Όρνιθες

Part 2

Chapter 2 29 words Public domain Markdown

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Για το δικό μας το καλό. και χαίρομαι.

ΧΟΡΟΣ Και είν' εδώ;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Οσο κ'εγώ που σας μιλώ. Δεικνύει τον Πεισθέταιρο και τον Ευελπίδην.

ΧΟΡΟΣ Άι! άι! πάθαμε κακό! έγκλημα προδοτικό! Αυτός που φίλος ήτανε μαζύ μας, και μοιραζόταν πάντα τη βοσκή μας, της συμφωνίες της παληές επάτησε και των πουλιών τους όρκους δεν εκράτησε! Με δολερούς μ' έφερε τρόπους και μ' έρριψε στους παληανθρώπους. που από γενετής μ' επολεμήσανε και για τροφή τους μ' εξεκοκκαλίσανε Κι' όσο γι' αυτόν, όπου τους έχει φέρη, κατόπιν θα τα λογαριάσουμε, αφού πληρώσουν πρώτα οι δυο γέροι που θα τους κατακομματιάσουμε!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(έντρομος)_ Χαθήκαμε

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ [προς τον Πεισθέταιρον] ‘Σ' εσέ χρωστώ την τύχη τούτη την κακή· γιατί με πήρες από κει μαζύ σου εδώ να τρέχω;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Για σύντροφο να σ' έχω.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Ναι, για να κλάψω.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Βρε τι λες; Και πώς θα κλάψης τάχα, σαν θα σου βγάλουν τα πουλιά τα μάτια σου, βρε χάχα;

ΧΟΡΟΣ Ω! ω! εμπρός! προχώρει! χτύπησε τον, με ορμή πολέμου, φοβερά, κι' από παντού περιτριγύρισέ τον με τα φτερά! Πρέπει να κλάψουν τούτ' οι δυο πρεσβύτες κ' έτσι να δώσουμε τροφή και στης δικές μας μύτες. Ούτε βουνό βαθυσκιωμένο ούτε του αιθέρα σύγνεφο και πέλαγ' αφρισμένο να μου κρυφθούν, θα τους δεχθή. Λοιπόν ας μην αργήσουμε κι ας πέσουμε με δαγκανιές να τους σουρομαδήσουμε! Πούν' ο ταξίαρχος; ας προχωρήση με το δεξί το κέρας να κτυπήση

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ _(έμφοβος)_ Νά τα! και πού ο δύστυχος θα στρίψω για να φύγω;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Βρε! δεν θα μείνης;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Έτσι αι; για να με φαν [σε λίγο];

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ποιός τρόπος τάχα να σωθής σου ήλθε στο κεφάλι;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Ξέρω κ' εγώ;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Λοιπόν εγώ έχω μια γνώμην άλλη : εδώ να μείνουμε κ' οι δυο, της χύτρες να κρατήσουμε και πόλεμο να στήσουμε.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Κ' η χύτρα τι ωφέλεια θα μας δώση;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Η κουκουβάγια δεν θα μας ζυγώση.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ ‘Σ αυτά πού έχουν νύχια τι θα δείξουμε;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Εδώ μπροστά της σούβλες μας θα μπήξουμε.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Και για τα μάτια τι θα κάμω πάλι;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τη χύτρα βάλ' εμπρός ή το τσουκάλι.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Σοφώτατε! επέτυχες σπουδαία στρατηγήματα, και τον Νικία (32) πέρασες κι' αυτόν στα μηχανήματα!

ΧΟΡΟΣ Προχώρει! δόσε! τη μύτη χώσε! με γρηγοράδα [κοντά τους σύρε]! τράβα και μάδα! χτύπα και δείρε! πρώτ' από τάλλα, σπάσ' την τσουκάλα!

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _επεμβαίνων προς τα πτηνά:_ Για πέστε μου, τι θέλετε να φτιάσετε; να καταστρέψετε, να κομματιάσετε, χωρίς κακό κανένα να σας κάνουνε, ώ σεις, χειρότερα θεριά του κόσμου! αυτούς τους δυο, όπου για φίλοι φθάνουνε κ' είνε και συγγενείς της γυναικός μου! (33) ΧΟΡΟΣ Και πρέπει να τους λυπηθούμε περσσότερο κι' από τους λύκους; ποιούς άλλους θα εκδικηθούμε πειο φοβερούς εχθρούς [κι' αδίκους];

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Απ' τη γενειά τους είν' εχθροί, μα είνε φίλοι στην ψυχή, και θα σε μάθουν πράματα, που θα σε κάνουν ευτυχή.

ΧΟΡΟΣ Πού ξέρω αν θα μας μάθουνε ό,τ' είν' ωφέλεια μας, που πάντοτε ήσαν εχθροί με τα προγονικά μας;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Απ' τους εχθρούς τους οι σοφοί μεγάλη παίρνουν γνώσι και πάντοτ' η προφύλαξις κατώρθωσε να σώση· ο φίλος όμως τίποτα στο νου σου δεν σου βάζει, και να μαθαίνη ο εχθρός μονάχα τ' αναγκάζει. Κ' η πόλεις μόνο απ' τους εχθρούς εμάθανε καλά, κ' όχι από τους φίλους τους, τείχη να χτίζουνε ψηλά, και νάχουν πλοία μακρυά. Αυτά είνε τα μαθήματα που πάντα σώζουν τα παιδιά, το σπίτι και τα χρήματα.

ΧΟΡΟΣ Ας δούμ' από τα λόγια τους τ' όφελος μας βγαίνει· πάντα κανείς κάτι σοφό κ' απ' τον εχθρό μαθαίνει.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Ευελπίδην)_ Σαν να τους πέρασε ο θυμός· για γύρισε ποδάρι.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(προς τον χορόν)_ Έτσ'είνε δίκηα, και γι'αυτό να μου χρωστάτε χάρι. ΧΟΡΟΣ _(προς τον Τσαλαπετεινόν)_ Μα κι' ό,τι τώρα εζήτησες ποτέ δεν σ'τ'αρνηθήκαμε.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(προς τον Ευελπίδην)_ Σαν να φιλιωθήκανε. Για βάλε τώρα κάτω τη χύτρα και το πιάτο. κ' αυτό το δόρυ, δηλαδή τη σούβλα, ας την κρατούμε, νάμαστε μέσ' στα όπλα μας εδώ που περπατούμε, κ' ας ρίχνουμε λοξή ματιά με προσοχή μεγάλη σε τούτο το τσουκάλι· δεν πρέπει να το χάσουμε.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Καλά, κι' αν σκοτωθούμε πού τάχα θα ταφούμε;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Να, και τους δυο θα μας δεχθή αμέσως ο Κεραμεικός και θα μας θάψουν δωρεάν, αν πούμε εις τους στρατηγούς πως πέσαμεν ηρωικώς μαχόμενοι εις Ο ρ ν έ α ν! (34)

ΧΟΡΟΣ _(ο Κορυφαίος τακτοποιών την γραμμήν των λοιπών πτηνών)_

Μπήτε στη θέσι σας καθένας, και το θυμό με την οργή, όπως το κάνουν κ' οι οπλίτες, να καταθέσετε στη γη, κι' ας μάθουμε ποιοι ναν αυτοί και τι μας φέρνουνε καλό. — Άρχισε, Τσαλαπετεινέ! εσένα πρώτα προσκαλώ

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Θέλεις ν' ακούσης;

ΧΟΡΟΣ Ποιοί 'ν' αυτοί και πούθε είνε φερμένοι;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Απ' την Ελλάδα τη σοφή είνε κ' οι δυο οι ξένοι.

ΧΟΡΟΣ Τάχα ποιά τύχη στα πουλιά τους φέρνει και τους δυο;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Από αγάπη στων πουλιών τους τρόπους και το βίο ήλθαν να κατοικήσουν μαζύ σου, και να ζήσουν.

ΧΟΡΟΣ Μπα, έτσι αί! μωρ' τι μας λες; ποιά τάχα νάχουν γνώμη;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Απίστευτα θ' ακούσετε και πειο πολύ ακόμη.

ΧΟΡΟΣ Κάποιο κέρδος θα του βγαίνη για να θέλη εδώ να μένη. τους εχθούς του να νικήση, ή τους φίλους να ωφελήση!

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Για μεγάλην ευτυχία κ' ανεξήγητη μιλεί πουν απίστευτη πολύ, και δικά σας όλα θάνε κατά τη δική τους γνώμη και τα δώθε και τα κείθε και τα παραπέρα ακόμη.

ΧΟΡΟΣ Ποιος από τους δύο σας χρωστά;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Α, τάχουμε πολύ σωστά.

ΧΟΡΟΣ Πού είν' η φρονιμάδα σας;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Είνε πασπαλισμένοι απ' όλα, πονηροί, σοφοί και κωλοπετσωμένοι.

ΧΟΡΟΣ Πες του, πες του να μιλήση· με φτερά τα όσα είπες μούχουν την ψυχή γεμίση·

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ _(προς τους Αθηναίους):_ Έλα, καθένας από σας τα όπλα του ας πάρη, κ' ας τα κρεμάση, με καλό, εκεί στο κρεμαστάρι του μαγερειού, κοντά στη 'στιά. — Συ τώρα μίλησε τους, και του μαζεύματος αυτού το λόγο εξήγησε τους.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Όχι, μα τον Απόλλωνα, αν ίσως δεν θελήση μ' εμέ να συμφωνήση, όπως με τη γυναίκα του υπόσχεσ' είχε δώση ο πίθηκος ο μαχαιράς, (35) — ούτε να με δαγκώση, μήτε ταρχίδια να μου 'γγίση μα ούτε και να μου τρυπήση, τον....

ΧΟΡΟΣ [Α, καταλαβαίνω,] τον.... να μη φοβάσαι όσο γι' αυτόν.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τον οφθαλμόν θέλω να ειπώ —

ΧΟΡΟΣ E, συμφωνώ μαζύ σου.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Καλά λοιπόν ορκίσου.

ΧΟΡΟΣ Εύχομαι νικητής να βγης για όλους τους κριτάς και για τους θεατάς.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Καλά.

ΧΟΡΟΣ Κι' αν δεν κρατήσω τον όρκο μου, μ' ένα κριτή μονάχα να νικήσω.

Ο ΚΗΡΥΞ _(ή Πεισθέταιρος)_ Ακουσε, λαέ! ας πάνε οι οπλίται τώρα πάλι με τα όπλα τους στα σπίτια· κι' αν ανάγκη εϊνε [μεγάλη] για καινούργια προσταγή, στα πινάκια θα βγη.

ΧΟΡΟΣ Πάντοτε δολερό με κάθε τρόπον γεννήθηκε το γένος των ανθρώπων. Για πες· κάτι καλό μπορεί να μου προτείνης οπού 'ς εμένα το διακρίνεις, ή βλέπεις νάχω δύναμι μεγάλη, που δεν τη νοιώθει το ξερό μου το κεφάλι. Πες ότι βλέπεις 'ς όλους μπρος· κ' αν τύχη ο λόγος σου καλό να μας πετύχη, θάνε καλό για όλους μας αντάμα. Λέγε λοιπόν με θάρρος [για να ιδώ] για ποιό μας ήλθες πράμα τη γνώμη σου να ειπής εδώ· κανένας τη συνθήκη δεν θα λύση προτού [καθένας από σας μιλήση.]

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Και λοιπόν, μα τον Δία, την ώρα [καθώς βλέπεις] δεν χάνω, θα ζυμώσω το λόγο μου τώρα και καρβέλια θα κάνω. — Φέρε στεφάνι, βρε παιδί! κι' άλλος ας κουβαλήση νερό το γρηγορώτεοο, στα χέρια μου να χύση.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Ε! πρόκειται να φάμε λοιπόν ή τίποτ' άλλο;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ω, μα τον Δία, θέλω λόγο να ειπώ μεγάλο με ξύγγι, την ψυχή τους βαθιά να τη λυγώση· γατ' είσθε βασιληάδες, και θλίψιν έχω τόση....

ΧΟΡΟΣ Τι; βασιληάδες, [είπες]; σε ποιόν;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Σε κάθε πράμα. Σ'εμέ, 'ς αυτόν, στον Δία, και πειο παληοί συνάμα του Κρόνου, των Τιτάνων, κι' από της γης το χώμα..

ΧΟΡΟΣ Της γης;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μα τον Απόλλωνα!

ΧΟΡΟΣ Δεν τώχα μάθη ακόμα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Γιατί εγεννήθης αμαθής και δεν εσπούδασες πολλά, ούτ' Αίσωπον (36) εδιάβασες, που 'λεγε σώνει και καλά, πως εγεννήθ' η σκορδαλλού προτήτερα και [χωριστά] απ' όλα τάλλα τα πουλιά, και από τον κόσμο πειο μπροστά, κ' από αρρώστιαν έχασε κατόπι τον πατέρα• κ' εκείνος έμειν' άταφος έως την πέμπτη μέρα με το να μην υπάρχη γη· μ' από τη στενοχώρια της μη ξέροντας το πως να βγη, άνοιξε τάφο να τον βάλη μέσ'στο δικό της το κεφάλι.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Που πάει να πη, πως ο πατέρας πούχε αυτή, εκεί στον Δήμον Κ ε φ α λ ώ ν (37) έχει θαφτή.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Αφού εγεννηθήκανε κι' από τη γη προτήτερα, κι' απ' τους θεούς, και βγαίνουνε απ' όλους μεγαλείτερα, δεν είνε πρέπον [να γυρεύουν] μόνον αυτά να βασιλεύουν;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Ω ναι, μα τον Απόλλωνα· πρέπει να κατορθώσης τώρα, λοιπόν τη μύτη σου και συ να δυναμώσης.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Αμ' δε θα δώση ο Ζευς με ευκολία στον ξυλοφάγο αυτόν την βασιλεία; (38)

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Κι' ότι δεν ήσαν οι θεοί στα χρόνια τα παληά εις τους ανθρώπους άρχοντες, μα ήσαν τα πουλιά κ' εκείνα βασίλευανε, σημάδι έμεινε τρανό· και πρώτα πρώτ' ας φέρουμε παράδειγμα τον πετεινό· Δαρείο και Μεγάβυζον αυτός ετυραννούσε, και Πέρσας διοικούσε, γι' αυτό καθένας τον καλεί και Περσικό πουλί. (39)

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Για τούτο επομένως πηγαίνει κορδωμένος σαν τον Μεγάλο Βασιλειά, κ' έχει στην κεφαλή του ολόρθο το λειρί του, μόνος απ' όλα τα πουλιά.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τόσο πολύς και μέγας είχε γίνη και είχε τέτοια δύναμι μεγάλη, που την παληά τη δύναμί του εκείνη και σήμερα τη ανακρίνεις πάλι, γιατί στην πρωινή του τη λαλιά σηκώνονται και μπαίνουν στη δουλειά οι τσουκαλάδες και οι σιδεράδες, οι παπουτσήδες και οι τομαράδες, κ' οι λουτρατζήδες και οι ψωμάδες, κ' οι ασπιδολυροτορνευτάδες, και φεύγουν όσοι νύχτες βγαίνουν και για βρωμοδουλειές πηγαίνουν].

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Αμ δεν ρωτάς εμένα που έχασ' από τούτο [το πουλί] ο άμοιρος μια χλαίνα και ήταν κ' από φρυγικό (40) μαλλί! Γιατ' είχα μισοκοιμηθή, κ' ήμουν κουτσοπιωμένος, 'ς ενός παιδιού δεκάμερα (41) στην πόλι καλεσμένος, και πριν να φάνε οι άλλοι, τούτος ο πετεινός εδώ ακούσθηκε που ελάλει· θαρρώντας το λοιπόν κ' εγώ πως είχε πεια φωτίση, στην Αλιμούντα (42) ετράβηξα· λίγο είχα προχωρήση έξω απ' το τείχος, που άξαφνα εις τα πλευρά μου πέφτει μια μαγκουριά από 'να νυκτοκλέφτη· κυλιέμαι χάμου έτοιμος να σκούξω· μα τραβάει εκείνος το μανδύα μου, και πάει κ' ακόμα πάει].

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τότε λοιπόν ο γέρακας (43) εις τον καιρόν εκείνον θα ήταν ίσως βασιληάς και άρχων των Ελλήνων.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Πώς; των Ελλήνων;!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Βέβαια, κ' εδίδαξε καλά πως πρέπει να κατρακυλά κανείς στο γέρακα μπροστά.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Μα τον Διόνυσο, σωστά, κ' εγώ σαν είδα γέρακα, κυλίσθηκα [στο χώμα·] κ' όπως ανασκελώθηκα, με χάσκοντας το στόμα, κατάπια έναν οβολό,(44) [το μόνο μου λεφτούλι] κ' εγύρισα στο σπίτι μου με αδειανό σακκούλι.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μα πάλι και στην Αίγυπτον εκείνη και στη Φοινίκη βασιληάς ο Κούκκος είχε γίνη· κ' οι κούκκοι όταν «κουκκουκού» αρχίζανε, οι Φοίνικες εβγαίναν και θερίζανε στους κάμπους τα σιτάρια καθώς και τα κριθάρια.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Α.! ώστε αυτό που λέμ' εμείς [ σαν βγαίνουνε στο θέρος. οι θεριστάδες μας γυμνοί] θάρθε απ' αυτό το μέρος : «Κούκκου! ψωλές στους κάμπους μας!» (45)

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Και δύναμ' είχαν τόση, ώστε και ο Μενέλαος, κι ο Αγαμέμνων, κι' όσοι μέσα σε πόλι ελληνική βασίλεψαν [και χώρα], είχαν πουλί στο σκήπτρο τους, με μερδικό στα δώρα

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Κύττα! κι αυτό δεν τόξερα· για τούτο κι απορούσα όταν να βγαίνη ο Πρίαμος στο θέατρο θωρούσα και το πουλί που εκράτει εγύριζε και κύτταζε κατά τον Λυσικράτη (46) όπου δωροδοκεί.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Να και το σπουδαιότερο : ο Ζευς που τώρα διοικεί, μ' όλη τη βασιλεία του, έχει στην κεφαλή (47) αητό, που πάει να πη πουλί· κ' η Αθηνά η κόρη του [την] κουκουβάγια [θέλει] και ο Απόλλωνας κρατεί γεράκι, σαν κοπέλλι. (48)

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Μα τη θεά τη Δήμητρα, τα λες με πολλή γνώσι· μα για ποιό λόγο τα πουλιά έχουνε χάρη τόση;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Γιατί, βλέπεις, σαν κανένας στους θεούς θυσία φέρη και, συμφώνως με το νόμο, ζώων σπλάγχνα τους προσφέρη τρέχουν τα πουλιά με βία και αρπάζουνε τα σπλάγχνα πειο μπροστά κ' από τον Δία, και κανένας δεν μπορούσεν όρκο στον παληόν το χρόνο στους θεούς του πεια να κάνη, παρά στα πουλιά και μόνο. Μα κ' ο Λάμπων [που μαντεύει] (49) εις τη χήνα παίρνει όρκο σαν κανένα κοροϊδεύη. Κ' έτσι για τρανούς αγίους σας περνούσαν μια φορά· τώρα σας περνούν για δούλους, για κοπέλια, για μωρά. σας κτυπούν ['ς αυτά τα χρόνια] σαν ζουρλούς με τα κοτρώνια. Κ' εκεί μέσα στα ιερά κάθε κυνηγός που μπαίνει στήνει ξόβεργα [γερά], φράχτρες και πλακοπαγίδες. βρόχια, δίχτυα, πλέχτρες, κόλλα· κ' έπειτα που σας τσακώνουν σας πουλάνε μαζύ όλα, κι' ο αγοραστής σας ψάχει για να σας ευρή τα πάχη. κ'ύστερα, όταν σας ψήσουν, τούτο πάλι δεν τους φθάνει· παίρνουνε τυρί τριμμένο και μυρουδικό βοτάνι, βάζουν λάδι, βάζουν ξείδι, κ' όταν όλα γίνουν ένα σάλτσα φτιάνουνε γερή και γλυκειά και λιπαρή, και ζεστά σας περιχύνουν, σαν να είσθε βρωμισμένα.

ΧΟΡΟΣ Πολλές, πολλές μας φέρνουν λύπες, ώ άνθρωπε, αυτά που είπες· και θλίψι αισθάνομαι βαρειά στην πατρική κακομοιριά που κληρονόμησαν τιμή μεγάλη και μας την άφησαν 'ς αυτό το χάλι. Κάποιος θεός και κάποια μοίρα 'ς εμένα σ' έστειλαν σωτήρα· θα σ' αναθέσω να διοικήσης κ' εμέ και τα πουλιά μου επίσης. Μα τι θα κάμω [για να νικήσω] πες μου· δεν θάμαι άξιος να ζήσω, εάν δεν πάρω με κάθε τρόπον την βασιλείαν [θεών κι ανθρώπων].

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Και λοιπόν εγώ σας δίνω πρώτα-πρώτα συμβουλή, μια πόλις να υπάρχη που να ζη κάθε πουλί· να μανδρώσετε κατόπιν γύρω-γύρω τον αέρα, κ'ότι βρίσκετ' εκεί πέρα, σε τρανές ψημένες πλίθες, όπως εις τη Βαβυλώνα.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ [Γιγαντόσωμα εσείς όρνεια!] Πορφυρίων! Κεβριώνα! (50) τρομερά που θάνε πάλι!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Κι'όταν σεις τη φτιάσετ' έτσι, τότε ν' απαιτήσετ' όλοι την αρχήν από τον Δία· κ' αν απάντησι δεν δώση και τον δυνατώτερό του δεν θελήση να τον νοιώση, πόλεμο ιερό κηρύχτε, που να μην επιτραπή από το βασίλειό σας να περνούν [χωρίς ντροπή], κ' όπως πρώτα καυλωμένοι κατεβαίνανε [με τρέλλες] και πλακώνανε Αλκμήνες, και Αλόπες, και Σεμέλες! (51) Κ' αν δεν το παραδεχθούνε, στην ψωλή να σφραγισθούνε για να παύσουν να γαμούνε. Έχω κ' άλλη συμβουλή : στους ανθρώπους κήρυκά σας άλλο στείλατε πουλί, κι' αφού θάχουνε το γένος το δικό σας βασιληά, να προσφέρουν στα πουλιά της θυσίες οι άνθρωποι, και εις τους θεούς, κατόπι· κ' ύστερα πουλιά να πάρουν, όπως πρέπει σε καθένα, και εις των θεών τη θέσι να τα βάλουν ένα-ένα. Κι' όποιος εις την Αφροδίτη έκανε θυσία πρώτα, στάχυα να δωρή ψημένα στη φαληρική την κόττα· κι' όποιος εις τον Ποσειδώνα τη γουρούνα του προσφέρει, στάχυα στο παπί(52) να φέρη, και στον Ήφαιστον εκείνος όπου θυσιάζει κάτι, εις το γλάρο (53) να προσφέρη πίττα [στο εξής] μελάτη· κ' αν στον βασιληά τον Δία εθυσίαζε κριάρι, τώρα βασιληά έχει χάρι το α ρ χ ι δ ο π ο ύ λ ι, (54) κι' όλοι να του σφάζουν εδώ κάτω, πιο μπροστά κ' από τον Δία, έναν κούνουπ' αρχιδάτο! (55)

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Α, του κούνουπα η θυσία όλο γλύκα με γεμίζει· τώρα ο Ζευς ας μπουμπουνίζη!

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Πως για θεούς οι άνθρωποι θα μας νομίσουν μια φορά, κι' όχι κουρούνες βρωμερές, που έχουν σαν εμάς φτερά;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Αυτά που λες είνε ζουρλά· φτερά δεν έχει σαν πουλί και ο Έρμής πούνε θεός, κ' άλλοι θεοί παρά πολλοί; Έχει κι η Νίκη που πετά χρυσά φτερά στο σώμα, κι ο Έρωτας ακόμα. Έψαλε για την Ίριδα κ' ο Όμηρος εγκώμια και έλεγε πως ήτανε με περιστέρι όμοια.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Δεν θα βροντήση απάνω μας ο Ζευς από τον ουρανό το φτερωτό του κεραυνό;

ΧΟΡΟΣ Και αν δεν καταλάβουνε και παν με τους παληούς θεούς κ' υπ' όψει δεν μας λάβουνε; Σύγνεφ' από σπορολόγους και σπουργίτια να υψωθή, στα χωράφια τους να πέση κ' η σπορά τους να χαθή. Και η Δήμητρ' ας ορίση, σαν ψοφήσουνε της πείνας, το σιτάρι να μετρήση.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Μα τον Δία [δίκηον έχεις], ούτε καν θα το θελήση, και να ιδής και τι προφάσεις που [θα βγή να] τους πουλήση!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Κ' ύστερα τη δύναμί σας για να νοιώσουν τη μεγάλη, κόρακες να 'βγούνε πάλι και τα βώδια που οργώνουν και ταρνιά τους να στραβώνουν, που για να τα θεραπεύη κ' ο γιατρός τους ο Απόλλων, πληρωμή θα τους γυρεύη

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Όχι, πριν πουλήσω πρώτα δυο βοϊδάκια.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Κι' αν θελήσουν σένα για θεό, και σένα για ζωή ν' αναγνωρίσουν, σένα και για γη, για Κρόνο, και για Ποσειδώνα εσένα, δόστε ταγαθά σας όλα.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Πες απ' ταγαθά μας ένα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Η ακρίδες τους αμπελανθούς ποτέ δεν θα τρυγάνε, μα η κουκουβάγιες θα της τρών' και θα της κυνηγάνε με τους ανεμογάμηδες. Οι κούνουπες κ' η σκνίπες στα σύκα δεν θα πέφτουνε να τα γεμίζουν τρύπες, μα η τσίχλες σαν κοπάδι θα γυρίζουν, κ' απ' όλ' αυτά θα τα ξεκαθαρίζουν.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Πώς τάχα θα τους δώσουμε και πλούτη; γιατί τα χρήματ' αγαπάνε τούτοι.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Όταν ζητήσουν συμβουλή θα μάθουν [μ'ευκολία] που είνε τα πιο πλούσια μεταλλεία· θα λένε και στους μάντιδες επίσης ποιες φέρνουν κέρδη πλειότερα απ' της επιχειρήσεις, κ' έτσι από τους ναυτικούς να μη χαθή ούτ' ένας.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Πώς τάχα δεν θα χάνεται;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Πάντα ρωτάει καθένας για τα ταξίδια τα πουλιά: — «Τώρα μην ξεκινήσης· θα κάνη βαρυχειμωνιά.» — «Ξεκίνα, θα κερδίσης».

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Παίρνω καράβι τότ' εγώ, μαθαίνω να τραβώ κουπιά, κ' έτσι με σας δεν μένω πια.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τους θησαυρούς που οι πρόγονοι 'ς άγνωστους θάψαν τόπους, θα δείξουν στους ανθρώπους, γιατί τους ξέρουν τα πουλιά· και λενε μάλιστα πολλοί: «το θησαυρό που έχω εγώ, τον ξέρει μόνο το πουλί».

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Α, το καράβι το πουλώ, και παίρνω ένα τσαπί καλό της στάμνες να ξεχώνω.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Και πως μπορούν να δώσουνε υγεία, πούνε μόνο στο χέρι των θεών αύτη :

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Και πως; η ευτυχία τάχα δεν είν' υγεία; Να το ξέρης, πως κανέναν δεν θα ιδής ποτέ γέρο, όταν ζη με μόνο κέρδος τον κακό του τον καιρό.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Και στο γήρας πως θα φθάνουν, που και τούτο κατοικεί εις τον Όλυμπον εκεί; (56) παιδαρέλια θα πεθαίνουν;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Τα πουλιά θα τους προσθέσουν μια ζωή τριών αιώνων.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ , Με ποιόν τρόπο;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Με ποιόν τρόπο; με τον εαυτό τους [μόνον] Και δεν ξέρεις πως ανθρώπων πέντε γενεές μαζύ η γλωσσού η κουρούνα ζη;

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Αντε! τότ' από τον Δία βέβαια πιο άξια θάνε τα πουλιά να κυβερνάνε.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ποιός αμφιβάλλει πια γι' αυτό; Με μάρμαρο [πελεκητό] ναούς δεν θα υψώνουμε, και ούτε θα χρυσώνουμε την κάθε μια τους πόρτα· θα κατοικούνε μια χαρά, σε πουρναράκια [δροσερά], χαμόκλαδα [και χόρτα]. Κι' αυτά τα πιο σεμνά πουλιά θάχουν ναό τους την εληά· και ούτε πια τον Αμμωνα και τους Δελφούς θα πιάνουμε θυσίες να τους κάνουμε· στης αγριληές και κουμαριές θα φέρνουμε μ' απλοχεριές σιτάρι και κριθάρι και με τα χέρια σηκωτά ευχή θα κάνουμε 'ς αυτά μερίδι' απ' όλα ταγαθά να δίνουνε [για χάρι] και ταγαθά μας θα τα ξαναπαίρνουμε, με λίγο σιταράκι που θα φέρνουμε. ΧΟΡΟΣ Ω φίλτατέ μου γέροντα, που εχθρό μου [τόσην ώρα] σε νόμιζα, και φίλος βγαίνεις τώρα, ποτέ δεν θα θελήσω τη γνώμη σου ν'αφήσω· Περήφανο με κάμανε τα λόγια σου πολύ, κ' έκαμα όρκο με απειλή, πως αν εσύ, οπού μου είπες όλο άγια και δίκηα λόγια, δίχως δόλο, έπαιρνες την απόφασι με τη δική μου γνώμη να πολεμήσης τους θεούς μαζύ μου, αυτοί δεν θα μπορούσανε πολύν καιρόν ακόμη να την ποδοπατούν τη δυναμί μου. Και όσα θέλουν δύναμι να γίνουνε, είνε δουλειά όπου ανήκει στα πουλιά· μ' αν χρειασθούν σοφίσματα τρανά και μετρημένα ανήκει αυτό 'ς εσένα.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Μα το θεό δεν πρέπει να νυστάζουμε ακόμα τώρα, και νίκες αυριανές να λογαριάζουμε δεν είνε ώρα. Δεν πρέπει πια ν' αργήσουμε και κάτι ας ενεργήσουμε. Μα πρώτα μπήτε μέσ' στη φωλιά μου, στα φρύγανά μου και στ' άχυρά μου. Και τώνομά σας πέτε μας.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μπα, εύκολο το πράμα. Εμένα λεν Πεισθέταιρο.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Και τούτος πούν' αντάμα;

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ο Ευελπίδης [είν' αυτός] απ' τον Κριό. (57)

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Καλή ώρα και εις τους δυο.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Νάσαι καλά.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Ορίστε μέσα τώρα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Πάμε, μα πέρνα οδηγός.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Και με χαρά μεγάλη..

_Προχωρεί και επανέρχεται._

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μωρέ να πάρη η οργή! θα τα πρυμνίσω πάλι! — Πες μας να ιδούμε : πως εγώ και τούτος θα τα πάμε με σας, πουλιά πετούμενα, εμείς που δεν πετάμε;

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Λαμπρά!

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μα γι' άκου τώρα συ το μύθο του Αισώπου, μας λέει κάτι, όπου το λένε όλοι τακτικά: η Αλεπού με τον Αετό συντρόφεψε πολύ κακά.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Να μη φοβάσθε τίποτε· όταν θα φάτε μια φορά τη ρίζα [κάποιου χορταριού], ευθύς θα βγάλετε φτερά.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Χεμ, σαν ην' έτσι, μπαίνουμε. Μανόδωρε! Ξανθία! αρπάξατε τα στρώματα [και μπήτε κατ’ ευθεία]!

_(Εισέρχονται οι δύο υπηρέται φέροντες στρώματα και και προχωρώντες εξέρχονται εκ του ετέρου παρασκηνίου.- Ο ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ και ο ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ διατίθενται ν' ακολουθήσουν τους υπηρέτας, και ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ κατέρχεται εκ του υψώματος, ότε ο ΧΟΡΟΣ λαμβάνει τον λόγον, απευθυνόμενος προς τον ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΝ)._

ΧΟΡΟΣ Σε φωνάζω! σε φωνάζω!

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Τι φωνάζεις συ;

ΧΟΡΟΣ Να πάτε και μαζύ να καλοφάτε· το γλυκόλαλον αηδόνι, οπού με της Μούσες μοιάζει, φέρ' το εδώ και άφησέ το, για να μας διασκεδάζη.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Μα τον Δία άκουσέ τους, [δίχως άργητα καμμιά], κράξε στο πουλάκι νάβγη, απ' τη βοϊδοκαλαμιά.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Ναι, για το θεό, για φέρ' το να το ιδούμε το πουλί.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Ε, κι αυτό θα σας το κάνω, σαν το θέλετε πολύ. Αποτεινόμενος προς το βάθος. — - Έβγα, Πρόκνη απ' τη φωλιά σου και μπροστά στους ξένους στάσου!

_Εξέρχεται η Αηδών, η οποία είναι εταίρα φέρουσα μόνον προσωπίδα πτηνού._

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Ω Ζευ μου πολυτίμητε! πόσο μου φαίνεται καλό, και τι λευκό και απαλό!

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ

_Ερευνών το σώμα της Αηδόνος στρέφεται ταυτοχρόνως προς τον Πεισθέταιρο_

Βρε, ξέρεις τούτο το πουλί θαρρώ πως θα το πλάκωνα και μ' ευχαρίστησι πολλή.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ _(πλησιάζων)_ Χρυσάφι πούχει απάνω της, σαν νάτανε παρθένα,

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Πως θα της δώσω ένα φιλί μου φαίνεται κ' εμένα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ Αλλά, μωρέ κακόμοιρε, έχει τη μύτη σουβλερή.

ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ Τότε, μα το θεό, μπορεί να πιάσω το κεφάλι της να το ξεκαθαρίσω, όπως το τσώφλι του αυγού, κ' ύστερα να φιλήσω.

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ Ελάτε, πάμε τώρα.

ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ E, τράβα συ λοιπόν μπροστά με την καλή την ώρα.

_Ο ΠΕΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ, ο ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ και Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ αποσύρονται δεξιόθεν (58)_

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Η ΑΗΔΩΝ ΧΟΡΟΣ ΠΤΗΝΩΝ

ΧΟΡΟΣ Ήλθες, ω φιλενάδα μου. ω ξανθή μου. που είσαι η πιό αγαπητή μου εσύ άπ' όλα τα πουλιά· όπου στους ύμνους συντροφιά μου κάνεις και στα τραγούδια μου, -ήλθες, εφάνης για να μου φέρης τη γλυκειά σου τη λαλιά. — Ω, εσύ! που λάλημ' ανοιξιάτικο καλό φυσάς με τον γλυκόλαλον αυλό, έλα τους αναπαίστους αρχίνησε και πες τους!

_Ακούεται αυλός συνοδεύων τας κάτωθι στροφάς_