Συριανά Διηγήματα

Part 5

Chapter 5 107 words Public domain Markdown

«Εξ όσων ηυτύχησα ή δυστύχησα να γνωρίσω είμαι, πιστεύω,ο μόνος άνθρωπος όστις, αν τον ωνόμαζον ζώον, δεν θα εθεώρει ούτο ως προσβολήν, Όσον συναναστρέφομαι ζώα, τόσον μάλλον πείθομαι, ότι δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των ανθρώπων καμμία διαφορά, ως ηθέλησαν παραδοξολόγοι τινές να ισχυρισθώσιν, αλλά μόνον ότι τα πράγματα κατά τα οποία διαφέρομεν από τα ζώα, δεν αποδεικνύουν όλα την ανθρώπινην υπεροχήν.»

Όλα τα ζώα ανεξαιρέτως εκίνουν το ενδιαφέρον του, αλλ'εκείνο όπερ κατ' εξοχήν ηγάπα ήτο η γάτα. «Αν εξαιρέσωμεν τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, δεν πιστεύω να υπάρχωσιν άλλα επί της γης πλάσματα όσον οι γάτοι «συκοφαντηθέντα (121)». Όθεν ανέλαβεν την αποκατάστασιν αυτής (122) αναφέρων πως ελατρεύθη ως θεά εν Αιγύπτω, και πως εν Ευρώπην ηγάπησαν αυτήν εξ ίσου.

Les amoureux fervents et les savants austères

Αλλ' η γάτα όχι μόνο αγαπάται, αλλ' ανταγαπά τουλάχιστον όσους, μη λησμονούντες ότι ρέει εις τας φλέβας της αίμα βασιλικόν προσφέρονται προς αυτήν μετά της δεούσης ευλαβείας»· εις απόδειξιν δε τούτων έφερεν ο συγγραφεύς των Ειδώλων το πρόσφατον παράδειγμα του γιγαντιαίου λευκού γάτου του αοιδίμου Κουμουνδούρου όστις, αν και ήτο η εποχή των ερώτων, ουδ' επί στιγμήν απεμακρύνθη του προσκεφάλου του κατά την πολυήμερον προς τον θάνατον πάλην, και έπειτα υπήγε ν' αποθάνη κ' εκείνος εκ λύπης εις μίαν γωνίαν, εν ω οι σκύλοι του μακαρίτου εξηκολούθουν να τρώγουν, να πίνουν και να γαυγίζουν και οι θερμότατοι φίλοι του μετέβαινον να προσκυνήσωσι τον κ. Τρικούπην».

Πρέπει δε ν' αναγραφή ότι ουχί ολιγωτέραν αγάπην προς τον θνήσκοντα Μανώλην έδειξε και η γάτα του εκείνη, ην πάντες οι επισκέπται του ενθυμούνται επί του γραφείου όταν έγραφεν ή παρά την τράπεζάν του όταν εμοίραζε μετ' αυτής το λιτόν γεύμα όπερ έτρωγεν εν βία επανερχόμενος εκ της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

δ' Αφιεροί μελέτας και εκτενέστατον πόνημα εις το γλωσσικόν ζήτημα.

Είδομεν τον Ροΐδην ποθούντα την μεταρύθμισην του γλωσσικού καθεστώτος από της δημοσιεύσεως του Οδοιπορικού, έκτοτε δε δεν έπαυεν εκφέρων υπό τούτον ή υπό εκείνον τον τύπον τας ιδέας ταύτας, αλλά συστηματικώτερον τας διετύπωσε τω 1885 διά του πολυκρότου Προλόγου των Παρέργων. Από του έτους εκείνου δυνατόν ειπείν ότι η γλωσσική μεταρρύθμισις απετέλεσε την κυριωτάτην του σκέψιν, περί αυτήν περιεστράφησαν όλαι του αι μελέται και τας περί ταύτης ιδέας του διετύπωσε διά μακρού φυλλαδίου — Το ταξείδι του Ψυχάρη (1888) — και δι' ολοκλήρου τόμου. - Τα Είδωλα (1893).

Τα έργα ταύτα προεκάλεσαν θόρυβον μέγαν, αναγνώσθησαν απλήστως — είνε μάλιστα τα μόνα εξαντληθέντα εν Ελλάδι γλωσσικά έργα — αλλά και εγέννησαν πολλάς αντιρρήσεις όχι μόνον εκ μέρους των οπαδών της καθαρευούσης (βλ. ιδίως των Ειδώλων Κατάλυσιν του κ. Γ.Χατζιδάκη) αλλά και εκ μέρους πολλών δημοτικιστών οίτινες κατέκρινον τον συγγραφέα επί ατολμία και ως μη καταλήγοντα εις το συμπέρασμα εκείνο, εις ό λογικώς ήγουν αι ιδέαι του.

Γράφων «βιογραφικόν σημείωμα» και ουχί «κριτικήν μελέτην» απέχω γνώμης επί του προκειμένου. Όχι διότι προσωπικήν γνώμην δεν έχω, (έχω τοιαύτην και δεν την κρύπτω: συμμερίζομαι τελείως τας ιδέας του Ροΐδου), αλλ' επειδή θεραπεύων επιστήμην πάντη ξένην προς την γλωσσολογίαν δεν έχω το απαιτούμενον κύρος ούτε τας απαιτουμένας τεχνικάς γνώσεις όπως κατέλθω εις τον αγώνα (123).

Δύναμαι όμως, ένεκα των μετά του μακαρίτου θείου μου μακρών συνομιλιών, να καθορίσω, τας επί τίνων σημείων ιδέας του.

Και πρώτον, αν εξαιρέση τις μικρόν τι διήγημα την «Μηλιά» (Χριστουγεννιάτικη Ακρόπολις 1896), ο Ροΐδης δεν έγραφεν ή την καθαρεύουσαν και την έγραφε, ως παρετήρησε ο κ. Κονδυλάκης (124), κατά τρόπον παρέχοντα επιχειρήματα εις τους οπαδούς αυτής. Ο Ροΐδης ησθάνετο (125) πόσον δυσχερής ήτο η θέσις του λέγοντος «ακολουθείτε τας συμβουλάς μου και όχι τα παραδείγματά μου» και απήντα μεν ότι η «καθαρεύουσα ομοιάζει τα διεστραμμένα και κακότροπα εκείνα γύναια τα οποία ουχί ο αγαπών αλλ' ο περιφρονών δύναται να καθυποτάξη και να περιορίση διά της μάστιγος εντός των ορίων της ευπρεπείας (126), ως απόδειξιν δε έφερε το παράδειγμα του Βερναρδάκη μεταξύ των διδασκάλων, και του Γραβριηλίδου μεταξύ των δημοσιογράφων, αλλά κατά βάθος συχνά ελυπείτο ότι δεν ηδύνατο και διά του παραδείγματος να διαδώση τας θεωρίας του, διά τούτο δε τον βλέπομεν αδιαλείπτως προσπαθούντα να απλοποιήση το ύφος του και ενίοτε διορθούντα επί το δημοτικώτερον διηγήματα προ ετών εκδοθέντα, ων δεν προέβλεπε την αναδημοσίευσιν.

Δευτέρα παρατήρησις είνε ότι δεν είνε αληθές ότι, όπως κάποτε είπε με φιλικόν παράπονον ο κ. Ψυχάρης, περί το τέλος του βίου του ηγάπησε ολιγώτερον την δημοτικήν. Η αλήθεια είνε άλλη, ότι είχε μεγάλους ενδοιασμούς ως προς τον απόλυτον θρίαμβον της αμιγούς δημοτικής. Αλλά τους ενδοιασμούς τούτους εξέθηκεν εκ μιας αρχής και εις την περί «Ταξειδιού» μελέτην του (127) και εις τας προς τον κ. Ψυχάρην επιστολάς του, εφ' όσον δε παρήρχετο ο χρόνος, τόσον επείθετο ότι η νίκη μόνον βαθμιαίως ηδύνατο να κερδηθή. Εξ άλλου ο Ροΐδης δεκάκις εχαρακτηρίσθη υπό του Παλαμά (128) ως «ο εξ ίσου αποτροπιαζόμενος τα τετριμμένα και τα άμετρα· ο συμβολίζων το μέτρον, την υγείαν, τον ορθόν λόγον, την αλήθειαν και την χάριν, εις εποχήν που είχε και που έχει πέρασιν η αμετροέπεια, η διανοητική πώρωσις, ο παραλογισμός, το ψεύδος, η αμάθεια». Εάν λοιπόν, παρά τινας επιφυλάξεις στρατηγικής μάλλον φύσεως, εθαύμαζε τας επιστημονικάς θεωρίας η τα ποιητικά αριστουργήματα κορυφαίων τινών δημοτικιστών, αποτροπιάζετο διά τα εν ονόματι της δημοτικής τελούμενα υπό ασυντάκτου ασκερίου.

Ως έγγραφεν από της 5 Νοεμβρίου 1877 εις τον Βαλαωρίτην, «ο λογιωτατισμός πνέει ήδη τα λοίσθια, η αλογία όμως παραμένει και υπερακμάζει, το δε κακόν είνε ότι έμαθε να ομιλή ουχί μόνον σχολαστικά, αλλά και δημοτικά». Εφοβείτο «την αμετροέπειαν και την αμάθειαν» πολλών αυτοχειροτονήτων μεταρρυθμιστών. Εφοβείτο, και εφοβείτο δικαίως, ότι πολλοί νεωτερισμοί γενόμενοι άνευ μέτρου, άνευ μελέτης και προ παντός άνευ γλωσσικής καλαισθησίας, νεωτερισμοί οίτινες απετέλεσαν αρχικώς τον λεγόμενον μαλλιαρισμόν (129), εκνευρίζοντες το κοινόν και γελοιοποιούντες τον όλον αγώνα, θα προεκάλουν κατά της δημοτικής, λογιζομένης αδίκως υπευθύνου εκτρωματικών τινων κατασκευασμάτων, τρομεράν αντίδρασιν και καταφοράν.

Πόσον δε κατά τούτο ο Ροΐδης είχε δίκαιον δεικνύων τα από εννεαετίας προ των οφθαλμών μας εκτυλισσόμενα.

VI Η Δύσις

Τόση και τοιαύτη εργασία επέβαλε το όνομά του εις την κοινήν γνώμην. Όσα έλεγε και όσα έγραφεν ο Ροΐδης περιέβαλλεν εξαιρετική αίγλη.

Ο Ροΐδης, έγραφεν το «Νέον Άστυ» την 9 Ιανουαρίου 1909, υπήρξε πράγματι ο ήρως τον Αττικού πνεύματος κατά την τελευταίαν τεσσαρακονταετίαν και θα έκαμνε την τύχην του όστις, παρ' όσα είχε γράψη, είχεν απαρτίση ένα τόμον από όσα έλεγεν εις φιλικάς ομιλίας, εις τας σπανίας εμφανίσεις εις τον κόσμον, εις τας ολιγολόγους εκείνας αλλά δηκτικάς απαντήσεις, τας οποίας έδιδεν όταν ήθελε να τον πειράξη κανείς».

Τον Ροΐδην, ήρωα του Αττικού πνεύματος, ύμνησε και ο Σουρής εις τους ωραίους στίχους τους οποίους έγραψε την επομένην του θανάτου του:

Μία πένθιμη ρίμα στου Ροΐδη το μνήμα.

Ο Μώμος, που μας πείραξε με το δικό σου στόμα, τρις γέλασε, τρις έκλαψε στου τάφου σου το χώμα,

κ' η ξακουστή σου Πάπισα κ' η σάτυραις κ' η Σκνίπαις κ' εκείνα που μας έλεγες, κ' εκείνα που δεν είπες, έστησαν μες στο Πάνθεον της Τέχνης την μορφή σου, κ' εκείνοι που σ' αφώρισαν βλογούν την κορυφή σου.

X

Στου Ζαχαράτου τη γωνιά θαρρώ και τώρ' ακόμα πως του Μανώλη με καλεί χαριτωμένο σκώμμα, κι ακούω μες' από σοφό, μα κάτισχνο κουφάρι, τους σαρκασμούς τους Αττικούς με μια περίσσια χάρι.

X

Αυτήν δεν του την έσβυσε κανένας κρύος τρόμος, κανένα πόνου βάρος, την πήρε μόν' ο Χάρος, κ' έγεινε σκωπτικότερος ο κάθε μώμου μώμος.

Ουχί ολιγώτερον του πνεύματος του Ροΐδου εξετιμώντο τα έργα του, τα οποία και εις το μυθιστόρημα και εις την κριτικήν και τελευταίον εις το διήγημα ήνοιξαν νέους δρόμους εις το ελληνικόν πνεύμα. Ετι δ' ίσως πλέον των έργων εθαυμάζετο ο τρόπος με τον οποίον ταύτα εγράφησαν, το ύφος εκείνο το εύηχον, εύστροφον, συμμετρικόν και απρόοπτον, εις ο αι φράσεις δεν επλέκοντο προς αλλήλας σφικτά ως κρίκοι θώρακος, το ύφος το τόσον προσωπικόν, ώστε, όπως ελέχθη πολλάκις, ήρκει ν' αναγνώση τις την πρώτην γραμμήν μιας σελίδος διά να μαντεύση ότι αύτη είχε γραφή υπό του Ροΐδου.

«Εις κάθε σελίδα του, λέγει ο κ. Δ. Κακλαμάνος, του οποίου το άρθρον πρέπει και πάλιν ν' αναφέρωμεν, συνέθετε, ανασυνέθετε, διώρθωνε, μετέβαλλε την σειράν των λέξεων, αντικαθίστα, ετόρνευεν, εστίλβωνεν, ελέπτυνεν, επελεκούσεν ως να επρόκειτο περί αληθούς κομψοτεχνήματος. Είχε διά τούτο και το ύφος του κάτι το περίτεχνον και το εξεζητημένον κάποτε. Αλλά ποία απόλαυσις αντί του μικρού αυτού ψεγαδίου; Ποίον ύφος σφιγκτόν, δεμένον, αρμονικόν έντονον, γραφικόν, με απροόπτους σπινθηρισμούς, με λάμψιν σπανίαν, κάτι ως το ύφος των συγγραφέων εκείνων, περί των οποίων ελέχθη ότι χρειάζεται κανείς χρωματιστά γυαλιά διά να διαβάζη τα γραφόμενά των».

Την ευσυνειδησίαν, ην εξαίρει ο κ. Κακλαμάνος, επιβεβαιοί η μελέτη των τετραδίων του. Τετράδια ο Ροΐδης είχε πλείστων ειδών. Εκείνα εις α όπως ο Δωδέ εσημείου τας ιδέας ή τας σκέψεις ας εχρημοποίει βραδύτερον εις τα έργα του. Τετράδια εις α έγραφε τα σχέδια των έργων του· ενταύθα δε καταφαίνεται σαφέστερον η μέθοδος του της εργασίας, προ παντός δ' αι αποκοπαί και αι συμπτύξεις εις ας υπέβαλλεν αδιακόπως τα χειρόγραφά του. Τετράδια εις α συνέλεγεν ότι εκάλει: «Νεοελληνισμούς», δηλαδή τας μωρίας και τας τερατώδεις διαπλάσεις λέξεων, ας ανεύρισκε μετά χαράς εις τα γραφόμενα των αυτοκαλουμένων δοκίμων συγγραφέων. Τέλος δε τα τετράδια εκείνα εις α προσεπάθει να θησαυρίση τον πλούτον της δημοτικής. «Οσάκις, μου γράφει ο φίλος του κ. Α. Ζ. Στεφανόπολις, ήκουε λέξιν εικονικήν, οσάκις εύρισκεν έν τινι βιβλίω ή εφημερίδι λέξιν αρμονικωτέραν της εις αυτήν ανταποκρινομένης καθαρευούσης, την αντέγραφεν. Εζήτει έπειτα την παραγωγήν της, την σημασίαν ην είχεν άλλοτε και εκείνην ην έχει τώρα. Ο Ροΐδης ειργάζετο ως βενεδικτίνος μοναχός και προσεπάθει να καταστήση όσον ένεστι τελειοτέραν συλλογήν (130)».

Αλλ' η πάνδημος αύτη αναγνώρισις, καθαρώς ηθικού χαρακτήρος και εις στενόν κύκλον περιοριζομένη (131), δεν επηρέασε πολύ τον ιδιωτικόν του βίον. Ούτος καθίστατο οσημέραι μάλλον δύσελπις και μελαγχολικός (132).

Εις τούτο συνέτεινον ολίγον μεν αι υλικαί στερήσεις, διότι ταύτας υπέφερε θαρραλέως, ενθαρρυνόμενος υπό της υπεργήρου μητρός του, ήτις εις τους εμμέσως προσπαθούντας να την παρηγορήσωσι διά τ' απολεσθέντα πλούτη απήντα μετ' αριστοκρατικής στωικότητος, «και οι Βουρβώνοι εδυστυχήσανε», πολύ δε η προϊούσα ηλικία, και ιδίως τ' αλλεπάλληλά του δυστυχήματα.

Εκ τούτων τα μάλλον σκληρά (133) δι' αυτόν υπήρξαν η αυτοκτονία του αδελφού, τοσούτω τραγικωτέρα καθ' όσον εδέησε να την αποκρύψη από την μητέρα του, ο θάνατος του Τρικούπη εις ον μέχρι τέλους έτρεφεν απεριόριστον αγάπην και πίστιν και ου μαθών το θλιβερόν τέλος εδάκρυσε πικρώς (134), τέλος αι εθνικαί μας αποτυχίαι: η πτώχευσις του 1893 και ο πόλεμος του 1897. Άριστα γνωρίζων τα της Ιλλυρικής χερσονήσου, εγνώριζεν ότι τα ατυχήματά μας θα είχον βαθυτάτας συνεπείας διά το Μακεδονικόν ζήτημα, εκ των πρώτων δε ησθάνθη την ανάγκην του φανατισμού της νεολαίας όπως εν τη ώρα της υπερτάτης κρίσεως είμεθα αρκετά φρονιματισμένοι διά ν' αντιμετωπίσωμεν τον Βουλγαρικόν κίνδυνον (135).

Ως κορύφωμα δε των ατυχιών του ήλθεν η κατά το 1895 και το 1902 απόλυσίς του εκ της θέσεως του Εφόρου της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Κρίνων ταύτην ο Αλέξανδρος Βυζάντιος έγραφεν εν τη «Νέα Ημέρα»:

«Υπάρχουν προσωπικαί τινες μεταβολαί χαρακτηρίζουσαι εκφραστικότατα τα παρ' ημίν πολιτικά ήθη, ή μάλλον την παρ' ημίν κομματικήν κακοήθειαν. Ο κ. Ροΐδης είνε είς εκ των χαριεστάτων πεζογράφων, είς των επιφανεστάτων λογίων της συγχρόνου Ελλάδος, πανταχού δε της Ευρώπης τοιούτοι ανδρες θεωρούνται τιμή του έθνους όλου και εγκαύχημα όλων των κομμάτων. Αλλ' αι νεοελληνικαί φατρίαι ουδέν έχουσι κυριολεκτικώς ιερόν και όσιον. Και ο συγγραφεύς της «Παπίσσης Ιωάννας» και των «Ειδώλων» εθυσιάσθη. Τοιαύται πράξεις δικαιολογούσι πληρέστατα τους ισχυριζομένους ανέκαθεν ότι η κομματοκρατία, ως διεμορφώθη παρ' ημίν, εξαχρειοί και εξαγριοί συστηματικώς τον τόπον. Σημειωτέον δ' ότι ο κ. Ροΐδης και ως έφορος της Βιβλιοθήκης ανεδείχθη αληθής ειδικότης. Ότε διωρίσθη, η Βιβλιοθήκη περιείχεν εν συνόλω 75,000, σήμερον δε περιέχει τόμους 170,000. Εκ τούτων, ως προκύπτει εκ των ετησίων πρυτανικών εκθέσεων, τα τρία τέταρτα, τουλάχιστον, προέρχονται εκ δωρεών, τας δε δωρεάς προεκάλεσεν άοκνος ανταπόκρισις. Πρότερον η Βιβλιοθήκη δεν είχεν άλλον κατάλογον, πλην των μηδεμίαν παρεχόντων ασφάλειαν κινητών δελτίων. Σήμερον υπάρχει επτάτομος έντυπος κατάλογος, ού μόνον ασφαλίζων την βιβλιακήν περιουσίαν, αλλά και χρησιμότατος εις τους μελετώντας. Επί του κ. Ροΐδου συνελέχθησαν εκ των μοναστηρίων της ελευθέρας Ελλάδος και πλείστων της δούλης διά νομαρχών και προξένων υπέρ τα 1500 χειρόγραφα, εν οις ουκ ολίγα πολύτιμα. Τούτων συνετάχθη και ετυπώθη περιγραφικός κατάλογος προκαλέσας τα συγχαρητήρια πάντων των ειδικών Ευρωπαίων. Ο κ. Ροΐδης εν τη Βιβλιοθήκη δεν ήτο υπηρέτης κόμματος. Τουναντίον επροστάτευε πάντοτε τους ικανούς υπαλλήλους, μη αποβλέπων εις την κομματικήν αυτών προέλευσιν, ως τιμήν του δ' εθεώρει, ότι συνετέλεσε να διορισθή επιμελητής των χειρογράφων ανήρ οίος ο Σακκελίων και επιμελητής του νομισματικού Μουσείου οίος ο Σβορώνος. Τόσον ήτο γνωστόν ότι επί Ροΐδη εξωρίσθη εκ της Βιβλιοθήκης η πολιτική, ώστε κορυφαίοι του νυν κρατούντος κόμματος, ο κ. Ζαΐμης, ο κ. Τυπάλδος και άλλοι πολλοί παρενέβησαν αυθορμήτως υπέρ του διαπρεπούς λογίου. Αλλ' οι κομματάρχαι δεν έχουσι σπλάγχνα, ή μόνον υπέρ των κολάκων, ους απαντώσιν εις τους αντιθαλάμους των. Ο κ. Δηληγιάννης προσέταξε να παυθή ο κ. Ροΐδης και ο Ροΐδης επαύθη, καίτοι ήκουσα ότι και αυτός ο Βασιλεύς παρέστησε το τερατώδες τοιούτου πραξικοπήματος κατά των Ελληνικών γραμμάτων. Μετά τοιαύτην απόλυσιν δικαιούται τις να ερωτήση εις τι χρησιμεύουσιν εν Ελλάδι η ευφυία, η παιδεία, η ικανότης και αν δεν είνε φρονιμώτεροι οι μη φροντίζοντες να επιβαρυνθώσι διά των περιττών τούτων εφοδίων, αλλά περισσαίνοντες ένα οιονδήποτε κομματάρχην».

Πόσον δε τας ιδέας του Βυζαντίου συνεμερίζετο η κοινή γνώμη δεικνύει ότι και κυβερνήσεις μη Τρικουπικαί, ως η του κ. Ράλλη (1897), έσπευδον ν' αναδιορίσωσι τον παυθέντα έφορον. Προσήχθη τω 1902 ως δικαιολογία της απολύσεως του Ροΐδου ότι ήτο ανάγκη ν' αποδοθή δικαιοσύνη εις τον εκάστοτε υπό των μη Δηληγιαννικών κυβερνήσεων απολυόμενον έφορον κ. Γ. Κωνσταντινίδην. Καθήκον έχομεν ν' αναγνωρίσωμεν ότι ο κ. Κωνσταντινίδης εξεπλήρου τα καθήκοντα του μετά πλείστου ζήλου και δραστηριότητος, αλλά τα πράγματα απέδειξαν έκτοτε ότι διά τον συγγραφέα της «Ιστορίας των Αθηνών» ηδύνατο να ευρεθή και άλλη θέσις και δη ισόβιος (136). Ο Ροΐδης λοιπόν εθυσιάσθη εις τον βωμόν των κομματικών παθών, και εθυσιάσθη καθ' ην εποχήν ολίγοι μήνες έλειπον όπως συμπληρώση την σύνταξίν του και ενώ η δυσχερής του οικονομική θέσις ήτο αρκούντως γνωστή. Είχεν άδικον ο Βυζάντιος ομιλών περί κομματικής κακοηθείας;

* * *

Εν μέσω τόσων θλίψεων τα έτη παρήρχοντο. Τον κομψόν οίκον της οδού Φιλελλήνων, εις τον οποίον την χρυσήν νεολαίαν του 1870 είχον αναπληρώση οι λόγιοι και οι πολιτευόμενοι, αλλ' όστις είχεν εμμείνη πλαίσιον αντάξιον του φιλοξένου και καλλιτέχνου οικοδεσπότου (137), διεδέχθη από του 1895 εκατοντάδραχμον πάτωμα παλαιάς οικίας της οδού Νικοδήμου. Εκεί, εις δύο βημάτων απόστασιν (και η σύμπτωσις είνε αρκετά περίεργος) της Χρυσοροΐδενας εκείνης, ην προ δυο αιώνων είχον εγκαταλείψη φεύγοντες οι προπάτορές του, διήλθεν ο Ροΐδης τα δέκα τελευταία και πικρότατα έτη της ζωής του. Η αυξάνουσα κωφότης καθίστα καθ' ημέραν δυσκολωτέραν την επικοινωνίαν μετά των παλαιών φίλων, αίτινες, ειρήσθω προς τιμήν των, ουδέποτε ούτε την μητέρα του ούτε αυτόν ελησμόνησαν (138). Η δε οσημέραι φθίνουσα υγεία του, εν ώ τον είχε καταδικάση ούτως ειπείν εις ακινησίαν, καθίστα εις αυτόν δυσχερές το γράφειν και ούτω τον εστέρει και αυτής της υπερτάτης απολαύσεως. Είς των διακαεστέρων πόθων του ήτο να γράψη τον βίον του Τρικούπη· όπως δε μοι έλεγεν η μήτηρ του, εις ην μόνην το εξεμυστηρεύθη, η σκληροτέρα δι' αυτόν απογοήτευσις υπήρξεν η συναίσθησις ότι δεν είχε πλέον τας σωματικάς δυνάμεις και ίσως και την διανοητικήν ακμήν, αίτινες απητούντο διά τοιούτον έργον.

Προ ολίγου χρόνου έπεσεν εις χείρας μου έργον περί των τελευταίων ετών του Μπετόβεν. Εφρικίων βλέπων οποίον τέλος επεφύλασσετο εις τον γέροντα υπό της κωφότητος απομονωθέντα και εις ράκος εγκαταλελειμμένον θεόν της Συμφωνίας. Εφ' όσον όμως ανεγίνωσκον τας πράγματι οδυνηράς εκείνας σελίδας, ενόμισα αίφνης ότι έβλεπον εκτυλισσομένας εμπρός μου τας τελευταίας ημέρας του μεγάλου Έλληνος συγγραφέως διά τον οποίον, όπως έγραφεν ο κ. Νιρβάνας (139) «το μέλλον θ' ασχοληθή περισσότερον και δικαιότερον από το παρόν».

Α. Μ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Οικογένεια Ροΐδη εν Ζακύνθω.

(Εκ πληροφοριών Λεωνίδα Χ. Ζώη).

Την οικογένειαν του κόμητος Ροΐδη εν Ζακύνθω απαντώ το πρώτον κατά το έτος 1633.

— Ο Νερούτσος Ροΐδης έμπορος εξ Αθηνών ήτο εν Ζακύνθω τη 10 Μαρτίον 1633 και 1 Απριλ. 1636. (Βλέπε παρά τω Αρχειοφυλακείω Συμβολαιογράφου Ιωάν. Φραντζήν — σελ. 140 και 159).

— Τη 28η Οκτωβρίου 1715 η αρχόντισοα Άννα λεγομένη Ανδραμηδού δίδει την προίκα της θυγατρός της Μαρίας, υπανδρευομένης τον ευγενή Κόντε Γεώργιον Ροΐδην, κατά το από 22 Νοεμβρίου 1713 προικοσύμφωνον (Βλέπε Σ/γράφον Δημήτριον Πυρρήν — - σελ. 109).

— Εκ του Γεωργίου Ροΐδου και της Μαρίας, ως άνω, εβαπτίσθη, τη 27 Οκτωβρίου 1720 παιδίον άρρεν και ωνομάσθη υπό του αναδόχου του Νικόλαος. (Βλ. Ληξιαρχ. βιβλία ναού της Θεοτόκου Φανερωμένης εν τη πόλει Ζακύνθου).

— Εν τοις Ληξιαρχικοίς βιβλίοις του εν τη αυτή πόλει ναού της Αναλήψεως αναγινώσκω· «1733 στας 5 Οκτωβρίου. Έθαψα τον ευγενή Κόντε Γεώργιον Ροΐδη· ήτον από την Αθήνα και έπειτα ήρθε εις την Γαστούνη· ήτον χρονών 70».

— Εκ του Νικολάου Ροΐδου, νυμφευθέντος (τη 29 Οκτωβρ. 178 (;). Βλ. Ληξιαρχικά βιβλία ναού Αγίου Νικολάου Γερόντων εν τη πόλει Ζακύνθου) την Μπετίναν Ιακώβου Γρυμάνη, εγεννήθησαν τέκνα προ του γάμου (εκ της αυτής συζύγου), η Ζαχαρένια (1763), η Αναστασία (1765), ο Διονύσιος και ο Αντώνιος· ίσως εγεννήθησαν και άλλα, τα οποία δεν γνωρίζω, καθώς τυγχάνει άγνωστος και ο χρόνος γεννήσεως των Διονυσίου και Αντωνίου μη σημειούμενος εν τοις ληξιαρχ. βιβλίοις του ως άνω ναού της Αναλήψεως.

— Ο Νικόλαος Ροΐδης, όστις εχρημάτισε και συμβολαιογράφος Ζακύνθου από του 1793 — 1805, απέθανε περί το 1805.

— Ο υιός του Διονύσιος απέθανε τη 30 Ιανουαρίον (και όχι τη 30 Ιουνίου, ως εσφαλμένως έγραψε εν τω Ζακυνθίω περιοδικώ «Κυψέλη», έτος Β', σελ. 262) του έτους 1835 εις ηλικίαν 72 ετών. (Βλέπε ληξιαρχ. βιβλία ναού Αναλήψεως).

- Ο έτερος υιός του Νικολάου, αδελφός του Διονυσίου, απέθανε τη 22 Ιουνίου 1847 εις ηλικία 83 ετών. (Βλ. Libri di morte 1847 παρά τω @Αρχ] κείω). Ούτος, πιστεύω, είνε και ο τελευταίος εν Ζακύνθω Ροΐδης, μετά τον θάνατον του οποίου εξέλιπε και η οικογένεια αύτη· εκ θηλυγενείας όμως η οικογένεια αύτη συγγενεύει μετά των οικογενειών Κανάλε και Καντακίτου.

- Περί συμμετοχής των Ροΐδη εις την εκστρατείαν του Μοροζίνη, της αμοιβής αυτών διά του τίτλου του Κόμητος και κτημάτων εν Ηλεία (ή Αρρκαδία;) είνε γνωστά δι'οικογενειακών εγγράφων.

- Εξ' άλλου εγγράφου τηρουμένου παρά τω @Αρχ] κείω ημών, φαίνεται καταγεγραμμένη τω 1817 η κινητή και ακίνητος περιουσία των αδελφών Διονυσίου και Αντωνίου Ροΐδη, (Filze diversorum).

- Ο Διονύδιος Ροΐδης εσπούδασεν εν Παταυΐω φυσικομαθηματικάς επιστήμας και την ιατρικήν, συνεχεσχετίσθη προς διαφόρους επιφανείς ιταλούς, ήτο εγκυκλοπαιδικώτατος και εστιχούργει λατινιστί και ιταλιστί. Πάσχων εκ ποδάγρας και έχων ιδιοτροπίας δεν προσεκαλείτο προς θεραπείαν ασθενών, ηναγκάζετο δε να μετέρχηται τον διδάσκαλον, διδάσκων εν τω Λυκείω Ζακύνθου λατινικά, ιταλικά και γαλλικά, λαμβάνων μηνιαίως 24 τάλληρα. Τας ιδιοτροπίας του Ροΐδου εσατύρισεν ο ποιητής Σολωμός εν τη «Πρωτοχρονιά» και τω «Ιατροσυνεδρίω».

- Ο Ροΐδης έγραψεν επιγράμματα, ωδάς, σατύρας και ύμνους λατινιστί και ιταλιστί, εξ ων μνημονεύονται: «La Motoneide», εποποιία εξυμνούσα Μοθωναίόν τινα αριστεύσαντα κατά την επανάστασιν της Πελλοπονήσου — «Passio del N. S. Gesù»-«Inno al principe reggente Georgio»-«Dissertazione epistolare ecc....»-«Διάλογοι περί του ψύχους του 1832» και άλλα. (Βλ. και Ν. Κατραμή «Φιλογικά Ανάλεκτα» Ζακύνθου — σελ 438.).

ΣΥΡΙΑΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΥΡΙΑΝΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ

Εντρέπομαι να το ομολογήσω. Επέρασαν οκτώ μήνες αφ' ότου υπανδρεύθην και είμαι ακόμη ερωτευμένος με την γυναίκα μου, ενώ ο κυριότερος λόγος διά τον οποίον την επήρα ήτο, ότι δεν μου ήρεσκε διόλου η κατάστασις ερωτευμένου. Δεν πιστεύω να υπάρχη άλλη αρρώστια τόσον βασανιστική. Ούτε όρεξιν είχα, ούτε ύπνον, ούτε διάθεσιν να εργασθώ ή να διασκεδάσω. Εκτός της Χριστίνας, όλα τα άλλα τα εύρισκα άνοστα, ανάλατα, ανούσια και πληκτικά. Ενθυμούμαι ότι μίαν ημέραν εις το ξενοδοχείον έκαμα όλον τον κόσμον να γελάση, παραπονεθείς ότι ήτο ανάλατη και η λακέρδα. Οι συγγενείς μου δεν ήθελαν αυτόν τον γάμον, διά τον λόγον ότι εκείνη δεν είχε τίποτε, και ουτ' εγώ πολλά. Την πατρικήν μου οικίαν, τρεις χιλιάδας δραχμάς εισόδημα από δυο αποθήκας και μίαν θέσιν εκατόν εξήντα δραχμών. Πώς λοιπόν ήτο δυνατόν να ζήσωμεν με αυτά αφού η νέα, αν και χωρίς προίκα, ήτο μοναχακόρη καλομαθημένη και αγαπούσε τον καλόν κόσμον, τας διασκεδάσεις, τα στολίδια και τους χορούς; Όσα μου έλεγαν τα εύρισκα όλα σωστά! Δεν ημπορώ καν να είπω προς δικαιολογίαν μου ότι μ' ετύφλωσε το πάθος, ούτε πιστεύω να υπάρχη άνθρωπος θετικώτερος από εμέ. Οι άλλοι ερωτευμένοι φαντάζονται την απόλαυσιν της φιλτάτης των ευτυχίαν τόσω μεγάλην, ώστε δεν φοβούνται να γελασθούν αγοράζοντες αυτήν εις οποιανδήποτε τιμήν. Εγώ όμως δεν ήμην ρωμαντικός. Τίποτε έκτακτον δεν ωνειρευόμην, αλλά μόνον να επανέλθουν τα πράγματα εις την τακτικήν αυτών κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκοντο πριν ερωτευθώ. Την μακαρίαν εκείνην κατάστασιν την ενθυμούμην με τον φλογερόν πόθον με τον οποίον ενθυμείται ο άρρωστος τον καιρόν όπου ήτο υγιής. Την Χριστίναν την ήθελα μόνον και μόνον διά να την απολαύσω, να την χορτάσω, να την βαρεθώ και ν' αρχίσω έπειτα, καθώς πριν, να τρώγω, να κοιμούμαι, να πηγαίνω εις τον περίπατον και να παίζω πρέφαν και κοντσίναν εις την λέσχην. Και πάλιν όμως δεν θ' απεφάσιζα να την νυμφευθώ, αν δεν συνέβαινε ν' αποθάνη κατ'εκείνας τας ημέρας από την στέρησιν και την κακοπάθειαν γέρων θείος μου, τον οποίον επιστεύαμεν όλοι απένταρον, βλέποντες αυτόν να ενδύεται ως Διογένης και να τρέφεται ως ασκητής. Πάσχων προ καιρού από το στήθος, μου είχε ζητήση εκατόν δραχμάς διά ιατρόν και ιατρικά. Αντί όμως να τας μεταχειρισθή προς τοιούτον σκοπόν, είχε προτιμήσει να προσθέση και αυτάς εις άλλας πενήντα χιλιάδας, όπου είχε κρυμμένας εις το αχυρόστρωμα επί του οποίου ευρέθη ένα πρωί νεκρός. Το παθημά του μ' έκαμε να σκεφθώ, ότι θα ήτο ανοησία να εξακολουθώ να βασανίζωμαι από την αϋπνίαν και την ανορεξίαν, αφού είχα τα μέσα να ιατρευθώ. Την Χριστίναν την επήρα καθώς πέρνει κανείς κινίνον διά ν' απαλλαχθεί από τον πυρετόν.

Αν και ήμην ανυπόμονος, ηναγκάσθην από την κοινήν πρόληψιν και τον δεσπότην μας Λυκούργον να περιμείνω το τέλος του Μαΐου διά να στεφανωθώ. Ευθύς μετά τον γάμον επήγαμεν να περάσωμεν το μελοφέγγαρον εις την Ζιάν. Ημπορώ να είπω ότι είδα εκεί καλάς ημέρας. Το νησί ήτο καταπράσινον, το εξοχικόν μας σπίτι αναπαυτικόν, τα τρόφιμα εξαίρετα, ο καιρός ωραίος και ακόμη ωραιοτέρα η Χριστίνα. Εκείνο όπου μ' έκαμε να την προτιμήσω από όλας, είνε ότι μόνη αυτή δεν είχε κανέν από τα συνειθισμένα παρθενικά ελαττώματα, διά τα οποία αηδίαζα εν γένει τας κορασίδας. Ούτε λιγνή, ούτε αναιμική, ούτε εντροπαλή, ούτε πολύ νέα. Πιστεύω μάλιστα ότι ήτο κατά τι μεγαλειτέρα από εμέ. Εικοσιέξ έως εικοσιοκτώ ετών, μελαχροινή, με ανάστημα, με ώμους, με στήθος, με φλόγα εις το βλέμμα και κομψότατα υποδηματάκια. Διά να μη φανή απίστευτον το άθροισμα τόσων χαρισμάτων αρκεί να προσθέσω ότι ήτο Σμυρναία.