Part 7
I. Τότε ο Θεμιστοκλής, μη δυνάμενος δι' ανθρωπίνων υπολογισμών να κερδίση το πλήθος, εκίνησε μηχανήν τινα ως εις τας τραγωδίας, και τοις έφερε θεία σημεία και χρησμούς. Και σημείον μεν έλαβεν ότι ο δράκων κατ' εκείνας τας ημέρας έγινεν αφανής εκ του ναού, και τας καθ' ημέραν εις αυτόν προσφερομένας τροφάς ευρίσκοντες αψαύστους οι ιερείς, το είπον εις τον λαόν (231), προς όν ο Θεμιστοκλής διέδιδεν ότι η Θεά αφήκε την πόλιν, οδηγούσα αυτούς προς την θάλασσαν. Εδημαγώγει δε και διά του χρησμού, λέγων ότι ουδέν άλλον σημαίνει το ξύλινον τείχος, ειμή τα πλοία (232), δι' ό και ονομάζει ο Θεός την Σαλαμίνα «θείαν», και ουχί αθλίαν ή δυστυχή, διότι έμελλε να δώση τ' όνομά της εις μέγα τι των Ελλήνων ευτύχημα. Άμα δ' η γνώμη του υπερίσχυσεν, έγραψε ψήφισμα, την μεν πόλιν να παρακαταθέσωσιν εις την Αθηνάν, την προστάτιν των Αθηναίων, όλοι δ' οι ενήλικες να εμβώσιν εις τας τριήρεις, τους δε παίδας και τας γυναίκας και τους δούλους να σώση έκαστος όπως δυνηθή. Αφ' ού δ' εκυρώθη το ψήφισμα, οι πλείστοι των Αθηναίων απέστειλαν τους γονείς και τας γυναίκας των εις την Τροιζήνα, και οι Τροιζήνιοι τους εδέχοντο μετά πλείστης φιλοτιμίας, ψηφίσαντες να τρέφωσιν αυτούς δημοσίως, και να δίδωσι δύο οβολούς εις έκαστον, και τα παιδία να έχωσι την άδειαν να λαμβάνωσι πανταχόθεν οπωρικά, και προσέτι να πληρώνωνται δι' αυτά μισθοί εις διδασκάλους. Έγραψε δε το ψήφισμα τούτο ο Νικαγόρας. Δημόσια δε χρήματα δεν είχον οι Αθηναίοι· αλλ' ο Αριστοτέλης λέγει ότι η βουλή του Αρείου Πάγου εχορήγησεν εις έκαστον των στρατιωτών ανά οκτώ δραχμάς (233), και ούτως εις αυτήν προ πάντων οφείλεται ότι επληρώθησαν ανδρών αι τριήρεις. Ο δε Κλείδημος (234) και τούτο λέγει στρατήγημα του Θεμιστοκλέους, ότι, όταν οι Αθηναίοι κατέβαινον εις τον Πειραιά, απωλέσθη το Γοργόνειον του αγάλματος της Θεάς (235), και ο Θεμιστοκλής, προσποιούμενος ότι ζητεί αυτό, και προς τούτο εξετάζων τα πάντα, εύρε πλήθος χρημάτων κεκρυμμένων εις των πολιτών τας αποσκευάς, και ταύτα έφερεν εις το μέσον, ώστε υπήρξεν ευπορία εφοδίων διά τους εμβαίνοντας εις τας ναυς. Όταν δ' η πόλις εξέπλεεν, εις άλλους μεν επροξένει οίκτον το θέαμα, εις άλλους δε θαυμασμόν διά την τόλμην, όταν τους μεν γονείς των έπεμπον αλλαχού, αυτοί δ' άκαμπτοι προς των γυναικών τους στεναγμούς και τα δάκρυα, και προς των παιδίων των τους εναγκαλισμούς, μετέβαινον εις την νήσον. Εις οίκτον όμως εκίνουν πολλοί των πολιτών, οίτινες έμενον διά γήρας οπίσω· υπήρχε δε καί τις γλυκεία συμπάθεια προς τα ήμερα και σύντροφα ζώα, όταν μετά φωνής και μετά πόθου παρηκολούθουν τους τροφείς των εμβαίνοντας εις τα πλοία. Μεταξύ αυτών ιστορείται ότι ο κύων Ξανθίππου του πατρός του Περικλέους, μη ανεχόμενος να χωρισθή απ' αυτού, επήδησεν εις την θάλασσαν, και κολυμβών πλησίον εις την τριήρην, έφθασεν εις την Σαλαμίνα, όπου λειποθυμήσας, αμέσως απέθανε. Τούτου λέγουσιν ότι είναι τάφος το μέχρι τούδε δεικνύμενον και ονομαζόμενον Κυνός σήμα.
ΙΑ. Πράξεις δε μεγάλαι εισίν αύται του Θεμιστοκλέους. Εννοήσας ότι οι πολίται επόθουν τον Αριστείδην, και εφοβούντο μη εξ αγανακτήσεως ενωθή μετά του βαρβάρου, και ανατρέψη τα πράγματα της Ελλάδος (διότι προ του πολέμου είχεν εξοστρακισθή καταδιωχθείς υπό του Θεμιστοκλέους), έγραψε ψήφισμα, καθ' ό επετρέπετο εις τους προσκαίρως εξωρισμένους να επανέλθωσι, και να πράττωσι και προτείνωσιν μετά των λοιπών πολιτών ό,τι συμφέρον εις την Ελλάδα. Προς τον Ευρυβιάδην δε, όστις είχε την αρχηγίαν του στόλου διά της Σπάρτης την επισημότητα, όστις όμως ήτον άτολμος προς τον κίνδυνον, και ήθελε ν' αναχωρήση και να πλεύση εις τον Ισθμόν, ο Θεμιστοκλής αντέλεγε. Τότε λέγουσιν ότι εδέθησαν και εκείνα τα μνημονευόμενα, ότι ο Ευρυβιάδης τω είπεν «Ω Θεμιστόκλεις, εις του αγώνας ραπίζουσι τους προ της ώρας ανισταμένους» (236). «Ναι, είπεν ο Θεμιστοκλής, αλλά τους μένοντας οπίσω δεν τους στεφανώνουσι». Τότε εκείνος ύψωσε την ράβδον του διά να τον κτυπήση, και ο Θεμιστοκλής είπε· «Κτύπα, αλλ' άκουσον» (237). Και ο Ευρυβιάδης εθαύμασε την πραότητα αυτού, και τω είπε να ομιλήση· ο δε Θεμιστοκλής ήρχισε να τον επαναφέρη εις τον ορθόν λόγον. Αλλά τις των παρευρισκομένων είπεν, ότι άνθρωπος άπολις δεν είναι ορθόν να διδάσκη τους έχοντας πατρίδας να τας εγκαταλείψωσι και ν' αδιαφορήσωσι δι' αυτάς· «Ημείς, είπεν ο Θεμιστοκλής, ω μοχθηρέ, τας μεν οικίας και τα τείχη ημών κατελείψαμεν, θέλοντες να μη γίνωμεν δούλοι προς χάριν αψύχων. Έχομεν δε πόλιν μεγίστην μεταξύ των Ελληνίδων, τας διακοσίας τριήρεις, αίτινες ήλθον να σας βοηθήσωσι, διότι περιμένετε την σωτηρίαν σας απ' αυτών. Αν δε και εκ δευτέρου αναχωρήσητε προδίδοντες ημάς, ταχέως θ' ακούσωσιν οι Έλληνες ότι οι Αθηναίοι απέκτησαν και πόλιν ελευθέραν και χώραν όχι κατωτέραν εκείνης ήν απώλεσαν». Ως δ' είπε ταύτα ο Θεμιστοκλής, υπόνοια και φόβος κατέλαβε τον Ευρυβιάδην, μη οι Αθηναίοι τους εγκαταλείψωσι και απέλθωσιν. Επειδή δε καί τις των παρόντων, Ερετριεύς, ηθέλησε τι να ειπή απ' εναντίας αυτού, «Πώς; τω είπεν έχετε λόγον περί πολέμου και σεις, οίτινες, ως τα καλαμάρια, ξίφος έχετε και καρδίαν δεν έχετε;» (238)
IB. Λέγεται δ' υπό τινων ότι ο Θεμιστοκλής διελέγετο περί τούτων άνωθεν από του καταστρώματος του πλοίου, όταν γλαυξ εφάνη πετώσα προς τα δεξιά των πλοίων, και εκάθησεν εις τα εξάρτια. Διά τούτο έτι μάλλον έκλινον προς την γνώμην του (239), και ήτοιμάζοντο να ναυμαχήσωσιν. Αλλ' όταν ο στόλος των πολεμίων, διευθυνόμενος προς της Αττικής το Φαληρικόν, απέκρυψεν όλους τους πέριξ αιγιαλούς, και ο βασιλεύς μετά του πεζού στρατού καταβάς εις την θάλασσαν, εφάνη αιφνηδίως έχων πάσας τας δυνάμεις ομού συνηγμένας, τότε εξέφυγον τους Έλληνας οι λόγοι του Θεμιστοκλέους, και πάλιν έστρεφον τα βλέμματα οι Πελοποννήσιοι προς τον Ισθμόν, και ωργίζοντο αν άλλος άλλο επρότεινεν. Εμελέτων δε την νύκτα ν' αναχωρήσωσι, και παρήγγελλον εις τους κυβερνήτας να είν' έτοιμοι διά πλουν. Τότε, δυσανασχετών ο Θεμιστοκλής, ότι αφήνοντες οι Έλληνες την βοήθειαν του τόπου και των στενών, έμελλον να διαλυθώσι κατά πόλεις, εσκέφθη και απεφάσισε το μετά του Σικίνου τέχνασμα. Ήτον δ' ο Σίκινος Πέρσης το γένος, αιχμάλωτος, αγαπώμενος υπό του Θεμιστοκλέους, και των τέκνων αυτού παιδαγωγός. Έπεμψε λοιπόν αυτόν κρυφίως προς τον Πέρσην, και τω παρήγγειλε να ειπή ότι ο Θεμιστοκλής, ο στρατηγός των Αθηναίων, φρονών τα του βασιλέως, τω καταγγέλλει πρώτος ότι οι Έλληνες δραπετεύουσι, και τον προτρέπει να μη τους αφήση να φύγωσιν, αλλ' εν ώ διατελούσιν εις ταραχήν, όντες κεχωρισμένοι από των πεζών, να επιπέση και να καταστρέψη την ναυτικήν αυτών δύναμιν. Ταύτα δ' ακούσας ο Ξέρξης, και νομίσας ότι τω ελέγοντο εκ φιλικής προαιρέσεως, εχάρη, και ευθύς διέταξε τους αρχηγούς των πλοίων, εις μεν τα άλλα να εισαγάγωσι τους στρατιώτας μεθ' ησυχίας· να κινήσωσι δ' αμέσως μετά διακοσίων, και να περικυκλώσωσι πανταχόθεν το πέραμα, και να διαζώσωσι τας νήσους (240), ώστε ουδείς να διαφύγη εκ των εχθρών. Εν ώ δε ταύτα εξετελούντο, πρώτος εννοήσας αυτά Αριστείδης ο Λυσιμάχου, ήλθε προς την σκηνήν του Θεμιστοκλέους, ει και δεν ήτον φίλος του, αλλά μάλιστα, ως είπομεν, εξ αιτίας εκείνου εξοστρακισθείς. Όταν δ' εξήλθεν ο Θεμιστοκλής προς αυτόν, τω είπε περί της περικυκλώσεως. Εκείνος δε, γνωρίζων και την κατά τα λοιπά πάντα χρηστότητα του ανδρός, και υπερχαρείς διά την τότε παρουσίαν του, τω είπεν όσα ενήργησεν διά του Σικίνου, και τον παρεκάλεσε να τον βοηθήση και να συμπράξη μετά προθυμίας, όπως οι Έλληνες, οίτινες είχον εις αυτόν περισσοτέραν εμπιστοσύνην, ναυμαχήσωσιν εντός των στενών. Και ο μεν Αριστείδης, επαινέσας τον Θεμιστοκλέα, περιήλθε τους άλλους στρατηγούς και τριηράρχας, παροξύνων αυτούς προς την μάχην. Αυτοί όμως εδυσπίστουν εισέτι, όταν εφάνη αυτόμολος τριήρης Τηνία (241) ής ναύαρχος ήτον ο Παναίτιος, και απήγγειλε την κύκλωσιν. Ώστε και εκ θυμού και εξ ανάγκης οι Έλληνες ερίφθησαν εις τον κίνδυνον.
ΙΓ. Άμα δ' εξημέρωσεν, ο Ξέρξης εκάθησεν υψηλά, επιβλέπων τον στόλον και την παράταξιν, ως μεν λέγει ο Φανόδημος (242), υπεράνω του ναού του Ηρακλέους, όπου βραχύ πέραμα χωρίζει την Αττικήν και την νήσον, ως δ' ο Ακεστόδωρος (243), κατά τα σύνορα της Μεγαρίδος, υπεράνω των λεγομένων Κεράτων (244), στήσας καθέδραν χρυσήν (245), και περιστοιχισθείς υπό πολλών γραμματέων, ών έργον ην να καταγράφωσι τα κατά την μάχην γινόμενα. Εν ώ δ', ο Θεμιστοκλής ετέλει θυσίαν παρά την ναυαρχίδα τριήρην, προσήχθησαν εις αυτόν τρεις αιχμάλωτοι, εξόχως ωραίοι το πρόσωπον, λαμπρά δε φορέματα και χρυσά φορούντες κοσμήματα. Ελέγετο δ' ότι ήσαν υιοί της Σανδάκης, αδελφής του βασιλέως, και του Αρταύκτου. Τούτους ιδών Ευφραντίδης ο μάντις, επειδή συγχρόνως μεν ανέλαμψεν εκ του βωμού μέγα πυρ και λαμπρόν, συγχρόνως δε και άλλο εδόθη σημείον, πτερνίσματος εκ δεξιών (246), συγχαρείς τον Θεμιστοκλέα, τον διέταξε ν' αρχίση από των νεανίσκων, και να τους σφαγιάση όλους, προσευχηθείς εις τον ωμηστήν Διόνυσον (247), διότι ούτως ήθελε δοθή εις τους Έλληνας σωτηρία και νίκη. Και ο μεν Θεμιστοκλής εξεπλάγη ακούσας το μέγα τούτο και φοβερόν μάντευμα. Αλλ' ως συμβαίνει συνήθως επί μεγάλων αγώνων και επί δυσκόλων πραγμάτων, οι του κοινού λαού εκ των παραλόγων μάλλον ή εκ των ευλόγων την σωτηρίαν ελπίζοντες, επεκαλούντο τον Θεόν όλοι ομού φωνάζοντες, και ενταυτώ, φέροντες τους αιχμαλώτους εις τον βωμόν, ηνάγκασαν να γίνη η θυσία, ως ο μάντις εκέλευσε. Ταύτα διηγείται ανήρ φιλόσοφος, και γνώσεων μη εστερημένος ιστορικών, ο Λεσβίος Φανίας (248).
ΙΔ. Περί δε του πλήθους των βαρβαρικών πλοίων ο ποιητής Αισχύλος, ως γνωρίζων αυτά, και δυνάμενος να τα βεβαίωση, λέγει ταύτα εις την τραγωδίαν τους Πέρσας (249).
«Του Ξέρξου ήτον (το ηξεύρω) χιλιάς ο αριθμός των πλοίων τα δε τάχιστα δις ήσαν εκατόν κ' επτά, ως λέγεται.»
Αι δ' Αττικαί ήσαν εκατόν ογδοήκοντα τον αριθμόν, και εκάστη είχε δεκαοκτώ τους μαχομένους εκ του καταστρώματος· εκ τούτων δε τέσσαρες ήσαν τοξόται, και οι λοιποί οπλίται. Φαίνεται δ' ότι ο Θεμιστοκλής ενόησε και παρεμόνευσε τον καιρόν ουχ ήττον καλώς ή τον τόπον, και δεν παρέταξε τας τριήρεις του προς τας βαρβαρικάς πριν ή φθάση η συνήθης ώρα, ήτις πάντοτε φέρει σφοδρόν τον άνεμον και το κύμα διά των στενών από του πελάγους· διότι τας μεν ελληνικάς, ούσας χαμηλάς, και μη εγειρομένας πολύ υπέρ την επιφάνειαν της θαλάσσης, ολίγον έβλαπτε· πίπτων δ' εις τας βαρβαρικάς αίτινες είχον ορθάς τας πρύμνας και εφέροντο βαρείαι εξ αιτίας των υψηλών καταστρωμάτων, τας έξωθεν του δρόμου των, και τας παρέδιδε πλαγίως εις τους Έλληνας, οίτινες προσέβαλλον μεθ' ορμής, προσέχοντες κυρίως εις τον Θεμιστοκλήν διότι τούτον εθεώρουν ως εννοούντα υπέρ πάντα άλλον τι ήτον το συμφέρον, και διότι προς το μέρος εκείνου ο ναύαρχος του Ξέρξου Αριαμένης, πλοίον έχων μέγα, ετόξευε και ηκόντιζεν ως από τείχους, ανήρ ικανός ων, και ο άριστος και δικαιότατος εκ των αδελφών του βασιλέως. Ούτος, όταν του Δεκελέως (250) Αμεινίου και Σωκλέους του Πεδιέως (251), οίτινες συνέπλεον επί του αυτού πλοίου, αι τριήρεις έπεσαν επί αλλήλων πρώραν προς πρώραν, και μαχόμεναι διά των εμβολών, συνεκολλήθησαν, ερίφθη εις το πλοίον αυτών αυτοί δ' αντιστάντες, και κτυπώντες αυτόν διά των δοράτων των, τον έρριψαν εις την θάλασσαν, και το σώμα αυτού φερόμενον μετά των άλλων ναυαγίων, ανεγνώρισεν η Αρτεμισία (252), και το έφερεν επάνω προς τον Ξέρξην (253).
ΙΕ. Εν ώ δ' εις τοιαύτην θέσιν ήτον η μάχη, λέγουσιν ότι έλαμψε μέγα φως εκ της Eλευσίνος (254), ήχος δε και φωνή επλήρωσε το Θριάσιον πεδίον (255) μέχρι της θαλάσσης, ως αν πολλοί άνθρωποι ομού εξήγον τον μυστικόν Ίακχον (256). Εκ του μέσου δε του πλήθους των κραυγαζόντων εφάνη νέφος βαθμηδόν υψούμενον, και έπειτα, πάλιν υποχωρούν, επέπεσεν εις τας τριήρεις. Άλλοι δ' ενόμισαν ότι είδον φαντάσματα και είδωλα ανθρώπων ενόπλων, από της Αιγίνης εκτεινόντων τας χείρας προ των ελληνικών τριηρών, και είκαζον ότι ήσαν οι Αιακίδαι (257) ούς είχον προ της μάχης επικαλεσθή δι' ευχών εις βοήθειαν. Πρώτος λοιπόν εκυρίευσε πλοίον ο Λυκομήδης, τριήραρχος Αθηναίος, και αυτού αποκόψας τα παράσημα, το αφιέρωσεν εις τον δαφνηφόρον Απόλλωνα (258). Οι δ' άλλοι, ίσοι κατά το πλήθος γινόμενοι προς τους βαρβάρους, πολεμούντας εντός στενού (259), και πίπτοντας τους μεν επί τους δε, τους έτρεψαν, αφ' ού αντεστάθησαν μέχρι δείλης, ως λέγει ο Σιμωνίδης (260), την καλήν και περιβόητον εκείνην θριαμβεύσαντες νίκην, ής ουδ' υφ' Ελλήνων ουδ' υπό βαρβάρων ποτέ άλλο λαμπρότερον θαλάσσιον κατωρθώθη έργον, διά της ανδρείας μεν και της προθυμίας πάντων ομού των ναυμαχησάντων, διά της φρονήσεως δε συγχρόνως και της ικανότητος του Θεμιστοκλέους (261).
ΙΣΤ. Μετά δε την ναυμαχίαν, ο Ξέρξης μη απελπιζόμενος έτι προς την αποτυχίαν, επεχείρει διά χωμάτων να φέρη τον πεζόν του στρατόν εις την Σαλαμίνα κατά των Ελλήνων, εμφράττων το μεταξύ πέραμα. Ο δε Θεμιστοκλής θέλων διά των λόγων του να εννοήση τι φρονή ο Αριστείδης, επρότεινε να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον, και να καταστρέψωσι την γέφυραν (262), «ώστε, είπε, να συλλάβωμεν την Ασίαν εντός της Ευρώπης». Αλλά δυσανασχετών προς ταύτα ο Αριστείδης (263), «τώρα μεν, είπεν, επολεμήσαμεν κατά του βαρβάρου εν ώ εις τρυφήν παρεδίδετο· αν δε κατακλείσωμεν εις την Ελλάδα, και διά του φόβου αναγκάσωμεν να πολεμήση άνδρα κύριον τοσούτων δυνάμεων, δεν θα καθήση πλέον υπό σκιάδα χρυσήν να βλέπη την μάχην ησύχως, αλλά θέλει τα πάντα τολμήσει, και θέλει παρευρίσκεσθαι πανταχού, ένεκα του κινδύνου, όπως επανορθώση την αποτυχίαν του, και θέλει σκεφθή καλλήτερα, προκειμένου περί των όλων. Επομένως, είπε, δεν πρέπει, ω Θεμιστόκλεις, να καταστρέψωμεν ημείς την υπάρχουσαν γέφυραν, αλλά και άλλην ει δυνατόν να κατασκευάσωμεν, και να εκβάλωμεν ταχέως τον άνθρωπον εκ της Ευρώπης.» «Λοιπόν, είπεν ο Θεμιστοκλής, αν ταύτα κρίνωνται συμφέροντα, πρέπει όλοι ημείς να σκεφθώμεν και να εύρωμεν τρόπον όπως φύγη όσον τάχιον εκ της Ελλάδος». Αφ' ού δε ταύτα ενεκρίθησαν, έπεμψεν ένα των βασιλικών ευνούχων, όν εύρε μεταξύ των αιχμαλώτων, Αρνάκην ονομαζόμενον, παραγγείλας να ειπή εις τον βασιλέα, ότι οι μεν Έλληνες απεφάσισαν, αφ' ού ενίκησαν κατά θάλασσαν, να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον, όπου ήτον εζευγμένος, και να διαλύσωσι την γέφυραν, ο Θεμιστοκλής δε, μεριμνών υπέρ του βασιλέως, τον συμβουλεύει να σπεύση να επιστρέψη εις τας εδικάς του θαλάσσας, και να φθάση εν όσω αυτός επιφέρει αναβολάς τινάς και αργοπορίας εις τους συμμάχους διά την δίωξιν. Ταύτα ακούσας ο βάρβαρος, και περίφοβος γενόμενος, μετά πάσης ταχύτητος ετράπη εις αναχώρησιν. Και απόδειξιν της φρονήσεως του Θεμιστοκλέους και Αριστείδου παρέσχεν ο Μαρδόνιος, διότι αντιταχθέντες εις πολλοστημόριον της δυνάμεως του Ξέρξου εν Πλαταιαίς, εκινδύνευσαν τον έσχατον κίνδυνον.
ΙΖ. Και μεταξύ μεν των πόλεων λέγει ο Ηρόδοτος ότι ηρίστευσεν η των Αιγινητών· εις δε τον Θεμιστοκλέα, ει και άκοντες υπό φθόνου, απέδωκαν όλοι το πρωτείον. Διότι, όταν αναχώρησαντες εις τον Ισθμόν, εψηφοφόρουν οι στρατηγοί εις τον βωμόν (264), πρώτον μεν κατά την ανδρείαν επρότεινεν έκαστος εαυτόν, δεύτερον δε μεθ' εαυτόν τον Θεμιστοκλέα. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, λαβόντες αυτόν εις την Σπάρτην, έδοσαν ελαίας στέφανον ως αριστείον εις μεν τον Ευρυβιάδην ανδρείας, εις εκείνον δε φρονήσεως (265) και τω εχάρισαν την ωραιοτέραν της πόλεως άμαξαν, και έστειλαν μετ' αυτού τριακοσίους των νέων να τον προπέμψωσι μέχρι των ορίων της πόλεως. Λέγεται δ' ότι, όταν ετελέσθησαν τα πρώτα μετά ταύτα Ολύμπια, και προέβη εις το στάδιον ο Θεμιστοκλής, οι θεαταί αφήκαν τους αγωνιζομένους, και όλην την ημέραν εκείνον μόνον έβλεπον, και θαυμάζοντες και χειροκροτούντες τον επεδείκνυον εις τους ξένους, ώστε και αυτός ευχαριστηθείς, ωμολόγησεν, εις τους ξένους, ότι απολαμβάνει τον καρπόν των υπέρ της Ελλάδος αγώνων του.
IΗ. Διότι ήτον την φύσιν φιλοτιμότατος, καθ' όσον συμπεραίνεται εκ των περί αυτού απομνημονευομένων. Όταν εξελέγη ναύαρχος της πόλεως, δεν εθεώρει ουδεμίαν ιδιαιτέρως υπόθεσιν ούτε ιδίαν ούτε δημοσίαν, αλλά πάσας τας παρουσιαζομένας ανέβαλλε κατά την ημέραν εκείνην, καθ' ήν έμελλε να εκπλεύση, ώστε πολλά ενεργών πράγματα, και μετ' ανθρώπων πολλών ομιλών, να φαίνηται ότι είναι μέγας και πολλά δυνάμενος. Παρατηρών δε τους νεκρούς όσοι είχον ριφθή έξω εις το παραθαλάσσιον, και ιδών πλησίον αυτού κείμενα χρυσά περιδέραια και κοσμήματα, έδειξεν αυτά εις τον φίλον του όστις τον παρηκολούθει, και «Λάβε ταύτα διά σε, τω είπε· Συ δεν είσαι Θεμιστοκλής.» Προς Αντιφάτην δε τινα, όστις ήτον άλλοτε νέος ωραίος, και προσεφέρετο πρότερον προς αυτόν υπερηφάνως, έπειτα δε τον επεριποιείτο διά την δόξαν του, «Ω νεανίσκε, είπεν, εξώρας μεν, αλλά και οι δύο συγχρόνως εφρονιμεύσαμεν.» Έλεγε δ' ότι οι Αθηναίοι ούτε τον τιμώσιν ούτε τον θαυμάζουσιν, αλλ' ως εις πλάτανον, εν καιρώ μεν τρικυμιών και κινδύνων καταφεύγουσιν υπ' αυτόν, όταν δ' επανέλθη περί αυτούς γαλήνη, τον μαδούσι και τον κολοβούσι. Προς δε Σερίφιόν τινα, όστις τω είπεν ότι δεν εδοξάσθη ένεκα εαυτού, αλλ' εξ αιτίας της πόλεως εις ήν ανήκει, «Αληθώς λέγεις, απεκρίθη· αλλ' ούτ' εγώ, αν ήμην Χερίφιος θα εγινόμην ένδοξος, ούτε συ αν ήσο Αθηναίος.» Όταν δ' άλλος τις στρατηγός, όστις υπέθετεν ότι κατώρθωσε χρήσιμόν τι εις την πόλιν, μετά θρασύτητος ομιλών προς τον Θεμιστοκλέα, αντιπαρέβαλλε τας ιδίας αυτού πράξεις προς τας πράξεις εκείνου, είπεν ότι «τα μεθεόρτια εφιλονείκουν ποτέ προς την εορτήν, λέγοντα ότι εκείνη μεν είναι πλήρης κόπων και ασχολιών, επ' αυτών δ' απολαμβάνουσιν όλοι τα προητοιμασμένα αναπαυόμενοι· προς ταύτα δ' απεκρίθη η εορτή· Αλήθειαν λέγετε· αλλ' αν εγώ δεν ήμην, σεις δεν θα υπήρχετε. Και εγώ λοιπόν αν δεν είχον υπάρξει τότε, πού θα ήσθε σεις σήμερον;» Αστειευόμενος δε, διότι ο υιός του είχεν επιρροήν επί της μητρός του, και δι' εκείνης και επί αυτού, έλεγεν ότι είχε την ανωτάτην δύναμιν, και επί των Ελλήνων· διότι επί μεν των Ελλήνων εξουσίαν είχον οι Αθηναίοι, επί των Αθηναίων δ' αυτός, επί αυτού η μήτηρ του παιδίου, και επί της μητρός το παιδίον. Θέλων δε να είναι ιδιότροπος κατά πάντα, ότε επώλει αγρόν, διέταττε τον κήρυκα να φωνάζη ότι και γείτονα καλόν έχει. Μεταξύ δε των ζητούντων εις γάμον την θυγατέρα του επροτίμησε τον χρηστόν και ουχί τον πλούσιον, λέγων ότι ζητεί μάλλον άνδρα έχοντα ανάγκην χρημάτων, παρά χρήματα έχοντα ανάγκην ανδρός. Τοιούτος ήτον ως προς τ' αποφθέγματά του.
ΙΘ. Αμέσως δε μετά τα κατορθώματά του εκείνα, επεχείρησε ν' ανοικοδομήση και να τειχίση την πόλιν, ως μεν ιστορεί ο Θεόπομπος (266), πείσας τους Εφόρους (267) διά χρημάτων να μη εναντιωθώσιν, ως δ' οι πλείστοι, απατήσας αυτούς· διότι ήλθεν εις Σπάρτην δους εις την αποστολήν του πρεσβείας όνομα. Όταν δ' οι Σπαρτιάται ενεκάλουν τους Αθηναίους ότι περιτειχίζουσι την πόλιν, και επίτηδες σταλείς εξ Αιγίνης ο Πολύαρχος, τους κατηγόρει διά τούτο (268), αυτός ηρνείτο, και τοις έλεγε να στείλωσιν εις Αθήνας ανθρώπους να ιδώσιν, αφ' ενός μεν δίδων διά της χρονοτριβής καιρόν εις τον τειχισμόν να προχωρήση, αφ' ετέρου δε θέλων ανθ' εαυτού να έχωσιν οι Αθηναίοι τους μέλλοντας να σταλώσι. Τούτο αληθώς και συνέβη· διότι οι Λακεδαιμόνιοι, γνωρίσαντες την αλήθειαν, δεν τον έβλαψαν, αλλά κρυφίως οργιζόμενοι τον απέπεμψαν. Ευθύς δε μετά ταύτα ήρχισεν ετοιμάζων τον Πειραιά, διότι ενόησε πόσον αξιόλογοι ήσαν οι λιμένες, και την πόλιν διαθέτων διά την θάλασσαν, και τρόπον τινά προς τους παλαιούς βασιλείς των Αθηναίων αντιπολιτευόμενος. Διότι εκείνοι, ως λέγεται, αγωνιζόμενοι ν' αποσπάσωσι τους πολίτας από της θαλάσσης, και να τους συνηθίσωσι να ζώσι μη πλέοντες, αλλά την χώραν φυτεύοντες, διέδοσαν τον περί της Αθηνάς λόγον, ότι εφιλονείκησε ποτέ περί της χώρας προς τον Ποσειδώνα, και αναδείξασα την ιεράν ελαίαν εις τους δικαστάς, ενίκησεν. Ο Θεμιστοκλής δε δεν συνεκόλλησεν, ως λέγει ο κωμικός Αριστοφάνης (269), τον Πειραιά εις την πόλιν, αλλά την πόλιν εξήστησεν από του Πειραιώς, και την γην από της θαλάσσης (270). Τούτο ηύξησε και την δύναμιν του δήμου κατά της αριστοκρατίας, και επλήρωσεν αυτόν θρασύτητος, όταν η δύναμις περιήλθεν εις τους ναύτας και τους κελευστάς και τους κυβερνήτας. Διά τούτο και το βήμα της Πνυκός, όν κατασκευασμένον ώστε να βλέπη προς την θάλασσαν, ύστερον οι Τριάκοντα το έστρεψαν προς τα εντός της χώρας, φρονούντες ότι η μεν κατά θάλασσαν εξουσία εγέννα την δημοκρατίαν, προς την ολιγαρχίαν δ' ότι ολιγώτερον δυσαρεστούνται οι γεωργοί (271).
Κ. Διενοήθη δ' ο Θεμιστοκλής και μεγαλήτερόν τι περί της ναυτικής δυνάμεως. Όταν ο ελληνικός στόλος, μετά του Ξέρξου την αναχώρησιν κατέπλευσεν εις Παγασάς (272) και διεχείμαζε, δημηγορών ούτος εν Αθήναις, είπεν ότι έχει να προτείνη πράξιν τινα ωφέλιμον μεν και σωτήριον εις την πόλιν, αλλά μυστικήν διά τον λαόν. Τότε οι Αθηναίοι τον προσεκάλεσαν να την ειπή εις μόνον τον Αριστείδην, και αν εκείνος την εγκρίνη, ήθελον την εκτελέσει. Ανήγγειλε λοιπόν εις τον Αριστείδην ότι διενοείτο να πυρπολήση τον ναύσταθμον των Ελλήνων· και ο Αριστείδης, εμφανισθείς εις τον δήμον, είπεν ότι, της πράξεως ήν διανοείται να πράξη ο Θεμιστοκλής, ουδεμία υπάρχει ούτε ωφελιμωτέρα ούτε αδικωτέρα. Ταύτα δ' ακούσαντες οι Αθηναίοι, διέταξαν τον Θεμιστοκλήν να παραιτηθή αυτής. Εις δε τ' Αμφικτυονικά συνέδρια, όταν οι Λακεδαιμόνιοι επρότεινον ν' αποκλεισθώσι της Αμφικτυονίας όσαι πόλεις δεν συνεμάχησαν κατά του Μήδου, φοβηθείς μήπως αποβαλόντες του συνεδρίου τους Θεσσαλούς, τους Αργείους, προσέτι δε και τους Θηβαίους, γίνωσιν αυτοί εντελώς των ψήφων κύριοι, συνηγόρησεν υπέρ των πόλεων, και μετέβαλε τας γνώμας των Πυλαγορών (273) διισχυρισθείς ότι μόνον τριάκοντα και μία πόλεις μετέσχον του πολέμου, και εξ αυτών αι πλείσται πολύ μικροί. Δεινόν επομένως θα ήτον, ν' αποκλεισθή των σπονδών πάσα η άλλη Ελλάς, και το συνέδριον να εξαρτάται από μόνων των δύο ή τριών μεγάλων πόλεων. Εκ τούτου κυρίως δυσηρέστησε τους Λακεδαιμονίους, διό και προήγον τον Κίμωνα εις τας τιμάς, καθιστάντες αυτόν πολιτικόν του Θεμιστοκλέους αντίπαλον.
ΚΑ. Ήτον δε και εις τους συμμάχους επαχθής, διότι περιπλέων τας νήσους ηργυρολόγει αυτούς· και ο Ηρόδοτος (274) διηγείται όσα είπε και όσα ήκουσεν εις Άνδρον, όταν εζήτει και εκεί χρήματα. Δύο είπεν εις τους Ανδρίους ότι ήλθε φέρων θεούς, την Πειθώ και την Βίαν, εκείνοι δ' απεκρίθησαν ότι έχουσι και αυτοί δυο μεγάλους θεούς, την Πενίαν και την Απορίαν, υφ' ών εμποδίζονται να τω δώσωσι χρήματα. Τιμοκρέων δ' ο Ρόδιος μελοποιός (275), εις έν των ασμάτων του κατηγορεί πικρώς τον Θεμιστοκλέα, ότι διά χρήματα κατώρθωσεν άλλοι φυγάδες ν' ανακληθώσι, δι' αργύριον δ' εγκατέλιπεν αυτόν, εν ώ ήτον μετ' αυτού διά φιλίας και φιλοξενίας συνδεδεμένος. Λέγει δ' ούτω (276).
Αν Ξάνθιππον συ επαινής, αν επαινής Λεωτυχίδαν (277) ή Παυσανίαν, εγώ υπεραινώ τον Αριστείδην, αφ' ιερών Αθηνών άνδρα άριστον ένα ελθόντα. Εχθρεύεται δ' η Λατώ τον άδικον Θεμιατοκλέα, ψεύστην, προδότην, ός πριν, του Τιμοκρέοντος ων φίλος, εις σκύβαλ' αργύρου πεισθείς, δεν έφερεν εις την [πατρίδα την Ιάλυσον πάλιν αυτόν, και τάλαντ' αργυρίου τρία λαβών, ανεχώρησ' ευθύς, και εις όλεθρον επήγε πλέων, άλλους αδίκως καλών, διώκων άλλους ή φονεύων, πλήρης χρυσού. Εις δ' ισθμόν γελοίος ήτον ξενοδόχος, κρέατα δίδων ψυχρά· και έτρωγον αυτά οι ξένοι, και ηύχοντ' ο Θεμιστοκλής να πάγη και να μη γυρίση [(278).
Πολύ δε μάλλον ακολάστους και απαρακαλύπτους ύβρεις εκτοξεύει κατά του Θεμιστοκλέους μετά την φυγήν αυτού και την καταδίκην ο Τιμοκρέων, γράψας άσμα ούτως αρχόμενον
«Μούσα ταύτης της ωδής εις Ελλάδα δόξαν δος, δος ορθώς και δος δικαίως.»
Λέγεται δ' ότι εξωρίσθη ο Τιμοκρέων ως μηδίζων, και κατ' αυτού κατεψήφισε και ο Θεμιστοκλής. Όταν λοιπόν μηδισμός προσήφθη και εις τον Θεμιστοκλέα, τότε εσύνθεσε ταύτα αυτός εναντίον του·
Λοιπόν προς Μήδους συμμαχών δεν είν ο Τιμοκρέων μόνος. εισί και άλλοι πονηροί, δεν είμαι μόνος κοψονούρα· και άλλαι είν' αλώπεκες.