και η φρόνιμ' Ησυχία με την όψι τη γλυκειά!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ

_προς τον υπηρέτην βραδέως και ανεπιτηδείως εκτελούντα την διαταγήν του)_

Τι βλακείες φτιάνεις! στάσου!... κάμε γρήγορα δουλειά σου!

ΧΟΡΟΣ Ας μη χάνουμε καιρό ας το φέρη το καλάθι ένας με γοργό φτερό, και ας τρίψη αυτού τη μούρη οπού φαίνεται πως είνε αργοκίνητο γαϊδούρι!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον χορόν)_ Είνε βλάκας ο Μανής και δειλός, όσο κανείς.

ΧΟΡΟΣ Τα φτερά εσύ να βάλης τακτικά όσ' από πουλιά εβγήκαν μουσικά κι' από μαντικά μαζύ, κ' όποιο άλλο συνηθίζει εις της θάλασσες να ζη· κ' έπειτα τον κάθε άνδρα, που το μάτι σου θα βλέπη, τον φτερώνεις όπως πρέπει.

_(Εισέρχεται ο Πατραλοίας)._

ΣΚΗΝΗ ς'.

ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ — ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ

ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ Ω! ήθελα να γίνω αητός και να πετώ με τα φτερά στης λίμνης της απέραντης τα γαλανά νερά!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον χορό)_ Αυτός που' πε πως έγινα μέγας και πολύς ήτανε άγγελος σωστός, δεν ήτανε ψ ε υ τ α γ γ ε λ ή ς( (119) Να πούρχετ' ένας απ' αυτούς και τραγουδάει τους αητούς.

ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ Χε! Χε! τίποτα δεν είνε σαν το πέταγμα γλυκό! Ορνιθομανία τώρα μ' έχει πιάση και κακό! και μ' αρέσουνε ακόμη όλοι των πουλιών οι νόμοι, και πετώ, και θα ζητήσω με πουλιά να κατοικήσω.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Με ποιούς νόμους; γιατί τέτοιους έχουν τα πουλιά πολλούς.

ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ Όλους· μάλιστα εκείνους που νομίζουν πειο καλούς : τον πατέρα όταν θέλης από τον λαιμό να πιάνης και βαθιά να τον δαγκάνης.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μα τον Δία! όσο δέρνουν τον πατέρα πειο βαριά το περνούν τα κλωσσοπούλια για τρανή παλληκαριά!

ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ Να, γι' αυτό να κατοικήσω ήλθα στα ψηλά 'δω πέρα, γιατί θέλω να τον πνίξω τον δικό μου τον πατέρα κι' ό,τι έχει να του πάρω. (120)

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μα κι' αυτό να ξέρης όμως : εις των Πελαργών της πλάκες παλαιός υπάρχει νόμος : «Όταν Πελαργός πατέρας αναθρέψη τα πουλιά, και τα κάμη να πετάξουν από μέσ' απ' τη φωλιά, τότε πεια με προθυμία τρέχουνε κι' αυτά μεγάλη τον πατέρα τους το γέρο να τον θρέψουνε και πάλι».

ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ Τότε τάχω κάμη ρόίδο! κ' ήλθα εδώ να καταντήσω, τον πατέρα να βοσκήσω;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Όχι, όχι, κακομοίρη! μ' αφού θέλεις πεια ως τόσο, 'σαν αυτό τωρφανοπούλι γρήγορα θα σε φτερώσω. Δεν θ' ακούσης, βρε παιδί μου, την κακή τη συμβουλή μου· θα σε μάθω εγώ να κάνης ό,τι έκανα παιδί : τον πατέρα σου μη δέρνης· πάρε τούτο τα ραβδί, πάρ' και τη φτερούγα τούτη, βάλε μια φορά στο νου ότι έχεις στο κεφάλι το λειρί του πετεινού, γίνου στρατιώτης, φρούρει, παίρνε και μισθό μαζύ για να τρως — και άφησε τον τον πατέρα σου να ζη! Κ' επειδ' είσαι παλληκάρι, πέταξε στη Θρακική για να πολεμάς εκεί.

ΠΑΤΡΑΛΟΙΑΣ Μα το Βάκχο! θα το κάμω: μου πες πράμα πειο καλό.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Κάμε το λοιπόν, να δείξης ότι έχεις και μυαλό!

_(Ο Πατραλοίας απέρχεται. — Εισέρχεται ο Κινησίας (121))_

ΣΚΗΝΗ Ζ'.

ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΚΙΝΗΣΙΑΣ

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Πετάω μ' ελαφρά στον Όλυμπο φτερά· παίρνω και δρόμους άλλους των τραγουδιών μεγάλους.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ναί· μα για να πετάς καλά φορτίο σου χρειάζεται από φτερά πολλά.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Πετώ 'μ' άφοβο σώμα και με νου στο νέο τούτο δρόμο τουρανού.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τον Κινησία ασπάζομαι τον φλαμουρένιον! στάσου! κάνει στροφές το πόδι σου 'σαν τα ποιήματά σου.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ _(τραγουδών)_ Επιθυμώ πολύ αηδόνι να με κάνης, γλυκόλαλο πουλί.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Πάψε τες, σε παρακαλώ, της μελωδίες της πολλές, κ' εξήγει τ' είν' αυτά που λες.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Γυρεύω από σένα φτερά να πάρω [ξένα] στα σύγνεφα πετώντας να υψωθώ, ζητώντας στροφές να πάρω νέες αεροκλονισμένες και χιονοσκεπασμένες!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ [Για κάνε 'μου τη χάρι και πες μου] ποιός μπορεί στροφές στα σύγνεφα να πάρη;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Η τέχνη μας κρέμετ' εκεί, γιατ' είνε του αέρος• κάθε ωραίο και γλυκύ των διθυράμβων μέρος, που είνε γαλαζόλαμπον [ωσάν τον ουρανό] και γοργοφτεροκίνητο και μαυροσκοτεινό. θέλεις ν' ακούσης από δαύτα;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ευχαριστώ, δεν θέλω· άφτα!

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Μα τον Ηρακλή, θ' ακούσης· θα σου περιγράψω τώρα την αέρινη τη χώρα και πουλιών αιθεροδρόμων μιαν εικόνα θα σου δώσω, κι' όρνειων όπου το λαιμό τους έχουν τόσο κι' άλλο τόσο...

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Χωχώπ! (122) [σία κι' αράξαμε!]

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Κι' αμέσως πέρα ως πέρα με της πνοές του αγέρα όλον το θαλασσόδρομο θα θαλασσοπεράσω...

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_ Θαρρώ πως θα σε πιάσω και θα στης κόψω της πνοές!

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Και πότε δρόμο παίρνοντας στο νότο, πότε στο βόρεια το σώμα τούτο φέρνοντας, θ' ανοίγω αυλάκι στ' ουρανού τα αιθέρια τα μάκρη δίχως λιμάνι κι' άκρη• Α, γέρο μου, πολύ σοφά το σκέφθηκες το πράμα!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(δέρων αυτόν)_ Καλά λοιπόν, δεν χαίρεσαι που βλέπεις τέτοιο θάμα, να γίνης φτεροκίνητος;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Και κάνεις τέτοιο συ κακόν [με το ραβδί] στον δάσκαλον των τραγουδιών των κυκλικών, όπου για μένα η φυλές κάνουν καυγά τόσον καιρό;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Θέλεις να μείνης, και σε 'μας για να διδάξης το χορό των όρνειων των πετούμενων και στο Λεωτροφίδη, (123) για να τον μάθη απ' αυτόν κι' ο δήμος Κεκροπίδη;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ Με κοροϊδεύεις, φαίνεται· μα εγώ από δω πέρα δεν το κουνώ, και ξέρε το, αν ίσως στον αγέρα δεν θα πετάξω μια φορά παίρνοντας από σε φτερά.

_(Αποσύρεται. — Εισέρχεται ο Συκοφάντης ρακένδυτος)_

ΣΚΗΝΗ Η'.

ΧΟΡΟΣ — ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ — ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Τα πουλιά ποιά είνε τούτα τα παρδαλοφτερωμένα, οπού χρήματα δεν έχουν στα κρυφά κομποδεμένα, χελιδών με τα φτερά σου τα μακρυά και παρδαλά;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Άναψα πολύ μεγάλον στο κεφάλι μου μπελά! Να κ' αυτός που μουρμουρίζει κι' από δώθε μας προβάλλει.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Χελιδών μακροφτερούσσα, εις εσέ μιλώ και πάλι.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή Ευελπίδης)_ Μα θαρρώ, πως μ' όλα τούτα, όπου λέει στη χελιδόνα, κάποιον θα ζητή χιτώνα, [με τη γδύμνια όμως πούχει] και για να ντυθή καλά, φαίνεται πως χελιδόνια του χρειάζονται πολλά.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Ποιός αυτός που κατορθώνει τους ανθρώπους οπού έρχοντ' εδώ πέρα να φτερώνη;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Νά με· πες μας τι με θέλεις.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Θέλω φτέρωμα να βάλω· μη ρωτάς για τίποτ' άλλο.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Και τι σκέπτεσαι να πράξης; στην Πελλήνη (124) θα πετάξης;

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Όχι· είμαι συκοφάντης και κλητήρας νησιώτης... (125)

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τι ευλογημένη τέχνη!

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Κ' έχω για δουλειά εν πρώτοις τακτικά ν' ανοίγω δίκες· νά, γι' αυτό λοιπόν φτερά θέλω νάχω μια φορά, να γυρνώ στην κάθε πόλι και σε δίκες να καλώ...

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(ή ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ)_ [Και γιατί, παρακαλώ;] Την δουλειάν αυτή θα κάνης πειο καλά με τα φτερά;

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Κ' έτσι, για να μη με βλέπουν οι λησταί καμμιά φορά, κάθε τόπο που πηγαίνω με τους γερανούς θ' αφίνω κ' όλο δίκες για σαβούρα μέσα μου θα καταπίνω.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ώστ' αυτό το έργο κάνεις; μα για πε μου : τόσο νέος οπού είσαι, και τους ξένους τους συκοφαντείς;

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Βεβαίως· τι φοβούμαι για να πάθω, όταν του σκαφτιά την τέχνη δεν κατώρθωσα να μάθω;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μα υπάρχουν τόσα έργα που μπορεί κάνεις να ζη και με τη δικαιοσύνη και με φρόνησι μαζύ· [πως κανένα δεν ευρήκες] παρά έμαθες μονάχα να σκαρώνης όλο δίκες;

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Βάλε μου φτερά στην πλάτη, και σταμάτα της πολλές που μου δίνεις συμβουλές.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Με τα λόγια ν' αποκτήσης τα φτερά θα κατορθώσης.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Και πως τάχα; με τα λόγια έναν άνδρα θα φτερώσης;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Με τα λόγια πειο γερά παίρνει ο άνθρωπος φτερά.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Όλοι;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μήπως ευκαιρία δεν σου έτυχε, ν' ακούσης τους πατέρες στα κουρεία όπου πάνε τα παιδιά τους, λέγοντας [κάθε φορά]: «Στο παιδί μου ο Διιτρέφης (126) τόσα έ δ ω κ ε φ τ ε ρ ά με τα λόγια, όπου τέχνη τώρ' απέκτησε μεγάλη για την ιππασία»· κι' άλλος είπε πως του γυιού του πάλι το μυαλό πήρε φ τ ε ρ ό, και πετά στην τραγωδία.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Με τους λόγους [απορώ] πως φτερά στο νου φυτρώνουν.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ναι τα λόγια τον υψώνουν και του δίνουν περηφάνεια. Νά και τώρα μια φορά και 'ς εσένα θα προσφέρω με τα λόγια μου φτερά, και, συμφώνως με το νόμο, να τραβάς τον ίσιο δρόμο.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Μα δεν θέλω.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Θα το κάμης.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Η γενηά μου είνε μια πούχει τη συκοφαντία πατρική κληρονομιά, κι' αίσχος τούτο θα της κάμη. Βάλε μου φτερά στη ράχη γερακιού ή ανεμογάμη, για να προσκαλώ τους ξένους, κι' όταν τους κατηγορώ, να ξαναγυρίζω, κ' έτσι να μη χάνω τον καιρό.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τώρα σε καταλαβαίνω· θέλεις δηλαδή πριν φθάσης να δικάζουνε τον ξένο.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Τώχεις νοιώση μια χαρά!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Κι' όταν θάρχεται ο ξένος, τότε συ με τα φτερά θα ξαναπετάς κει κάτου να βουτάς τα χρήματά του.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Τι ωραία που τα ξέρεις! ούτε πρέπει από τη σβούρα τίποτε να διαφέρης.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τι σημαίν' η σβούρα πούπες νοιώθω τώρα καθαρά· έχω τα ωραία τούτα κερκυραίικα φτερά. (127)