Part 3
Η εντύπωσις ην επροξένησεν εν τη αλλοδαπή το έργον ηδύνατο να κριθή διά παραθέσεως των περί αυτού γραφεισών ενθουσιωδών κριτικών (59). Αλλ' εναργέστερον ταύτης τεκμήριον είναι ότι, ότε, τω 1878, το έργον εδημοσιεύθη εν Παρισίοις, το κοινόν εδυσκολεύθη να πιστεύση ότι μη γάλλος ηδύνατο να γράψη έργον τόσον πρωτότυπον και σπινθηροβόλον. Ανήρ της περιωπής του Barbey d'Aurevilly, κρίνων την «Πάπισσαν» εν τη «Constitutionnel» της 9 Απριλίου 1878, εκφράζει την υποψίαν ότι πρόκειται περί φενακισμού (mystfication), άλλοι δε βαίνοντες έτι περαιτέρω απέδιδον ωρισμένως το έργον εις τον About ή τον Sarcey (60). Τόσον δ' είχε διαδοθή η τοιαύτη φήμη, ώστε ο εκδότης έκρινεν αναγκαίον να συνοδεύση τας επομένας εκδόσεις διά της ενυπογράφου φωτογραφίας του συγγραφέως, και αντιτύπου της ευφυεστάτης τούτου απαντήσεως προς τον Barbey d'Aurevilly.
Εν μέσω τόσων επαίνων δεν δύναται τις εν τούτοις να μη κακίση τον συγγραφέα διά την τέρψιν, ην προφανώς αισθάνεται προκαλών διά των παραβολών και των ανεκδότων, α παρενείρει, «τα δάκρυα της αρετής και τους στεναγμούς της αιδούς (61)».
Δια τούτο τον εμέμφθησαν και οι θερμότεροι θαυμασταί του. Το προμνησθέν άρθρον του «Mercure» παρατηρεί ότι «le rabelaisisme petillant qui distingue la P a p e s s e J e a n n e frôle parfois les faciles rissées chères à Pigault-Lebrum». Και ο κ. Ξενόπουλος δεν εδίστασε να ομιλήση περί «περισσής και πολλαχού εξεζητημένης αισχρότητος (62)».
Το βέβαιον είναι ότι τα περί ου ο λόγος υπεραλατισμένα επεισόδια και αστεία, εάν ηύρυναν ίσως κατά τι τον κύκλον των αναγνωστών, δεν προσθέτουσι τίποτε εις την φιλολογικήν αξίαν του μυθιστορήματος. Τούτο άλλως ησθάνθη αυτός ο συγγραφεύς περικόψας εν τη β' εκδόσει τα μάλλον άκοσμα χωρία και χαρακτηρίζων έκτοτε συστηματικώς το έργον ως «νεανικόν αμάρτημα».
Πλην ενώ πάντα ταύτα πρέπει να ομολογηθώσιν (63), αδύνατον εξ άλλου είναι ν' αποκρυβή ότι η προκληθείσα υπό της δημοσιεύσεώς του έργου θύελλα ήτο εντελώς αδικαιολόγητος.
Η εν λόγω θύελλα υπήρξε κατά μέγα μέρος δημιούργημα ανωτέρου κληρικού αγαθών ίσως προθέσεων, αλλά, εάν κρίνη τις τουλάχιστον εκ των προϊόντων του καλάμου του, αρκούντως επιπολαίου και υπέρ το δέον φίλου του θορύβου. Ο επίσκοπος Καρηστίας Μακάριος — διότι περί τούτου ο λόγος — αναγνούς το έργον, υπέλαβεν ότι τούτο είχε γραφή προς υπονόμευσιν της θρησκείας και της ορθοδοξίας. Μη διστάσας δε να κατέλθη εις δημοσιογραφικούς αγώνας (64) ήρχισε κατ' αυτού εχθροπραξίας, αίτινες κατέληξαν εις τον αφορισμόν του έργου υπό της Ιεράς Συνόδου.
Ο παραβάλλων το έργον του Ροΐδου προς τα άρθρα του Αγίου Καρυστίας και την πιστήν τούτων απήχησιν, εγκύκλιον της Συνόδου (65), πείθεται ότι πρόκειται περί παρεξηγήσεως.
Ο Ροΐδης, εάν, όπως αυτός ούτος ανεγνώρισε, πολλά τ' άκοσμα περιέλαβεν εν τω βιβλίω του, ουδόλως εσκέφθη ποτέ να θίξη την θρησκείαν, δικαίως θ' ανέγραψεν εν αρχή του έργου του το του Πασκάλ: «Ουδόλως εμπαίζει την Θρησκείαν ο χλευάζων τας παραδοξολογίας δι' ων ατιμάζουν, αυτήν οι ιερείς», Ακόμη δ' ολιγώτερον «εζήλωσε την δόξαν των κατά καιρούς πολεμίων της ορθοδοξίας», αφού ουδέ λέξιν κατά της Ορθοδοξίας έγραψεν. Επίσης αντιδιέστειλε «τους εν τη Δύσει αποκτήσαντας οξείς όνυχας και ιοβόλους οδόντας» προς τους ημετέρους κληρικούς, εις ους προσήψεν απλώς ότι περιορίζονται υπέρ το δέον εις το τυπικόν μέρος των καθηκόντων των (66).
Αλλ' ούτε πάλιν επετέθη συλλήβδην καθ' όλων των εν τη Δύσει κληρικών, αλλά μόνον «κατά των καπήλων του μεσαιώνος», φροντίσας μάλιστα να εξάρη όσους, ως ο Άγιος Αγοβάρδος, ήσαν άξιοι σεβασμού και μη καταμαρτυρήσας κατά των λοιπών ή εκείνο δι' όσα όλοι οι αστέρες της εκκλησίας, σύγχρονοι και μεταγενέστεροι, τους εστηλίτευσαν. (67)
Γενικώτερον δ' εξεταζομένου του πράγματος ουδαμού διαβλέπει τις εν τη «Παπίσση» ή εις μεταγενέστερα έργα, ίχνη χυδαίου αθεϊσμού του anti-clericalisme εκείνου, όστις τόσον συχνά απαντά παρά συγγραφεύσι σκανδαλωδών διηγημάτων, αντικείμενον εχόντων τα της εκκλησίας. Ο Ροΐδης απηχθάνετο τοιούτου είδους συγγραφείς· εμυκτήριζε τους επηρμένους ψευδοφιλοσόφους, οίτινες ενόμισαν ότι ηδυνήθησαν να προσφέρωσιν εις την ανθρωπότητα κατάλληλον αντιστάθμισμα της θρησκείας.
Η «Ακρόπολις» της 25 Δεκεμβρίου 1895, μεταξύ άλλων Χριστουγεννιάτικων γνωμών περιέχει και την ακόλουθον φέρουσαν την υπογραφήν του.
«Αν πολλοί, δυστυχώς, υπάρχουσιν οι μη κατορθώνοντες να πιστεύσωσιν εις την θεότητα του Χριστού, δύσκολον αφ' ετέρου θα ήτο να ευρεθώσιν οι μη λυπούμενοι διά τούτο, αφ' ού καθ' εκάστην ολιγοστεύει η ελπίς αναπληρώσεως της πίστεως ταύτης δι' άλλης οιασδήποτε και αποδεικνύονται η Φιλοσοφία και η Επιστήμη φαντάσματα πολύ ματαιότερα της θρησκείας (68)».
Ταύτα πάντα και πολλά άλλα δεν ημέλησεν ο αδίκως καταδιωκόμενος να εκθέση εις τας αμιμήτους εκείνας Επιστολάς Αγρινιώτου, τας εν τη «Αυγή» τo πρώτον καταχωρισθείσας και εις ας, διά πρώτην φοράν, έκαμεν άφθονον χρήσιν δημοτικών τύπων και λέξεων. Είνε δε η αλήθεια των όσων λέγει τόσον καταφανής, ώστε δεν θα τα εξέθετα και πάλιν ενταύθα, εάν δεν είχεν επιζήση του Ροΐδου το σύστημα του χαρακτηρίζειν ως εχθρούς της πατρίδος και της εκκλησίας πάντας τους εκφράζοντας ιστορικήν, φιλοσοφικήν ή γλωσσολογικήν γνώμην απαρέσκουσαν εις ταύτην ή εκείνην την ομάδα (69).
Οπωσδήποτε ευχαρίστως δύναται να παρατηρηθή ότι εν αυταίς μεν ταις ευεξάπτους Αθήναις ο Άγιος Καρυστίας μόνον επί βραχύ κατώρθωσε να παρασύρη τους πολλούς (70), καθότι συντρεχούσης της πλειονοψηφίας του τύπου ολίγος χρόνος ήρκεσεν όπως τεθώσι τα πράγματα εις την θέσιν των». Έξω δε των Αθηνών ουδέ καν τους κληρικούς επηρέασεν, αφού βλέπομεν τον Μητροπολίτην Ναζαρέτ αποτείνοντα εις τον συγγραφέα παράκλησιν (71) να του στείλη αντίτυπον του έργου του.
Ιδιαιτέρως ευσπρόσδεκτον υπήρξεν εις τον Ροΐδην το εξής απόσπασμα επιστολής του Χάνσεν, γραφείσης εν Αργοστολίω την 28 Σεπτεμβρίου 1866:
«Θα γνωρίζετε, είμαι βέβαιος, τον αξιότιμον και αξιάγαστον φίλον μου εδώ, τον οποίον ήλθα να επισκεφθώ, τον κύριον Ανδρέαν Λασκαράτον αφωρισμένον κατά δυστυχίαν και αυτόν, και όχι μόνον το βιβλίον του, από την εκκλησίαν αφ' ού μου φαίνεται, και η ευγενεία σας και αυτός, αν και διαφέροντες ως προς την μέθοδον, αυτός ολιγώτερον σατυρικός, αλλά με την άδειαν τον κυρίου Σουρλή (72), όχι ολιγώτερον ηθικός, αν και ίσως παρά πολύ ειλικρινής, αφ' ου, λέγω, φαίνεσθε οι δύο να έχετε τον ίδιον αξιέπαινον σκοπόν, διά τον οποίον αυτός ήδη από πολύν καιρόν και εδούλευσε και έπαθε πολύ, διά τούτο πιστεύω και ότι θα σας ευχαριστήση να ηξεύρετε, ότι το βιβλίον σας, καθώς και η απάντησις, που είχα φέρη μαζί μου, του αρέσανε πολύ, και αυτός μου εξέφρασε την επιθυμίαν του να κάμη την γνωριμίαν σας».
Η επιστολή αύτη υπήρξεν αφετηρία των μεταξύ Λασκαράτου και Ροΐδου σχέσεων, αίτινες διετρανώθησαν διά σποραδικής συνεργασίας του πρώτου εις τον «Ασμοδαίον» (73)
Εκ της αυτής επιστολής φαίνεται ότι ο Λασκαράτος υπέστη χείρονα του συγγραφέως των «Ειδώλων», αφ' ου αφωρίσθη και αυτός και ουχί μόνον το σύγγραμμά του. Ο Ροΐδης, εφ' όσον γνωρίζω, ουδέποτε αφωρίσθη· διά τούτο εξηκολούθη τελών τα Θρησκευτικά του καθήκοντα, οσάκις δε διωρίζετο εις δημοσίαν υπηρεσίαν εφρόντιζε να ομνύη τον νενομισμένον όρκον προ του ιερέως της ενορίας του (74). Διά τούτο δ' επίσης δεν εδέησε, όπως ανέγραψάν τινες εφημερίδες, ν'αρθή ο αφορισμός, όπως μεταλάβη των αχράντων μυστηρίων και κηδευθή χριστιανικώς (75).
ΙΙΙ Από της «Παπίσσης» εις τον «Ασμοδέον» (1866 — 1875).
Την «Πάπισσαν» διεδέχθη δεκαετής σχεδόν σιγή.
Η σιγή αύτη δεν υπήρξεν απόλυτος, διότι εκτός κριτικών τινων αίτινες «ξεχωρίζουν» από τα συστηματικά λιβανίσματα ή τα συστηματικά υβρεολόγια, άτινα απετέλουν εν ταις ημέραις εκείναις την «φιλολογικήν» κριτικήν, ο Ροΐδης εδημοσίευσε κατά τα έτη 1866 — 1875 ουκ ολίγα σκαλαθύρματα και ικανά πολιτικά άρθρα.
Και των μεν σκαλαθυρμάτων εκείνων (76) τοσάκις εξήρθη το πνεύμα, η πρωτοτυπία και η χάρις, ώστε περιττόν θα ήτο να έλεγα τι πλέον περί αυτών, εάν εις ον τούτων δεν εγίνετο διά πρώτην φοράν εν Ελλάδι (77) λόγος περί του Βωδελαί. Ολίγα έτη βραδύτερον έτερος επίσης μεγαλοφυής και ιδιόρρυθμος ποιητής, ο Edgar Poe, καθίστατο γνωστός εις τους ημετέρους διά των εν τω «Παρνασσώ» μελετών και μεταφράσεων του Ροΐδου. Ο αυτός δε περί τα τέλη της 8ης δεκαετηρίδος του παρελθόντος αιώνος παρουσίαζεν εις τους αναγνώστας των Αθηναϊκών εφημερίδων, ων ο ορίζων περιωρίζετο εις τους Ohnet, Delpit και Σαν, τον Δοστογιέφσκην και την Ρωσσικήν φιλολογίαν.
Παρά τα λεχθέντα λοιπόν υπό των θυμάτων του καλάμου του, ο Ροΐδης εν τη κριτική του εργασία δεν ήτο αρνητικός· αδιακόπως τουναντίον ανελάμβανε την διαφήμισιν Ελλήνων τε και ξένων λογογράφων και καλλιτεχνών αγνώστων (78) ή λησμονημένων (79).
Ως προς τα πολιτικά άρθρα, άτινα έγραψε κατά την περίοδον ην μελετώμεν, ταύτα συν τοις άλλοις μας δίδουσι το μέτρον της γαλλομαθείας του. Υπήρχον τότε δύο εν Αθήναις γαλλικαί εφημερίδες η «Grèce» και η «Independance Hellènique». Συνεργασθείς εκ διαλειμμάτων εις αμφοτέρας o Ροΐδης ανέλαβε τω 1870 δι' ολίγους μήνας την διεύθυνσιν της «Grèce». Ο αναγινώσκων δε τάρθρα, άτινα έγραφε κατά την περίοδον ταύτην, δυσκολεύεται να πιστεύση ότι απορρέουσιν εκ του καλάμου ανδρός, όστις μόνον εβδομάδας διήλθεν εν Γαλλία. Η αυτή απορία καταλαμβάνει τον διεξερχόμενον την γαλλικήν του αλληλογραφίαν, ης ευτυχώς λείψανά τινα εσώθησαν (80). Επίσης θ' απορήσωσιν οι αναγνώσται των μεταφράσεων του Έδγαρ Πόε και του Μακώλεϋ, πληροφορούμενοι ότι ο Ροΐδης ουδέποτε μετέβη εν' Αγγλία, εκμαθών τα Αγγλικά εν τω Λυκείω του Ευαγγελίδου και ιδίως δι' ειδικών μελετών.
Πλην εάν τ' από του 1866 — 1875 δημοσιευθέντα έχουσι διά την μελέτην του Ροΐδου ως συγγραφέως και ανθρώπου πολύ το ενδιαφέρον, πάλιν πρέπει ναναγνωρίση τις ότι η φιλολογική του παραγωγή κατά την περίοδον ταύτην ισοδυναμεί σχεδόν προς σιωπήν. Ο Ροΐδης έγραφεν ουχί διότι επεθύμει να γράφη αλλά διότι τον επίεζον αι περιστάσεις, διότι «ευρέθησάν τινες οίτινες δι' εκτάκτων εκβιαστικών μέτρων τον μετέβαλον εις ακούσιον συγγραφέα (81).
Ποίοι άρα γε υπήρξαν οι λόγοι αποχής, ήτις, λαμβανομένης υπ'όψιν της φυσικής συγγραφικής ιδιοφυίας του Ροΐδου και της εκτάκτου επιτυχίας του πρώτου έργου, φαίνεται παράδοξος εάν όχι αδικαιολόγητος;
Λόγους τούτου ουχ ήττον δύναταί τις ν' ανεύρη πολλούς και ποικίλους αλλά προ παντός δύο.
Ο είς είνε ότι την επιτυχίαν της «Παπίσσης» συνώδευσαν, ως είδαμεν, παρεξηγήσεις και διαβολαί, ικαναί να δηλητηριάσωσι την χαράν της νίκης. Προς τούτοις το ποιόν της επιτυχίας δεν ήτο οίον το επόθει, διότι το κοινόν ηυχαριστήθη κατ' εξοχήν εις εκείνα, άτινα ο συγγραφεύς εξετίμα το ολιγώτερον. Επί πάσι δ' ο συγγραφεύς διέγνωσε ότι, ως είχον τότε τα πράγματα της ημετέρας κοινωνίας, ήτις ήτο τότε μικρά, εν πολλοίς αμόρφωτος, επιρρεπής δε εις το να Θαυμάζη μόνον τα ξένα και απορροφημένη υπό βιωτικών αναγκών, πραγματικήν δόξαν δεν ηδύνατο να ελπίση Έλλην συγγραφεύς. Πέντε έτη μετά την δημοσίευσιν της «Παππίσης», ο Ροΐδης έκλειε την μακράν του περί του θεάτρου του Αγγέλου Βλάχου βιβλιογραφίαν διά των εξής:
«Ενώ αποχαιρετώμεν το βιβλίον, το φαιδρύναν την χιακήν ερημίαν, το βλέμμα ημών πίπτει επί το χωρίον εκείνο του προλόγου, ένθα γίνεται λόγος, περί της ηθικής παρά του κοινού αμοιβής του ποιητού. Αλλ' είναι τοιαύτη τις αμοιβή δυνατή εν Ελλάδι, η δε δόξα και η δημοτικότης δύνανται άρα να στέψωσι και παρ' ημίν ως αλλαχού φιλολογικόν έργον, όσον τέλειον και αν υποτεθή; Οσάκις σκεπτώμεθα περί τούτων, ταλανίζομεν τους γράφοντας ελληνιστί, και όσω καλλίτερα γράφουσι τόσω μάλλον αξιολύπητοι φαίνονται ημών. Τι είναι δημοτικότης; Έκαστος δύναται να ορίση αυτήν όπως θέλει, αλλ' ημείς εννοούμεν αυτήν μόνον: ο Βαλζάκ περιηγείτο μετά τινος φίλου του εν Πολωνία· καταληφθέντες υπό χιόνος και βροχής οι δύο οδοιπόροι εζήτησαν άσυλον εις απόκεντρον τινα αρχοντικόν πύργον· η δε οικοδέσποινα έσπευσε, κατά τα εκεί έθιμα, να προσφέρη ιδίαις χερσίν εις τους αγνώστους εκείνους ξένους το τσάι της φιλοξενίας· αλλ'ενώ περιέφερε τον δίσκον, ο σύντροφος του κλεινού μυθογράφου έτυχε ν' αποτείνει αυτώ τον λόγον αποκαλών «Κύριε Βαλζάκ». Εις το άκουσμα εκείνο η Πολωνίς, βλέπουσα προ αυτής τον γράψαντα τον Λαμβέρτην και την Ευγενία Γρανδέ υπό τοσαύτης κατελήφθη συγκινίσεως, ώστε εξέφυγε της χειρός της ο δίσκος και κατεκυλίσθησαν τα φλυτζάνια κατά γης. Τις δεν ήθελε δώσει και στεφάνους, και δάφνας, και αγώνια άθλα, αντί του ελαχίστου θρίμματος των θραυσθέντων φλυτζανίων της Πολωνίδος!»
Η συναίσθησις του αδυνάτου δι' Έλληνα κτήσεως τοιαύτης δόξης «απεθάρρυναν αναμφιβόλως τον αισθανόμενον εαυτόν άξιον ταύτης λογογράφον, διότι δις και τρις, τουλάχιστον, επανήλθεν υπό τον κάλαμόν του το επεισόδιον του θραυσθέντος κυπέλλου της Πολωνίδος. Αλλ' εκείνο κατ' εξοχήν, όπερ τον απέτρεψεν από της συνεχίσεως της δημιουργικής του εργασίας, είνε το ζήτημα της γλώσσης.
Είδομεν τον Ροΐδην από των πρώτων του γραμμών (82) «ως ναυτιώντα θαλασσοπόρον μεταξύ Σκύλλας και Χαρύβδεως (83)» μεταξύ της καθαρευούσης, ήτις τον αηδίαζε και της δημοτικής, ήτις τω επαρουσιάζετο ως όργανον ανεπαρκές προς έκφρααιν όλων του των διανοημάτων. Αναπτύσσων διά μακροτάτων την ιδέαν ταύτην εν τω Προλόγω των «Παρέργων» συνοψίζει εν τέλει ως εξής τους λόγους, οίτινες τον ηνάγκασαν να καταθέση τον κάλαμον.
«Εύχρηστοι αληθώς λέξεις έμειναν μόναι αι κοιναί τη αρχαία και τη λαλουμένη. Αλλ' όσα δύναται τις να εκφράση διά του ελλιπεστάτου τούτου λεξιλογίου είναι τόσον ολίγα, ώστε ταχέως αποκάμνει αναγκαζόμενος να θυσιάζη τας πλείστας και πολλάκις τας καλλίστας των ιδεών αυτού προς αποφυγήν γλωσσικής αηδίας. Περί τον Παγανίνη λέγεται ότι κατώρθωσε να θέλξη τους ακροατάς αυτού διά βιολίου εις το οποίον μία μόνη απέμεινε χορδή. Τοιούτον τι όργανον κατήντησεν εκ των αδίκων εξοστρακισμών και της βρυκολακιάσεως των αττικών τύπων η γραφομένη γλώσσα. Αλλ' ούτε εύκολον είναι να γίνη είς Παγανίνης, ούτε πιστεύομεν ότι κακείνος δεν ήθελε προτιμήση να φυτεύη λάχανα, αν κατεδικάζετο εις την χρήσιν μονοχόρδου».
Εις τ' ανωτέρω θα ηδύνατό τις ίσως πολλά ν' αντείπη πλην ο κρίνων το έργον του Ροΐδου οφείλει να παρατηρήση ότι, εάν τόσα έτη, δεν παρήρχοντο χωρίς ούτος να γράψη πιθανώς, δεν θα έγραφε βραδύτερον τόσον τελείως (84).
Πράγματι το μη γράφειν δεν εσήμαινε δι'αυτόν μένειν μ' εσταυρωμένας χείρας. Εμελέτα παντού και πάντοτε, είτε εταξείδευε, είτε μετείχε της κοσμικής ζωής (και μετείχε ταύτης ασμένως και αφθόνως), είτε τέλος εν τω σπουδαστηρίω του.
Η ποικιλία των μελετών εις ας επεδίδετο είνε κάτι απίστευτον. Εκτός των ιστορικοεκκλησιαστικών μελετών, ας ουδέποτε τελείως εγκατέλειπε (85), και της φιλολογίας, της κριτικής και της αισθητικής, αίτινες φυσικώ τω λόγω ήσαν ο κύριος σκοπός του βίου του, εστράφη προς συστηματικήν μελέτην των θετικών επιστημών, της φυσιολογίας και της ιατρικής, εν δε και των πολιτικοοικονομικών, χωρίς διά τούτο να παραμελήση τας καλάς τέχνας.
Ο αμφιβάλλων περί των λόγων μου ας ρίψη έν βλέμμα επί της βιβλιοθήκης του, ένθα εν τω αυτώ διαμερίσματι ο Αριστοτέλης γειτνιάζει με την Σανδ, ο Σπένσερ με τον Οβίδιον, ο Bouchardat με τον Στούαρτ Μιλλ, αι πραγματείαι του Ασωπίου, του Κόντου και του Βεναρδάκη με τον Πόε, τον Γκιζώ και τον Φιγκιέ, και οι πατέρες της Εκκλησίας με το πολύτομον Mobilier Français του Viollet-le-Duc.
Εάν δ' ανοίξας τας υαλίνας θυρίδας διεξέλθη τις τους χιλίους και πλέον τόμους, θα ίδη ότι έκαστος εξ αυτών είνε κατάστικτος σκέψεων, σημειώσεων και παραπομπών.
Αλλά μήπως το πράγμα δεν αναφαίνεται αρκετά σαφώς εις τον αναγινώσκοντα τα δημοσιεύματά του; Ότε τω 1871 παραθερίζων εν Χίω, έλαβε τας κωμωδίας του Βλάχου, ενέκυπτεν εις την τότε καινοφανή θεωρίαν του Δαρβίνου συλλέξας πάντα τα περί ταύτης ήδη γραφέντα· ταύτην δ' έλαβον ως αφετηρίαν της περί των ελληνικών κωμωδιών μελέτης του. Αι ιατρικαί του γνώσεις αναφαίνονται εις πλείστα διηγήματα και σκαλαθύρματα (86) ως και, εις τας προς τον Βαλαωρίτην επιστολάς του. Αι πολιτικαί του και διπλωματικαί, εις τα άρθρα της «Grèce» (87) και έτι σαφέστερον εις τας θαυμασίας εκείνας ενιαυσίας επιθεωρήσεις της «Ώρας». Αι δε οικονομικαί του μελέται τω επέτρεπαν να συνοψίση εν ολίγαις γραμμαίς τον πολιτειακόν σοσιαλισμόν του Βίσμαρκ (88) ου, ειρήσθη εν παρόδω, εκηρύσσετο οπαδός· και ούτω καθ' εξής περί πάντων ή σχεδόν πάντων.
Αλλ' ούτε ο Ροΐδης υπήρξεν ο μόνος Έλλην ο φέρων εν εαυτώ βιβλιοθήκην ούτε μία βιβλιοθήκη αρκεί διά να δημιουργηθούν τα «Συριανά Διηγήματα», να συνταχθή ο «Ασμοδαίος», ή να γραφούν, όπως εγράφησαν, τα κριτικά του έργα. Τας εκ των βιβλίων γνώσεις πρέπει να συμπληρώση η γνώσις του κόσμου· και υπό την άποψιν ταύτην, κυρίως, δύναταί τις να είπη, ότι τα έτη 1866 — 1875 δεν «επήγαν χαμένα».
Ολίγοι εγνώρισαν πληρέστερον τον κόσμον και τον βίον ή ο Ροΐδης κατά την εποχήν εκείνην. Η επί της οδού Φιλελλήνων οικία του ήτο το εντευκτήριον των λογίων και της χρυσής νεολαίας. Υποδοχαί, εκδρομαί, προ παντός δε ξιφικοί αγώνες ήσαν εις την ημερησίαν διάταξιν (89). Οι καλλιτέχναι εύρισκον εν τω οικοδεσπότη πλαγιαυλητήν άριστον και ζωγράφον δεξιόν, έτοιμον ήδη να γράψη τ' άρθρα εκείνα περί Ζωγραφικής και Μουσικής, άτινα ήδαν το φως μετά 20 έτη, ή τας γελοιογραφίας, ας μόνον οι στενώτερον μετ' αυτού συνδεόμενοι έβλεπον (90). Όταν δεν έμενεν εις Αθήνας, εφησύχαζεν εις το ωραίον μούλκι του της Χίου, περιήρχετο την Ευρώπην ή επεχείρει ρωμαντικά ταξείδια, ως το εις Σικελίαν, εξ ου απεκόμισε τα «Στίγματα» και τας «Αιτνείους αναμνήσεις», ή το εις Αμβέρσαν, περί ου μας ομιλεί εις τον «Άγιον Σώστην».
Ευφυής, μορφωμένος, κομψός, καλογεννημένος, κοσμικώς περιζήτητος, πλούσιος όσον ολίγοι τότε, θα επίστευέ τις ότι ο Ροΐδης θα ήτο είς των ευτυχών του βίου. Δεν δύναμαι να βεβαιώσω το εναντίον, αλλ' έχω την υπόνοιαν ότι και κατά τα κατ' επίφασιν ευδαίμονα εκείνα έτη η ζωή θα υπήρξε δι' αυτόν πικρά.
Πρώτον έπασχεν εκ νοσήματος, όπερ πάντοτε διαθέτον προς την μελαγχολίαν, ήτο δι' άνθρωπον ευφυά και σπινθηροβόλον, ως αυτός, κυριολεκτικώς μαρτύριον. Δια «causeur» ως τον Ροΐδην το να χάση την ακοήν ήτο ως διά πολεμοχαρή αξιωματικόν να μείνη άπους· όπως ούτος είνε καταδικασμένος εις απραξίαν, ο Ροΐδης ήτο εις σιωπήν ή μονόλογον. Έμενεν εκτεθειμένος αις τα σκώμματα χυδαίων ή μωρών, ους, εάν ηδύνατο ν' απαντήση, θ' αποσβόλωνε διά μιας λέξεως.
Ο πιστός φίλος του κ. Εμμανουήλ Βουτσινάς μοι έλεγε ότι από της παιδικής του ηλικίας ο Μανώλης ήτο λίαν ευαίσθητος εις τα σκληρά αστεία των συμμαθητών του. Βραδύτερον δε οι οικείοι του παρετήρουν ότι, εν ώ τόσον ηγάπα να πηγαίνη εις τον κόσμον, επανήρχετο πάντοτε εκ των συναναστροφών σύννους και μελαγχολικός.
Αλλ’ εκτός του φυσικού τρομερού μειονεκτήματος ανευρίσκει ο μετ' αγάπης μελετών τον βίον του και άλλην πηγήν πικριών. Εξηγών την μαύρην απελπισίαν, ήτις χρωματίζει αρκετά ταχέως τα έργα του Μυσσέ, ο Ταιν λέγει: «Εζήτει πάρα πολλά, ηθέλησε απνευστί, ορμητικώς και απλήστως να απολαύση την ζωήν. Την έδρεψε, αλλά δεν την απέλαυσε. Την απέσπασεν, επίεσε, συνέθλιψε και συνέτριψεν ως σταφυλήν. Έμεινε δε με χείρας λερωμένας και πλέον διψασμένος ή ποτέ».
Χωρίς να ζητήση όσα ο Μυσσέ, και ο Ροΐδης εζήτησε πολλά από τον βίον. Δεν περιωρίσθη εις τας ευκόλους απολαύσεις, εις τον κόσμον των θεάτρων, όπου επί τινα καιρόν έδρεπεν αναιμάκτως νίκας (91). Λέγει κάπου ότι διά τους ποιητάς της ρωμαντικής σχολής η γυνή ήτο «κλίμαξ αισθηματικής ανόδου εις τους ουρανούς»· αυτή ήτο και η ιδική του αντίληψη. Μετ' ολίγα έτη συνεπλήρου την ιδέαν του γράφων επί λευκώματος: Οσάκις επιχειρεί τις ν' ανέλθη μετά γυναικός εις ουρανόν, αδύνατον είναι να προγνωρίζη, εάν επιβαίνη του άρματος του Φαέθοντος ή του Προφήτου Ηλία».
Λεπτός και ευγενής, όπως ήτο, ουδέποτε προέβη εις εκμυστηρεύσεις, ουδέ καν, όπως οι πλείστοι των γραφόντων, εξεμεταλλεύθη τα επεισόδια του αισθηματικού του βίου προς φιλολογικούς σκοπούς· εν τούτοις δύναται τις να μαντεύση ότι είχεν επιβή ποτε του άρματος του Φαέθοντος, ότι σκληρά και μακρά αισθηματική κρίσις εδήλητηρίασε τα έτη της δευτέρας του νεότητος. Ποίον ακριβώς υπήρξε το δράμα και ποία η ηρωίς, ούτε γνωρίζομεν ούτε εφροντίσαμεν να πληροφορηθώμεν. Σημειούμεν δε μόνον το πράγμα, διότι οδυνηρά ανάμηνις της χαθείσης ή μάλλον μη επιτευχθείσης ευτυχίας διαφαίνεται εις την μελαγχολίαν πολλών έργων του και εις την πικρίαν μερικών άλλων (92).
Εις αυτάς τας αισθηματικάς απογοητεύσεις όσον και εις την ωτικήν του πάθησιν αποδοτέος ο κλαυσίγελως εκείνος, όστις τόσον συχνά εμφωλεύει εις τας σελίδας του, ως και ο συχνάκις αρνητικός χαρακτήρ των άλλως βαθειών σκέψεών του.
Ελέχθη ενίοτε ότι και τα υλικά του ατυχήματα συνέτρεξαν εις τον ιδιάζοντα τούτον χαρακτήρα του έργου του. Είνε ακριβές ότι βραχύ μετά το 1870, «την πατρικήν κληρομίαν διαιρέσας εις χρήματα, άτινα ηδύνατο να χάση και εις τίμιον όνομα, όπερ δεν τω εσυγχωρείτο να ριψοκινδυνεύση, μέτοχος μεν υπήρξε πανταχού ουδαμού όμως ανεμίχθη ούτε ως ιδρυτής, ούτε ως σύμβουλος, ούτε ως παραχωρητής ή κήρυξ ανυπάρκτων εκατομμυρίων (93)», απώλεσεν εντός σχετικώς βραχέος χρόνου το πλείστον της μεγάλης πατρικής περιουσίας. Αλλά την καταστροφήν ταύτην υπέστη μετά πλείστου στωικισμού, θα υφίστατο δε και μετ' αδιαφορίας, εάν δεν είχε την εν ευμαρεία παντοτε ζήσασαν μητέρα του και εάν δεν τω επεβάλλετο η ανάγκη να περιορίση τον πλουτισμόν της βιβλιοθήκης του (94).
Διά τούτο μόνα ίχνη της υλικής του καταστροφής υπήρξαν, όσον αφορά εις την φιλολογικήν του παραγωγήν, όσα έμαθε περί του τρόπου καθ' ον ιδρύονται ή διευθύνονται αι μετακλεπτικαί (ως έλεγε) εταιρείαι και πολλαί άλλαι επιχειρήσεις. Επί καιρόν δε ο χρηματιστικός κόσμος, ον είχεν τόσον καλώς, πλην αδρά δαπάνη, γνωρίση, απετέλεσε τον στόχον των οξυτέρων του βελών.
Ούτω λ. χ. έγραφεν εν τω «Ασμοδαίω» (αρ. 3):
«Αδίκως, νομίζομεν, κατηγορούνται ως όλως στείραι και άγονοι αι παρ' ημίν μεταλλευτικαί επιχειρήσεις, εν ώ απ'εναντίας επί των ερειπίων εκάστης ηγέρθη μέγαρον μεγαλοπρεπές και καλλιμάρμαρον.
Πρέπει όμως να ομολογήσωμεν ότι εφάνημεν οπωσούν αχάριστοι προς τους ιδρυτάς των τοιούτων εταιρειών, αφήνοντες αυτούς ν' ανεγείρωσι μέγαρα ιδία δαπάνη εν ω, αν εις παν άλλο μέρος του κόσμου έπραττον ούτοι όσα έπραξαν παρ' ημίν, ήθελον φιλοξενείσθαι και διατρέφεσθαι δαπάνη του δημοσίου».
Επίσης εν τω 5ω αριθμώ του αυτού φύλλου έδιδε την εξής ανάλυσιν περιουσίας χρηματιστού.
Δάκρυον ορφανού....... 0,02 Στεναγμοί χήρας....... 0,01 Πείνα συνταξιούχου.... 0,01 Εύνοια Τούρκου........ 0,03 Ελαστικότης κώδικος... 0,05 Νωθρότης εισαγγελέως.. 0,03 Ευήθεια μετόχου....... 0,85 ----- 1,00
IV Τα έτη του αγώνος. — Ο «Ασμοδαίος» και η πολιτική. — Ο «καυγάς» περί συγχρόνου Ελληνικής ποιήσεως. — Η Εθνική Βιβλιοθήκη.
Τα έτη δεκαετούς σχεδόν περισυλλογής και μελέτης διεδέχθη περίοδος αγώνων παντοειδών και ποικίλων. Ο Ροΐδης αναλαμβάνει την έκδοσιν σατυρικού φύλλου και ταχθείς μετ' ου πολύ εις το πλευρόν του Τρικούπη, μετέχει όλων των διπλωματικών και πολιτικών τούτου αγώνων.
Ο Ροΐδης δεχθείς να γείνη εισηγητής ποιητικού του Παρνασσού διαγωνίσματος, περιπλέκεται εις πολύμηνον αγώνα μετά του Αγγέλου Βλάχου και όσων εδόξαζον ότι αδύνατον είνε να μη υπάρχη ποίησις εν τη συγχρόνω Ελλάδι, αφ' ου, συν τοις άλλοις, πολλοί τούτων ήσαν ακραδάντως πεπεισμένοι ότι ήσαν ποιηταί.
Τέλος ο Ροΐδης δέχεται την θέσιν εφόρου της Εθνικής Βιβλιοθήκης· εις εποχήν δε καθ' ην διορισμός εις δημοσίαν θέσιν ήτο πράγμα κατ' εξοχήν εφήμερον, ο δεχόμενος δημοσίαν θέσιν ανελάμβανε συνάμα δεινόν και άχαριν αγώνα κατά της λεγεώνος των προκατόχων και επιδόξων διαδόχων του.
* * * Ο «Ασμοδαίος»! Πόσον ζωηράν ανάμνησιν εκράτησεν η κοινή γνώμη του εβδομαδιαίου εκείνου φύλλου, όπερ έζησε μόλις δεκαοκτώ μήνας και εξέπνευσε προ τριακονταπέντε ετών. Η υστεροφημία αύτη δεν είνε αδικαιολόγητος. Ουδέποτε η Ελλάς εγνώρισε φύλλον τόσον ευφυές, τόσον λεπτόν, τόσον καλλιτεχνικόν και τόσον ανεξάρτητον, φύλλον έχον τη αληθεία τα τέσσαρα ταύτα προσόντα εις τοιούτον βαθμόν, ώστε είνε ζήτημα εάν δεν ήτο δυσαναλόγως καλόν διά το κοινόν μας και εάν, όπως ελέχθη διά τον Τρικούπην, «δεν μας έπιπτε πολύ».
Είνε τετριμμένη αλήθεια ότι τίποτα δεν γηράσκει ταχύτερον σατυρικού φύλλου, και οι λόγοι τούτου είνε τόσον προφανείς, ώστε δεν χρήζουσιν αναπτύξεως. Εν τούτοις διεξελθών εσχάτως ολόκληρον την συλλογήν του «Ασμοδαίου», επείσθην ότι ούτε εγήρασεν ούτε έπαυσε να είνε διά πλείστους αφρούρητος αποθήκη αττικού άλατος.