Part 4
Εις την αιωνίαν ταύτην νεότητα συντελούν τα μάλιστα αι αριστοτεχνικαί γελοιογραφίαι, του κ. Θέμου Αννίνου, αλλ' όχι ολιγώτερον η υπό ποικίλα ψευδώνυμα ποικίλη όσον και άφθονος συνεργασία του Ροΐδου.
Δεν πιστεύω ποτέ ουδ' εις τάριστα των ευρωπαϊκών σατυρικών περιοδικών να έγεινε τόση σπατάλη πνεύματος και δη πνεύματος τοιαύτης ποιότητος· πνεύματος όπερ μεταπηδά από των «gaminerie» ενός μποέμ, εις την λεπτήν ειρωνείαν Άγγλου χιουμουριστού, διά να εξαρθή τέλος εις την βαθείαν πολιτοκοινωνικήν σάτυραν ενός Λουκιανού, ενός Σουίτ, ενός Σαμφώρ.
Εξηγούμαι διά παραδειγμάτων. Ο «Ασμοδαίος» (αριθ. 4) περιέχει την εξής ειδοποίησιν:
«Την γελοιογραφίαν του παρόντος φύλλου κατέφαγεν η αδιακρισία του νιτρικού οξέως. Ζητούντες σνγγνώμην παρά των συνδρομητών διά το χημικόν δυστύχημα υποσχόμεθα αυτοίς εν τω επομένω φύλλω λαγούς με πετραχήλια».
Ενταύθα το πνεύμα δεν ανυψούται άνω του επιπέδου ευφυούς και λεπτής παιδιάς. Πρόκειται όμως περί απλής ειδοποιήσεως. Διεξερχόμενοι δε τας «Σκνίπας» σημειούμεν, κατά τύχην, τα εξής:
«Παρατηρούντες προχθές εν Φαλήρω τας καλλίστας εκεί δεσποινίδας και ωραίας κυρίας ομολογούμεν, ότι αληθές κηπουρικόν θαύμα επέτυχεν η Εταιρεία, κατορθώσασα να μεταφυτεύση επί αλμυράς άμμου τόσον εύοσμα άνθη και τόσους ευώδεις καρπούς. Έπρεπεν όμως να φυτευθώσιν εν τω γυμνώ τούτω παραδείσω και δένδρα τινά οιουδήποτε είδους. Πιστεύωμεν ότι το της γνώσεως του καλού και του κακού ήθελεν αναπτυχθή εκεί θαυμασίως».
Το πνεύμα γίνεται λεπτότερον, χαριέστερον, πρωτοτυπότερον αλλά μένει πνεύμα χιουμοριστού παίζοντος και γελώντος· αλλά τότε, όταν ο Ροΐδης γράφη σκέψεις ως τας εξής:
«Αποστολή παρ' ημίν της Εκκλησίας είνε να μας οδηγήση ουχί εις τον Ουρανόν αλλ' εις την Κωνσταντινούπολην».
«Η φιλομάθεια του Έλληνος πολύ ομοιάζει την ευσέβειαν του Ιταλού χωρικού, όστις γίνεται καπουκίνος, ουχί όπως κατακτήση τον παράδεισον, αλλά μόνον όπως τρώγει χωρίς να σκάπτη».
«Καθ' ην ώραν πίπτει βροχή νομοσχεδίων, λαμβάνομεν και ημείς το θάρρος να υποβάλλωμεν το ακόλουθον· Περί τηρήσεως των κειμένων νόμων».
Όταν, λέγω, γράφη τοιαύτας σκέψεις, ασφαλώς συνοψίζει εν υπογραμματική και καλλιλογική μορφή τας κυριωτέρας των κατατρυχουσών την νεωτέραν Ελλάδα ασθενειών: το μονομερές του παρ' ημίν θρησκευτικού αισθήματος, την προς τας σκληράς και επιπόνους, αλλά πράγματι και τας μόνας προσοδοφόρους εργασίας απέχθειαν, τέλος την μαστίζουσαν ημάς ανέκαθεν νομοθετικήν μανίαν, ήτις μας προσομοιάζει προς ασθενείς οίτινες, αντί ν' ακολουθήσωσι προδιαγραφείσαν δίαιταν, ελπίζουσι Θεραπείαν διά της αδιακόπου ανανεώσεως συνταγών.
Η σύνταξις του «Ασμοδαίου» υπήρξεν η γέφυρα, ήτις ωδήγησε τον Ροΐδην προς την πολιτικήν. Τίποτε, ούτε παραδόσεις οικογενειακαί, ούτε συμφέροντα, ούτε προσωπική διάθεσις, συνέδεον τον Χίον ομογενή με τα πολιτικά.
Κατ' αρχάς ο «Ασμοδαίος» ήτο φύλλον καθαρώς κωμικόν· ταχέως όμως η κατά βάθος εξόχως πατριωτική και τιμία φύσις του Ροΐδου παρεσύρθη εκ της ακριβεστέρας αντιλήψεως της καταστάσεως.
«Το ν' ασχολήται τις εν Ελλάδι, γράφει κάπου, εις γενικά και απλώς θεωρητικά ζητήματα είνε περίπου το αυτό, ως εί χειρουργός, περικυκλούμενος υπό ηλκωμένων, αντί να μεταχειρίζεται την μάχαιραν και το πυρ κατά της σαπράς σαρκός, κατεγίνετο συντάσσων πραγματείας περί πυαιμίας και φαγεδαίνης».
Αγανακτήσας λοιπόν κατά της πολιτείας του Βούλγαρη «δεσποτικού άνευ έρωτος προς την τάξιν και στασιαστού άνευ έρωτος προς την ελευθερίαν» (Αναστ. Βυζάντιος (95) ), κατά της παραβιάσεως και αυτών των τύπων του Συνταγματικού πολιτεύματος, της διά εκλογικής νοθείας και παντοίας αυθαιρεσίας παρεισφρήσεως εν τη Βουλή ή τη Διοικήσει παντός αμφιβόλου στοιχείου, της μεταβολής εις οίκον σιμωνίας αυτών των υπουργείων της δικαιοσύνης και της παιδείας (96) ο «Ασμοδαίος», μ' ερυθρούς εξ αγανακτήσεως τους οφθαλμούς (97), αντήλλαξε τα κρόταλα του γελωτοποιού αντί του μαστιγίου της σατύρας (98).
Ποίαν δε χρήσιν έκαμε της μάστιγός του μαρτυρούσιν οι εκδαρέντες ώμοι εκείνων, καθ' ων αύτη απηνώς κατεφέρετο. Η τύχη τούτων ολίγον ήτο αξιόζηλος· «τους περιέμενεν, όπως έγραφεν ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (99), οδυνηρόν μαρτύριον, καθώς εκείνο το οποίον εφεύρεν ο φίλος μου Αλή πασσάς διά τον Κατσαντώνην».
Οι αναγινώσκοντες σήμερον τον «Ασμοδαίον» ευρίσκουσιν ενίοτε υπεράγαν προσωπικόν τον χαρακτήρα των επιθέσεών του. Από φιλολογικής όμως απόψεως εξετάζων το πράγμα πρέπει τις να ενθυμηθή ότι σχεδόν πάντες οι οξείς σατυρικοί, πολιτικοί τε και φιλολογικοί αγώνες, μετετράπησαν αρκετά ταχέως εις προσωπικούς. Τι ήσαν αι κατά του φίλου του Φρειδερίκου ακαδημαϊκού Maupertuis σάτυραι, ας τόσον θαυμάζει ο Μακωλέϋ (100), ή δριμείαι προσωπικαί επιθέσεις ηρτυμέναι με αμφιβόλου ποιότητος αστεία; Δια πόσας σατύρας του Βολταίρου δεν δύναται τις να είπη το αυτό; Εξ άλλου είνε γνωστόν ότι ο Βολταίρος εδημοσίευσε σατύρας υπό ονόματα φίλων του· και κατά τούτο τον εμιμήθη ο Ροΐδης (101).
Η πτώσις του Βούλγαρη είχε γεννήση μεγάλας ελπίδας, αίτινες δεν διήρκεσαν πολύ. Η μετά τας εκλογάς σχηματισθείσα συμμαχική Κυβέρνησις Κουμουνδούρου — Ζαΐμη, διώκησεν ίσως ευπρεπέστερον και συνταγματικώτερον, αλλά δεν εγκατέλιπε την μέθοδον της «κομματικής» διοικήσεως. Όπως δ' είχε δείξη επανειλημμένως ο «Ασμοδαίος», ο Στηλιτισμός δεν ήτο άλλο ή απόρροια δωδεκαετούς τοιαύτης πολιτικής. Ήρχισε λοιπόν ο Ροΐδης να πολεμή κατά του Κουμουνδούρου, ον προσωπικώς υπερηγάπα και διά την γλυκύτητα του ήθους και διά την έλλειψιν πάσης επιδιώξεως ατομικών συμφερόντων (102), ολίγον δε κατ' ολίγον προσεκολλήθη εις τον Χαρίλαον Τρικούπην. Πρόσφατα φαινόμενα μας επιτρέπουσι να εννοήσωμεν καλλίτερον τα τότε προς τον Τρικούπην αισθήματα του Ελληνικού λαού. Όπως τα μέσα και κατώτερα στρώματα της κοινωνίας πιστεύουσι μάλλον εις την θαυματουργόν δράσιν βοτάνου ή εις μακράν δίαιταν, ούτω και οι νέοι πολιτικοί λαοί, κυρίως όταν τύχη να ώσι μεσημβρινοί, επιζητούσι την σωτηρίαν από μέσα ταχέα και απλά, προσδοκώντες ταύτην από νόμους ή από άτομον, προ παντός δ' από τους νόμους ους θα συντάξη το άτομον. Το κοινωνικόν τούτο φαινόμενον, γνωστόν σήμερον υπό το όνομα «Μεσσιανισμός», είχεν αναφανή και μετά το 1875, ακριβέστερον δε αφ' ου κατεδείχθη ότι τα ανατρέψαντα τον Βούλγαρην κόμματα δεν είχον την πρόθεσιν ή την δύναμιν να βελτιώσωσιν ουσιωδώς τα κακώς κείμενα. Την εκκόλαψιν του «Μεσσιανισμού» υποβοηθούσι πάντοτε και δειναί εξωτερικαί περιστάσεις, καταδεικνύουσαι το επείγον της ανάγκης της πολιτικής μεταβολής. Σπανίως δε ήτο δεινοτέρα η θέσις του Ελληνισμού ή κατά την συνθήκην του Αγίου Στεφάνου.
Ολίγοι Ελληνες έσχον ποτέ τα προσόντα όσα παρουσίαζε περί το 1878 ο Χαρίλαος Τρικούπης. Εκ μεγάλων οικογενειών πατρόθεν και μητρόθεν έλκων το γένος, έχων μόρφωσιν οίαν δεν έσχε ποτέ άλλος Έλλην και επιβολήν όσην μόνος ο Καποδίστριας, ζήσας επί πλείστα έτη εις την Εσπερίαν και κατακτήσας την συμπάθειαν και την εκτίμησιν πάντων των εις τα της Ανατολής ενασχολουμένων, αγαπώμενος υπό των Ριζοσπαστικών στοιχείων ως συγγραφεύς του «Τίς Πταίει;», και αποσπάσας την εμπιστοσύνην των συντηρητικών διά της πράγματι αγγλικής του εξαμήνου διοικήσεως του 1875, ήτο φυσικόν να γεννήση άπειρον ενθουσιασμόν και απείρους ελπίδας.
Τα αισθήματα ταύτα ταχέως συνεμερίσθη ο υπό ψυχρά και σκεπτικά προσχήματα βαθύς και ενθουσιώδης πατριωτισμός του Ροΐδου. Κατεκτήθη λεληθότως. Κατ' αρχάς εις τους παρατηρούντας ότι ο «Ασμοδαίος» τρικουπίζει, απήντα ότι ο Τρικούπης ασμοδαΐζει. Από του 1877 όμως ετάχθη απροκαλύπτως παρά το πλευρόν του εκ Μεσολογγίου πολιτευτού, συμμερισθείς όλα τα αισθήματα των θερμοτέρων Τρικουπικών και δη του φανατισμού εκείνου, όστις ίσως υπήρξεν η κυριωτέρα αδυναμία και η βαθυτέρα αιτία της σχετικής αποτυχίας του Τρικουπικού κόμματος. Εις τους μέχρις οστέων Τρικουπικούς το υπηρετείν άλλο κόμμα εφαίνετο έγκλημα προς την πατρίδα αφ' ου εις τα όμματά των ουδεμία εκτός του ειδώλου των υπήρχε σωτηρία.
Υπό τοιαύτην δε ψυχολογικήν επίδρασιν έγραψε τω 1879 ο Ροΐδης το Γεννηθήτω Φως, διπλωματικόν φυλλάδιον όπερ, καίπερ είνε έν εκ των ευφυεστέρων και μάλλον μελετημένων έργων του συγγραφέως, προτιμότερον θα ήτο ίσως να μη είχε γραφή.
Δίκαιον όμως εις όλα ταύτα είνε να προστεθή ότι, όπως ορθώς το ετόνισεν ο κ. Κακλαμάνος (103), «ο ανήκων επί τριακονταετίαν εις κόμμα, αλλά σπανίας ευθύτητος και ειλικρινείας Ροΐδης, είνε ο ειπών τας σκληροτέρας αληθείας εις τα κόμματα. Παρ' αυτώ η κατ' επίφασιν αντιφατική αύτη στάσις εξηγείται άριστα, διότι ο μόνος λόγος δι' ον ετρικούπιζε μετά τοσούτου ενθουσιασμού ήτο ότι είχε την πεποίθησιν ότι μόνος ο Τρικούπης ηδύνατο ν' αποσπάση τον καρκίνον εκείνον, εις ον απέδιδε τον διανοητικόν μαρασμόν, (104) την εσωτερικήν κακοδαιμονίαν και τους εξωτερικούς εξευτελισμούς της δυστυχούς ταύτης χώρας».
Αλλ' ας έλθωμεν εις τον περί συγχρόνου ποιήσεως αγώνα.
Χ
Ο αγών ούτος γνωστός εις τους φιλολογικούς κύκλους υπό το όνομα «ο καυγάς με τον Βλάχον» ως εκ του κυριωτέρου αντιπάλου του Ροΐδου (105), ως επίσης και οι λόγοι δι' ους η συζήτησις αύτη τόσην έσχεν απήχησιν, συνωψίσθησαν αρκετά καλώς εν τη πρώτη περί Ροΐδου μελέτη του κ. Ξενοπούλου. («Ποικίλη Στοά», 1891. σελ. 40).
Η πρώτη γνώμη, τολμηρά και αποφασιστική, εξηνέχθη ως εν σχεδίω κατά τινα ποιητικόν αγώνα, εν τη κρίσει της αγωνοδίκου επιτροπείας, ης ο κ. Ροΐδης ετύγχανε εισηγητής. Ο τεχνοκρίτης εκήρυξεν άγονον και ανωφελή ου μόνον τον αγώνα εκείνον, — καθ' ον ουδέν μεν των υποβληθέντων έργων έκρινεν άξιον βραβείου, των πλείστων δ' εξήρε τα γελοία, — αλλά και πάσαν περί ποιητικής παραγωγής απόπειραν εν Ελλάδι, όπου εν τω παρόντι αδύνατον είνε, έλεγε, να βλαστήση ποίησις, ελλείψει των εις την ανάπτυξιν του ποιητού συντελούντων στοιχείων, της περιερούσης ποιητικής ατμοσφαίρας. Κατά της γενικής ταύτης προγραφής διαμαρτυρόμενος ο κ. Άγγελος Βλάχος επεχείρησε ν' αντιτάξη την ποιητικήν φυσιογνωμίαν του Γεωργίου Ζαλοκώστα, ως ισχυρόν επιχείρημα μετ' άλλων πολλών ανισχυροτέρων, εις τα οποία απήντησεν ο Ροΐδης και ανταπήντησεν ο κ. Βλάχος και ήναψεν όντως η μακρά συζήτησις, εις ην και άλλοι έλαβον μέρος και όλοι παρηκολούθουν μετ' ενδιαφέροντος.
Εκτός των προσωπικών — - ων αμφίβολον μένει το κέρδος, αμφότεροι δε οι αντίπαλοι υπέχουσιν αμοιβαίως την ευθύνην, — ανεπτύχθησαν τότε εν τη μικρά αιθούση του Παρνασσού εν μέσω πάντοτε πυκνού ακροατηρίου, πολλαί αισθητικαί θεωρίαι· αν δηλαδή ο ποιητής γεννώμενος έχη χρείαν των καταλλήλων περιστάσεων, όπως αναδειχθή, αν εινε αναγκαίον το ιδανικόν και οποίον το εν Ελλάδι τοιούτον, αν τω όντι έχη επίδρασιν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αν ήσαν ποιηταί αληθώς ή στιχοπλόκοι και μιμηταί οι εν Ελλάδι — και μύριοι άλλοι αισθητικοί κόμβοι, οίτινες έδωσαν μεν αφορμήν εις έκχυσιν ευφυίας και κατασκευήν ωραίων σελίδων, αλλά και συνέτειναν πολύ εις την ανάπτυξιν του παρ' ημίν ποιητικού αισθήματος εν γένει, και εις την διαπαιδαγώγησιν προς την υγιά μελέτην και την αληθεστέραν έμπνευσιν των νεωτέρων μας ποιητών (106)
Απήχησις της συζητήσεως έφθασε μέχρι του εξωτερικού, και η Κυρία Adam αναπτύξασα τα κατά ταύτην απεφήνατο ότι η νίκη έμεινε τέλος εις τον σχόντα, la dernier mot, Ροΐδην. (Οι Σύγχρονοι Έλληνες ποιηταί, Παρίσιοι 1881 σελ. 158). Εν άλλαις λέξεσιν η Ιουλιέττα Λαμβέρ φρονεί ότι ο Ροΐδης ενίκησε, διότι απεστόμωσε τους αντιπάλους του.
Χωρίς να συμμερισθώ την γνώμην του αειμνήστου φίλου Α. Βικέλα, όστις εν τω μέχρις υπερβολής εξικνουμένω πόθο να συμβιβάζη τα διεστώτα επεχείρησεν εμμέτρως ν' αποδείξη, εις τους μετ' αγρίου πάθους παλαίοντας, ότι ήσαν κατά βάθος σύμφωνοι (107), φρονώ ότι ο Ροΐδης ενίκησε όχι μόνον, διότι είχε περισσοτέραν επιμονήν, αλλά διότι είχε και δίκαιον, πλην ότι δεν ενίκησε κατά κράτος διότι έδωκεν υπέρ το δέον δογματικήν μορφήν εις τας ιδέες του.
Εξηγούμαι:
Ψυχραίμως εξετάζων τις μετά πάροδον τριακονταπέντε σχεδόν ετών τα πράγματα, άγεται να πιστεύση ότι έδωκε μεν ο Ροΐδης εις την θεωρίαν του υπερβολικήν πως μορφήν, — αφ' ου και ο ίδιος αναγνωρίζει ότι υπήρξαν παρ' ημίν πολλοί στιχουργοί άξιοι του ονόματος του ποιητού, εν οις και δύο τότε εισέτι ζώντες, ο Βαλαωρίτης και ο Παράσχος (108), βραδύτερον δε απέδωκε τον οφειλόμενον έπαινον εις την μετά το 1880 αναφανείσαν σχολήν — αλλ' όμως, εάν τις αφήνων τας θεωρητικάς συζητήσεις έλθη εις την ουσίαν, θα ίδη ότι η παρούσα γενεά έδωκεν απολύτως δίκαιον εις όλας τας συγκεκριμένας προτάσεις του.
Ποίαι ήσαν αι προτάσεις αύται;
1ον) Ότι κατάλληλος γλώσσα διά την ποίησιν ήτο μόνον η δημοτική. Οι υποστηρίζοντες τω 1877 την πρότασιν ταύτην εν τε τη θεωρία και τη πράξει απετέλουν, εκτός της Επτανήσου, μικράν μειονοψηφίαν. Προ ολίγου ακόμη το Πανεπιστήμιον απέκλειε την δημοτικήν των ποιητικών του διαγωνισμών. Σήμερον πόσοι είνε οι γράφοντες στίχους εις την καθαρεύουσαν;
2ον) Ότι ποιητάς η Ελλάς είχε μόνους εκ μεν των νεκρών τον Σολωμόν, τον Χριστόπουλον, τον Βηλαράν, τον Ζαλοκώσταν, εκ δε των τότε ζώντων τον Βαλαωρίτην και τον Παράσχον. Ποίον όνομα έχει να προσθέση εις τον κατάλογον τούτον αυστηρός σύγχρονος κριτικός; Το του Κάλβου; Αλλά τότε ο Κάλβος παρεγνωρίζετο αμφοτέρωθεν και εις τον κατάλογον του Ροΐδου αντετίθετο κατάλογος απαρτιζόμενος από τους Σούτσους και τους οπαδούς των, αποκλειομένου μετά περιφρονήσεως του Βηλαρά!!!
Επίσης τιςαμφισβητεί νυν ότι δικαιολογημέναι ήσαν αι επιφυλάξεις του Ροΐδου όσον αφορά εις πολλά των εις Πανεπιστημιακούς διαγωνισμούς βραβευθέντων έργων του Ζαλοκώστα, ή εις την διατύπωσιν και την σύνθεσιν των έργων του Παράσχου «ποιητού ανωτέρου του άσματός του;»
3ον) Αι περί ποιητικής ατμοσφαίρας θεωρίαι του Ροΐδου δύνανται να ελεγχθώσιν ομολογουμένως υπερβολικαί. Ποίος όμως θ' αμφισβητήση σήμερον ότι ούτε ποιητική ατμοσφαίρα ούτε πραγματικοί ποιηταί υπήρχον εν ταις Αθήναις του 1877;
Συγγραφεύς άριστα γνωρίζων την εποχήν εκείνην και καθαρώς αφηγηματικώς εξιστορών τα κατ' αυτήν, ανέπτυξεν εσχάτως ποίον ήτο το πνεύμα της (109), δεν δυσκολεύεται ν' αναγνωρίση ότι ήτο πνεύμα ψεύδους και μιμήσεως. Πνεύμα ρομαντισμού όστις ούτε είχεν αναβλύση εν Ελλάδι ούτε καν είχε φθάση, ότε ανεπτύχθη ή ήκμαζεν εν Ευρώπη. «Μας ήρχετο ο Ρομαντισμός κατά το γήρας του, καταπεπτωκώς ήδη και εξηντλημένος, διά των οχετών των μυθιστορημάτων, ιδία των γαλλικών... Εντός αυτού του θερμοκηπίου ανεπτύσσετο χλωρωτική η λυρική ποίησις εκείνων των ημερών, ζώσα υπό φως ψευδές και εν ατμοσφαίρα εκνευριστική, ένθα ενοθεύοντο αι ιδέαι και επλαδαρούτο το φρόνημα, παραμελουμένης της πρακτικής σκέψεως και προαγομένης μόνης της απράγμονος ευαισθησίας, της κενής κομπολογίας και του ύδρωτος της εκφράσεως (110)».
Habemus confidentem rerum. Πράγματι ο Μπάμπης Άννινος ήτο εις την πρώτην γραμμήν της Πλειάδος, εν η συνεσωματούντο αι ελπίδες του τότε νεοελληνικού Παρνασσού και μετά φίλτρου και αγάπης ομιλεί περί των πρώην συναγωνιστών του.
Θέλετε άλλην απόδειξιν του βασίμου των Ροϊδίων παρατηρήσεων; Λάβετε τον υπό του Ιωάννου Παπαδιαμαντοπούλου, τότε δεκαοκταετούς, εκδοθέντα «Παρνασσόν». Είνε ούτος εν ταυτώ μία συλλογή και έν των «manifestes εκείνων τα οποία, μεταμορφωθείς εις Jean Morèas, τόσον συχνά εξέδωκεν έκτοτε. Ο «Παρνασσός» ήτο έμμεσος απάντησις εις το Πανεπιστήμιον, όπερ εισηγουμένου του κ. Μιστριώτου (111) είχε και αυτό καταδικάση την εν Αθήναις ανθούσαν σχολήν, αποφανθέν ότι «ο όλος αγών δεν ήτο η ερωτική ελεγεία κατά τους τύπους καθ' ους εν τοις βορειοτέροις κλίμασι διεμορφώθη» και συμπεραίνον ότι, επειδή αι πολλάκις επαναληφθείσαι συμβουλαί ουδόλως ελαμβάνοντο υπ' όψιν, «η των κριτών υπομονή εξηντλήθη, ίσως δε μετ' ου πολύ οι Εχέμβροτοι των ερωτικών ελέγων εύρωσι κεκλεισμένον το τοιούτον είδος της σταδιοδρομίας (112).
Διά του «Παρνασσού» επειράτο ο όμιλος του Παπαδιαμαντοπούλου ν' αποδείξη ότι όχι μόνον η ελληνική ποίησις έζη, αλλά και έθαλλε· όθεν περιελήφθησαν εν τη συλλογή όλα τα αριστουργήματα των ζώντων γνωστών ποιητών και πλείστα έργα της άρτι επιχειρησάσης να επιβή του Πηγάσου νεολαίας.
Λοιπόν, λέγω, ο θέλων να ίδη πόσον ο Ροΐδης είχε δίκαιον ας ανοίξη την συλλογήν εκείνην. Εάν εξαιρέση δύο τρεις άνδρας εις ους αυτός ο Ροΐδης απέδωκε τον αρμόζοντα έπαινον, πάντα τα άλλα ονόματα τα εν τω «Παρνασσώ» συμπεριλαμβανόμενα μας είνε ή άγνωστα τελείως ή τυγχάνουσι γνωστά διά παν άλλο ή διά τα ποιητικά έργα των φερόντων αυτά. Τα γνωρίζομεν ως ονόματα διακεκριμένων πολιτευομένων, διπλωματών, νομικών, ανωτέρων υπαλλήλων, δημοσιογράφων και ιατρών, αλλά «περί Απόλλωνος ουδέ είς λόγος». Είνε αληθές ότι τα ονόματα των δύο αρχηγετών της σχολής του 1870, του Παπαρηγοπούλου δηλαδή και του Βασιλειάδου, δεν εσβέσθησαν ακόμη από του ποιητικού στερεώματος, αλλά πόσοι των νεωτέρων γνωρίζουν εισέτι τους άλλοτε ως αριστουργήματα λογιζομένους στίχους των, ποίος κριτικός τους αναφέρει, και ιδίως (μόνον δείγμα αναμφίρηστον της επιβιώσεως) ποίους έχουσιν ακόμη μιμητάς;
Χ
Ο διορισμός του Ροΐδου εις την θέσιν του εφόρου της Εθνικής Βιβλιοθήκης εξέθηκεν αυτόν, ως ελέγομεν, εις τας επιθέσεις πάντων των ορεγομένων την θέσιν ταύτην, πρώην εφόρων είτε μη. Τας αηδίας τοιούτου αγώνος, διεξαγομένου διά τριών συγχρόνως εφημερίδων, φαντάζεταί τις ευκόλως. Ας μη αγανακτώμεν όμως υπέρ το δέον επ' αυταίς, σκεπτόμενοι ότι τοις οφείλομεν έν αριστούργημα: την Εθνικήν Βιβλιοθήκην εν έτει 1880.
Το φυλλάδιον τούτο, όπως αι Παρατηρήσεις επί της αποφάσεως του Εμποροδικείου του 1875, μας κάμνει σχεδόν να λυπούμεθα ότι ο Ροΐδης δεν έπεσε θύμα ποικιλωτέρων σκευωριών, οπότε θα τω εδίδοντο περισσότεραι αφορμαί να επιδείξη το πολυσχιδές της συγγραφικής του μεγαλοφυίας.
Όπως η κακοπιστία μεσίτου και η μωροπιστία δικαστών τω παρέσχε αφορμήν να φανερώση τι ήξιζεν ο κάλαμος του πραγματευόμενος νομικά ζητήματα, ούτω και αι επιθέσεις του 1880 του επέτρεψαν να δείξη μετά πόσης χάριτος, σαφηνείας και πνεύματος εξέθετε τα ξηρότερα των διοικητικών ζητημάτων καθιστών επαγωγούς και τας περί ταξινομήσεων βιβλίων συζητήσεις.
Οποίαν αμίμητον τη αληθεία εικόνα το σπινθηροβολούν φυλλάδιον μας δίδει της τότε Εθνικής Βιβλιοθήκης, με τους βοηθούς «εις ους πολύ μάλλον θα ήρμοζε το όνομα βοηθουμένων», με τους επιστήμονας εκείνους οίτινες επισκεπτόμενοι την βιβλιοθήκην «ανελογίζοντο μετ' αποθαρρύνσεως της επιστήμης το μήκος και του βίου το βραχύ», με τους σφετερισμούς εκκλησιαστικών βιβλίων δι' ους «άχθεται τις έτι μάλλον σκεπτόμενος εις τίνας ήσαν τα βιβλία ταύτα χρήσιμα και ότι ενδέχεται ν' ασπασθή τας χείρας, αίτινες εξετέλεσαν τον ασυνείδητον ακρωτηριασμόν»· επί πάσι δε με το συμπέρασμα ότι «ως εν Ελβετία οικοδομούνται αι οικίαι όπως ανθίστανται κατά της χιόνος, εν Ολλανδία, κατά της πλημμύρας και εν Μεξικώ κατά των εφόδων της ανεμοζάλης, ούτω και εν Ελλάδι πρέπει να κατατάσσονται αι βιβλιοθήκαι όπως κάλλιον αντέχωσι κατά των εφόδων της πολιτικής».
Εννοείται ότι η ευφυία και η λογική της Εθνικής Βιβλιοθήκης δεν απεστόμωσαν τους αμφισβητούντας αυτώ την θέσιν. Αλλ' εν τη απαντήσει τούτων τόσον αφειδής εγίνετο χρήσις των επιθέτων «αναιδής, ιοβόλος, βάτραχος, ασυνείδητος, όφις, μιαρός, κόραξ, άνανδρος, ψιττακός, δολοφόνος και άλλων ομοίων», ώστε ο Ροΐδης, αισθανόμενος την ανάγκην ν' αμυνθή έκρινεν ανάξιον εαυτού ν' απαντήση με την υπογραφήν του. Η δε Σύντομος Απάντησίς του φέρει την υπογραφήν του πρώην κλητήρος της Βιβλιοθήκης Μιχαήλ Καρατζά.
V Τα έτη της μεγάλης παραγωγής. — - Αι επιθεωρήσεις της «Ώρας» και η άλλη κριτική και δημοσιογραφική δράσις. — Ο Ροΐδης μεταφραστής. — Ο Ροΐδης διηγηματογράφος. — Το γλωσσικόν ζήτημα και τα «Είδωλα».
Από του 1882 — 1902 ο Ροΐδης εχρημάτισε σχεδόν συνεχώς έφορος της Εθνικής βιβλιοθήκης. Τα διοικητικά του καθήκοντα και η προϊούσα ηλικία έθεσαν τέρμα εις τας περιπετείας του βίου, ου την μονοτονίαν του λοιπού μόνον δυστυχήματα διακόπτουσιν. Αλλά συγχρόνως η φιλολογική παραγωγή γίνεται συστηματικωτέρα, πυκνοτέρα, ποικιλωτέρα, καθισταμένη τετραπλή, να μη είπω πενταπλή. Πράγματι ο Ροΐδης α') Συνεχίζει την δημοσιογραφικήν και κριτικήν του δράσιν β') Αναλαμβάνει τον κάλαμον μεταφραστού γ') Επιδίδεται εις την διηγηματογραφίαν δ') Αφιεροί μελέτας και εκτενέστατον πόνημα εις το γλωσσικόν ζήτημα.
α' Συνεχίζει την δημοσιογραφικήν και κριτικήν του δράσιν.
Επί του προκειμένου παρατηρητέον ότι αφ'ενός μεν επεκτείνει τας κριτικές του εις καλλιτεχνικά ζητήματα, την μουσικήν και την ζωγραφικήν, αφ' ετέρου δε ότι όσα γράφει λαμβάνουσιν αντικειμενικώτερον και ακαδημαϊκώτερον χαρακτήρα. Η δημοσιογραφική του παραγωγή, πολιτική και κριτική, είνε τόσον πυκνή, ώστε δεν δύναμαι ενταύθα να την αναλύσω λεπτομερώς (113), άλλως τε και εν τίσι θα παραμείνη άγνωστος, διότι πολλά έγραφεν ο Ροΐδης ανωνύμως εν τη «Τεργεσταία Ημέρα», τω «Ταχυδρόμω» της Κωνσταντινουπόλεως και άλλαις εφημερίσι του εξωτερικού· ανεκάλυψα μάλιστα ότι εχρημάτισεν επί βραχύ ημιεπίσημος ανταποκριτής των «Times», διότι καθ'ην εποχήν το μέγα φύλλον του «Άστεως», αποχωρήσαντος του κ. Stillman και μη αφικομένου εισέτι του κ. Bourchia, είχεν επιτρέψη την γενικήν ανταπόκρισιν της χερσονήσου του Αίμου εις τον εν Βιέννη συντάκτην Brinsley Richards, ούτος έγραφε τω Ροΐδη να τω στέλλη τακτικώς πληροφορίας, όπερ και εγένετο( (114). Εν τούτοις είνε ανάγκη, νομίζω, να λεχθούν τουλάχιστον δύο λέξεις περί των τόσον θαυμαζομένων υπό του Τρικούπη ενιαυσίων επιθεωρήσεων της «Ώρας». Αύται είνε αναμφισβητήτως τα αριστουργήματα της Ελληνικής δημοσιογραφίας. Εξισούνται, εάν μη υπερβάλλουσιν, ως προς μεν την αδρότητα και τας γνώσεις προς τα άρθρα του Αλεξάνδ. Βυζαντίου, προς τα του Αναστασίου δε κατά την κομψότητα και την καλλιέπειαν. Δεν πιστεύω ότι λέγω υπερβολήν ιχυριζόμενος ότι, και αν οι αδελφοί ούτοι, οίτινες δικαίως θεωρούνται ως οι άριστοι των Ελλήνων δημοσιογράφων, συνειργάζοντο, δεν θα κατώρθουν να παρουσιάσουν έργον από δημοσιογραφικής απόψεως τόσον τέλειον, εφάμιλλον εν ταυτώ προς τα δοκίμια του Μακώλεϋ και τα άρθρα του Τζών Λεμοάν. Ο υποπτεύων ότι παρασύρομαι υπό οικογενειακού φίλτρου ας αναγνώση τας επιθεωρήσεις των ετών 1879 — -1885 και αν εύρη αλλαχού τελειοτέραν και λαμπροτέραν εικόνα των ευχερειών της λύσεως του Ανατολικού ζητήματος, της ιμπεριαλιστικής πολιτικής του Βήκονσφηλδ, της εσωτερικής πολιτικής της Γαλλίας από του 1870 μέχρι του 1884, των λόγων της συνάψεως της τριπλής συμμαχίας, της εθνολογικής συνθέσεως της αυστριακής αυτοκρατορίας και της επιρροής ην έχει το πολυσύνθετον ταύτης επί της βραδύτητος της λύσεως του Ανατολικού ζητήματος, του αποικιακού προβλήματος εν Ευρώπη και της εμφανίσεως αυτού εν Γερμανία, θα παρεκάλουν αυτόν να μοι υποδείξη πού και πότε εδημοσιεύθη.
Δείγμα δε κατάδηλον της βαθύνοιας και επιμελείας (115) μεθ' ης συνετάχθησαν αι επιθεωρήσεις του Ροΐδου είνε ότι φαίνονται γραφείσαι χθες και όχι προ τριακονταετίας.
β' Αναλαμβάνει τον κάλαμον μεταφραστού.
Ο Ροΐδης είχεν αρχίση το στάδιόν του διά μεταφράσεως, διότι επρέσβευεν ότι, εφ' όσον μεν μικρός μόνον αριθμός των Ελλήνων γνωρίζει ξένας γλώσσας, οι δ' εξ επαγγέλματος μεταφρασταί στρέφονται μόνον προς τα έργα άτινα άνευ ζημίας ηδύναντο να μείνωσιν άγνωστα, καθήκον έχουσιν οι λόγιοι να γνωρίζωσιν εις τους συμπατριώτας των τα καλλιλογικά ή επιστημονικά αριστουργήματα των ξένων φιλολογιών (116). Δια τους λόγους τούτους μετεφράσθησαν ο Σατωβριάν και ο Εδγάρ Ποέ (117). Αι μεταγενέστεραι μεταφράσεις του Murge (118) του Φεγιέ (119) και του Μακώλευ (120) ωφείλοντο εν μέρει εις λόγους ανάγκης, αλλά δεν έγιναν μετ' ολιγωτέρου έρωτος ή μικροτέρας επιμελείας. Υπάρχουν οι πιστεύοντες ότι η μετάφρασις της «Ιστορίας της Αγγλίας» είνε η τελειοτέρα των εις καθαρεύουσαν μεταφράσεων, την ιδέαν δε ταύτην συνεμερίσθη και το κοινόν, διότι ουδέν έργον της Βιβλιοθήκης Μαρασλή τόσον ταχέως εξηντλήθη. Μέγα δε ατύχημα και από καθαράς φιλολογικής απόψεως πρέπει να θεωρηθή ότι ο θάνατος διέκοψε την μόλις αρχίσασαν μετάφρασιν της «Ιστορίας της Αγγλικής Λογοτεχνίας» του Ταιν
γ' Εκδίδεται εις την διηγηματογραφίαν.
Εν τη απομονώσει εις ην τον είχε καταδικάση η μητρυιά αυτού φύσις ο Ροΐδης ηρέσκετο, ως είπομεν, να στρέφεται προς τα έτη της παιδικής και νεανικής του ηλικίας, τα μόνα ίσως οπωσδήποτε ευτυχή έτη της ζωής του. Πάντα τα διηγήματά του δεν είνε ή αναμνήσεις της εποχής εκείνης· ουχί όμως αναμνήσεις ξηραί, διότι πάντοτε εφρόντισε να συνδυάση προς αυτάς ωρισμένα επεισόδια ή γενικωτέρας κοινωνικάς και φιλολογικάς σκέψεις.
Πολλά, σχεδόν τα πλείστα, των διηγημάτων του είνε, ιστορίαι ζώων· Είχε καταντήσει μισάνθρωπος και ζωόφιλος· ίσως διότι ασυνειδήτως ήλπιζεν ότι θα εύρισκεν εις τα κατώτερα όντα την αγάπην εκείνην, ης είχε τόσην ανάγκην και ην μάτην επεζήτησε παρά τοις ομοίοις του. Την «Ιστορίαν ορνιθώνος» αρχίζει διά των εξής: