Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος

Part 9

Chapter 926 wordsPublic domain

Β. Δεν είχε δ' έτι μεγάλην επισημότητα των Φουριών ο οίκος (326), και αυτός πρώτος προήλθεν εις δόξαν αφ' εαυτού επί της μεγάλης μάχης κατά των Αικανών και Ουολούσκων, εκστρατεύων υπό τον δικτάτορα Ποστούμιον Τούβερτον (327). Έφιππος προηγούμενος του στρατού, επληγώθη εις τον μηρόν δεν υπεχώρησεν όμως, αλλ' αποσπάσας το ακόντιον εκ της πληγής, επέπεσε κατά των ανδρειοτάτων εχθρών, και τους έτρεψεν εις φυγήν. Διά τούτο και άλλας έλαβε τιμάς, και Τιμητής εξελέγη (328), εις αρχήν ήτις είχε κατά τους τότε χρόνους σημασίαν μεγάλην. Μνημονεύεται δε καλόν έργον αυτού, κατά την τιμητείαν του, το ότι διά πειστικών λόγων και δι' απειλής προστίμων ενύμφευσε τους αγάμους μετά των χηρών γυναικών, αίτινες, εξ αιτίας των πολέμων ήσαν τότε πολλαί· έργον δ' αναγκαίον ότι υπέβαλεν εις φόρου απότισιν και τους ορφανούς, οίτινες πριν ουδέν εισέφερον. Αιτίαι δε του νόμου τούτου υπήρξαν αι συνεχείς εκστρατείαι, αίτινες μεγάλας απήτουν δαπάνας. Μάλιστα δε κατεπείγουσα ήτον η πολιορκία των Βηίων, ούς τινές Ουηιεντανούς (329) ονομάζουσιν. Ήτον δε προπύργιον της Τυρρηνίας αύτη η πόλις, κατά τε τον αριθμόν και κατά το πλήθος των εκστρατευόντων ουχί κατωτέρα της Ρώμης· χαίρουσα δ' εις πλούτον και εις διαίτης αβρότητα, και εις τρυφάς και πολυτελείας, πολλάκις επιτυχώς ηγωνίσθη πολεμούσα κατά των Ρωμαίων περί δόξης και ηγεμονίας. Κατά δε τον τότε καιρόν, της μεν φιλοτιμίας αυτής παρητήθη, συντριβείσα εις μάχας μεγάλας· υψώσαντες δ' οι Βήιοι τείχη μακρά και ισχυρά, και την πόλιν όπλων και βελών και σίτου και παντοειδών εφοδίων πληρώσαντες, υπέμενον αφόβως την πολιορκίαν, ήτις ήτον μακρά, και επίσης επίπονος και δύσκολος εις τους πολιορκούντας. Διότι εν ώ αυτοί ήσαν συνειθισμένοι να μη εκστρατεύωσι πολύν καιρόν έξω, αλλά μόνον κατά το θέρος, ηναγκάσθησαν υπό των χιλιάρχων να κατασκευάσωσι φρούρια, και τειχίσαντες το στρατόπεδον, να μένωσι συνεχώς εις των εχθρών την χώραν χειμώνα και θέρος, και ούτως είχε φθάσει σχεδόν εις το τέλος του το έβδομον του πολέμου έτος. Διά τούτο και οι άρχοντες κατηγορήθησαν, και εξώσθησαν της αρχής, ως απροθύμως πολιορκούντες, και άλλοι εξελέγησαν όπως εξακολουθήσωσι τον πόλεμον. Είς εξ αυτών ήτον και ο Κάμιλλος, εκ δευτέρου τότε διορισμένος χιλίαρχος. Αλλά κατ' εκείνον τον χρόνον ουδέν έπραξεν ως προς την πολιορκίαν, διότι ο κλήρος τω έπεσε να πολεμήση τους Φαλερίους και Καπηνάτας, οίτινες την χώραν αλλαχού ασχολουμένην ευρίσκοντες, μεγάλως την έβλαψαν και την ηνόχλησαν καθ' όλον τον τυρρηνικόν πόλεμον. Αλλ' επολεμήθησαν υπό του Καμίλλου, και περιωρίσθησαν εις τα τείχη των, αφ' ού πολλοί αυτών εφονεύθησαν.

Γ. Μετά δε ταύτα, το συμβάν εις την Αλβανίδα λίμνην (330), εν ώ ο πόλεμος ήτον εις την ακμήν του, εφόβησε τους Ρωμαίους, διότι ήτον θαύμα ουδενός των απιστοτέρων κατώτερον, δι' έλλειψιν αιτίας κοινής, και λόγου φυσικήν έχοντος την αιτίαν. Ήτον φθινόπωρον, και το θέρος είχε παρέλθει ούτε βροχερόν, ούτε πολύ ενοχλητικόν υπό νοτίων ανέμων. Εκ των πολλών δε λιμνών και ποταμών και των παντοδαπών ρεόντων υδάτων ά έχει η Ιταλία, άλλα μεν είχον εντελώς εκλείψει, άλλα δ' αντείχον σχεδόν και μόλις· οι δε ποταμοί όλοι, ως πάντοτε το θέρος, είχον καταβή και ολιγοστεύσει. Το δε ύδωρ της Αλβανίδος λίμνης, έχον εν εαυτώ την αρχήν και το τέλος του, περικυκλούμενον δ' υπό βουνών ευφόρων, ήρχισε προφανώς αυξόμενον και εξογκούμενον, άνευ αιτίας τινός, εκτός αν υπάρχη τις θεία ενέργεια, και ήγγιζε τας υπωρείας, και έφθασε βαθμηδόν μέχρι των ανωτάτων λόφων, άνευ σάλου και αταράχως υψούμενον. Και κατ' αρχάς μεν είδον το θαύμα τούτο οι ποιμένες και οι βουκόλοι. Όταν όμως το μέρος γης, το εν είδει ισθμού χωρίζον την λίμνην από της κάτω χώρας, ερράγη εκ του πλήθους των υδάτων και του βάρους αυτών, και ρεύμα κατέβαινε διά των καλλιεργουμένων και φυτευομένων γαιών εις την θάλασαν, τότε όχι μόνον οι Ρωμαίοι αυτοί εξεπλάγησαν, αλλά και όλοι οι την Ιταλίαν κατοικούντες εξέλαβον τούτο ως σημείον πραγμάτων ουχί μικρών. Πολύς δε περί τούτου εγένετο λόγος εις το στρατόπεδον των πολιορκούντων τους Βηίους, ώστε και εκείνοι ηχούσαν της λίμνης το φαινόμενον.

Δ. Ως δ' εις πολιορκίας πολυχρονίους συμβαίνει πολλάκις επιμιξία και συγκοινωνία μετά των πολεμίων, ούτω και τότε Ρωμαίος είχε λάβει σχέσιν και θάρρος μεθ' ενός των πολεμίων, ανθρώπου ηξεύροντος παλαιά λόγια, και φαινομένου εμπειροτέρου των άλλων εις την μαντικήν. Τούτον ιδών ο Ρωμαίος ότι υπερεχάρη όταν ήκουσε την αύξησιν της λίμνης, και περιεγέλα την πολιορκίαν, τω είπεν ότι ο καιρός εκείνος δεν έδειξε μόνα ταύτα τα θαύματα, αλλά και αλλά σημεία πολύ παραδοξότερα τούτων ότι εφάνησαν εις τους Ρωμαίους· ότι δε θέλει να τα διακοινώση εις εκείνον, όπως ίσως κατορθώση να διαθέση τα ίδια καν καλώς, όταν κακώς διέκειντο τα δημόσια. Εις ταύτα προθύμως συνήνεσεν ο άνθρωπος, και εδέχθη να συνομιλήση, νομίζων ότι έχει απόρρητά τινα να ακούση. Ούτως ο Ρωμαίος κατ' ολίγον, διαλεγόμενος, και αποσύρων αυτόν, όταν εμακρύνθησαν ολίγον των πυλών, τον λαμβάνει εις τους ώμους του, ων ευρωστότερος, και διά βοηθείας πολλών οίτινες έτρεξαν από του στρατοπέδου, υπερισχύσας και κρατήσας αυτόν, τον παρέδωκεν εις τους στρατηγούς. Εις τοιαύτην δ' ανάγκην υποπεσών ο άνθρωπος, και μαθών ότι αναπόφευκτον ήτον το πεπρωμένον, εδήλωσεν απόκρυφα λόγια υπάρχοντα περί της πατρίδος του, ότι δεν δύναται να κυριευθή πρότερον, πριν την Αλβανίδα λίμνην χυθείσαν, και ρέουσαν δι' άλλων οδών, απωθήσωσιν οι εχθροί, και μεταστρέψαντες αυτήν, την εμποδίσωσι ν' αναμιγή μετά της θαλάσσης. Όταν δ' ήκουσε ταύτα η Σύγκλητος απορούσα περί του πρακτέου, απεφάσισε να στείλη εις τους Δελφούς, και να ερωτήση τον Θεόν. Ήσαν δ' οι σταλέντες άνδρες ένδοξοι και μεγάλοι, ο Κόσσος Λικίνιος, ο Ουαλέριος Ποτίτος και ο Φάβιος Άμβουστος. Ούτοι πλεύσαντες, και τον Θεόν ερωτήσαντες, ήλθον και άλλας μαντείας φέροντες, αίτινες έλεγον ότι είχον αμελήσει οι Ρωμαίοι αρχαίας τινάς εορτάς, καλουμένας Λατίνας (331) και διέταττον προσέτι να εμποδίσωσιν όσον το δυνατόν το ύδωρ της Αλβανίδος λίμνης να ρεύση εις την θάλασσαν, και να το ωθήσωσιν επάνω πάλιν εις τον αρχαίον του δρόμον, ή αν δεν εδύναντο τούτο, να το διοχετεύσωσι διά λάκκων και τάφρων εις την πεδιάδα, και εκεί να το καταναλώσωσιν. Άμα δε ταύτα ανηγγέλθησαν, οι μεν ιερείς εξετέλουν τας θυσίας, ο δε δήμος ήρχισε την εργασίαν και έστρεφε το ύδωρ.

Ε. Η δε σύγκλητος εις το δέκατον έτος του πολέμου καταλύσασα τας άλλας αρχάς, ανέδειξε τον Κάμιλλον δικτάτωρα. Αυτός δ' εκλέξας ίππαρχον τον Κορνήλιον Σκηπίωνα, πρώτον μεν ηυχήθη εις τους Θεούς, υποσχεθείς, αν ο πόλεμος λάβη τέλος ένδοξον, να πανηγυρίση τας μεγάλας εορτάς (332), και ν' αφιερώση ναόν της Θεάς νήο Ρωμαίοι καλούσι Μητέρα Ματούταν (333). Αύτη, αν τις κρίνη εκ των τελουμένων κατά την εορτήν αυτής, δύναται να νομίση ότι είναι η Λευκοθέα· διότι αι Ρωμαίαι γυναίκες, εισάγουσαι τότε θεραπαινίδα εις το ιερόν αυτής, την ραπίζουσι, και μετά ταύτα την αποδιώκουσι, και εναγκαλίζονται τα παιδία των αδελφών των μάλλον ή τα εδικά των (334) και πράττουσι κατά την θυσίαν όσα αρμόζουσιν εις τας τροφούς του Διονύσου, και εις τα παθήματα της Ινούς εξ αιτίας της παλακίδος. Μετά δε τας ευχάς ταύτας ο Κάμιλλος εισέβαλεν εις των Φαλίσκων την χώραν, και εις μεγάλην μάχην ενίκησε και αυτούς και τους Καπινάτας, οίτινες ήλθον εις βοήθειάν των. Έπειτα δε, στραφείς εις των Βηίων την πολιορκίαν, και βλέπων την εκ προσβολής άλωσιν δύσκολον και επίπονον, έσκαψεν υπονόμους, διότι οι περί την πόλιν τόποι επεδέχοντο ανασκαφήν, και τα έργα εδύναντο να προχωρώσιν εις βάθος άδηλον εις τους εχθρούς. Νέας δ' ελπίδας λαμβάνων καθ' όσον προυχώρει και η υπό γην οδός, αυτός μεν έξωθεν προσέβαλε, προσκαλών εις τα τείχη τους πολιορκουμένους, άλλοι δε, αδήλως κάτωθεν πορευόμενοι διά των υπονόμων, κατώρθωσαν να εισέλθωσιν αγνώστως εις την Ακρόπολιν, κατά της Ήρας το ιερόν, τον μέγιστον, και τον υπέρ πάντας τιμώμενον ναόν της πόλεως. Εκεί λέγεται ότι έτυχε κατ' εκείνην την στιγμήν ιερουργών ο ηγεμών των Τυρρηνών· ότι δ’ ο μάντις, τα σπλάγχνα παρατηρήσας, μετά μεγάλης φωνής είπεν ότι ο Θεός δίδει την νίκην εις όν τινα ήθελεν ακολουθήσει εκείνα τα ιερά. Την φωνήν ταύτην ήκουσαν οι Ρωμαίοι εντός των υπονόμων, και ευθύς έσχισαν το έδαφος, και μετά βοής και κρότου των όπλων εξελθόντες της γης, άμα οι εχθροί τρομάξαντες ετράπησαν εις φυγήν, ήρπασαν τα σπλάγχνα και τα έφερον προς τον Κάμιλλον. Αλλά ταύτα μεν ίσως φανώσιν ότι ομοιάζουσι μύθους. Εκυριεύθη δ' η πόλις κατά κράτος, και οι Ρωμαίοι ήγον και έφερον πλούτον άπειρον. Επιβλέπων δ' από της ακροπόλεως ο Κάμιλλος τα πραττόμενα, πρώτον μεν ήρχισε να δακρύη. Έπειτα δε, μακαριζόμενος υπό των περιεστώτων, ύψωσε τας χείρας, και προσευχόμενος προς τους Θεούς, είπε· «Ζευ μέγιστε, και Θεοί οι βλέποντες τα καλά έργα και τα κακά, σεις ηξεύρετε ότι οι Ρωμαίοι ουχί αδίκως, αλλ' ημάς αυτούς υπερασπιζόμενοι, εξ ανάγκης τιμωρούμεν πόλιν εχθρών ανδρών και παρανόμων. Αν δέ τις, είπε, και εις ημάς οφείληται αντίστροφος ανταπόδοσις της παρούσης επιτυχίας, εύχομαι υπέρ της πόλεως και του στρατού των Ρωμαίων, να περιορισθή εις κακόν ελάχιστον, επί εμέ μόνον στραφείσα». Άμα δ' είπε ταύτα, ως είναι συνήθεια παρά τοις Ρωμαίοις αφ' ού ευχηθώσι και προσκυνήσωσι να στρέφωνται εις τα δεξιά, αυτός ωλίσθησε στρεφόμενος· και επειδή εταράχθησαν οι παρευρισκόμενοι, εγερθείς εκ της πτώσεώς του, είπεν ότι κατά την ευχήν του τω συνέβη μικρόν σφάλμα αντί ευτυχίας μεγίστης.

ΣΤ. Λεηλατήσας δε την πόλιν, απεφάσισε να μεταφέρη και το άγαλμα της Ήρας εις Ρώμην, καθώς είχε τάξει. Συνεκάλεσεν επομένως προς τούτο τεχνίτας, και θυσίαν τελέσας, προσηυχήθη εις την Θεάν να δεχθή την προθυμίαν αυτών, και να γίνη συγκάτοικος ευμενής των Θεών όσοι έλαβον εις κλήρον την Ρώμην. Λέγεται δ' ότι το άγαλμα τούτο ωμίλησε σιγαλή τη φωνή, και είπεν ότι θέλει και συγκατανεύει. O δε Λιούιος (335) λέγει ότι ο μεν Κάμιλλος ηύχετο εγγίζων το άγαλμα της Θεάς, και την παρεκάλει, απεκρίθησαν δέ τινες των παρεστώτων ότι και θέλει, και συγκατανεύει, και τον ακολουθεί προθύμως. Οι δ' υπέρ του παραδόξου διισχυριζόμενοι και επιμένοντες, μεγίστην μεν έχουσι συνήγορον την τύχην της πόλεως, ήτις αδύνατον θα ήτον από μικράς αρχής και περιφρονουμένης να προέλθη εις μέγαν δόξης βαθμόν και δυνάμεως, άνευ του Θεού, όστις διά πολλών και μεγάλων επιφανειών ανήγγελλε πολλάκις την παρουσίαν του. Εκτός δε τούτου, αναφέρουσι και ομοειδή αλλά θαύματα, ότι ιδρώτες αγαλμάτων πολλάκις εχύθησαν, ότι στεναγμοί ηκούσθησαν, και δεικνύουσι πολλά ξόανα (336) στρέψαντα την κεφαλήν, ή κλείσαντα τους οφθαλμούς, καθ' ά διηγούνται πολλοί των αρχαιοτέρων συγγραφέων. Πολλά δε και παρά συγχρόνων ακούσαντες δυνάμεθα να διηγηθώμεν αξιοθαύμαστα, άτινα δεν είναι εντελώς καταφρονητέα. Αλλ' εις τα τοιαύτα και η πολλή πίστις και η μεγάλη δυσπιστία είν' επίσης επισφαλής, διότι η ανθρωπίνη ασθένεια όρον δεν έχει, ουδέ συγκρατείται, αλλά παρεκτρέπεται άλλοτε μεν εις δεισιδαίμονα έξαψιν (337), άλλοτε δ' εις των θείων αδιαφορίαν και περιφρόνησιν. Το άριστον όμως είναι η ευλάβεια, και το μέτριον.

Ζ. Ο δε Κάμιλλος, είτε διά το μέγεθος του κατορθώματός του, ότι εκυρίευσε πόλιν αντίπαλον της Ρώμης μετά δεκαετή πολιορκίαν, είτε ένεκα των μακαριζόντων αυτόν, επαρθείς εις όγκον, και εις φρόνημα βαρύτερον του αρμόζοντος εις εξουσίαν νόμιμον και δημοτικήν, ετέλεσε θρίαμβον και κατά τα λοιπά υπερήφανον, και ζεύξας εις την άμαξάν του τέσσαρας ίππους λευκούς, ανέβη εις αυτήν, και διέβη ούτω διά της Ρώμης, εν ώ κανείς στρατηγός δεν έπραξε τούτο πριν ουδέ μετά ταύτα, διότι το τοιούτον όχημα θεωρείται ως ιερόν, και εις τον βασιλέα και πατέρα των Θεών καθιερωμένον. Ως εκ τούτου δυσηρέστησε τους πολίτας, οίτινες δεν ήσαν συνετισμένοι εις ταύτας τας κομπαστικάς επιδείξεις. Έδωκε δε και άλλην αφορμήν εναντίον του, αντισταθείς εις νόμον αφορώντα την διαίρεσιν της πόλεως· διότι οι δήμαρχοι επρότεινον να χωρισθή και ο δήμος και η σύγκλητος εις μέρη δύο, και οι μεν να μείνωσι κατοικούντες εκεί, όσοι δ' εκλεχθώσι διά κλήρου, να μεταβώσιν εις την αιχμάλωτον πόλιν, λέγοντες ότι ούτω θέλουσι γίνει πλουσιώτεροι, και διά δύο μεγάλων και καλών πόλεων ότι θέλουσι φυλάττει και την χώραν συγχρόνως και την λοιπήν των περιουσίαν. Και ο μεν δήμος, πολυάριθμος ήδη ων, και συσκεφθείς την πρότασιν (338), την εδέχθη μετά χαράς, και συνέρρεεν αδιακόπως περί το βήμα, ζητών θορυβοδώς να ψηφοφορηθή. Η βουλή όμως, και οι επισημότεροι των λοιπών πολιτών, φρονούντες ότι η πολιτική των δημάρχων ήθελεν επιφέρει ουχί την διαίρεσιν, αλλά την καταστροφήν της Ρώμης, και διά τούτο αγανακτούντες, κατέφυγον προς τον Κάμιλλον. Εκείνος δε, φοβούμενος την συζήτησιν, επρότεινεν εις τον δήμον πολλάς προφάσεις και ασχολίας, και δι' αυτών ανέβαλλε πάντοτε τον νόμον. Διά ταύτα λοιπόν δυσηρέστει· η δε φανερωτάτη και μεγίστη αποστροφή του δήμου εναντίον αυτού προήλθεν εκ του δεκάτου των λάφυρων, ότε εδόθη εις τον λαόν αιτία ουχί μεν πολύ δικαία, αλλ' ουχί και παράλογος. Διότι, ως φαίνεται, όταν εξεστράτευσε κατά των Βηίων, είχε τάξει, αν κυριεύση την πόλιν, το δέκατον των λαφύρων ν' αφιερώση εις τον Θεόν αυτών. Αφ' ού δ' εκυριεύθη και διηρπάγη η πόλις, είτε εξ αιτίας των τότε περιστάσεων, λησμονήσας τι είχε τάξει, είτε διστάσας να δυσαρεστήση τους πολίτας, αφήκεν αυτούς να ωφεληθώσιν. Ύστερον δε, μετά παρέλευσιν καιρού, αφ' ού είχε παύσει από της εξουσίας εκείνης, ανέφερε περί τούτου εις την σύγκλητον· και οι μάντεις ανήγγελλον επί των θυσιών ότι εφαίνετο η οργή των Θεών, και ότι απητούντο εξιλεώσεις και ευχαριστήριοι τελεταί.

Η. Εψήφισε δε τότε η Βουλή, της μεν ωφελείας να μη γίνη νέα διανομή, διότι τούτο θα ήτο δύσκολον, οι δε λαβόντες τα λάφυρα να υποσχεθώσι δι' όρκου να φέρωσι το δέκατον εις το μέσον. Αλλά συνέβησαν πολλά λυπηρά και βίαια εκ μέρους των στρατιωτών, ανθρώπων πτωχών, οίτινες πολύ εκοπίασαν, και ηναγκάζοντο να φέρωσι τόσον μέγα μέρος των όσα είχον λάβει και είχον δαπανήσει. Επειδή δε θόρυβον ήγειρον κατά του Καμίλλου, μη έχων αυτός να προτείνη πρόφασιν καλλητέραν, ηναγκάσθη να καταφύγη εις τον ατοπώτατον των λόγων, ομολογών ότι είχε λησμονήσει την ευχήν του. Τότε δ' ωργίζοντο αυτοί, διότι, υποσχεθείς ν' αποδεκατώση των εχθρών τας περιουσίας, απεδεκάτου ήδη τας των πολιτών. Έφερον όμως όλοι όσον έπρεπε μέρος, και απεφασίσθη να κατασκευάσωσι κρατήρα χρυσούν, και να τον στείλωσιν εις Δελφούς. Ήτον δε σπάνιος ο χρυσός εις την πόλιν, και οι άρχοντες συνεζήτουν πόθεν να πορισθώσιν αυτόν, όταν αι γυναίκες, κατ' ιδίαν συσκεφθείσαι, προσέφερον εκάστη τα ίδια αυτής χρυσά κοσμήματα διά το ανάθημα, και συνήχθη οκτώ ταλάντων χρυσός. Και εις αυτάς μεν η σύγκλητος την πρέπουσαν αποδίδουσα τιμήν, εψήφισε μετά θάνατον να εκφωνήται, ως επί των ανδρών, ούτω και επί των γυναικών ο άξιος έπαινος (339)· διότι πριν δεν ήτο συνήθεια γυνή αποθανούσα να εγκωμιάζηται δημοσίως. Εκλέξαντο δε τρεις άνδρας εκ των αρίστων ως θεωρούς (340), και εις μακρόν πλοίον επιβιβάσαντες πλήρωμα αξιολόγων ναυτών, και όλα τα εις πανήγυριν αναγκαία, το απέστειλαν. Είναι δ’ ου μόνον η τρικυμία, αλλά και η γαλήνη της θαλάσσης ολεθρία πολλάκις (341), ως και εις εκείνους τότε συνέβη παρ' ολίγον ν' απολεσθώσι, και απροδοκήτως μόνον ν' αποφύγωσι τον επικείμενον κίνδυνον. Παρά του Αιόλου τας νήσους (342) έπεσε διά μιας ο άνεμος, και τριήρεις των Λιπαρέων (343) επήλθον κατ' αυτών, εκλαβούσαι αυτούς ως ληστάς. Και δεν τους προσέβαλον μεν, διότι οι Ρωμαίοι εξέτεινον τας χείρας και παρεκάλουν, αλλά δέσαντες το πλοίον, το έφερον εις τον λιμένα των, και επώλουν διά κήρυκος και αυτούς και τα πράγματά των, νομίσαντες ότι ήσαν πειρατικά. Μόλις δε τους αφήκαν τέλος, πεισθέντες εις ενός ανδρός την αρετήν και την δύναμιν, του στρατηγού Τιμησιθέου, όστις και ιδικά του πλοία παρασκευάσας, τα έπεμψεν ομού, και αφιέρωσε μετ' αυτών το ανάθημα. Διά τούτο και ετιμήθη διά καταλλήλων τιμών εις την Ρώμην.

Θ. Ήρχισαν δε πάλιν προτείνοντες οι δήμαρχοι τον περί χωρισμού της πόλεως νόμον, όταν, εν καιρώ επελθών ο προς Φαλίσκους (344) πόλεμος, επέτρεψεν εις τους αρίστους να ενεργήσωσι τας αρχαιρεσίας κατ' ιδίαν αρέσκειαν, και να εκλέξωσι τον Κάμιλλον μετ' άλλων πέντε χιλιάρχων, διότι τα πράγματα απήτουν αρχηγόν έχοντα βαρύτητα, δόξαν και εμπειρίαν. Αφ' ού λοιπόν εψήφισεν ο δήμος την εκλογήν, λαβών δύναμιν ο Κάμιλλος, εισέβαλεν εις των Φαλίσκων την χώραν, και επολιόρκει τους Φαλερίους, πόλιν οχυράν, και καλώς κατά πάντα κατηρτισμένην εις πόλεμον. Και την μεν άλωσιν αυτής δεν ενόμιζεν έργον μικρόν, ουδ' ολιγοχρόνιον· ήθελεν όμως ν' ασχολή τους πολίτας και να τους περισπά, διά να μη έχωσι καιρόν, αργοί εις την πατρίδα των καθήμενοι, να δημαγωγώνται και να στασιάζωσι. Διότι σχεδόν πάντοτε τούτο το ιατρικόν μετεχειρίζοντο, ως οι ιατροί, εις τα έξω τρέποντες τα ταρακτικά πάθη της πολιτείας.

I. Αλλ' οι Φαλέριοι, θάρρος έχοντες εις τας οχυρώσεις των, τοσούτον κατεφρόνουν την πολιορκίαν, ώστε, πλην των φυλαττόντων τα τείχη, οι άλλοι περιεφέροντο εις την πόλιν, φορούντες απλά ιμάτια· οι δε παίδες αυτών επήγαινον εις τα σχολεία, και κατεβιβάζοντο υπό του διδασκάλου περί τα τείχη διά να περιπατώσι και να γυμνάζωνται· διότι οι Φαλέριοι, ως οι Έλληνες, είχον κοινόν διδάσκαλον, θέλοντες να συζώσι και να συναναστρέφωνται ευθύς εξ αρχής οι παίδες. Ούτος λοιπόν ο διδάσκαλος, επιβουλευόμενος τους Φαλερίους διά των παίδων, εξήγεν αυτούς καθ' εκάστην ημέραν υπό το τείχος, κατ' αρχάς μεν εγγύς, και έπειτα πάλιν τους επανέφερεν εις την πόλιν αφ' ού εγυμνάζοντο. Μετά τούτο δε, κατ' ολίγον υπάγων αυτούς απωτέρω, τους συνείθισε να έχωσι θάρρος, και να πιστεύωσιν ότι υπήρχεν αφοβία μεγάλη· και τέλος, έχων όλους αυτούς μεθ' εαυτού, τους έφερε και τους παρέδωκεν εις τους προ φύλακας των Ρωμαίων, ειπών εις αυτούς να τον φέρωσι προς τον Κάμιλλον. Οδηγηθείς δε προς αυτόν, και σταθείς εις το μέσον, είπεν ότι είναι εκπαιδευτής και διδάσκαλος, και προτιμών εκείνον μάλλον να ευχαριστήση παρά τα καθήκοντα ταύτα να εκτελή, ήλθε φέρων την πόλιν διά των παίδων. Εις δε τον Κάμιλλον φρικτή εφάνη αύτη η πράξις όταν την ήκουσε, και είπε προς τους παρεστώτας ότι φοβερόν πράγμα είναι ο πόλεμος, και διά πολλής αδικίας και διά βιαίων διεξάγεται έργων αλλ' ότι υπάρχουσι και του πολέμου νόμοι τινές διά τους αγαθούς άνδρας, οίτινες δεν πρέπει τοσούτον να επιδιώκωσι την νίκην, ώστε να μη αποφεύγωσι και τας ωφελείας όσαι πηγάζουσιν εκ κακών έργων και ασεβών· διότι ο μέγας στρατηγός πρέπει να εκστρατεύη πεποιθώς εις τα ίδια αυτού προτερήματα, ουχί εις την κακίαν των άλλων. Και ταύτα ειπών, διέταξεν εις τους υπηρέτας, του ανθρώπου μεν τούτου να σχίσωσι τα ιμάτια, και να δέσωσιν οπίσω τας χείρας του, ράβδους δε να δώσωσι και μάστιγας εις τους παίδας, οίτινες δέροντες τον προδότην, να τον διώξωσιν εις την πόλιν. Είχον δ' ήδη εννοήσει οι Φαλέριοι την προδοσίαν του διδασκάλου, και η μεν πόλις, ως ήτον επόμενον, παρεδίδετο εις θρήνον διά την μεγίστην αυτήν συμφοράν, άνδρες δ' εκ των επισήμων και γυναίκες ως έξω φρενών έτρεχον εις τα τείχη και εις τας πύλας, όταν οι παίδες εφάνησαν φέροντες και ραβδίζοντες τον διδάσκαλον γυμνόν και δεδεμένον, τον δε Κάμιλλον σωτήρα και θεόν και πατέρα καλούντες· ώστε ου μόνον οι γονείς αυτών, αλλά και όλοι οι πολίται, ταύτα βλέποντες, εθαύμαζον και επόθουν του Καμίλλου την δικαιοσύνην. Συνελθόντες δ' αμέσως εις την εκκλησίαν, έπεμψαν πρέσβεις, αναθέτοντες εις εκείνον την τύχην των· ο δε Κάμιλλος έστειλεν αυτούς εις την Ρώμην. Παρουσιασθέντες δ' εις την Βουλήν, είπον ότι, της νίκης οι Ρωμαίοι την δικαιοσύνην προτιμήσαντες, εδίδαξαν και αυτούς να προτιμήσωσι την υποταγήν μάλλον της ελευθερίας, καθ' όσον δεν υπετάσσοντο εις την δύναμιν, αλλ' ωμολόγουν ότι υπό της αρετής ενικήθησαν. Η δε Βουλή ανέθηκε πάλιν εις εκείνον να κρίνη και αποφασίση περί τούτου. Λαβών λοιπόν χρήματα παρά των Φαλερίων, και φιλίαν συνδέσας μεθ' όλων των Φαλίσκων, ανεχώρησεν.

ΙΑ. Οι δε στρατιώται, εν ώ ήλπιζον να λεηλατήσωσι τους Φαλερίους, όταν επανήλθον, κενάς έχοντες τας χείρας, εις Ρώμην, κατηγόρουν τον Κάμιλλον προς τους άλλους πολίτας ως μισόλαον, και εκ φθόνου μη αφήνοντα τους πτωχούς να ωφεληθώσιν. Επειδή δ' οι δήμαρχοι, προτείνοντες πάλιν τον νόμον περί της διαιρέσεως της πόλεως, εκάλουν τον δήμον να ψηφοφορήση, ο Κάμιλλος μ' όλον το θάρρος, και αδιαφορών αν ενέπνεεν απεχθείας, εφάνη υπέρ όλους τους άλλους αντιταττόμενος εις το πλήθος· και τότε τον μεν νόμον απέρριψαν, κατά δε του Καμίλλου ωργίζοντο, ώστε και όταν τω συνέβη οικιακόν δυστύχημα, και απέθανεν ο είς των υιών του εκ νόσου, ο οίκτος δεν εμετρίασε την οργήν των, αν και εκείνος, ανήρ ων ήμερος και χρηστός, δεν υπέφερε γενναίως την συμφοράν του, αλλ' εν ώ και εις δίκην ενεκαλείτο, εξ αιτίας του πένθους έμενεν εις την οικίαν του κεκλεισμένος μετά των γυναικών.

IB. Και κατήγορος μεν αυτού ήτον ο Λεύκιος Απουλήιος· τον κατηγόρει δε δι' έγκλημα κλοπής των Τυρρηνικών χρημάτων και ελέγετο ότι και θύραι τινές χαλκαί εξ εκείνων αίτινες εκυριεύθησαν, εφάνησαν παρ' αυτώ. Ο δε δήμος είχεν ερεθισθή, και προφανές ήτον ότι ήθελεν ωφεληθή εκ πάσης προφάσεως όπως καταψηφίση εναντίον του. Τότε, συναθροίσας τους φίλους του, και όλους όσοι είχον συνεκστρατεύσει ή είχον διοικήσει μετ' αυτού, πολυπληθείς ούτοι, τους παρακάλεσε να μη τον αφήσωσι να καταδικασθή αδίκως και δι' αιτίας πονηράς, και να γίνη καταγέλαστος υπό των εχθρών του. Σκεφθέντες δ' οι φίλοι του, και συνομιλήσαντες προς αλλήλους, απεκρίθησαν ότι ως προς την κρίσιν μεν δεν νομίζουσιν ότι δύνανται να τον βοηθήσωσιν, ότι δε, αν αποδειχθή οφειλέτης, θέλουσι συντελέσει μετ' αυτού εις την πληρωμήν της ζημίας· αλλά μη ανεχόμενος τούτο, απεφάσισε ν' αναχωρήση, και μετ' οργής να φύγη την πόλιν. Αποχαιρετήσας επομένως την γυναίκα και τον υιόν του, επορεύετο σιωπηλώς από της οικίας του μέχρι της πύλης· εκεί δ' εστάθη, και στραφείς οπίσω, και τας χείρας υψώσας προς το Καπιτώλιον, ηυχήθη προς τους θεούς, αν δεν φεύγη δικαίως, αλλ' υπό φθόνου και αυθαδείας του δήμου κατατρεχόμενος, ταχέως να μετανοήσωσιν οι Ρωμαίοι, και προφανές να γίνη εις όλους τους ανθρώπους ότι έχουσιν ανάγκην αυτού, και ότι ποθούσι τον Κάμιλλον (345).

ΙΓ. Εκείνος λοιπόν, ως ο Αχιλλεύς (346), καταρασθείς τους πολίτας, και αναχωρήσας, κατεδικάσθη ερήμην εις ζημίαν δεκαπέντε χιλιάδων ασσαρίων, ισοδυναμούντων, κατ' αργυρούν νόμισμα, εις δραχμάς χιλίας πεντακόσιας· διότι το ασσάριον ήτον το δέκατον του αργυρίου, και το δεκάχαλκον ούτως εκαλείτο δηνάριον (347)· ουδείς δ' υπάρχει Ρωμαίος μη πιστεύων ότι ταχέως η θεία δίκη εισήκουσε τας ευχάς του Καμίλλου, και τω έδωκε της αδικίας εκδίκησιν ουχί γλυκείαν, αλλά λυπηράν, ονομαστήν δε και περιβόητον τόση επήλθεν επί την Ρώμην συμφορά, και καιρός κατέλαβε την πόλιν τοσούτον φόβον φέρων και κίνδυνον ομού μετ' αισχύνης, είτε διότι η τύχη ούτω τα έφερε, είτε διότι είναι των Θεών τινός έργον, να μη παραμελώσι την αρετήν προσβαλλομένην υπό της αχαριστίας.

ΙΔ. Και πρώτον μεν σημείον του ότι μέγα τι κακόν επήρχετο, εφάνη ότι έγινεν ο θάνατος Ιουλίου του τιμητού (348)· διότι οι Ρωμαίοι υπέρ πάσαν άλλην σέβονται και θεωρούσιν ως ιεράν των τιμητών την αρχήν. Δεύτερον δε, προ της φυγής του Καμίλλου, ανήρ ουχί μεν επίσημος, ουδέ μέλος της Βουλής, φαινόμενος όμως έντιμος και χρηστός, ο Μάρκος Κεδίκιος, ανέφερε προς τους χιλιάρχους πράγμα άξιον προσοχής, ειπών ότι κατά την προλαβούσαν νύκτα, εν ώ εβάδιζε κατά την οδόν ήν ονομάζουσι Νέαν, ήκουσέ τινα να τον καλή μεγαλοφώνως, και στραφείς, κανένα δεν είδε, ήκουσε δε φωνήν μεγαλητέραν της των ανθρώπων, και η φωνή έλεγε ταύτα· «Ύπαγε, Μάρκε Κεδίκιε, ευθύς την αυγήν, και είπε εις τους άρχοντας, εντός ολίγου καιρού να περιμένωσι τους Γαλάτας». Ταύτα ακούσαντες οι χιλίαρχοι, ήρχισαν να γελώσι και ν' αστειεύωνται. Μετ' ολίγον όμως συνέβησαν τα περί Καμίλλου.