Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος

Part 8

Chapter 847 wordsPublic domain

ΚΒ. Επειδή δε και οι πολίται εκ φθόνου ήκουον ευχαρίστως τας συκοφαντίας, ηναγκάζετο να γίνηται φορτικός, πολλάκις ενώπιον του δήμου αναφέρων τας ιδίας αυτού πράξεις· και προς τους διά τούτο δυσαρεστουμένους, «Τι βαρύνεσθε, είπεν, ότι υπό των ιδίων ανθρώπων πολλάκις ευεργετείσθε; Προσέκρουσε δ' εις το πλήθος και όταν ίδρυσε τον ναόν της Αρτέμιδος, ήν ωνόμασεν Αριστοβούλην, ως άριστα δήθεν υπέρ της πόλεως και υπέρ της Ελλάδος βουλευθείς, και κατεσκεύασεν αυτόν πλησίον της οικίας του εις την Μελίτην (279), όπου ρίπτουσιν οι δήμιοι τα σώματα των θανατουμένων, και εκθέτουσι τα ενδύματα και τα σχοινία των κρεμασθέντων και καταβιβαζομένων εκ της αγχόνης. Έκειτο δε και του Θεμιστοκλέους μικρά εικών εις τον ναόν της Αριστοβούλης έτι μέχρις ημών, και εξ αυτής φαίνεται ότι είχεν ου μόνον την ψυχήν, αλλά και την όψιν ηρωικήν. Εξωστράκισαν δ' αυτόν, ταπεινούντες την επισημότητα αυτού και την υπεροχήν, καθώς συνήθιζον ως προς πάντας εκείνους ων την δύναμιν ενόμιζον μεγάλως βαρύνουσαν, και μη σύμμετρον προς την δημοκρατικήν ισότητα. Διότι ο εξοστρακισμός δεν ήτον ποινή, αλλά παρηγορία και ανακούφισις του φθόνου, όστις ευχαριστείτο να ταπεινή τους υπερέχοντας, και την δυσμένειάν του εξεθύμαινεν εις ταύτην την ατιμίαν (280).

ΚΓ. Αφ' ού δ' εφυγαδεύθη αυτός εκ της πόλεως, και εν ώ διέτριβεν εις το Άργος, συνέπεσαν τα κατά τον Παυσανίαν (281), και έδωκαν νέας κατ' αυτού αφορμάς εις τους εχθρούς του. Ο δε κατηγορήσας αυτόν επί προδοσία, ήτον Λεωβότης ο Αλκμαίωνος, εξ Αγρυλής (282), και μετ' αυτού τον κατηγόρουν και οι Σπαρτιάται. Καθ' όν καιρόν ο Παυσανίας ενήργει τα περί την προδοσίαν του, κατ' αρχάς μεν εκρύπτετο από του Θεμιστοκλέους, καί τοι ων φίλος αυτού. Όταν όμως τον είδεν εξωσθέντα των δημοσίων πραγμάτων και οργιζόμενον διά τούτο, έλαβε θάρρος να τω προτείνη να συμπράξη μετ' αυτού, δείξας εις αυτόν τα γράμματα του βασιλέως, και παροξύνων αυτόν κατά των Ελλήνων, ούς τω έλεγε πονηρούς και αχαρίστους. Ο δε Θεμιστοκλής απέκρουσε μεν την παράκλησιν του Παυσανίου, και ηρνήθη πάσαν σύμπραξιν, αλλ' εις ουδένα διεκοίνωσε τους λόγους αυτού, ουδέ κατεμήνυσε την πράξιν του, προσδοκών ότι θέλει παραιτηθή αυτής, ή ότι θέλει άλλως φανερωθή ασυλλογίστως ορεγόμενος πραγμάτων ατόπων και παραβόλων. Αφ' ού δε τότε εθανατώθη ο Παυσανίας, ευρεθείσαι επιστολαί τινες και γραπταί περί τούτου σημειώσεις, κατέστησαν ύποπτον τον Θεμιστοκλέα, και κατεβόων μεν κατ' αυτού οι Λακεδαιμόνιοι, τον κατηγόρουν δε και οι πολίται όσοι τον εφθόνουν, απόντα, και διά γραμμάτων μόνον απολογούμενον περί των προτέρων κατηγοριών. Έγραφε δε προς τους πολίτας απέναντι των διαβολών των εχθρών του, ότι ζητών πάντοτε να άρχη, μη ων δε πεπλασμένος, ουδέ θέλων να άρχηται, δεν ήθελε ποτέ πωλήσει εαυτόν και την Ελλάδα εις βαρβάρους και εις εχθρούς. Αλλ' ουχ ήττον ο δήμος πεισθείς υπό των κατηγόρων του, έπεμψεν άνδρας παραγγελθέντας να τον συλλάβωσι και να τον φέρωσι να κριθή ενώπιον των Ελλήνων.

ΚΔ. Εννοήσας δε τούτο εκείνος, επέρασεν εις την Κέρκυραν, πόλιν ήν είχεν ευεργετήσει άλλοτε· διότι κριτής αυτών γενόμενος ότε εφιλονείκουν ποτέ προς τους Κορινθίους, έπαυσε την έχθραν αυτών, κρίνας να καταβάλωσιν οι Κορίνθιοι είκοσι τάλαντα, και να νέμωνται από κοινού την Λευκάδα, ήτις ήτον αμφοτέρων άποικος. Εκείθεν δ' έφυγεν εις την Ήπειρον (283), και διωκόμενος υπό των Αθηναίων και Λακεδαιμονίων, ερίφθη εις επισφαλείς και απόρους ελπίδας, και κατέφυγε προς τον Άδμητον, όστις ήτον των Μολοσσών βασιλεύς, και ότε άλλοτε είχε ζητήσει χάριν τινά παρά των Αθηναίων, περιεφρονήθη υπό του Θεμιστοκλέους, όταν ήκμαζεν εις την πολιτείαν, δι' ό και ωργίζετο, και προφανές ήτον ότι, αν τον συνελάμβανε, θα τον ετιμώρει. Επί της φυγής του δε τότε ο Θεμιστοκλής, φοβηθείς μάλλον τον εγχώριον και πρόσφατον φθόνον παρά την παλαιάν και βασιλικήν οργήν, ελθών παρεδόθη εις αυτόν, ικέτης του Αδμήτου γενόμενος, κατ' ιδιαίτερόν τινα τρόπον και διαφέροντα του συνήθους. Λαβών τον υιόν αυτού, όντα παιδίον, προσέπεσεν εις την εστίαν, διότι οι Μολοσσοί ταύτην θεωρούσιν ως την μεγίστην και σχεδόν αναντίρρητον ικεσίαν. Καί τινες μεν λέγουσιν ότι Φθία, η γυνή του βασιλέως, εσυμβούλευσεν εις τον Θεμιστοκλέα τον τρόπον τούτον της ικεσίας, και εκάθισε μετ' αυτού τον υιόν της εις την εστίαν· άλλοι δε, ότι αυτός ο Άδμητος, διά να προφασισθή προς τους διώκοντας την ανάγκην δι' ήν δεν δίδει τον άνδρα, διέταξε και διεδραμάτισε τον τρόπον της ικεσίας. Εκεί δε τω έπεμψε και τα παιδία και την γυναίκα του Επικράτης ο Αχαρνεύς (284), υποκλέψας αυτά εξ Αθηνών. Τούτον διά την πράξιν ταύτην κρίνας έπειτα εφόνευσεν ο Κίμων, ως ιστορεί ο Στησίμβροτος (285). Έπειτα δε δεν εξεύρω πώς λησμονών ταύτα, ή υποθέτων ότι ο Θεμιστοκλής τα ελησμόνησε, λέγει ότι πλεύσας αυτός εις Σικελίαν, εζήτησεν εις γάμον την θυγατέρα του τυράννου Ιέρωνος, υποσχόμενος να τω υποτάξη τους Έλληνας, και ότι αποποιηθέντος του Ιέρωνος, ανεχώρησεν εις Ασίαν.

ΚΕ. Αλλά δεν είναι πιθανόν ότι ταύτα ούτως έγιναν διότι ο Θεόφραστος (286) εις το περί βασιλείας διηγείται ότι, όταν ο Ιέρων έπεμψεν εις Ολυμπίαν ίππους αγωνιστάς, και έστησε σκηνήν πολυτελώς κατεσκευασμένην, ο Θεμιστοκλής ωμίλησε προς τους Έλληνας, ότι πρέπει να διαρπάσωσι την σκηνήν του τυράννου, και εμποδίσωσι τους ίππους του ν' αγωνισθώσιν. Ο δε Θουκυδίδης λέγει (287), ότι καταβάς αυτός εις την άλλην θάλασσαν, έπλευσεν από Πύδνης (288), χωρίς ουδείς των συμπλεόντων να ηξεύρη τις είναι, έως ότου άνεμος έφερε το πλοίον των εις Νάξον, πολιορκουμένην τότε υπό των Αθηναίων· και τότε φοβηθείς, εφανερώθη εις τον ναύκληρον και τον κυβερνήτην, και παρακαλών αυτούς και απειλών, λέγων ότι ήθελε τους κατηγορήσει ψευδόμενος προς τους Αθηναίους, ότι τον έλαβον εις το πλοίον ουχί εν αγνοία, αλλ' εξ αρχής διά χρημάτων πεισθέντες, ούτω τους ηνάγκασε να παραπλεύσωσι και να φθάσωσιν εις την Ασίαν. Εκ δε των χρημάτων αυτού πολλά μεν οι φίλοι του υπεκκλέψαντες έπεμψαν εις την Ασίαν όσα δ' εφανερώθησαν και συνήχθησαν εις το δημόσιον, ο μεν Θεόπομπος (289) λέγει ότι ήσαν εκατόν τάλαντα, ο δε Θεόφραστος ογδοήκοντα, εν ώ ουδέ τριών ταλάντων περιουσίαν δεν είχεν ο Θεμιστοκλής πριν αναμιγή εις τα πολιτικά.

ΚΣΤ. Καταπλεύσας δ' εις την Κύμην (290), επειδή ενόησεν ότι πολλοί εκ των κατοικούντων τα παραθαλάσσια παρεφύλαττον να τον συλλάβωσι, μάλιστα δ' ο Εργοτέλης και ο Πυθόδωρος (διότι ο βασιλεύς είχεν υποσχεθή διακόσια τάλαντα εις όντινα ήθελε τω τον φέρει, και τον κυνήγιον ήτον επομένως επωφελές εις τους προθύμους από παντός να κερδαίνωσιν) έφυγεν εις τας Αιγάς, μικράν πόλιν Αιολικήν, χωρίς ουδείς να έχη γνώσιν, πλην του διά φιλοξενίας μετ' αυτού συνδεδεμένου Νικογένους, του πλουσιωτέρου των Αιολέων, όστις και γνώριμος ήτον των άνω δυνατών (291). Εις την οικίαν αυτού έμεινεν ολίγας ημέρας κρυπτόμενος. Έπειτα δε, μετά το δείπνον, κατόπιν θυσίας τινός, Όλβιος, ο παιδαγωγός των τέκνων του Νικογένους, έξω φρενών γενόμενος, και ως εμπνεόμενος υπό των Θεών, ανεφώνησεν εμμέτρως ταύτα.

Φωνήν, σκέψιν εις την νύκτα, νίκην εις την νύκτα δος· [(292)»

Μετά ταύτα δ' εκοιμήθη ο Θεμιστοκλής, και τω εφάνη ότι ωνειρεύθη δράκοντα τυλισσόμενον εις την γαστέρα αυτού, και έρποντα επάνω προς τον λαιμόν του· ότι δ' άμα ήγγισε το πρόσωπόν του, έγινεν αετός, και καλύψας αυτόν διά των πτερύγων του, τον ανήρπασε και τον έφερε μακράν οδόν, έπειτα δ' ότι εφάνη χρυσούν κηρύκειον (293), και ότι εις αυτόν τον έστησεν ασφαλώς, και ούτως απηλλάγη του μεγάλου του φόβου και της ταραχής (294). Τον εξαπέστειλε λοιπόν ο Νικογένης επινοήσας το εξής. Οι πλείστοι του βαρβαρικού γένους, και μάλιστα των Περσών, έχουσι φύσει αγρίαν και δυσοικονόμητον την προς τας γυναίκας ζηλοτυπίαν, και ου μόνον τας συζύγους των, αλλά και τας αργυρωνήτους και τας υπηρετρίας επιμελώς φυλάττουσιν, ώστε ουδείς των εκτός να τας βλέπη, αλλ' εις μεν τον οίκον να μένωσι κατακεκλεισμέναι, εις δε τας οδοιπορίας να κάθηνται εις αρμαμάξας, πέριξ διά σκηνών κατακεκαλυμμένας. Τοιαύτην ητοίμασεν άμαξαν διά τον Θεμιστοκλέα, και εις ταύτην κρυβείς αυτός μετεκομίζετο· οι δε περί αυτόν έλεγον εις όσους τους απήντων και τους ηρώτων, ότι φέρουσιν εξ Ιωνίας Ελληνίδα κόρην είς τινα των αυλικών (295) του βασιλέως.

ΚΖ. Και ο μεν Θουκυδίδης, και Χάρων ο Λαμψακηνός (296) ιστορούσιν ότι αφ' ού απέθανεν ο Ξέρξης, εις τον υιόν αυτού επαρουσιάσθη ο Θεμιστοκλής ο δ' Έφορος, ο Δείνων, ο Κλείταρχος, ο Ηρακλείδης (297) και άλλοι πολλοί, ότι ήλθε προς αυτόν τον Ξέρξην. Μετά των χρονικών (298) όμως φαίνεται μάλλον συμφωνών ο Θουκυδίδης, ει και αυτά δεν συνετάττοντο μετά πολλής ακριβείας. Ο Θεμιστοκλής λοιπόν εις αυτήν αφιχθείς την ακμήν των δεινών, παρουσιάζεται κατά πρώτον εις τον Αρτάβανον τον χιλίαρχον, και τω λέγει ότι είναι Έλλην, και θέλει να συντύχη τον βασιλέα περί μεγίστων πραγμάτων, περί ών εκείνος ιδίως ενδιαφέρεται. Ο δ' Αρτάβανος τω είπεν· Ω ξένε, διαφέρουσιν οι νόμοι των ανθρώπων, και αλλά θεωρούνται παρ' άλλοις καλά. Καλόν δ' είναι, όλοι να σέβωνται και να φυλάττωσι τα ίδια έθιμα. Και σεις μεν λέγεται ότι την ελευθερίαν και την ισότητα κυρίως θαυμάζετε. Ημείς δε πολλούς έχομεν και καλούς νόμους, αλλά πάντων κάλλιστον τούτον, να τιμώμεν τον βασιλέα, και να τον προσκυνώμεν ως εικόνα Θεού του τα πάντα σώζοντος. Αν λοιπόν, εγκρίνων τους ημετέρους νόμους, τον προσκυνήσης, δύνασαι και να ιδής τον βασιλέα και να τον ομιλίσης· αν όμως άλλως φρονής, θα μηνύσεις δι' άλλων προς αυτόν ό,τι θέλεις, διότι δεν είναι πάτριον έθιμον να δώση ο βασιλεύς ακρόασιν εις άνθρωπον όστις δεν τον προσκυνήση». Ακούσας δε ταύτα ο Θεμιστοκλής, λέγει προς αυτόν· Αλλ' εγώ, ω Αρτάβανε, ήλθα διά ν' αυξήσω την δύναμιν και την φήμην του βασιλέως, και θ' ακολουθήσω ο ίδιος τους νόμους σας, αφ' ού ούτως έδοξεν εις τον Θεόν, όστις εμεγάλυνε τους Πέρσας, και εξ αιτίας εμού περισσότεροι θέλουσι τον προσκυνήσει Βασιλέα αφ' όσους ήδη τον προσκυνούσιν. Ώστε τούτο δεν πρέπει να εμποδίση τους λόγους ούς θέλω να ειπώ προς εκείνον». «Αλλά ποίος των Ελλήνων, ηρώτησεν ο Αρτάβανος, να τω ειπώμεν ότι είσαι συ ο ελθών; Διότι δεν φαίνεσαι κοινός τις άνθρωπος κατά την γνώμην». Και ο Θεμιστοκλής «Τούτο, είπεν, ουδείς θέλει το ακούσει, ω Αρτάβανε, προ του βασιλέως». Ούτω λέγει ο Φανίας (299). Ο δ' Ερατοσθένης (300) προστίθησιν εις τα «Περί Πλούτου», ότι διά τινος γυναικός εξ Ερετρίας, ήν είχεν ο χιλίαρχος, έγινεν η μετ' αυτού συνέντευξις και η σύστασις του Θεμιστοκλέους.

ΚΗ. Αφ' ού δ' εισήχθη προς τον βασιλέα, και προσκυνήσας (301) εστάθη εν σιωπή, ο βασιλεύς διέταξε τον ερμηνέα να τον ερωτήση τις είναι, και ο ερμηνεύς τον ηρώτησεν. «Έρχομαι, είπε, προς σε, ω βασιλεύ, Θεμιστοκλής ο Αθηναίος εγώ, φυγάς διωχθείς υπό των Ελλήνων, εις όν πολλά μεν οφείλουσιν οι Πέρσαι κακά, περισσότερα δ' αγαθά, διότι δεν αφήκα να καταδιωχθώσιν, όταν εξασφαλισθείσης της Ελλάδος, η σωτηρία της πατρίδος μοι επέτρεπε να πράξω τι και προς χάριν υμών. Και εγώ μεν έρχομαι παρεσκευασμένος εις πάντα τα πρέποντα εις τας παρούσας μου συμφοράς, και την χάριν να δεχθώ παρά σου, αν ευμενώς διαλλαγής προς εμέ, και να σε παρακαλέσω να παραιτηθής της οργής σου, εάν έτι μνησικακής. Συ δε την μαρτυρίαν των εχθρών μου δεχόμενος περί των προς τους Πέρσας ευεργεσιών μου, διάθες την τύχην μου όπως δείξης την αρετήν σου μάλλον ή όπως πληρώσης την οργήν σου· διότι ή θέλεις σώσει εδικόν σου ικέτην, ή θέλεις θανατώσει άνθρωπον όστις έγινεν εχθρός των Ελλήνων». Ταύτα δ' ειπών ο Θεμιστοκλής, εστήριξε και διά θείου επιχειρήματος τον λόγον του, διηγηθείς το όραμα ό είδεν εις τον όγκον του Νικογένους, και το μάντευμα του Δωδωναίου Διός (302), όστις τον διέταξε ν' απέλθη προς τον ομώνυμον του Θεού· και τότε σκεφθείς, απήλθε προς εκείνον διότι αμφότεροι εισί και λέγονται Μεγάλοι Βασιλείς. Ακούσας δε ταύτα ο Πέρσης, εις εκείνον μεν ουδέν απεκρίθη, ει και θαυμάσας το φρόνημα και την τόλμην αυτού. Μακαρίσας δ' εαυτόν προς τους φίλους, ως αν τω συνέβη ευτυχία μεγίστη, και ευχηθείς πάντοτε τοιαύτας φρένας να δίδη εις τους εχθρούς του ο Αριμάνιος (303), ώστε ν' αποδιώκωσι τους αρίστους εξ εαυτών, λέγεται ότι ετέλεσε θυσίαν εις τους Θεούς, και εκάθησεν ευθύς εις συμπόσιον, και την νύχτα ότι κοιμώμενος τρις ανεβόησεν υπό χαράς· Έχω Θεμιστοκλέα τον Αθήναιον!»

ΚΘ. Άμα δ' εξημέρωσε, συγκαλέσας τους φίλους του, εισήγαγεν αυτόν, καλάς ελπίδας μη έχοντα, διότι έβλεπε τους αυλικούς, άμα ήκουσαν το όνομά του, ότι ήσαν κακώς διατεθειμένοι, και εκακολόγουν. Προσέτι δε Ρωξάνης ο χιλίαρχος, όταν τον επλησίασεν ο Θεμιστοκλής, εν ώ ο Βασιλεύς εκάθητο και οι άλλοι εσιώπων, ησύχως στενάξας, είπεν, «Έλλην, ποικίλον οφίδιον, του Βασιλέως ο καλός δαίμων σε έφερεν». Αλλ' όταν αυτός ήλθεν απέναντι του Βασιλέως και τον προσεκύνησε πάλιν, χαιρετήσας και ομιλήσας φιλοφρόνως αυτόν ο Βασιλεύς, τω είπεν ότι ήδη μεν τω οφείλει διακόσια τάλαντα· διότι αφ' ού έφερεν αυτός εαυτόν, είναι δίκαιον να λάβη ό,τι επροκηρύχθη διά τον μέλλοντα να τον προσαγάγη. Πολύ δε περισσότερα τούτων τω υπέσχετο, και τον ενεθάρρυνε, και τω έλεγε να ειπή μετά παρρησίας περί των ελληνικών πραγμάτων ό,τι ήθελεν. Ο Θεμιστοκλής δ' απεκρίθη ότι ο λόγος του ανθρώπου ομοιάζει τους ποικίλους τάπητας· διότι ως εκείνοι, ούτω και αυτός εκτεινόμενος μεν, επιδεικνύει τα ποικίλα αυτού σχήματα, συστελλόμενος δε τ' αποκρύπτει και τα διαφθείρει. Επομένως ότι έχει ανάγκην καιρού. Επειδή δ' ο βασιλεύς, ευχαριστηθείς εκ της παραραβολής, τω είπε να λάβη καιρόν, εζήτησεν έν έτος, και μαθών την περσικήν αποχρώντως, παρουσιάσθη εις τον βασιλέα άνευ διερμηνέως· και υπό μεν των εκτός της αυλής επιστεύετο ότι ωμίλησε περί των Ελληνικών πραγμάτων· επειδή δε πολλοί κατ' εκείνον τον καιρόν εγένοντο νεωτερισμοί ως προς την αυλήν και τους φίλους του βασιλέως, εφθονήθη υπό των δυνατών, διότι ενόμισαν ότι και περί εκείνων ετόλμησε να τω ομιλήση μετά παρρησίας. Διότι αι προς αυτόν αποδοθείσαι τιμαί ουδόλως εσυγκρίνοντο προς τας αποδιδομένας εις άλλους ξένους· αλλά και εις τα κυνήγια συνώδευε τον βασιλέα και εις τας κατ' οίκον διασκεδάσεις, ώστε και εις την μητέρα του βασιλέως παρουσιάσθη, και οικείος έγινεν αυτής. Ήκουσε δε και τους λόγους των μάγων (304) κατά διαταγήν του βασιλέως. Όταν δ' ο Σπαρτιάτης Δημάρατος (305), προσκληθείς να ζητήση δωρεάν τινα, εζήτησε να φορέση την κίδαριν (306), ως οι βασιλείς, και να εισέλθη ούτως εν πομπή εις τας Σάρδεις, Μιθροπαύστης, ο ανεψιός του βασιλέως, είπε, λαβών τον Δημάρατον εκ της χειρός· «Η κίδαρις αύτη δεν έχει εγκέφαλον να καλύψη. Συ όμως δεν θα γίνης Ζευς, και κεραυνόν εάν λάβης». Απέβαλε δε και ο βασιλεύς τον Δημάρατον μετ' οργής διά το αίτημα αυτού, και εφαίνετο αδυσώπητος κατ' αυτού· αλλ' ο Θεμιστοκλής διά παρακλήσεων τον έπεισε και τον έκαμψε. Λέγεται δ' ότι και οι μετέπειτα βασιλείς, εφ' ών προ πάντων τα περσικά πράγματα συνανεμίγησαν μετά των ελληνικών, οσάκις είχον ανάγκην ανδρός τινος Έλληνος, υπέσχοντο και έγραφον προς έκαστον ότι θέλει είσθαι πλησίον των μεγαλήτερος του Θεμιστοκλέους. Ο δε ίδιος, ως λέγουσι, Θεμιστοκλής, μέγας ήδη ων και υπό πολλών περιποιούμενος, ότε εις λαμπράν εκάθητο τράπεζαν, είπεν εις τα παιδία του· «Ω παιδία μου, θα εχανόμεθα αν δεν εχανόμεθα» (307). Λέγουσι δ' οι πλείστοι ότι τρεις τω εδόθησαν πόλεις, δι' άρτον, δι' οίνον και διά προσφάγιον, η Μαγνησία, η Λάμψακος και η Μυούς (308)· ο δε Κυζικηνός Νεάνθης, (309) και ο Φανίας, προσθέτουσι και άλλας δύο, την Περκώτην και Παλαίσκηψιν διά στρώματα και δι' ενδύματα (310).

Λ. Όταν δε κατέβαινεν εις τας ελληνικός χώρας, όπως επιχειρήση τας περί Ελλάδος ενεργείας του, επεβουλεύθη αυτόν άνθρωπος Πέσης, Επιξύης ονομαζόμενος, και Σατράπης ων της άνω Φρυγίας. Ούτος προ πολλού είχε προπαρασκευάσει Πισίδας τινάς (311) διά να τον φονεύσωσιν, όταν ήθελε φθάσει να διανυκτερεύση εις την πόλιν την ονομαζομένην Λεοντοκεφάλον. Λέγεται δ' ότι εν ώ αυτός εκοιμάτο την μεσημβρίαν, τω εφάνη η Μήτηρ των Θεών (312) και τω είπεν· «Ω Θεμιστόκλεις, άπεχε της κεφαλής των λεόντων, ίνα μη περιπέσης εις λέοντα. Εγώ δ' αντί τούτου σοι ζητώ θεράπαιναν την Μνησιπτολέμαν». Εκ τούτου ταραχθείς ο Θεμιστοκλής, και προσευχηθείς εις την Θεάν, την μεν δημοσίαν οδόν αφήκε, δι' άλλης δε διαβάς, και περάσας τον τόπον εκείνον, κατέλυσεν αφ' ού είχεν ήδη νυκτώσει. Εν τούτοις έν εκ των ζώων όσα έφερον την σκηνήν έπεσεν εις την ποταμόν, και οι υπηρέται του Θεμιστοκλέους ήπλωσαν να ξηράνωσι τα παραπετάσματα, διότι είχον βραχή. Οι δε Πισίδαι, λαβόντες τα ξίφη των, διευθύνθησαν προς εκείνο το μέρος, και μη διακρίναντες ακριβώς εις την σελήνην τα ηπλωμένα, ενόμισαν ότι ήτον η σκηνή του Θεμιστοκλέους, και ότι θέλουσιν εύρει εκείνον εντός αυτής αναπαυμόμενον. Όταν δε, φθάσαντες πλησίον ανεσήκωσαν το παραπέτασμα, επιπίπτουσι τότε κατ' αυτών οι παραφυλάττοντες, και τους συλλαμβάνουσιν. Ούτω δε διαφυγών τον κίνδυνον, και θαυμάσας διά την εμφάνισιν της Θεάς, ναόν κατεσκεύασεν εις Μαγνησίαν της Δινδυμένης (313), και την θυγατέρα του Μνησιπτολέμαν κατέστησεν ιέρειαν εν αυτώ.

ΛΑ. Όταν δ' ήλθεν εις τας Σάρδεις, και εν αργία ζων, παρετήρησε των ναών την κατασκευήν, και των αφιερωμάτων το πλήθος, και είδε και εις το ιερόν της Μητρός των Θεών την καλουμένην Υδροφόρον, κόρην χαλκήν, δύο πήχεις υψηλήν, ήν αυτός ότε ην εν Αθήναις επιστάτης των υδάτων, και εύρε τους κλέπτοντας καν παροχετεύοντας το ύδωρ, αφιέρωσε κατασκευάσας εκ προστίμων, συγκινηθείς διά την αιχμαλωσίαν του αναθήματός του, είτε θέλων να δείξη εις τας Αθήνας πόσην είχε τιμήν και δύναμιν παρά τω Βασιλεί, απετάθη προς τον Σατράπην της Λυδίας, ζητήσας να στείλη την κόρην εις τας Αθήνας. Αλλ' ο βάρβαρος ωργίσθη εκ τούτου, και τω είπεν ότι θα γράψη προς τον βασιλέα επιστολήν· ο δε Θεμιστοκλής, φοβηθείς, κατέφυγεν εις την γυναικωνίτιν, και τας γυναίκας αυτού διά χρημάτων δόσεως περιποιηθείς, και εκείνου κατεπράυνε την οργήν, και ως προς τ' άλλα ήτον προσεκτικώτερος, φοβούμενος ήδη των βαρβάρων τον φθόνον. Διότι δεν επλανάτο εις την Ασίαν, ως λέγει ο Θεόπομπος (314) αλλά κατώκει την Μαγνησίαν, μεγάλας δωρεάς καρπούμενος, και τιμώμενος εξ ίσου προς τους αρίστους των Περσών, και επί πολύ έζη αφόβως, διότι ο Βασιλεύς δεν προσείχε πολύ εις τα Ελληνικά πράγματα, έχων ασχολίας κατά τας άνω επαρχίας (315). Όταν όμως η Αίγυπτος απεστάτησε διά βοηθείας των Αθηναίων και τριήρεις ελληνικαί ανέβησαν μέχρι της Κύπρου και Κιλικίας, και ο Κίμων εθαλασσοκράτει, τότε ηναγκάσθη να στραφή και αυτός κατά των Ελλήνων, και να τους εμποδίση κατ' αυτού ενισχυομένους, και δυνάμεις εκινούντο τότε, και στρατηγοί εστέλλοντο, και κατέβησαν εις Μαγνησίαν αγγελίαι προς τον Θεμιστοκλέα, και διαταγαί του Βασιλέως ν' αναμιγή εις τα Ελληνικά πράγματα, και να εκπληρώση τας υποσχέσεις του. Αλλ' αυτός ούτε παροξυνθείς εκ της οργής ήν έτρεφε κατά των συμπολιτών του, ούτε εκ της τιμής και της δυνάμεως ής απελάμβανεν επαρθείς προς τον πόλεμον, αλλ' ίσως μεν μη θεωρήσας το έργον κατορθωτόν, διότι άλλως τε και μεγάλους είχε τότε στρατηγούς η Ελλάς, και ο Κίμων θαυμασίως ηυδοκίμει διευθύνων τα πράγματα των Ελλήνων, αλλά, το κυριώτερον, εξ αιδούς προς την δόξαν των ιδίων αυτού πράξεων και των μεγάλων αυτού τροπαίων, άριστα σκεφθείς να επιβάλη εις την ζωήν του αρμόζον το τέλος, ετέλεσε θυσίαν εις τους Θεούς, και συναθροίσας τους φίλους του, και χαιρετήσας αυτούς, ως μεν οι πλείστοι λέγουσιν, έπιεν αίμα ταύρου, ως δέ τινες, φάρμακον δραστήριον, και απέθανεν εν Μαγνησία, ζήσας έτη εξήκοντα πέντε, και τα πλείστα αυτών εις τα πολιτικά ασχολούμενος, και αρχάς κατέχων. Λέγουσι δ' ότι ο Βασιλεύς, ακούσας την αιτίαν και τον τρόπον του θανάτου αυτού, έτι μάλλον εθαύμασε τον άνδρα, και εξηκολούθησε προσφερόμενος ευμενώς προς τους φίλους και οικείους αυτού.

ΛΒ. Αφήκε δ' ο Θεμιστοκλής παιδία εκ μεν Αρχίππης της θυγατρός του Λυσάνδρου εξ Αλωπεκής (316), τον Αρχέπτολιν, τον Πολύευκτον και τον Κλεόφαντον, όν αναφέρει και ο φιλόσοφος Πλάτων (317), ως γενόμενον ιππέα άριστον, κατά δε τα λοιπά ουδενός άξιον. Εκ δε των πρεσβυτέρων αυτών, είς μεν, ο Νεοκλής, εις παιδικήν έτι ηλικίαν δαγκασθείς υπό ίππου, απέθανεν, έτερον δε, τον Διοκλέα, υιοθέτησεν ο πάππος του Λύσανδρος. Θυγατέρας δ' είχε πολλάς. Εκ τούτων δε, την Μνησιπτολέμαν, ήτις εγεννήθη εκ της δευτέρας του γυναικός, ενυμφεύθη ο αδελφός αυτής Αρχέπτολις, μη ων ομομήτριος· την δ' Ιταλίαν ο Χίος Πανθοίδης, την Σύβαριν ο Αθηναίος Νικομήδης, την Νικομάχην δ' έλαβε παρά των αδελφών αυτής Φρασικλής, ο ανεψιός του Θεμιστοκλέους, πλεύσας εις την Μαγνησίαν, αφ' ού εκείνος απέθανε, και ανέθρεψε και την νεωτάτην πάντων των τέκνων, Ασίαν ονομαζομένην. Έχουσι δε τάφον αυτού λαμπρόν οι Μαγνήτες εν τη αγορά των. Περί δε των λειψάνων αυτού, ούτ' ο Ανδοκίδης (318) είναι αξιόπιστος λέγων εις τον «Προς τους Εταίρους» λόγον του, ότι ευρόντες αυτά οι Αθηναίοι, τα έρριψαν εις τον άνεμον, διότι ψεύδεται θέλων να ερεθίση τους ολιγαρχικούς κατά των δημοκρατών, και ο Φύλαρχος (319), εις την ιστορίαν ως τραγωδίας σχεδόν μηχανήν πλάττων, εισήγαγε Νεοκλέα τινά και Δημόπολιν, ως υιούς του Θεμιστοκλέους, και θέλει να κινήση αγώνα και πάθος όλως πλαστόν, ως εννοεί και ο κοινότερος άνθρωπος. Διόδωρος δ' ο περιηγητής (320), εν τοις «Περί των μνημάτων», είπεν, ως υποπτεύων τούτο μάλλον παρά ως γνωρίζων, ότι περί τον λιμένα του Πειραιώς, από του Αλκίμου ακρωτηρίου (321), προέχει ως αγκών τις, και όταν στραφή τις εντός αυτού, όπου γαληνιά η θάλασσα, υπάρχει βάσις μεγάλη, και το πέριξ αυτής βωμοειδές μέρος ότι είναι ο τάφος του Θεμιστοκλέους (322). Νομίζει δ' ότι και ο Πλάττων ο Κωμικός (323) συμμαρτυρεί προς ταύτα, λέγων

«Ο τάφος σου, εις μέρος, κείμενος καλόν θα προσφωνήται υπ' εμπόρων πανταχού, και θενά βλέπ' εισπλέοντας κ' εκπλέοντας, και θα θεάται τας αμίλλας των νεών».

Εις τους απογόνους δε του Θεμιστοκλέους απεδίδοντο, και μέχρι των ημερών ημών διετηρήθησαν, τιμαί τινες εν Μαγνησία· και τούτων απελάμβανε και ο Αθηναίος Θεμιστοκλής, φίλος και οικείος ημών γενόμενος παρά τω φιλοσόφω Αμμωνίω (324).

ΚΑΜΙΛΛΟΣ

Α. ΠΕΡΙ δε Φουρίου Καμίλλου (325) πολλά μεν και μεγάλα λέγονται, ίδιον δε και παράδοξον ως προς αυτόν είναι μάλιστα, ότι εν ώ πλείστα και μέγιστα εις αρχηγίας κατώρθωσε, πεντάκις δ' εξελέγη δικτάτωρ, τετράκις δ' ετέλεσε θρίαμβον, κτίστης δε δεύτερος ανεγράφη της Ρώμης, ουδ' άπαξ όμως έγινεν ύπατος. Αίτιον δε τούτου είναι η τότε της πολιτείας κατάστασις, ότε προς την σύγκλητον ο δήμος διαφερόμενος, υπάτους μεν ένεκα της έριδος δεν ανεδείκνυεν, εχειροτόνει δε χιλιάρχους ως αρχηγούς, ών η αρχή, ει και επολιτεύοντο την αυτήν εξουσίαν και δύναμιν των υπάτων έχοντες, ήτον όμως, διά το πλήθος αυτών, ολιγώτερον επαχθής. Διότι, το να προΐστανται έξ άνδρες των πραγμάτων και ουχί δύο, τούτο παρηγόρει τους βαρέως φέροντας την ολιγαρχίαν. Εν μέσω λοιπόν τοιούτων περιστάσεων ακμάσας κυρίως ο Κάμιλλος κατά δόξαν και δύναμιν, δεν ηθέλησε να γίνη ύπατος παρά την γνώμην του δήμου, ει και πολλάκις εν τω διά μέσου η πόλις παρεδέχθη αρχαιρεσίας υπατικάς. Εις δε τας άλλας, τας πολλάς και παντοδαπάς αρχάς εις άς διωρίσθη, τοιούτος εδείχθη, ώστε την μεν εξουσίαν, και όταν μόνος ήρχε, να έχη μετ' άλλων κοινήν, την δε δόξαν να έχη μόνος αυτός, και όταν μετ' άλλων συνεστρατήγει. Τούτων δ' αίτια ήσαν, του μεν η μετριότης του, διότι ήρχε μη τους άλλους φθονών, του δε η φρόνησις αυτού, δι' ήν, κατά κοινήν ομολογίαν, επρώτευε.