Συριανά Διηγήματα

Part 7

Chapter 7 22 words Public domain Markdown

Την επικειμένην έκρηξιν επρόλαβεν απότομον άνοιγμα της θύρας, διάχυσις ευωδίας μόσχου και ορμητική εισπήδησις εις την αίθουσαν της ζωηράς ημών δημαρχίνας, ερχομένης να δείξη εις την γυναίκα μου το νέον αυτής επανωφόριον με σειρήτια από πτερά λοφοφόρου. Η Χριστίνα ηναγκάσθη θέλουσα και μη θέλουσα να την δεξιωθή, ενώ εγώ, υποκρινόμενος ότι θέλω ν' αφήσω τας κυρίας να είπωσι τα ιδιαίτερα των, απεσυρόμην εις το γειτονικόν δωμάτιον, αφού έλαβα αναφανδόν τον φάκελλον από τον καθρέπτην. Αι χείρες μου έτρεμαν όταν τον ήνοιξα. Αντί όμως επιστολής του ρωμαντικού Καρόλου εύρον εντός αυτού τρεις λογαριασμούς των κυρίων Πούλου, Γιαννοπούλου και Γεραλοπούλου διά μεταξωτά, καπέλλα, βλόνδας, κορδέλλας και άλλα είδη, των οποίων ανήρχετο το άθροισμα εις δραχμάς δύο χιλιάδας επτακοσίας. Το ποσόν ήτο βεβαίως μεγάλον, αλλά πολύ μεγαλειτέρα αυτού η ανακούφισις την οποίαν ησθάνθην εκ της αποδείξεως, ότι άδικον είχα να νομίζωμαι συνάδελφος του Χαλδούπη. Η χαρά μου ήτο ως καταδίκου, του οποίου θα μετεβάλλετο ανελπίστως εις απλούν πρόστιμον η θανατική ποινή. Υπό το κράτος του αισθήματος τούτου, όταν μετά την αναχώρησιν της επισκέψεως προσήλθεν η Χριστίνα κάπως δειλή, μαγκωμένη και πιστεύουσα ότι είχε μεγάλην ανάγκην ν' απολογηθή και να μ' εξευμενίση, αντί πάσης παρατηρήσεως ή παραπόνου έτρεξα να την ασπασθώ ολοψύχως, λέγων προς αυτήν «Μη σε μέλη». Η έκπληξίς της υπήρξε μεγάλη. Δύσκολον τω όντι ήτο να μαντεύση πώς συνέβη να θεωρήσω άξιον φιλοφρονήσεων και φιλημάτων το κατόρθωμα της, να σπαταλήση το εισόδημά μας μιας εξαμηνίας εις διάστημα ολίγων ημερών.

Μετ' ολίγον υπήγε να ετοιμασθή διά τον εσπερινόν περίπατον. Αλλ' ο ουρανός εθόλωσεν απροσδοκήτως· έλαμψαν αστραπαί και ήρχισε να βρέχη ποταμηδόν. Εκαθήμην εις το παράθυρον της μικράς αιθούσης μας, παρατηρών τον κατακυλιόμενον από τα ύψη της Άνω Σύρου κίτρινον καταρράκτην παρασύροντα εις το βορβορώδες ρεύμά του φλοιούς πορτοκαλίων, συντρίμματα φιαλών, απόμαχα υποδήματα και πτώματα ορνίθων και ποντικών, όταν αίφνης αντικατέστησε το πανόραμα εκείνο βαθύ σκότος απλωθέν και επί των δύο μου οφθαλμών. Αιτία της εκλείψεως ήσαν αι χείρες της Χριστίνας, ήτις απελπισθείσα να εξέλθη είχεν επιστρέψη αθορύβως και βλέπουσα με αφηρημένον διεσκέδασε να με τυφλώση. Τούτο μου ενθύμησε περασμένας καλάς ημέρας. Χάρις εις την θεόσταλτον εκείνην καταιγίδα ευρισκόμεθα τέλος πάντων ήσυχοι και μόνοι πρώτην φοράν μετά την επιστροφήν μας. Όταν ηυδόκησε ν' αποσύρη τας χείρας της, η έκφρασις του βλέμματός μου ήτο, ως φαίνεται, και πάλιν τόσον εύγλωττος, ώστε έβαψεν ελαφρόν ερύθημα την παρειάν της. Έπειτα εμειδίασεν, έστρεψε διαβαίνουσα προ της θύρας του κλείθρου, υπήγε να καθίση εις τον σοφάν και μ' ένευσε να υπάγω κοντά της. Κατ' εκείνην ακριβώς την στιγμήν, ενώ εβυθιζόμην εις πέλαγος ηδυπαθείας, εκορυφώνετο της καταιγίδος η μανία. Η βροχή είχε μεταβληθή εις κατακλυσμόν, ο άνεμος ανήρπάξε κεραμίδια και αντήχουν αλλεπάλληλοι αι βρονταί. Ήθελα δεν ήθελα μου επέκλωθεν η μοίρα μου να είμαι ρωμαντικός. Τους φλογερούς πόθους και τους νυκτερινούς μονολόγους διεδέχοντο μανδαλώματα της θύρας και εκτάσεις επί διβανίων υπό τους συριγμούς της ανεμοζάλης. Ματαία λοιπόν εφαίνετο η αντίστασίς μου κατά του πεπρωμένου και πολύ προτιμότερον να στέρξω τα πράγματα όπως ήσαν. Πρέπει δε και να ομολογήσω ότι είχεν ολιγοστεύση κατά πολύ εις διάστημα μιας μόνης ώρας η αντιπάθειά μου κατά του ρωμαντισμού. Συγκρίνων τω όντι τας ησύχους καθημερινάς απολαύσεις της Κέας προς το ηδυπαθές ρίγος, το οποίον με κατέλαβεν όταν μετά δεκαήμερον εξορίαν μού ένευσε προ ολίγου η Χριστίνα να υπάγω κοντά της, κατήντησα εις το συμπέρασμα ότι το ποσόν μακαριότητος, το οποίον δύναται τις να αισθανθή πλησίον γυναικός, είνε ακριβώς ανάλογον της ανησυχίας, της ζηλείας, των στερήσεων και των άλλων βασάνων όσα προηγήθησαν αυτού. Μόνος ο διελθών διά τοιούτου καθαρτηρίου λαμβάνει έπειτα το χάρισμα να εισδύση εις το αγιαστήριον της υπερτάτης ηδυπαθείας. Τας πύλας αυτού δεν δύναται να μας ανοίξη ούτε σεμνή παρθένος, ούτε φιλόστοργος σύζυγος, ούτε υπεραγαπώσα ημάς ερωμένη, αλλά μόνον γυνή φιλάρεσκος, ιδιότροπος και ουχί καθ' ημέραν καλή.

Οι χοροί εξηκολούθησαν, ουχί όμως και η ταράττουσα τον ύπνον μου ιδιαιτέρα προς τον Βιτούρην εύνοια της Χριστίνας, η οποία εφαίνετο ήδη προτιμώσα των στεναγμών και των ξανθών πλοκάμων του αισθηματικού νεανίσκου τους μαύρους μύστακας και τους πλατείς ώμους του αρειμανίου ημών φρουράρχου. Μετ' ολίγας όμως ημέρας εύρεν αυτόν χονδράνθρωπον, συγκρίνουσα τους ελληνοπρεπείς τρόπους του προς την έξοχον ευγένειαν, την χάριν και την ευφυΐαν του νεωστί διορισθέντος προξένου της Γαλλίας. Ουδέ τούτου όμως υπήρξε μακρά η βασιλεία. Την κομψότητα του παρισινού φράκου του επεσκίασε μετ' ολίγον η λάμψις της στολής και των παρασήμων του αρχηγού της αγγλικής μοίρας. Έπειτα ήλθεν η σειρά του Ιταλού αυτοσχεδιαστού Ρεγάλδη, περιηγουμένου την Ανατολήν προς συλλογήν δαφνών και ταλλήρων, και μη απαξιώσαντος τα Συριανά. Τον γέροντα τούτον κύκνον της Νοβάρρας διεσκέδασε να κρατήση επί όλον μήνα εις την Σύρον, και εις τοιούτον βαβμόν ν' απομωράνη, ώστε μη αρκούμενος εις όσα έγραφεν εις το λεύκωμά της ακροστίχια, απήγγειλε και από της σκηνής ύμνον εις την Σ ε ι ρ ή ν α - τ ο υ - Α ι γ α ί ο υ, υπερσκανδαλίσαντα τους Συριανούς και προ πάντων τους μη εννοούντας ιταλικά. Αλλ' εγώ ήμην ήδη πολύ ησυχώτερος βλέπων τους ευνοουμένους να διαδέχωνται αλλήλους ως φαντάσματα μυθικής λυχνίας. Δύσκολον τω όντι ήτο να εύρη καιρόν ν' αγαπήση κανένα η επιχειρούσα τον κόσμον όλον να κατακτήση. Την άμετρον φιλαρέσκειαν της γυναικός μου εσυνείθισα βαθμηδόν να θεωρώ ως ασφάλειαν κατά της μεγάλης συμφοράς, ως ειδός τι αλεξικεραύνου, ή, ως θα έλεγεν ο Χαλδούπης, α λ ε ξ ι κ ε ρ ά τ ο υ. Το μόνον το οποίον εξηκολούθει να με στενοχωρή ήτο, ότι ολίγος της επερίσσευε και δι' εμέ καιρός. Είχον απελπισθή να την ιδώ ήσυχον προ της μυριοποθήτου σαρακοστής, όταν διέκοψεν αιφνιδίως τας διασκεδάσεις ο θάνατος του γέροντος Μισέ Λιονή Λεγάμενου, συγγενεύοντος με όλον τον χορευτικόν κόσμον της νήσου. Ουδ' αυτοί, πιστεύω, οι κληρονομούντες περί το εκατομμύριον ανηψιοί του ηκολούθησαν την κηδείαν με περισσοτέραν της ιδικής μου προς τον ευδοκήσαντα να αποθάνη ευγνωμοσύνην.

Ως τα κακά, ούτω και τα ευτυχήματα σπανίως έρχονται μόνα. Ολίγας ημέρας μετά την απαλλαγήν μου από τον εφιάλτην των χορών, παραβάλλων προς την Ε φ η μ ε ρ ί δ α - τ ω ν - Κ λ η ρ ώ σ ε ω ν τας πέντε λαχειοφόρους του Αμβούργου, τας οποίας είχα κληρονομήση από τον μακαρίτην θειόν μου, εθαμβώθην υπό του αριθμού 14,517. Ήτο ο τρίτος κληρωθείς και εκέρδιζε πεντήκοντα πέντε χιλιάδας φιορίνια, υπέρ τας τριακοσίας χιλιάδας συριανάς δραχμάς! Έτρεξα ασθμαίνων ν' αναγγείλω την καλήν είδησιν εις την Χριστίναν, η οποία έλειπεν ευτυχώς εις επισκέψεις. Λέγω ευτυχώς, διότι η απουσία της μ' έδωκε καιρόν να σκεφθώ, ότι πολύ περισσοτέραν θα ησθάνετο προς εμέ ευγνωμοσύνην και κάλλιον θα με αντήμειβεν αν, αντί να με ηξεύρη πλούσιον, με υπέθετεν υπέρ τας δυνάμεις μου πρόθυμον να την ευχαριστήσω. Χωρίς λοιπόν να είπω τίποτε εις κανένα ανεχώρησα μετά τρεις ημέρας εις Βιέννην υπό το πρόσχημα να συμβουλευθώ ειδικόν ιατρόν διά τας ανυπάρκτους ενοχλήσεις του στομάχου, τας οποίας επροφασιζόμην προ δύο μηνών προς απόκρυψιν των ψυχικών μου βασάνων. Εκ Βιέννης εξεπήδησα εις Αμβούργον και, αφού εισέπραξα και ετοποθέτησα το κέρδος μου εις ανώνυμα χρεώγραφα, επανήλθα μετά τρεις εβδομάδας, κομίζων εις την Χριστίναν διπλάσια των όσα με είχε παραγγείλη στολίδια. Παρατηρών την έκπληξιν και την χαράν της κατά το άνοιγμα του κιβωτίου, ανελογιζόμην συγχαίρων εμαυτόν διά την υπόκρισίν μου πόσον ευτελεστέρα θα της εφαίνετο η προσφορά μου, αν εγνώριζε την απροσδόκητον μεγαλοδωρίαν της τύχης. Απαραίτητος όρος αρμονικής συμβιώσεως με γυναίκα φιλάρεσκον είνε ν' αποκρύπτη τις επιμελώς εις αυτήν δύο τινά, τα εννέα δέκατα της αγάπης του και το ήμισυ τουλάχιστον της περιουσίας του.

Ουδεμίαν αισθανόμενος όρεξιν να θαμβώσω τους Συριανούς επροτίμησα πάσης επιδείξεως αθόρυβον και σχεδόν λαθραίαν αύξησιν ευζωίας. Παρήτησα την θέσιν μου προτείνων ότι θα εκέρδιζα περισσότερα εργαζόμενος διά λογαριασμόν μου, και υπό την πρόφασιν ότι έσταξαν, όταν έβρεχε, δύο ταβάνια, ανεκαίνισα ολόκληρον την οικίαν μου. Τας τοιχογραφίας ανέθεσα εις Ιταλόν πρόσφυγα, ονόματι Ορσάτην, πρώην σκηνογράφον του θεάτρου της Σκάλας. Ούτος επέτυχε προ πάντων εις την διακόσμησιν του κοιτώνος της Χριστίνας, τον οποίον μετέβαλεν εις τέλειον ανατολικόν οδάν κατά μίμησιν της Ζαΐρας εις το ομώνυμον μελόδραμα του Βελλίνη. Την ομοιότητα συνεπλήρωσαν βαρέα παραπετάσματα της Προύσσας, διβάνιον εστρωμένον με χρυσοκέντητον ύφασμα, προερχόμενον εκ παλαιάς αρχιερατικής στολής, περσικόν μαγκάλι, σκαμνία μ' επικολλήματα μαργαριτομάνας, και επάργυρος βυζαντινή κολυμβήθρα, μεταβληθείσα εις μεγαλοπρεπές ανθοδοχείον. Πάντα ταύτα είχε προμηθευθή ευθηνά ο διακοσμητής κατά τινα εκδρομήν του εις την Νάξον, όπου εσώζοντο ακόμη ικανά λείψανα φραγκοτουρκικής πολυτελείας, και κατώρθωσε να συναρμόση προς άλληλα με τοσαύτην φιλοκαλίαν και ακριβή γνώσιν των κανόνων της αντιθέσεως των χρωμάτων και της διανομής του φωτός, ώστε κατέθελγον αντί να θαμβώνωσι τον οφθαλμόν. Ο αυτός πολύτιμος άνθρωπος μ' εβοήθησε να υφαρπάσω διά πλειοδοσίας ή, ως λέγουν οι Συριανοί, να ζ ε υ γ α τ ί σ ω, την Μιλανέζα, μαγείρισσαν του Επισκόπου της Άνω Σύρου, της οποίας ήσαν ονομαστά καθ' όλας τας Κυκλάδας τα ραβιόλια, η γαριδόσουπα και το νηστήσιμον καπόνι. Η λύπη και η αγανάκτησις του αρχιφλάρου υπήρξε τοσαύτη, ώστε εθεώρησε πρέπον να με καταγγείλη εις τον πρέσβυν του ε π ί - π ρ ο σ η λ υ τ ι σ μ ώ.

Ο καλλωπισμός της φωλεάς της περιώρισε κατά τι το αδειάλειπτον εκτός αυτής πτερύγισμα της Χριστίνας. Την οικουρικήν ταύτην διάθεσιν επροσπάθουν να ενθαρρύνω, προσφέρων εις αυτήν παν ό,τι ενόμιζα ότι δύναται να την διασκεδάση, γάστρας καμελιών, συλλογήν γραμματοσήμων, πιάνο χωρίς ουράν, στερεοσκόπιον, διδάσκαλον φωνητικής μουσικής και γάτον της Αγκύρας. Ταύτα εδέχετο με πολλήν ευγνωμοσύνην και εφαίνετο επί τινα καιρόν ενθουσιασμένη. Ημέραν όμως τινά, αφού ηρώτησε την τιμήν των αργυρών σκευών διά το τζάι, τα οποία της είχα προσφέρη διά την εορτήν της, ανέκραξε μετά τινος μελαγχολίας.

— Κρίμα τα τόσα χρήματα. Με αυτάς τας εξακοσίας δραχμάς θα έκαμνα ένα φόρεμα από βελούδον.

— Κάμε, απεκρίθην, και το φόρεμα.

Επήδησεν από την χαράν της, με ησπάσθη και εις τας δυο παρειάς και έτρεξε να το παραγγείλη. Η μανία της διά τα στολίδια εφαίνετο ανεπίδεκτος θεραπείας, αλλ' ευτυχώς δεν μ' έλειπαν τα μέσα να την ευχαριστήσω. Δίκαιον όμως ενόμισα να μεταχειρισθώ αυτήν προς αύξησιν και των ιδικών μου απολαύσεων. Προς τούτο την ενέγραψα συνδρομήτριαν εις την «Chronique Elégante» και την «Vie Parisienne», εκ των οποίων δεν εβράδυνε να διδαχθή, ότι η αληθής πολυτέλεια της καθημερινής ενδυμασίας δεν συνίσταται εις το να σκεπάζη, ως αι Συριαναί αρχόντισσαι, με ατλάζι και μουαρέν βαμβακεράς καμιζόλας και τσίτινα μεσοφόρια, αλλά πολύ μάλλον εις το να κρύπτη υπό απλούστερον ύφασμα εκατοντάδραχμα υποκάμισα, μεταξίνους περικνημίδας, κεντήματα και δαντέλλας. Ούτω στολισμένη, εντός του χρυσοποικίλτου αυτής κοιτώνος, του οποίου παν κόσμημα και πάσα υφάσματος πτυχή είχε διατεθή υπό εμπείρου τεχνίτου συμφώνως προς τον προορισμόν της, ενώ εκάπνιζεν η αλόη εντός χρυσού θυμιατηρίου, και έχυνε το σαπφείρινο, αυτής φως η κυανή κανδήλα, ωμοίαζεν η Χριστίνα είδωλον εντός ναού. Ουδέ περιωρίσθην επί πολύ εις μόνον τον γαλάξιον φωτισμόν, αλλ' ως ο Δαρβίνος επί της βλαστήσεως των φυτών, όντως ηθέλησα και εγώ να δοκιμάσω την επίδρασιν επί της φαντασίας και των αισθήσεων παντός χρωματισμού του φωτός. Γλυκύ ήτο το ρόδινον και ποιητικώτατον το θαλασσοπράσινον, αλλ' ασυγκρίτως διεγερτικώτερον αυτών το λάμπον διά του ξανθοχρύσου υαλίου αρχαίας εκκλησιαστικής κανδήλας.

Κατάλληλος προ της εισόδου εις το τέμενος τούτο μυσταγωγία ήσαν βεβαίως τα αρχιερατικά δείπνα, τα οποία μας παρέθετεν η Μιλανέζα. Προς εκτίμησιν της ευλαβούς αυτής προσηλώσεως εις τους κανόνας και τας παραδόσεις της ορθοδόξου μαγειρικής αρκεί να είπω, ότι τον απαιτούμενον προς βράσιμον των αυγών καιρόν ώριζεν ακριβέστατα διά της απαγγελίας δύο Ave Maria, και πρώτη εδίδαξε τον ευνοούμενον αυτής ψαράν να σκοτώνη άμα εξήγοντο του διχτύου με βελόνην τα μπαρμπούνια, πριν ή πικράνωσι την σάρκα των οι σπασμοί μακράς αγωνίας. Τας συναγρίδας έβραζε με παντός είδους αρωματικά βότανα εντός ζωμού αώρων πορτοκαλιών, και τους γάλλους, ή, ως τους λέγουν οι Συριανοί, κ ο ύ ρ κ ο υ ς, έτρεφε με μοσχοκάρυδα τρεις ημέρας πριν τους σφάξη. Το αριστούργημα όμως αυτής ήτο το εφευρεθέν υπό του Πάπα Κλήμεντος Γαγκανέλλη capon magro ή νηστίσιμον καπόνι, οψάριον δηλ. καρικευμένον με χάβαρα, μύδια, γαρίδας και παντοία άλλα θαλασσινά. Αν και Συριανός, ούτε λαίμαργος είμαι, ούτε φαγάς, τα δε καλά γεύματα εξετίμων προ πάντων διά την έπειτα επερχομένην ιλαράν εκείνην της ψυχής διάθεσιν, ήτις μας κάμνει να λησμονώμεν τα βάσανά μας και να βλέπωμεν ως διά μεγεθυντικού φακού πάσας του βίου τας απολαύσεις. Τοιαύτην τινά ευδιαθεσίαν φαίνονται επιδιώκοντες οι ροφηταί οπίου και χασίς. Ταύτα έχουσι το πλεονέκτημα να είνε πρόχειρα και ευθηνά, πολύ όμως απέχει η εξ αυτών νοσηρά διέγερσις από την μακαριότητα εκείνην την οποίαν γενά η περί πολυτελή τράπεζαν σύγχρονος ικανοποίησις όλων ημών των αισθήσεων, το θάλπος της εστίας, η επί των αργυρών και κρυσταλλίνων σκευών αντανάκλασις του φωτός, αι αναθυμιάσεις της ανθοδόχης, το θαλάσσιον άρωμα των οστρειδίων, δύο η τρία ποτήρια γέροντος οίνου και η παρουσία νέας γυναικός της οποίας ανάπτει βαθμηδόν η όψις και σπινθηρίζει το βλέμμα.

Ο χειμών επανέφερε τους χορούς με όλας αυτών τας ενοχλήσεις και ανησυχίας. Ταύτας όμως εμετρίαζε πολύ η καθ' ήμέραν αυξάνουσα πεποίθησίς μου, ουχί εις την αγάπην ή την αρετήν, αλλ' εις την φιλαρέσκειαν και τον εγωισμόν της γυναικός μου, τον ικανόν να την αποτρέψη από πάσαν επικίνδυνον τρέλλαν. Η Χριστίνα δεν ανήκε βεβαίως εις το γένος των τρυγόνων και των περιστερών αλλά πολύ μάλλον των παγονιών. Οι πόθοι της εφαίνοντο περιοριζόμενοι εις το να θαμβώνη τας Συριανάς διά της πολυτελείας των εσθήτων της, και να ράπτη εις την άκραν αυτών πολυπληθές επιτελείον θαυμαστών. Εκ τούτων οι μεν επίσημοι ξένοι ήσαν ευτυχώς διαβατικά και κάπως μαδημένα υπό της ηλικίας πτηνά, της δε αυτόχθονος νεολαίας αι αισθηματικαί φράσεις είχαν μεγάλην ομοιότητα με τα ερωτικά δίστιχα, εις τα οποία τυλίγουν οι ζαχαροπλάσται τας καραμέλας. Έπειτα, όση και αν ήτο η μετριοφροσύνη μου, δεν ηδυνάμην να μη εχω πεποίθησίν τινα εις τα ιδικά μου έκτακτα συζυγικά προσόντα, την συγκατάβασιν, την υποκρισίαν, την υπομονήν μου, την αποχήν από πάσαν απαίτησιν και την πρόθυμον πληρωμήν παντός λογαριασμού. Αληθές είνε, ότι υπέφερα πολύ όταν την έβλεπα να τρίβη τους γυμνούς ώμους της εις τας χρυσάς επωμίδας ναυτικού, ή ν' αποσύρεται εις μίαν γωνίαν και επί πολλήν ώραν να κρυφομιλή όπισθεν του ριπιδίου της, και ακόμη περισσότερον όταν ευθύς μετά την επιστροφήν μας μου έλεγε «Καλήν νύκτα». Αλλ' η πείρα με είχε διδάξη να εξετάζω τα πράγματα και υπό τας δύο επόψεις. Η δε άλλη έποψις ήτο ότι αν εφέρετο καλλίτερα μαζύ μου, θα την ηγάπων βεβαίως πολύ ολιγώτερον, αφού διά μόνης της δυσπιστίας, της ζηλείας και της ανησυχίας δύναται ο πόθος να διατηρηθή ακμαίος. Η πρώην πεζή γνώμη μου, η περιορίζουσα την ευτυχίαν εις την απαλλαγήν από τοιούτων βασάνων, είχε μεταβληθή εξ ολοκλήρου άμα έφθασα να εννοήσω πόσον συντελούσι ταύτα προς κορύφωσιν της ηδυπαθείας. Άδικον λοιπόν και κάπως αχάριστον θα ήτο να παραπονεθώ κατά της γυναικός μου, διότι έπραττεν ακριβώς όσα έπρεπε να πράττη διά να καταστήση γλυκύτερα τα φιλήματά της. Αν είχα καθ' ημέραν σύζυγον δεν θα είχα εκ διαλειμμάτων εκτάκτου ποιότητος ερωμένην.

Ταύτα εσκεπτόμην χλιαράν τινα εσπέραν της Τεσσαρακοστής, καπνίζων μετά το γεύμα επί του εξώστου, και δίδων άδικον εις τους μεμψίμοιρους εκείνους, τους κηρύττοντας τον κόσμον κακοκαμωμένον διά τον λόγον ότι τα ρόδα έχουσιν ακάνθας. Αντί να δυσανασχετώ διά ταύτας, ενόμιζα ότι θα ήτο μαύρη αχαριστία να μη δοξάζω τον Θεόν, αναλογιζόμενος ότι δεν ήμην ακόμη τριάντα ετών, ότι είχα τριάντα χιλιάδας δραχμάς εισόδημα, τριάντα εις το στόμα μου στερεούς οδόντας, στόμαχον στρουθοκαμήλου, γυναίκα ικανήν να ενσαρκώσει τα όνειρα Συβαρίτου, και μαγείρισσαν την οποίαν θα μ' εζήλευεν ο Ταλλεϋράνδος. Τον βίον μου έβλεπα να εκτείνεται έμπροσθέν μου ως μακράν παράταξην από καλά δείπνα, διαφανή σύννεφα δαντέλλας, λαμποκοπήματα μαύρων οφθαλμών και παντός χρώματος κανδήλας.

(«Άστυ» της 4 και 5 Δεκεμβρίου 1894).

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΣΚΥΛΟΥ

Ως να ήτο χθεσινή ενθυμούμαι την ήδη τεσσαρακονταετή του σκύλου εκείνου ιστορίαν. Ήμην τότε μαθητής της πρώτης τάξεως του ελληνικού σχολείου εις το ελληναμερικανικόν Λύκειον του μακαρίτου Χρήστου Ευαγγελίδου. Ερχόμενος εξ Ιταλίας δεν ευρέθην όσον εφοβούμην εις την Σύραν ξενιτευμένος. Πολλοί τω όντι απέμενον ακόμη εις την υμνηθείσαν υπό του Ορφανίδου ξηρόνησον Ιταλοί πατριώται εκ των φιλοξενηθέντων μετά την αποτυχίαν της επαναστάσεως του 1848. Οι Ιταλοί ήσαν οι πλείστοι ακονηταί ξυραφίων, καθαρισταί κηλίδων, συγκολληταί σπασμένων πινακίων, ανακαινισταί παλαιών υποδημάτων, διακοσμηταί των νεκρικών φερέτρων, ευνουχισταί πετεινών, υπαίθριοι τηγανισταί σμαρίδων και πάντες ανεξαιρέτως ζωγράφοι, λιθοξόοι, χοροδιδάσκαλοι και μουσικοί. Αι αξιώσεις των καλλιτεχνών τούτων περιωρίζοντο εις το να μη αποθάνωσι της πείνης, ο δε βίος δεν ήτο τότε όπως σήμερον ακριβός. Αντί εικοσιπέντε τον μήνα δραχμών ηδύνατό τις να εύρη ολόκληρον μονόροφον οικίσκον εις τα βαπόρια και ακόμη ευθηνότερον, αν είχεν αμβλείαν την όσφρησιν, παρά τα βυρσοδεψεία, και με έν μόνον σφάντζικον να χορτάστη κεφτέδες, στουφάδον και καπαμά εις τα αυτοκαλούμενα Ε υ ρ ω π α ϊ κ ά - ξ ε ν ο δ ο χ ε ί α.

Ανάλογος της τοιαύτης του βίου ευθηνίας και της πληθώρας διδασκάλων ήτο των μουσικών μαθημάτων η τιμή, οι δε φιλόμουσοι πάσης κοινωνικής τάξεως Ερμουπολίται ωφελούντο της ευκαιρίας, όπως διδαχθώσιν έκαστος αντί μικράς θυσίας το όργανον της εκλογής του. Ουδέποτε ουδαμού αντήχησαν όσα τότε εις την Σύραν βιολία, φλάουτα, τρόμπαι, πίφερα, μανδολίνα, κόρνα και κλαρινέτα. Ο περιερχόμενος τας στενωπούς της πόλεως, και μάλιστα τας Κυριακάς, επνίγετο εις κύματα μελωδίας εξορμώντα εκ παντός παραθύρου. Ουδ' ηδύνατο να καθήση εις την έδραν κουρείου ή την τράπεζαν καφενείου χωρίς να ευρεθή αντιμέτωπος πατριώτου του Μιχαήλ Αγγέλου και του Κορεγίου ζητούντος την άδειαν να εικονίση αντί τριδράχμου την ε υ γ ε ν ή - κ α ι - ε κ φ ρ α σ τ ι κ ή ν - κ ε φ α λ ή ν - τ ο υ ή να ψοφήση ο σκύλος, ο γάτος ή ο ψιττακός του χωρίς να δεχθή αυθημερόν την επίσκεψιν του προτείνοντος να βαλσαμώση το λείψανον τ ο υ - α ξ ι ε ρ ά σ τ ο υ - ζ ώ ο υ. Αν δε εκινδύνευε να μεταβή εις τας αιωνίους μονάς διακεκριμένον της Συριανής κοινωνίας μέλος, τότε όχι να κρυώση, αλλ' ουδέ καν να ξεψυχήση επερίμεναν οι προσφερόμενοι να διαιωνίσωσι διά γυψίνου εκμάγματος την όψιν του επιφανούς μεταστάντος ή να υμνήσωσι τα αλησμόνητα έργα του εις τα έγκριτα της Ιταλίας φύλλα. Αδύνατον είνε να ανακαλέσω εις την μνήμην μου τας τοιαύτας παρά την θύραν παντός ετοιμοθανάτου συνελεύσεις πειναλέων Ιταλών, χωρίς να ενθυμηθώ συγχρόνους το δημοτικόν δίστιχον·

Ωσάν κοράκοι κάθουνται τριγύρω του κρεββάτου Και καρτερούν κι' εγδέχονται το πότε θα ψοφήση.

Το δε κακόν ήτο ότι δεν περιωρίζοντο μόνους τους νεκρούς ν' ανυμνώσιν, αλλά και των ζώντων διέστρεφον τον νουν διά των ογκωδεστάτων εγκωμίων. Οι Λατίνοι ποιηταί εσατύρισαν ασπλάγχνως την χαμερπή κολακείαν των επί Αυγούστου πανταχόθεν συρρευσάντων εις την Ιταλίαν Γραικύλων. Τούτους όμως υπερέβησαν κατά πολύ οι εις την Σύραν καταφυγόντες απόγονοι των σατυριστών. Δύσκολον ήτο να ευρεθή, καθ' όλην την νήσον αξιότιμός τις μεγαλέμπορος, καταστηματάρχης, λουκουμοποιός, τοκιστής, βυρσοδέψης, σαράφης, ή καραβοκύρης, του οποίου δεν υμνήθη πεζώς και εμμέτρως «l'acuto ingegno» και «il raro talento». Η δε προς τας ευγενείς αυτών κυρίας ιταλική λατρεία υπερέβαινε τα όρια του κωμικού και του πιστευτού. Μεταξύ των οικοδεσποινών τούτων υπήρχον βεβαίως καί τινες πράγματι ευπρόσωποι. Και αύται όμως έπρεπε ν' αρκεσθώσι δι' έλλειψιν άλλων υπερβολικωτέρων εις τας αυτάς ομοιώσεις προς «ά ν θ ο ς - λ ε ι μ ώ ν ο ς, ά γ γ ε λ ο ν, Ή ρ α ν, Ή β η ν – ή Π α ν α γ ί α ν», διά των οποίων υμνείτο και των ασχήμων η ευμορφία. Η τοιαύτη Ιταλών κολάκων επιδρομή συνετέλεσε, νομίζομεν, κατά πολύ εις την ανάπτυξιν του κυριωτάτου των τότε Συριανών ελαττώματος, της επάρσεως, του φουσκώματος, της επιδεικτικής απαγγελίας κοινών τόπων και των άλλων των νεοπλούτων γελοίων. Αλλά διά να μη φανώμεν άδικοι ή κακόγλωσσοι, σπεύδομεν να προσθέσωμεν, ότι μόνον κάπως γελοίοι ήσαν οι τότε προύχοντες της Σύρου, κατά δε τα λοιπά αγαθοί και τίμιοι άνθρωποι. Αδιστάκτως δε πιστεύομεν ότι, αν έπραττον τότε όσα έπειτα έπραξαν οι σύμβουλοι, σύνδικοι, διαχειρισταί και δήθεν πιστωταί της μακαρίτιδος ατμοπλοϊκής εταιρείας, εξ άπαντος θα ελιθοβολούντο. Αλλ' ας επανέλθωμεν ή μάλλον ας έλθωμεν εις του σκύλου την ιστορίαν.

Εξ όλων των Ιταλών αποίκων διασκεδαστικότατος ήτο βεβαίως ο πρώην γαριβαλδηνός λοχίας Γιαμβατίστας, ο προτιμήσας παντός άλλου το επάγγελμα σαλτιβάγκου ή θαυματοποιού, το οποίον μετήρχετο επί της πλατείας, ακριβώς αντικρύ του Λυκείου προς μεγάλην των υποτρόφων χαράν. Τον θίασον απετέλουν ο ρηθείς Γιαμβατίστας, ο δωδεκαετής υιός του Κάρλος, και μεγαλόσωμος σγουρόσκυλος (barbet) φέρων το όνομα Πλούτων. Τα θαύματα του θιασάρχου, αι λαθροχειρίαι πεσσών, αι σφαιροβολίαι, αι πυραμίδες και αι καταπόσεις φλεγόντων ανθράκων ήσαν εκ των συνηθεστάτων, και έτι κοινότερα του υιού αυτού τα θ α ν ά σ ι μ α - π η δ ή μ α τ α (salti mortali), ο χορός μεταξύ αυγών και αι εξαρθρώσεις. Πολύ μάλλον τούτων είλκυε την περιέργειαν και τα πεντάλεπτα των Συριανών ο σκύλος, ζητωκραυγάζων ή μάλλον κητωγαυγίζων υπέρ του Γαριβάλδη, ήτοι προ πασσάλου ενδυθέντος κόκκινον χιτώνα, ή ορμών, να σπαράξη τον Ιησουίτην ή τον Ραδέσκην, τον αυτόν δηλ. πάσσαλον φέροντα μαύρον ράσον ή ασπρόχρυσον στολήν και πίλον πτερωτόν αυστριακού στρατάρχου. Ακόμη νοστιμότερος ήτον όταν όρθιος επί της τραπέζης και έχων επί κεφαλής αρχιερατικόν διάδημα εκ χρυσοχάρτου εμιμείτο τον Πάπαν Πίον Νόννον, ευλογών διά των εμπροσθίων ποδών του τα πλήθη των πιστών, και εξ ίσου διέπρεπεν εις την λεγομένην Κ ρ ί σ ι ν - τ ο υ - Π ά ρ ι δ ο ς, απονέμων αλανθάστως το μήλον ή μάλλον πορτοκάλιον εις την ωραιοτέραν εκ των προσαγομένων πλύστραν ή παραμάνναν.