Συριανά Διηγήματα

Part 13

Chapter 13 185 words Public domain Markdown

Επειδή δε τούτο εκυκλοφόρησεν ήδη εν τη Πρωτεύουσαν του Βασιλείου και είναι ενδεχόμενον ν' απεστάλησαν αντίτυπα αυτού και εις τας επαρχίας, διά τούτο η Σύνοδος, μητρικώς κηδομένη της ψυχικής σωτηρίας πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, εντέλλεται υμίν εν Χριστώ τω Θεώ ημών, ίνα συμμβουλεύσητε και νουθετήσητε εκκλησιαστικώς το εν τη υμετέρα παροικία λογικόν του Χριστού ποίμνιον, όπως ού μόνον απέχωσι της αναγνώσεώς του τοιούτον εις τε την ψυχήν και το σώμα επιβλαβούς βιβλίου, αλλά αποστρέφωνται τούτο ως αποκύημα και μιασματικόν νόσημα, ού μην αλλά και τω πυρί παραδίδωσιν, όπου αν αυτό ευρίσκωσιν, ίνα μη ποτέ αυτοί εις πειρασμόν εμπέσωσι και ένοχοι τον αιωνίου πυρός γένωνται.

Ούτω γινώσκετε και ούτω ποιήσετε, ίνα και η του Θεού χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων ημών. Αμήν.

Θέλετε δε διατάξει την ανάγνωσιν της παρούσης και επ' εκκλησίας εις τας πρωτευούσας των δήμων.

Εν Αθήναις, την 4 Απριλίου 1866.

Ο Αθηνών Θεόφιλος, Πρόεδρος, Ο Αργολίδος Γεράσιμος, Ο Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Φιλόθεος, Ο Καρυστίας Μακάριος, Ο Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Άνθιμος. Ο Γραμματεύς. Κύριλλος Χαιρωνίδης.

66) «Πάπισσα» Μέρος Γ'. «Ούτε τρώγουσιν ούτε δάκνουσιν όπως οι Φράγκοι, αλλ' ησύχως και τιμίως μετέρχονται το επάγγελμά των, σταυροκοπούντες, θυμιάζοντες, βαπτίζοντες και εξομολογούντες. Αμαρτία ήθελεν είσθαι να πειράξη τις τους ακάκους τούτους κληρονόμους της βασιλείας των Ουρανών».

67) «Ο καλός χριστιανός αποστρέφεται τους αναμιγνυομένους εις την θρησκείαν, ίνα καταστή επικερδεστέρα, τας παντοίας της κεκαρμένης ή πολυμάλλου κεφαλής των εφευρέσεις, τα θαύματα των εικόνων, τους θεούς της ειδωλολατρείας μετημφιεσμένους εις αγίους, τας προσκυνήσεις, τα εισιτήρια του Παραδείσου, τα Άγια λείψανα, τα κομβολόγια και άλλα ιερατικά εμπορεύματα, δι' ων το επάγγελμα των Αποστόλων κατέστη και αυτής της ιατρικής και ονειροκριτικής αγυρτικώτερον». «Πάπισσα» αυτόθι.

68) Εις τους τυχόν παρατηρήσοντας ότι η γνώμη αύτη είνε ίσως απήχησις των Foundations of Belief του μετέπειτα πρωθυπουργού της Αγγλίας Balfour ή της Χρεωκοπίας της Επιστήμης του Βρουνετιέρ, κατά το αυτό έτος 1895 δημοσιευθέντων, αντιπαρατηρώ ότι την σκέψιν της «Χριστουγεννιάτικης Ακροπόλεως» ανευρίσκει τις υπό ολίγον διάφορον τύπον εις πολύ προγενέστερα έτη του Ροΐδου (βλ. λ.χ Πάρεργα σ. 210 εν τέλει).

69) Ο τρόπος ούτος της «επιστημονικής» συζητήσεως είνε τοσούτω μάλλον στιγματιστέος καθ' όσον χρησιμεύει εις πρόχειρον θεραπείαν προσωπικών παθών.

70) Οι ολίγοι ουδέποτε παρεσύρθησαν. Ιδού η κατακλείς επιστολής του αειμνήστου Κοζάκη Τυπάλδου: «Εστέ πεπεισμένος ότι αι συμπάθειαι της πεφωτισμένης μερίδος του κοινού σας περιβάλλουσι και ότι εκρούσατε ήδη εις την Θύραν της φιλολογικής αθανασίας».

71) Διά του εν Άκρη της Συρίας Προξένου της Ελλάδος Μαρούζη. (Η επιστολή σώζεται).

72) Σουρλήν είχεν επονομάση ο Ροΐδης τον δήθεν συντάκτην των δήθεν εξ Αγρινίου επιστολών.

73) Το πρώτον σκαλάθυρμα του Λασκαράτου («Ασμοδαίου» αρ. 4) καλείται Ονειράτων εξήγησις, αρχίζει δε διά του εξής ονείρου: «Αν ιδής στ' όνειρό σου για ένα φίλο σου πως τον εκάμανε κάπως υπάλληλο, — τρέξ' ευθύς να τόνε συγχαρής, μήπως πριν ξυπνήση του έλθη η παύσι του».

74) «Ένεκα των διαδοθέντων υπό των εχόντων προς τούτο συμφέρον ότι ευρισκόμεθα εις ψυχράς σχέσεις προς την Εκκλησίαν, ηθελήσαμεν να δώσωμεν έκτακτον επισημότητα εις την τελετήν της παροχής του όρκου, επιμείναντες όπως ομόσωμεν ενώπιον, ουχί του τυχόντος, αλλά του ιερέως της ιδίας ημών ενορίας». Βλ. «Η Εθνική Βιβλιοθήκη» (σελ. 69).

75) Εν τούτοις η περί του εναντίου παράδοσις ήτο τόσον ερριζωμένη, ώστε ο κ. Ν.Βέλμος, γράψας αναμνήσεις τινάς περί Ροΐδου, ταις έδωκε τίτλον «Ο Αφωρεσμένος» «Ημερολόγιον» της εδομαδιαίας εφημερίδος «Ελλάς», έτος 1909 σελ. 59-61).

76) Ταύτα εδημοσιεύθησαν κατά το πλείστον εις το «Ημερολόγιον» του Ασωπίου, έν, «Οι Βρυκόλακες του Μεσαιώνος» εις το «Ημερολόγιον» του Βρετού (1869) και δυο, αι «Αίτνειαι Αναμνήσεις» και «Οι Ρωμαίοι Δούλοι», εις τον «Παρνασσόν» του Μανιτάκη.

77) Κατά πληροφορίαν του ειδικωτάτου κ. Παλαμά.

78) Βλ. λ. χ. τ' άρθρα του περί Ζωγραφικής και των Γραφουσών Ελληνίδων. Εν τω πρώτω των άρθρων τούτων εξαίρεται το τάλαντον των νεοτάτων τότε ζωγράφων Χατζοπούλου, Φωκά και Ιωαννίδου, εν δε τω δευτέρω εκείνο της τελείως αγνώστου τω συγγραφεί κυρίας Αρσινόης Παπαδοπούλου.

79) Λ.χ. τον Βηλαράν.

80) Λ.Χ. αι προς τον Ψυχάριν, τον Λενορμάν κτλ.

81) Πρόλογος «Παρέργων» σ. κγ'

82) Από του Προλόγου του «Οδοιπορικού».

83) Πρόλογος των «Παρέργων» σ. ιγ'.

84) Η αυτή παρατήρησις δύναται να γείνη διά τον Ανατόλ Φρανς, όστις και πολλά άλλα σημεία κοινά έχει με τον Ροΐδην: τας ιστορικοακκλησιαστικάς μελέτας, την φιλολογικήν κριτικήν, τα σατυρικά πολιτικά έργα κτλ.

85) «Αι μάγισσαι του Μεσαιώνος» (Ημερολ. Ασωπίου 1868), «Οι Ρωμαίοι Δούλοι» και ο «Χριστιανισμός» («Παρθενών» 1872, «Απόκρυφα και Συναξάρια» («Εστία», 1892).

86) «Η αμφίβολος ζωή», «Τα στίγματα» (εν τοις «Παρέργοις»), «Παθογένεια», «Δαμαλιδομαχία» (εν τη «Ποικίλη Στοά») κτλ. κτλ.

87) Βλ. λ. χ. το θαυμάσιον «Περί ληστείας» άρθρον της 28 Μαΐου 1870.

88) «Ώρα» 1 Ιαν 1879.

89) Ο Ροΐδης, κατά μίμησιν του ιταλικού συστήματος, είχεν ιδρύση εν τω οίκω του «ακαδημίαν ξιφασκίας». Συμμετείχον αυτής πάντες οι περί τα όπλα ενασχολούμενοι, ων πολλοί ζώσιν ευτυχώς εισέτι. Ο κ. Κλέων Ραγκαβής μοι διηγείτο μάλιστα εν Βερολίνω πως ο μετ' αυτού γυμναζόμενος Μανώλης ολίγον έλειψε μίαν ημέραν ν' απολέση τον έτερον των οφθαλμών. Της αγάπης του Ροΐδου διά την ξιφασκίαν μένουσι τεκμήρια ο πρόλογός του εις την «Οπλομαχικήν» του Ν. Πύργου (1875) και λεπτόν διήγημα «Η πρώτη του μονομαχία». (Εστία Ιανουάριος 1893).

90) «Και μία παράδοξος ακόμη από τας πολλάς ιδιότητάς του· ο κ. Ροΐδης κάμνει κάτι καρικατούρες πρώτης κωμικότητος· όποιος τον καταφέρει και του δείξη μερικάς τοιαύτας, θα θαυμάση, θα γελάση, θα ξεκαρδισθή». (Άρθρον Μποέμ περί Ροΐδου, «Σκριπ», 8 Μαΐου 1896).

91) Εις το διήγημα «Η πρώτη του μονομαχία» σκώπτει «τους απογόνους του Αλκιβιάδου και Αριστίππου», οίτινες «ποτίζουσι καμπανίτην και κατατρώγουσι διά των οφθαλμών» τας γεγηρακυίας και εψιμυθωμένας Φρύνας της γαλλικής οπερέττας.Δεν διέφερεν όμως και αυτός των «νεανίσκων και πρώην τοιούτων» ους περιγράφει ή καθ' ότι εστρέφετο προς τα νεώτερα και ευειδέστερα στοιχεία των γαλατικών θιάσων. Τοιούτοι θρίαμβοι ήσαν εννοείται αρκετά δαπανηροί. Ότε δε μετά τίνα έτη φίλος του τον ηρώτα εάν δεν μετεμελήθη διά τας εικοσιπεντακισχιλίοις δραχμάς ας εδαπάνησε διά ωραίαν πριμαδόναν, ο Ροΐδης απήντησε το εξής αμίμητον: «Ο κ. Σ. (διευθυντής χρεωκοπησάσης Ασφαλιστικής εταιρείας) μου εκόστησε τα διπλάσια και δεν μοι αφήκε καν τας αυτάς ευχαρίστους αναμνήσεις».

92) Βλ. την ζωηρότητα μεθ' ης περιγράφει «την ανησυχίαν, την ζήλειαν, τας στερήσεις και τ' άλλα βάσανα του έρωτος» εν τη «Ψυχολογία Συριανού συζύγου». Πρβ. αυτόθι και τα εξής: «Τας πύλας της υπερτάτης ηδυπαθείας δεν δύναται να μας ανοίξη ούτε σεμνή παρθένος, ούτε φιλόστοργος σύζυγος, ούτε υπεραγαπώσα ημάς ερωμένη, αλλά μόνον γυνή φιλάρεσκος, ιδιότροπος και ουχί καθ' ημέραν καλή».

93) Βραχείαί τινες παρατηρήσεις επί της υπ' αριθ. 564 του 1875 αποφάσεως του Εμποροδικείου Αθηνών σ. 2 — 3. Το φυλλάδιον τούτο διδάσκει ότι, όπως ο Βωμαρσαί, ο Ροΐδης εδεικνύετο όταν η ανάγκη το εκάλει δικηγόρος πρώτης τάξεως, όστις όμως δεν ελησμόνει ότι ήτο και φιλόλογος. Αι προτάσεις του όπως αι του πατρός του «Φιγαρώ», είνε άξιαι συλλογής εις ανθολογίαν.

94) «Δεν ημπορώ πλέον ν' αγοράσω βιβλία» είνε το μόνον παράπονον όπερ ήκουσαν οι στενοί του φίλοι.

95) Βλ. σελ. κα' της Εισαγωγής του Αλ. Βυζαντίου εις τα «Έργα» του αδελφού του (Τεργέστη, 1893).

96) Ο διαπυνθανόμενος διατί οι Έλληνες οι ανεχθέντες τόσας και τοιαύτας κυβερνήσεις επανέστησαν σχεδόν κατά του τελευταίου υπουργείου Βούλγαρη, πρέπει να ενθυμηθή 1ον) ότι αι προμνησθείσαι κυβερνήσεις, εάν παρεβίαζον την ουσίαν του συντάγματος, ιδία διά της συγχύσεως των εξουσιών, τουλάχιστον εσέβοντο τους τύπους· 2ον) ότι τα μέλη των, εάν ηνείχοντο να κλέπτωσιν οι πέριξ αυτών, εδυσανασχέτουν συχνάκις επί τούτω, και πάντως δεν έκλεπτον ασυστόλως οι ίδιοι· 3ον) ότι, από απόψεως των προσώπων, η «στρούγγα» των στηλιτών εστρατολογήθη αφεθείσης κατά μέρος πάσης οιασδήποτε προλήψεως κοινωνικής ή άλλης. Όθεν δύναται τις να είπη ότι η πεσούσα κατ' Απρίλιον 1875 κυβέρνησις είχεν εις μεγαλύτερον βαθμόν όλας τας κακίας, αίτινες εστιγμάτισαν παρ' ημίν το κοινοβουλευτικόν πολίτευμα και προς τούτοις δεν ησθάνετο καν την ανάγκην να τας κρύψη· εστερείτο δηλαδή της υποκρισίας εκείνης, ην ο Λαρωσεφουκώ χαρακτηρίζει ως έκφρασιν σεβασμού της κακίας προς την αρετήν, και ήτις πάντως εμποδίζει, όπως η πρώτη υπερβή ωρισμένα όρια. Διά πάντα ταύτα, παρά την παρουσίαν εν τω Βουλγαρικώ κόμματι εντίμων ονομάτων, πάσα σχεδόν η υγιής μερίς της κοινωνίας είχεν εν τέλει ταχθή κατ' αυτού.

97) Το φύλλον της 13 Απριλίου 1875 (αρ. 15) αρχίζει διά των εξής: «Εις το μουσείον του Βατικανού ευρίσκεται αρχαίον άγαλμα Σατύρου του οποίου τα χείλη διαστέλλει ακράτητος γέλως. Τοιαύτη όμως ήτο η τέχνη του έλληνος λιθοξόου, ώστε ο μετά προσοχής το έργον του παρατηρών ευθύς εννοεί ότι αν δεν ήτο εκ μαρμάρου ο γελών ούτος Σάτυρος, μετ' ολίγον ήθελε κλαύσει πικρώς. Ο «Ασμοδαίος» δεν είνε μαρμάρινος και διά τούτο ζητεί συγνώμην παρά των αναγνωστών αυτού αν είνε σήμερον οπωσούν κόκκινοι οι οφθαλμοί του».

98) Από του 16ου φύλλου ο «Ασμοδαίος» εκάλεσεν εαυτόν ουχί πλέον κωμικήν, αλλά σατυρικήν εφημερίδα.

99) Αυτόθι τόμ. Α' σελ. 217.

100) «Φρειδερίκος ο Μέγας» (εν τοις Essays.)

101) Βλ. Σύντομος απάντησις εις την «αλήθειαν περί της Εθνικής Βιβλιοθήκης» του Χ. Μελετοπούλου υπό Μιχαήλ Καρατζά πρώην κλητήρος αυτής. Επίσης εις την κριτικήν του Πολυλά επί των «Ειδώλων» απάντησις φέρει την υπογραφήν του κ. Στ. Στεφάνου («Άστυ», 18 και 19 Ιουνίου 1893).

102) Εν λαμπρώ χαρακτηρισμώ του Κουμουνδούρου. («Ασμοδαίος» αρ. 47 και 48) έγραφεν· «Αληθές είνε ότι εις την γενικήν ταύτην διανομήν (των ρουσφετίων) ένα μόνον άνθρωπον ελησμόνησε, τον εαυτόν του. Ένεκα τούτου θαυμάζομεν και αγαπώμεν αυτόν ως ιδιώτην· όση όμως και αν είνε η ένεκα τούτου προσωπική ημών συμπάθεια, βαρύ οπωσδήποτε αποβαίνει το θέαμα ολοκλήρου της Ελλάδος μεταβαλλομένης εις λειβάδιον κομματικής κτηνοτροφίας».

103) «Νέον Άστυ» 9 Ιανουαρίου 1904.

104) Έγραφεν εις τα «Πάρεργα» σ. 218. «Η διάνοια του Έλληνος είνε αγρός τον οποίον ούτος αφίνει ως επί το πολύ χέρσον, διότι γνωρίζει ότι η δαπάνη της καλλιεργείας δεν ήθελε καλυφθή υπό του προϊόντος. Προς τι λ.χ. να κοπιάση τις όπως γείνη Ελληνιστής, κινδυνεύων ν' αποθάνη της πείνης, εν' ω γινόμενος κουμουνδουριστής, δύναται ν' απολαύση τον επιούσιον άρτον και έδραν εν τω Πανεπιστημίω;» Αναπληρώσατε το πρώτον μέρος του επιθέτου κουμουνδουριστής, δι' οιουδήποτε ισχυρού της ημέρας και θα έχετε την εξήγησιν της πνευματικής αθλιότητος, ήτις μας περιβάλλει από πεντήκοντα ετών.

105) Εις τον αγώνα έλαβον μέρος και πολλοί άλλοι και δη πας ο έχων λόγους να πιστεύη εαυτον ποιητήν. Μεταξύ των νεωτέρων ο ευστοχώτερον κατά του Ροΐδου βαλών είνε ο μετέπειτα Jean Morèas. (Ολίγαι σελίδες επ' ευκαιρία της μεταξύ των κ. κ. Ροΐδου και Βλάχου αναφυείσης φιλολογικής έριδος, 1878). Εις το φυλλάδιον τούτο και εις τρία δοκίμια του κ. Βλάχου (Ο Χίος Κριτικός, Περί Ελληνικής ποιήσεως, Γεώργιος Ζαλοκώστας) εύρισκε τις σχεδόν πάντα τα κατά της θεωρίας του Ροΐδου διατυπωθέντα επιχειρήματα. Ο Ροΐδης εκτός της κρίσεως του περί του ποιητικού διαγωνισμού, («Παρνασσός», 1877 τομ. Α') έγραψε και τρεις μελέτας, εν φυλλαδίοις δημοσιευθείσας: Η Σύγχρονος εν Ελλάδι Κριτική, Περί συγχρόνου εν Ελλάδι Ποιήσεως, Τα Κείμενα.

106) Το μόνον όπερ ίσως δύναται τις να παρατηρήση επί της συζητήσεως ταύτης είνε ότι από ωρισμένης στιγμής οι αντίπαλοι αντεπυροβολούντο με κείμενα και ουχί με επιχειρήματα. Όπως εις τας μεσαιωνικάς συνόδους ανεζητείτο ουχί το ορθόν αλλ' η έννοια των υπό των πατέρων της λογοτεχνίας γραφέντων.

107) Βλ. το ποίημα του Οι Κριτικοί και η Ποίησις (Στίχοι σελ. 71- 72).

108) Πράγματι το δώρον εκείνο όπερ αναγνωρίζει εις τον τελευταίον είνε ακριβώς η έμπνευσις.

109) Βλ. Χ. Αννίνου Τα πρώτα έτη του Ζαν Μωρεάς, «Μελέτη» 1911 τεύχη 2 — 5.

110) Αυτόθι σελ. 147 — 8.

111) Ο αναγινώσκων τας εισηγήσεις ή τα άρθρα του κ. Μιστριώτου βλέπει ότι κατά την εποχήν εκείνην αι γνώμαι του συνέπιπτον εν πολλοίς μετά των του Ροΐδου.

112) Εισήγησις 12 Μαΐου 1873.

113) Υπενθυμίζω ότι εκ των πρώτων εξήρε την αξίαν των ζωγράφων Φωκά, Χατζοπούλου και Ιωαννίδου και της κυρίας Αρσινόης Παπαδοπούλου. Το άρθρον του περί Γραφουσών Ελληνίδων εξήγειρε θύελλαν μεταξύ των Αθηναίων bas-bleus.

114) Σώζεται η επιστολή του εν Βιένννη ανταποκριτού και τα σχέδια μερικών επιστολών του Ροΐδου.

Ο κ. Εμμανουήλ Βουτσινάς μοι έλεγεν ότι επί πολλά έτη ο Ροΐδης τροφοδότει διά πληροφοριών και το «Journal des Débats».

115) Αι επιθεωρήσεις αύται ήσαν απόρροια μελετών διαρκουσών καθ' όλον το έτος. Με τόσην δε μέριμναν τας περιέβαλλεν ο πατήρ των ώστε τας έδιδε εις το τυπογραφείον πολλάς ημέρας προ της 1 Ιανουαρίου και απήτει να ίδη τρεις και τέσσαρας διορθώσεις. (Ταύτα κατά τας πληροφορίας του τότε αρχισυντάκτου της «Ώρας» νυν δε διαπρεπούς μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου κ. Αναγνωστοπούλου).

116) Βλ. Πρόλογον του «Οδοιπορικού» σελ. β' και το περί Βιβλιοθήκης Μαρασλή άρθρον του «Άστεως».

117) Πολλά διηγήματα εν τω «Παρνασσώ» (1877-9) και τη «Εστία» (1895).

118) «Σκηναί του Βοημικού Βίου» («Άστυ» 1893)· «Σκηναί του Νεανικού Βίου» («Εστία» 1894).

119) «Η μικρά Κόμησσα» («Εστία» 1893).

120) «Ιστορία της Αγγλίας» (Βιβλιοθήκη Μαρασλή).

121) Β. Ιστορία μίας γάτας (Συριανά Διηγήματα).

122) Βλ. ανωτέρω και Ο Αλέξανδρος Δουμάς εν Ελλάδι («Εφημερίς» 18, 19 Δεκεμβρίου 1895).

123) Εις το δεύτερον του περί Ροΐδου άρθρον («Παναθήναια» τόμ. Ζ' σελ. 357), ο κ. Ξενόπουλος εξηγεί και υπερασπίζεται τας γλωσσικάς θεωρίας του Ροΐδου, γράφων μεταξύ των άλλων:

«Και όμως λέγουν, το βιβλίον αυτό δεν έχει τον επίλογον αντάξιον του όλου. Νομίζεις, ότι το συμπέρασμά του δεν έρχεται ως λογική συνέπεια, ως αναγκαίος συνδετικός κρίκος των μερών. Η δεινή εκείνη πολεμική κατά της τέχνης της γλώσσης και η εύγλωττος υπεραπολογία της δημοτικής, καταλήγουν εις απλήν συμβουλήν «περί καθορισμού της καθαρευούσης», η οποία φαίνεται κατωτέρα του κόπου της συσσωρεύσεως τόσων επιχειρημάτων. Ως ν' απεδειλίασε την τελευταίαν στιγμήν ο Ροΐδης, αντί να κλείση με μίαν θερμήν επίκλησιν και με μίαν προτροπή προς καλλιέργειαν μόνης της αληθούς γλώσσης, απεναντίας κηρύττει τον σεβασμόν προς το καθεστώς, αναγνωρίζει την ανάγκην της καθαρευούσης, και συμβουλεύει την επανάστασιν ήρεμον, βραδείαν, βαθμιαίαν. Πολλοί φρονούν διά τούτο, ότι τα «Είδωλα» θα ήτο προτιμότερον να μην έχουν συμπέρασμα, διά να το εξάγη ο αναγνώστης μόνος του. Το κατ' εμέ, ας μου επιτραπή να θεωρώ το συμπέρασμα των «Ειδώλων» ως λογικωτάτου συγγραφέως. Ακόμη και της ιδοσυγρασίας, ακόμη και του χαρακτήρος του. Ο Ροΐδης ουδέποτε επρόβαλεν ως ορμητικός και αχαλίνωτος επαναστάτης. Αι βίαιαι ανατροπαί τον ετρόμαζαν· ηρκείτο να είνε φιλοπρόοδος, αλλά και συντηριτικός. Ν'αποδείξη το νόμιμον και το αναγκαίον της καλλιεργείας της ζωντανής γλώσσης, αλλά να μαρτυρήση και το γεγονός της επικρατήσεως της καθαρευούσης, η κατάλυσις της οποίας εν μια νυκτί και μόνη θα ήτο άθλος υπεράνθρωπος,ιδού ες που έφθανε το θάρρος του. Ομολογώ ότι άλλοι έδειξαν περισσότερον θάρρος και εις την θεωρίαν και την πράξιν — αμφιβάλλω όμως αν αυτοί ευρίσκονται πλησιέστερα εις την αλήθειαν των πραγμάτων».

124) Χρονογράφημα Διαβάτου, «Εμπρός» 9 Ιανουαρίου 1904»

125) Επιστολή προς τον Ψυχάρην 10) 22 Απριλίου 1889, Περιοδικόν «Graecia», φύλλον 16 Μαρτίου 1911.

126) «Το ταξείδι του Ψυχάρη», σελ. 60.

127) Βλ. σελ. 55 κεξ.

128) «Ακρόπολις» 9 Ιανουαρίου 1904.

129) Εσχάτως με τον βίαιον χαρακτήρα ον έλαβεν ο γλωσσικός αγών, το επίθετον μαλλιαρός προσεκολλήθη ως ύβρις εις πάντας τους δημοτικιστάς. Πολλοί δε τούτων το διεξεδίκησαν ως τίτλον δόξης, ούτω δ' η λέξις έχασε την συγκεκριμένην έννοιαν, ην είχεν εν αρχή, θα δεήση δε να εφεύρη ο κ. Κονδυλάκης διά τους πραγματικούς μαλλιαρούς νέον όρον.

130) Εδώρησα εις την Εθνικήν Βιβλιοθήκην οκτώ τετράδια άτινα εχρησίμευσαν ιδίως διά τα «Είδωλα», περιέσωσα δε και πέντε ή έξη άλλα.

131) Εις φίλον συγχαίροντα επί τη εξαντλήσει της α' εκδόσεως των «Ειδώλων», απήντησεν ότι κατά το αυτό χρονικόν διάστημα είχον εξαντληθή εννέα εκδόσεις γνωστής «Μαγειρικής».

132) Τούτο καταφαίνεται και εις τα διηγήματά του. Βλ. ιδίως τα «Εφήμερα».

133) Μεταξύ των άλλων άμαξα ανατρέψασα αυτόν συνέτριψε την σιαγόνα του· ο προσκληθείς ιατρός την συνεκόλλησε κατά τρόπον τόσον ανεπιτήδειον, ώστε ο Αρεταίος επανελθών εν τω μεταξύ εκ του θερινού του ταξειδίου ηναγκάσθη να την θραύση εκ νέου ίνα την συγκολλήση όπως έπρεπε. Φαντάζεται τις τας ταλαιπωρίας ας κατά το διάστημα τούτο υπέστη ο ασθενής. Ειθισμένος όμως εις την δυστυχίαν περιωρίσθη, ιαθείς, να είπη εις τον δράστην της πρώτης συγκολλήσεως ασκληπιάδην: «Σας εύχομαι, αν ποτέ σας συμβή δυστύχημα, να εύρετε και υμείς ιατρόν ικανόν να σας περιποιηθή, όπως σεις περιεποιήθητε εμέ».

134) Βλ. εν τη «Εστία» της 8 Ιανουαρίου 1904 τ' Ανέκδοτα περί Ροΐδου, υπό του κ. Δ. Καμπούρογλου.

135) Βλ. εν τη υπό του κ. Ν. Γουναράκη εκδιδομένη «Εργασία» (αρ. 2, φύλλον 19 Μαρτίου 1900) το άρθρον: Ο εμβολιασμός του Φυλετικού Μίσους.

136) Τω 1905 ο κ. Κωνσταντινίδης επανελθόντος του Δηληγαννικού κόμματος εις την αρχήν διωρίσθη μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, διατηρηθέντος του τω 1901 διαδεχθέντος αυτόν εις την Εφορίαν της Εθνικής Βιβλιοθήκης κ. Δ. Καμπούρογλου εις την θέσιν του. Μήπως ο ορθή αύτη λύσις δεν ηδύνατο να εφαρμοσθή και πρότερον;

137) Τούτου την εξής περιγραφήν έδωκεν ο κ. Δ. Χατζόπουλος («Μποέμ») εν τω «Άστει» της 22 Μαρτίου 1893.

«Ώρα επτάμιση· γλυκυτάτη σελήνη, γλυκυτάτη βραδειά. Ανέρχομαι την οδόν Φιλελλήνων, σταματώ εις την απέναντι της ρωσσικής εκκλησίας μεγάλην οικίαν. Κτυπώ, μου ανοίγουν και ανέρχομαι. Ευτυχώς ο κ. Ροΐδης ευρίσκεται εις τον οίκον του, όπου μόνον τοιαύτην ώραν δύνασαι να τον εύρης. Μία υπηρέτρια μού φωτίζει, με εισάγει εις πολυτελή αίθουσαν, και δι' αυτής ευθέως εις το σπουδαστήριον του συγγραφέως, όπου ενθρονίζομαι επί κομψοτάτου διβανίου. Αναμένω ολίγα λεπτά και επεξεργάζομαι το δωμάτιον. Πλουσιώτατον, κομψότατον, ζηλευτόν ενδιαίτημα δι έμπνευσιν και μελέτην. Έν μόνον παράθυρον προς την οδόν Φιλελλήνων, κομψότατον γραφείον προ αυτού, με σωρούς βιβλίων, μία μικρά τράπεζα με ολόκληρον βράχον τελευταίων εκδόσεων και τελευταίων βιβλίων, θαυμασιωτάτη υαλόφρακτος μακρά βιβλιοθήκη, κατέχουσα ολόκληρον την πλευράν του τοίχου, εικόνες και κομψοτεχνήματα πολυάριθμα, δυο τεράστια κέρατα, εξ ων εξαρτώνται τουφέκια, καρυοφύλλια, σπάθαι, πάλες, γιαταγάνια, κουμπούρες, ελληνικότατα όλα, τάπης επί του πατώματος, κομψόν διβάνιον, κομψόταται έδραι, μεγάλη πεπυρακτωμένη θερμάστρα εις το βάθος πληρούσα το δωμάτιον γλυκυτάτου θάλπους».

138) Επίσης σπανίαν πίστιν και αφοσίωσιν έδειξαν προς αυτόν τινές των άλλοτε ευεργετηθέντων, ιδία δ'ο εκ των υπαλλήλων της Εθνικής Βιβλιοθήκης Μιχαήλ Καρατζάς, όστις και παυθέντα μέχρι τέλους δις της ημέρας τακτικότατα επεσκέπτετο, και προς ον ο Μανώλης και η μήτηρ του έτρεφον ιδιάζουσαν επί τούτω αγάπην και εκτίμησιν. Ιδιαιτέραν ευγνωμοσύνην έτρεφον και προς τον μετ' αδελφικής στοργής θεραπεύοντα τον ασθενή έγκριτον ιατρόν κ. Ι. Θωμόπουλον.

139) «Άστυ» 10 Ιανουαρίου 1904.

140) Ο Διευθυντής του Λυκείου επέβαλε κατ' αμερικανικόν σύστημα εις τους γονείς να χορηγώσι κατά μήνα ανά πέντε δραχμάς εις τους μικρούς και δέκα εις τους μεγάλους υποτρόφους, διά να συνειθίζωσιν ενωρίς εις την διαχείρισιν χρημάτων. Εις ουδένα όμως επετρέπετο η παροχή ανωτέρου ποσού προς αποφυγήν πλουτοκρατικών διακρίσεων.

141) Βλέπ. Εγκυκλοπ. Λεξικού αρθρ. Αλεξανδρινή Σχολή.

142) Των κραυγών τούτων υπάρχει και άλλη τις πεζοτέρα ανατομική εξήγησις, την οποίαν δύναται ο βουλόμενος να εύρη εις τα ειδικά συγγράμματα.

End of Project Gutenberg's Short stories from Syros, by Emmanuel Roidis