Part 5
ΙΓ. Εν τούτοις δ' ο Ταρκύνιος ήρχισεν εν Τυρρηνία νέον κινών πόλεμον κατά των Ρωμαίων και τότε λέγεται ότι μέγα σημείον εγένετο· Εν ώ εβασίλευεν έτι, και είχε σχεδόν συντετελεσμένον τον ναόν του Καπιτωλίου Διός ο Ταρκύνιος, είτε κατά μαντείαν, είτε άλλως κατ' ιδίαν αυτού απόφασιν, παρήγγειλεν εις Τυρρηνούς τινας τεχνίτας εξ Ουηίων (153) να στήσωσιν εις την κορυφήν αυτού άρμα κεράμινον (154), και έπειτα μετ' ολίγον απεβλήθη του θρόνου. Όταν δ' οι Τυρρηνοί, πλάσαντες το τέθριππον, το έβαλον εις την κάμινον, δεν έπαθεν αυτό ό,τι έπρεπε να πάθη πηλός εις το πυρ, να συμπυκνωθή δηλαδή και να συγκαθήση διά την εξάτμισιν της υγρότητος, αλλ' εξετάθη και επρήσθη, και ηύξησεν εις μέγεθος μετά δυνάμεως και σκληρότητος τοσούτον, ώστε μόλις το εξήγαγον, αφαιρέσαντες την οροφήν της καμίνου, και καταρρίψαντες τους τοίχους. Επειδή δ' εφάνη εις τους μάντεις ότι το τέθριππον θα ήτο σημείον ευτυχίας και δυνάμεως δι' όποιον το είχε, απεφάσισαν οι Ουήιοι να μη το δώσωσιν εις τους Ρωμαίους οίτινες το απήτουν, και απεκρίθησαν ταύτα· ότι ανήκει εις τον Ταρκύνιον, ουχί εις τους εξώσαντας τον Ταρκύνιον. Ολίγας δ' ημέρας μετά ταύτα υπήρχον ιππικοί αγώνες παρ' αυτοίς, και κατά μεν τα λοιπά υπήρξε το θέαμα και η συρροή των θεατών κατά τα ειθισμένα· ωδήγει δε το νικήσαν τέθριππον βραδέως ο ηνίοχος αυτού εστεφανωμένος εντός του ιπποδρόμου, όταν οι ίπποι, τρομάξαντες, ουχί εκ φανερός τινος αφορμής, αλλ' ή θεόθεν ελαυνόμενοι ή κατά τύχην, ώρμησαν μετά πάσης ταχύτητος, φέροντες τον ηνίοχον προς την πόλιν. Μάτην δ' αυτός έτεινε τας ηνίας και ήθελε να πραΰνη τους ίππους διά της φωνής· αλλ' αρπαγείς, και εις την ορμήν αυτών αφεθείς, εφέρετο ούτως έως ότου φθάσαντες κατά το Καπιτώλιον, τον έρριψαν εκεί κατά την πύλην, ήν ονομάζουσι σήμερον Ρατουμέναν. Ως δε τούτο εγένετο, θαυμάσαντες οι Ουήιοι, και φοβηθέντες, επέτρεψαν εις τους τεχνίτας να δώσωσι το άρμα.
ΙΔ. Τον δε ναόν του Καπιτωλίου Διός είχε μεν τάξει ν' αφιερώση ο Ταρκύνιος, ο υιός του Δημαράτου (155) όταν επολέμει κατά των Σαβίνων, αλλ' ωκοδόμησεν αυτόν ο Ταρκύνιος ο Σούπερβος, όστις ήτον υιός ή εγγονός του τάξαντος· ουδ' αυτός όμως επρόφθασε να τον αφιερώση, και ολίγον έλειπε μέχρι της τελειώσεως αυτού, όταν ο Ταρκύνιος απεβλήθη. Όταν δ' εντελώς απεπερατώθη, και εστολίσθη προσηκόντως, ο Ποπλικόλας είχε την φιλοτιμίαν αυτός να τον αφιερώση. Αλλά πολλοί των δυνατών τον εφθόνουν, και ολιγώτερον ηγανάκτουν διά τας λοιπάς τιμάς ών απήλαυσεν ως νομοθέτης και ως στρατηγός, διότι αύται τω ανήκον δικαιωματικώς· ταύτην δ' ως ξένην εις αυτόν ενόμιζον ότι δεν πρέπει να την λάβη, και προέτρεπον και παρώξυνον τον Ωράτιον ν' απαιτήση την αφιέρωσιν. Όταν λοιπόν ο Ποπλικόλας απήλθεν εις αναγκαίαν τινά εκστρατείαν, εψήφισαν ν' αφιερώση τον ναόν ο Ωράτιος, και τον ανεβίβασαν εις το Καπιτώλιον, ηξεύροντες ότι δεν θα το κατώρθουν όταν εκείνος ήτον παρών. Τινές δε λέγουσιν, ότι κλήροι ετέθησαν μεταξύ των υπάτων, και έλαχεν εκείνος μεν ν' απέλθη εις την εκστρατείαν παρά την θέλησίν του, ούτος δε να μείνη διά την καθιέρωσιν. Αλλά περί του πώς συνέβησαν ταύτα δύναται να εικάση τις εκ των γενομένων κατά την καθιέρωσιν. Κατά τας σεπτεμβρίους Ειδούς (156), αίτινες συμπίπτουσι περί την πανσέληνον του Μεταγειτνιώνος (157), εν ώ όλοι ήσαν συνηθροισμένοι εις το Καπιτώλιον, ο μεν Ωράτιος, αφ' ού επεκράτησε σιωπή, τελέσας όλα τ' άλλα, και επιθέσας τας χείρας του εις τας θύρας, καθώς είναι συνήθεια, επρόφερε τας προσδιωρισμένας λέξεις εις τας καθιερώσεις· ο δ' αδελφός του Ποπλικόλα Μάρκος, προ πολλού ιστάμενος πλησίον των θυρών, και παραφυλάττων τον καιρόν, «Ω ύπατε, είπεν, ο υιός σου απέθανε νοσήσας εις το στρατόπεδον.» Τούτο ελύπησεν όλους όσοι το ήκουσαν· ο δ' Ωράτιος, ουδόλως ταραχθείς, αλλά τούτο μόνον ειπών· «Ρίψατε λοιπόν τον νεκρόν όπου θέλετε, διότι εγώ δεν δέχομαι το πένθος», ετελείωσε την αφιέρωσιν. Δεν ήτον δ' αληθής η αγγελία, αλλ' ο Μάρκος εψεύσθη διά ν' αποτρέψη τον Ωράτιον της αφιερώσεως. Είναι δε θαυμαστός ο ανήρ διά την ευστάθειάν του, είτε ενόησεν εις βραχύτατον καιρόν την απάτην, είτε επίστευσε τον λόγον, αλλά δεν ενικήθη.
ΙΕ. Φαίνεται δ' ότι η αυτή υπήρξε τύχη της καθιερώσεως και του δευτέρου ναού. Διότι τον πρώτον, ως ευρέθη, κατεσκεύασε μεν ο Ταρκύνιος, καθιέρωσε δ' ο Ωράτιος, και κατέστρεψε πυρ επί των εμφυλίων πολέμων. Τον δε δεύτερον ανήγειρε μεν ο Σύλλας, επεγράφη δ' εις την αφιέρωσιν Κάτουλος, αφ' ού ο Σύλλας απέθανεν. Αφ' ού δε και ούτος πάλιν κατεστράφη επί των στάσεων του Ουιτελλίου, τον τρίτον, τυχηρός και κατά τούτο, ως και καθ' όλα τα άλλα, ο Ουεσπεσιανός, ανοικοδομήσας αυτόν εξ αρχής μέχρι τέλους, τον είδε μεν συντελεσθέντα, δεν τον είδε δε μετ' ολίγον και φθειρόμενον, τοσούτον του Σύλλα ευτυχέστερος, καθ' όσον εκείνος μεν απέθανε προ της αφιερώσεως του έργου, ούτος δε προ της καταστροφής αυτού· διότι άμα απέθανεν ο Ουεσπεσιανός, εκάη το Καπιτώλιον. Ο δε τέταρτος ήδη υπάρχων, υπό του Δομετιανού και επερατώθη και αφιερώθη. Λέγεται δ' ότι ο Ταρκύνιος εδαπάνησεν εις τα θεμέλια τεσσαράκοντα χιλιάδας λίτρας αργυρίου (158). Εις τούτου δε του εφ' ημών ουδέ την δαπάνην της χρυσώσεως θα επήρκει ο μέγιστος των εν Ρώμη ιδιωτικών πλούτων, συμποσωθείσαν εις πλέον των δώδεκα χιλιάδων ταλάντων. Οι δε κίονες εκόπησαν εκ Πεντελησίου λίθου (159), καλλίστην έχοντες αναλογίαν του πάχους προς το μήκος· διότι είδομεν αυτούς εν Αθήναις. Εις την Ρώμην όμως λαξευθέντες πάλιν και ξεσθέντες, απώλεσαν εκ της συμμετρίας αυτών μάλλον ή ό,τι απέκτησαν γλαφυρότητα, φανέντες αραιοί και ισχνοί υπέρ ό,τι απαιτεί το αίσθημα του καλού (160). Αλλ' ο θαυμάσας του Καπιτωλίου την πολυτέλειαν, αν ήθελεν ιδή μίαν στοάν εν τη οικία του Δομετιανού, ή βασιλικήν (161), ή λουτρόν, ή γυναικών κατοικίαν, ως λέγει ο Επίχαρμος (162) προς τον άσωτον,
«Δεν είσαι συ φιλάνθρωπος, αλλ' άρρωστος Μανίαν έχεις δόσεως,
ούτως ήθελεν όμοιόν τι πεισθή να ειπή και προς τον Δομετιανόν· «Δεν είσαι συ φιλότιμος ουδ' ευσεβής, αλλ' άρρωστος. Μανίαν έχεις των οικοδομών, ως ο Μίδας εκείνος θέλων να σοι γίνωνται όλα χρυσά και λίθινα. Ταύτα λοιπόν περί τούτων.
ΙΣΤ. Ο δε Ταρκύνιος, μετά την μεγάλην μάχην καθ' ήν απώλεσε και τον υιόν του, μονομαχήσαντα κατά του Βρούτου, κατέφυγεν εις το Κλούσιον (163) ως ικέτης προς τον Κλάραν Πορσήναν (164), άνδρα και δύναμιν μεγίστην έχοντα μεταξύ των Ιταλών βασιλέων, και αγαθόν φαινόμενον και φιλότιμον. Ούτος δε τω υπεσχέθη να τον βοηθήση, και πρώτον μεν έπεμψεν εις την Ρώμην, απαιτών να δεχθώσι τον Ταρκύνιον. Επειδή δε δεν υπήκουσαν οι Ρωμαίοι, κηρύξας κατ' αυτών πόλεμον, και αναγγείλας τον καιρόν και τον τόπον καθ' όν έμελλε να εισβάλη, έφθασε μετά πολλής δυνάμεως. Εξελέγη δ' ο Ποπλικόλας απών ύπατος εκ δευτέρου, και μετ' αυτού ο Τίτος Λουκρήτιος· επανελθών δ' εις την Ρώμην, και θέλων πρώτον να υπερβή κατά το φρόνημα τον Πορσήναν, ήρχισε να κτίζη την πόλιν Σιγλιουρίαν, εν ώ αυτός ήτον ήδη πλησίον· και τειχίσας αυτήν διά μεγάλης δαπάνης, έπεμψεν εις αυτήν επτακοσίους εποίκους ως διά να δείξη ότι ευκόλως και αφόβως υπομένει τον πόλεμον. Αλλά τα τείχη προσεβλήθησαν μεθ' ορμής, και οι φύλακες εξεδιώχθησαν υπό του Πορσήνα, και φεύγοντες παρ' ολίγον να σύρωσι μεθ' εαυτών τους εχθρούς εις την πόλιν. Επρόφθασεν όμως να βοηθήση εμπρός των πυλών, ο Ποπλικόλας, και μάχην συνάψας παρά τον ποταμόν, αντείχε διά του πλήθους εναντίον των εχθρών, οίτινες επετίθεντο, έως ότου καιρίας λαβών πληγάς, εκομίσθη, επί των ώμων φερόμενος, εκτός της μάχης. Έπαθε δε το ίδιον και ο συνάρχων αυτού Λουκρήτιος, και αθυμία κατέλαβε τους Ρωμαίους, τραπέντας εις φυγήν προς την πόλιν. Αλλά και οι εχθροί συνωθούντο διά της ξυλίνης γεφύρας, και η Ρώμη εκινδύνευσε να κυριευθή κατά κράτος. Πρώτος δ' ο Κόκλιος Ωράτιος, και μετ' αυτού δύο εκ των επισημοτάτων ανδρών, ο Ερμήνιος και ο Λουκρήτιος, αντέστησαν κατά την ξυλίνην γέφυραν. Ο δ' Ωράτιος (165) έλαβε το επωνύμιον Κόκλιος, στερηθείς εις τον πόλεμον ενός των οφθαλμών του· ως δέ τινες λέγουσι, διά την σιμότητα της ρινός του, ήτις ήτον εισέχουσα, ώστε δεν υπήρχε το χωρίζον τα όμματα, και τα οφρύδια συνεχέοντο, δι' ό ήθελε το πλήθος να καλή αυτόν Κύκλωπα, αλλ' η γλώσσα των έσφαλλε, και επεκράτησε να τον καλή ο λαός Κόκλιον (166). Ούτος, ιστάμενος εμπρός της γεφύρας, ανεχαίτιζε τους εχθρούς, μέχρις ότου οι μετ' αυτού έκοψαν οπίσω του την γέφυραν. Τότε ριφθείς ούτω μετά των όπλων εις τον ποταμόν, εκολύμβησε, και έφθασεν εις την πέραν όχθην, τραυματισθείς διά τυρρηνικού δόρατος κατά τα οπίσθια. Ο δε Ποπλικόλας, θαυμάσας την ανδρείαν αυτού, παρεκίνησεν όλους τους Ρωμαίους να συνεισφέρωσι και τω δώσωσιν όσην τροφήν έτρωγεν έκαστος εν μια ημέρα (167), και προσέτι γην όσην αυτός ηδύνατο να σκάψη πέριξ διά του αρότρου εντός ημέρας. Προς τούτοις δ' έστησαν χαλκούν ανδριάντα αυτού εις το ιερόν του Ηφαίστου, τιμώντες και παρηγορούντες ούτω την χωλότητα ήν η πληγή τω επέφερε.
ΙΖ. Εν ώ δ' ο Πορσήνας ηπείλει την πόλιν, επήλθε και πείνα εις τους Ρωμαίους, και άλλος ιδιαίτερος στρατός εισέβαλεν εις την χώραν των. Ο δε Ποπλικόλας, εκ τρίτου ύπατος ων, ενόμισεν ότι πρέπει ν' ανθίσταται εις τον Πορσήναν ησυχάζων μόνον, και φυλάττων την πόλιν. Εκινήθη δε κατά των Τυρρηνών, και συγκρουσθείς μετ' αυτών, τους έτρεψεν εις φυγήν, και εθανάτωσε πεντακισχιλίους. Το δε περί Μουκίου λέγεται μεν υπό πολλών και διαφόρως· ας το ειπώμεν δε και ημείς καθώς κοινότερον πιστεύεται. Ούτος ην ανήρ κεκτημένος αρετήν, και άριστος εις τα πολεμικά. Συλλαβών δε την ιδέαν να φονεύση τον Πορσήναν, εισήλθε κρυφίως εις το στρατόπεδον, ένδυμα φορών τυρρηνικόν, και την τυρρηνικήν ομιλών. Ελθών δε μέχρι του βήματος όπου ο Βασιλεύς εκάθητο, και τούτον μεν μη γνωρίζων καλώς, φοβούμενος δε να ερωτήση περί αυτού, έσυρε το ξίφος και εφόνευσεν εκείνον εκ των συγκαθημένων όστις υπέρ πάντας τους άλλους τω εφάνη ότι ήτον ο Βασιλεύς. Συλληφθείς δε διά τούτο, ανεκρίνετο. Ήτον δ' εκεί μικρά εσχάρα (168) έχουσα πυρ, ήν είχον φέρει διά τον Πορσήναν μέλλοντα να τελέση θυσίαν. Υπεράνω αυτής τείνας την δεξιάν, ενώ η σαρξ του εκαίετο, ίστατο βλέπων προς τον Πορσήναν, θαρραλέον και αναλλοίωτον έχων το πρόσωπον, μέχρις ού, θαυμάσας ο Βασιλεύς αυτόν, τον αφήκε, και αποδίδων το ξίφος του, το έτεινεν από του βήματος εις αυτόν· εκείνος δε το εδέχθη, προτείνας την αριστεράν και διά τούτο λέγουσιν, ότι τω εδόθη η επίκλησις Σκαιόλας, όπερ εστίν Αριστερός. Είπε δε τότε, ότι νικήσας τον φόβον του Πορσήνα, ενικήθη υπό της αρετής αυτού, και χαριζόμενος ότι καταμηνύει όσα δεν είπεν αναγκαζόμενος. «Τριακόσιοι, είπε, Ρωμαίοι, την αυτήν μετ' εμού γνώμην έχοντες, πλανώνται εν τω στρατοπέδω σου καιροφυλακτούντες· εγώ δε, διά κλήρου λαχών και προ των άλλων επιχειρήσας, δεν λυπούμαι ότι εκ τύχης δεν εφόνευσα άνδρα αγαθόν, και όστις αρμόζει φίλος μάλλον να είναι παρά εχθρός των Ρωμαίων.» Ταύτα ακούσας ο Πορσήνας επίστευσε, και διέκειτο προς συνδιαλλαγήν ευμενέστερος, όχι τόσον, ως νομίζω, εκ φόβου των τριακοσίων, όσον διότι ηγάπησε και εθαύμασε το φρόνημα και την αρετήν των Ρωμαίων. Τον άνδρα τούτον πάντες σχεδόν ομοφώνως τον καλούσι Μούκιον και Σκαιόλαν· αλλ' Αθηνόδωρος ο Σάνδωνος (169) εν τω λόγω του τω προς την Οκταβίαν, την αδελφήν του Καίσαρος (170), λέγει ότι ωνομάζετο και Οψίγονος (171).
ΙΗ. Και ο Ποπλικόλας δ' αυτός, θεωρών τον Πορσήναν ολιγώτερον βαρύν ως εχθρόν παρ' άξιον να γίνη φίλος της πόλεως και σύμμαχος, δεν απέφευγε να δικασθή ενώπιον αυτού προς τον Ταρκύνιον, αλλ' είχε πεποίθησιν και προσεκάλει πολλάκις εκείνον διά να τον αποδείξη κάκιστον άνθρωπον, δικαίως την αρχήν στερηθέντα. Επειδή δ' ο Ταρκύνιος απεκρίθη τραχέως ότι ουδένα αναγνωρίζει δικαστήν, και πάντων ολιγώτερον τον Πορσήναν, αν σύμμαχος ών μετεβάλλετο, δυσαρεστηθείς ο Πορσήνας, και κηρυχθείς κατά του Ταρκυνίου, προσέτι δε παρακινούμεμενος και παρακαλούμενος υπό του υιού του Αρρόντος υπέρ των Ρωμαίων, έπαυσε τον πόλεμον, επί συμφωνία να τω αποδώσωσιν οι Ρωμαίοι όσον μέρος είχον αφαιρέσει εκ της Τυρρηνικής χώρας, να τω αποπέμψωσι τους αιχμαλώτους, και να λάβωσιν αυτοί οπίσω τους αυτομόλους των. Εις βεβαίωσιν δε της συνθήκης ταύτης έδωκαν ομήρους δέκα νέους ευπατρίδας περιπορφύρους (172), και άλλας τόσας παρθένους, εν αίς ήν και Ουαλερία, η θυγάτηρ του Ποπλικόλα.
ΙΘ. Όταν δε ταύτα επράττοντο, και ο Πορσήνας, πιστεύων εις τα συνομολογηθέντα, παρητήθη των πολεμικών παρασκευών, αι παρθένοι των Ρωμαίων κατήλθον εις λουτρόν, όπου η όχθη του ποταμού ημικυκλικώς προέχουσα, ήσυχον διετήρει και γαληνιαίον το κύμα. Μη ιδούσαι δ' ούτε φυλακήν τινα, ούτε διαβάτας τινάς ή διαπλέοντας, επεθύμησαν να διαβώσι τον ποταμόν κολυμβώσαι, αψηφούσαι το πολύ ρεύμα και τας βαθείας δίνας. Τινές δε λέγουσιν ότι μία εξ αυτών, Κλοιλία ονομαζομένη, διήλθεν έφιππος το πέρασμα, παρακινούσα και ενθαρρύνουσα και τας λοιπάς, αίτινες εκολύμβων. Όταν δε σωθείσαι ήλθον εις τον Ποπλικόλαν, δεν εθαύμασεν αυτός ουδ' ευχαριστήθη, αλλ' ελυπήθη, ότι θα εφαίνετο απιστότερος του Πορσήνα, και το τόλμημα των παρθένων θα έδιδεν αφορμήν ν' αποδοθή εις τους Ρωμαίους κακούργημα. Διά τούτο, συλλαβών αυτάς, τας απέστειλε πάλιν προς τον Πορσήναν. Αλλ' εννοήσαντες τούτο οι περί τον Ταρκύνιον, εκάθισαν ενέδραν κατά των οδηγούντων τας νέας, και εν ώ επέρων, επετέθησαν κατ' αυτών, όντες πολυπληθέστεροι. Εν ώ όμως εκείνοι ανθίσταντο, ορμήσασα η Ουαλερία, η θυγάτηρ του Ποπλικόλα, διά μέσου των μαχομένων, έφευγε, και τρεις οικέται, διαφυγόντες μετ' αυτής, την υπερησπίζοντο. Αι δε λοιπαί έμενον μετά μεγίστου κινδύνου αναμεμιγμέναι μετά των πολεμούντων, μέχρις ού μαθών τούτο Άρρων ο υιός του Πορσήνα, ώρμησεν εις βοήθειαν αυτών, και τρέψας τους εχθρούς εις φυγήν, διέσωσε τους Ρωμαίους. Όταν δ' εκομίσθησαν αι παρθένοι και ο Πορσήνας τας είδεν, εζήτησε την γενομένην αρχηγόν της πράξεως και παρακινήσασαν και τας άλλας. Ακούσας δε το όνομα της Κλοιλίας, απέβλεψε προς αυτήν μετά προσώπου ιλαρού και φαιδρού, και διατάξας να τω φέρωσιν ένα των βασιλικών ίππων, ευπρεπώς κεκοσμημένον, τη τον εχάρισε. Τούτο προτείνουσιν ως μαρτυρίαν όσοι λέγουσιν ότι μόνη η Κλοιλία διέπλευσεν έφιππος τον ποταμόν· άλλοι δε λέγουσιν ουχί τούτο, αλλ' ότι ο Τυρρηνός ετίμησε την ανδρικήν αυτής τόλμην. Ίσταται δ' επί της ιεράς οδού, όταν προχωρώμεν προς το παλάτιον, ανδριάς αυτής έφιππος, όστις, καθ' ά τινες λέγουσιν, είναι ουχί της Κλοιλίας, αλλά της Ουαλερίας. Ο δε Πορσήνας, συνδιαλλαγείς μετά των Ρωμαίων, και άλλην πολλήν μεγαλοφροσύνην επέδειξεν εις την πόλιν, και διατάξας τους Τυρρηνούς να λάβωσι τα όπλα των μόνα, άλλο δ' ουδέν, αφήκε τα χαρακώματά του πλήρη σίτου πολλού και χρημάτων, και παρέδωκεν αυτά εις τους Ρωμαίους. Διά τούτο και μέχρις ημών εισέτι, πωλούντες τα δημόσια, πρώτα κηρύττουσι τα πράγματα του Πορσήνα, δι' αιωνίου μνήμης τιμώντες την χάριν ήν έλαβον παρά του ανδρός. Ίσταται δ' ιδρυμένος χαλκούς αυτού ανδριάς παρά το Βουλευτήριον, απλούς και αρχαϊκός κατά την εργασίαν.
Κ. Μετά δε ταύτα εισέβαλον οι Σαβίνοι εις την χώραν, και ύπατος ανεδείχθη ο Μάρκος Ουαλέριος, αδελφός του Ποπλικόλα, και ο Ποστούμιος Τούβερτος· αλλά τα μέγιστα επράττοντο κατά γνώμην και επί παρουσία του Ποπλικόλα. Ενίκησε δ' ο Μάρκος εις δύο μεγάλας μάχας, εις ών την δευτέραν ουδένα των Ρωμαίων απώλεσεν, εν ώ εκ των εχθρών εφονεύθησαν δεκατρείς χιλιάδες, και πλην των θριάμβων έλαβεν εις αμοιβήν οικίαν, ήτις τω ωκοδομήθη διά δημοσίας δαπάνης εις το Παλάτιον. Εν ώ δ' αι άλλαι θύραι τότε ηνοίγοντο εντός της οικίας, προς την αυλήν, εκείνης μόνης της οικίας επέτρεψαν η αύλειος θύρα ν' ανοίγηται προς τα έξω, όπως διά της τιμητικής ταύτης παραχωρήσεως φαίνηται ως αν πάντοτε εις τον οίκον εκείνου συμπεριελαμβάνετο και το δημόσιον έδαφος. Αι δ' Ελληνικαί θύραι λέγουσιν ότι πρότερον τοιαύται ήσαν πάσαι, συμπεραίνοντες τούτο εκ των κωμωδιών, διότι κτυπώσι τας θύρας αυτών έσωθεν οι θέλοντες να εξέλθωσιν διά ν' ακούωσιν έξωθεν όσοι διέρχονται ή ίστανται εμπρός, και μη τους κτυπήσωσι τα θυρώματα όταν ανοίγωνται εις την οδόν.
ΚΑ. Κατά δε το εξής έτος υπάτευσε πάλιν ο Ποπλικόλας το τέταρτον, και υπήρχε προσδοκία πολέμου, διότι συνεδέοντο εις συμμαχίαν οι Σαβίνοι και οι Λατίνοι (173). Κατέλαβε δε τότε καί τις δεισιδαιμονία την πόλιν, διότι πάσαι αι έγγυοι τότε γυναίκες απέβαλλον βεβλαμμένα παιδία, και ουδεμία γέννησις εγίνετο ευτυχής. Όθεν καθ' οδηγίαν των Σιβυλλείων βιβλίων, ευχάς ιλασμού ο Ποπλικόλας εις τον Άδην τελέσας, και αρχαίους τινάς αγώνας κατά χρησμούς της Πυθίας συνεστημένους επαναλαβών, και την πόλιν καθησυχάσας διά των προς τους Θεούς ελπίδων, έστρεψεν ήδη την προσοχήν του εις τους εκ των ανθρώπων κινδύνους· διότι μεγάλη εφαίνετο των εχθρών η συνάθροισις και η προπαρασκευή. Ήτον δε μεταξύ των Σαβίνων ο Άππιος Κλαύσος, ανήρ ισχύων διά του πλούτου του, και επίσημος διά την σωματικήν του ανδρείαν, και προ πάντων πρωτεύων διά της αρετής του την δόξαν και διά του λόγου του την δεινότητα. Δεν διέφυγε δε ουδ' αυτός ό,τι εις όλους τους μεγάλους συμβαίνει, αλλ' εφθονείτο, και αιτίαν κατηγοριών έδιδεν εις τους φθονούντας, ότι, εναντιούμενος εις τον πόλεμον, ήθελε ν' αυξήση την δύναμιν των Ρωμαίων διά να δουλώση την πατρίδα του και την τυραννήση. Βλέπων δ' ότι τους λόγους τούτους ήκουε το πλήθος μετ' ευχαριστήσεως, και ότι ήσαν ηρεθισμένοι κατ' αυτού οι πολεμοποιοί και οι στρατιωτικοί, εφοβείτο την κρίσιν, και διά τούτο, έχων πέριξ του εταιρείαν και δύναμιν φίλων και οικείων, εστασίαζε, και τούτο επέφερεν αναβολήν και παραμέλησιν του πολέμου εκ μέρους των Σαβίνων. Ταύτα λοιπόν όχι μόνον να γνωρίζη επιμελούμενος ο Ποπλικόλας, αλλά και να τα παρακινή, και να ερεθίζη την στάσιν, είχεν άνδρας φίλους του, οίτινες έλεγον εκ μέρους του προς τον Κλαύσον τοιαύτα· «Ό,τι ο Ποπλικόλας, γνωρίζων σέ άνδρα χρηστόν και δίκαιον, νομίζει ότι δεν πρέπει διά κακού να εκδικηθή τους συμπολίτας σου, ει και αδικούμενος. Αν δε θέλης να σωθής απερχόμενος, και να φύγης τους μισούντας σε, θα σε υποδεχθή και δημοσίως και ιδίως κατ' αξίαν και της σης αρετής και της λαμπρότητος των Ρωμαίων.» Ταύτα εσκέφθη πολλάκις ο Πλαύσος, και τω εφάνησαν το άριστον των μέτρων εις την ανάγκην εκείνην· δι' ό συμπαρεκίνησε και τους φίλους του, και αναστατώσας πεντακισχιλίους οίκους μετά παίδων και γυναικών, όλον το φιλήσυχον μέρος των Σαβίνων, το επιθυμούν βίον πράον και ατάραχον, απήλθεν εις Ρώμην, όπου είδησιν έχων ο Ποπλικόλας, τον εδέχθη προθύμως και φιλοφρόνως καθ' όλα τα δέοντα, ευθύς μεν πολιτογραφήσας τας οικογενείας, και δους εις εκάστην δύο πλέθρων (174) χώραν παρά τον Ανίωνα (175) ποταμόν. Εις δε τον Κλαύσον έδωκε πλέθρα πέντε και είκοσι, και τον ενέγραψεν εις την βουλήν. Ταύτην έλαβεν ούτος αρχήν του πολιτικού αυτού σταδίου, ο εμφρόνως διατρέξας, ανέδραμεν εις το πρώτον αξίωμα, και δύναμιν έλαβε μεγάλην, και κατέλιπεν εις την Ρώμην γένος ουδενός αδοξότερον, των Κλαυδίων το γένος (176).
ΚΒ. Αλλά και αφ' ού ούτως επερατώθησαν τα των Σαβίνων διά του μετοικισμού των ανδρών, πάλιν οι δημαγωγοί δεν άφηνον να ησυχάσωσι και ν' αποκαταστηθώσι τα πράγματα, αλλ' εκραύγαζον ότι δεινόν είναι ό,τι δεν τους έπεισε παρών ων ο Κλαύσος, να το κατορθώση φυγάς ήδη και εχθρός γενόμενος, το να μη τιμωρηθώσιν οι Ρωμαίοι διά την αυθάδειάν των. Κινηθέντες λοιπόν μετά μεγάλου στρατού, εστρατοπέδευσαν εις Φιδήνας, και ενέδραν θέντες δισχιλίων οπλιτών πλησίον της Ρώμης, εις τόπους κλειστούς και κοίλους, έμελλον, άμα εξημέρωνε, να πέμψωσιν ολίγους ιππείς εις λεηλασίαν. Παρήγγειλον δ' εις αυτούς, όταν φθάσωσι πλησίον της πόλεως, να υποχωρήσωσιν, έως ού ρίψωσι τους πολεμίους εις την ενέδραν. Ταύτα μαθών ο Ποπλικόλας αυθημερόν παρ' αυτομόλων, διέταξεν εν τάχει αναλόγως τα πάντα, και διένειμε την δύναμιν. Και ο μεν Ποστούμιος Βάλβος, ο γαμβρός αυτού, αφ' εσπέρας έτι μετά τρισχιλίων οπλιτών εξελθών, και καταλαβών τας κορυφάς των λόφων υφ' ούς ενέδρευον οι Σαβίνοι, έμεινε παραφυλάττων εκεί. Ο δε συνάρχων αυτού Λουκρήτιος, διοικών το ελαφροτάτον και γενναιότατον τάγμα της πόλεως, ετάχθη να επιπέση κατά των λεηλατούντων ιππέων. Αναλαβών δ' ο ίδιος το επίλοιπον στράτευμα, περιήλθε κύκλω τους πολεμίους. Συνέπεσε δε κατά τύχην βαθεία ομίχλη, και περί τον όρθρον συγχρόνως ο μεν Ποστούμιος μετά βοής επέπεσεν από των άκρων επί τους ενεδρεύοντας, και ο Λουκρήτιος αφήκε τους περί αυτόν κατά της εμπροσθοφυλακής των ιππέων, και ο Ποπλικόλας προσέβαλε το στρατόπεδον των εχθρών. Πανταχόθεν λοιπόν υπέφερε και κατεστρέφετο των Σαβίνων το στράτευμα. Εφόνευον δ' αυτούς οι Ρωμαίοι, ουδέ καν ανθισταμένους, αλλά φεύγοντας, διότι και η ελπίς αυτή εγίνετο όλεθρος εις αυτούς, όταν νομίζοντες οι μεν ότι οι άλλοι εσώθησαν, δεν εφρόντιζον να πολεμήσωσι και να μείνωσιν, αλλ' οι μεν εκ των χαρακωμάτων προς τους ενεδρεύοντας, ούτοι δε πάλιν προς εκείνους εις το στρατόπεδον τρέχοντες, συνεκρούοντο οι φεύγοντες προς τους φεύγοντας, και οι ζητούντες βοήθειαν προς τους ελπίζοντας βοήθειαν παρ' αυτών. Εις το να μη απολεσθώσι δε πάντες οι Σαβίνοι, αλλά και να σωθώσι τινές, συνετέλεσεν η των Φιδηνατών πόλις ούσα πλησίον, διότι εις αυτήν μάλιστα κατέφυγον οι εκ των στρατοπέδων, ότε ταύτα εκυριεύοντο. Όσοι δε δεν κατώρθωσαν να εισέλθωσιν εις Φιδήνας, ούτοι ή εθανατώθησαν, ή ζώντες ηχμαλωτίσθησαν υπό των Ρωμαίων.
ΚΓ. Τούτο το κατόρθωμα οι Ρωμαίοι, ει και συνηθίζοντες ν' αποδίδωσι πάσας τας μεγάλας νίκας εις τον Θεόν, το εθεώρησαν όμως ότι ήτον ενός έργον, του στρατηγού· και οι πολεμήσαντες άλλο δεν έλεγον, παρ' ότι ο Ποπλικόλας τοις παρέδωκε χωλούς και τυφλούς να κρεουργήσωσι τους εχθρούς, και σχεδόν εις φυλακήν δεδεμένους. Ενεδυναμώθη δε και διά χρημάτων ο δήμος εκ των λαφύρων και των αιχμαλώτων. Ο δε Ποπλικόλας, τον θρίαμβον οδηγήσας, και παραδούς την πόλιν εις τους υπάτους οίτινες μετ' αυτών εξελέγησαν, ευθύς ετελεύτησε, τον βίον του δαπανήσας, καθ' όσον είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον, εις ό,τι θεωρείται αγαθόν και καλόν. Ο δε δήμος, ως αν δεν τω είχεν αποδώσει εν όσω έζη ουδέν εκείνων ών ήτον άξιος, αλλ' αν ώφειλεν έτι πάσαν ευγνωμοσύνης ένδειξιν, εψήφισε να ταφή δημοσίως το σώμα του, και έκαστος συνεισέφερε προς τιμήν αυτού έν τεταρτημόριον (177). Αι δε γυναίκες, μεταξύ των ιδιαιτέρως συνεννοηθείσαι, επένθησαν έτος ολόκληρον δι' αυτόν πένθος έντιμον και φθονητόν. Ετάφη δε κατά ψήφισμα των πολιτών εντός της πόλεως, κατά την καλουμένην Ουελίαν (178), ώστε και εις όλον το γένος του παρέμεινε το δικαίωμα της αυτόθι ταφής. Τώρα όμως ουδείς των απογόνων του θάπτεται εις το μέρος εκείνο, αλλά φέροντες καταθέτουσιν εκεί τον νεκρόν, και δάδα τις καίουσαν λαβών, την θέτει μόλις υπό το σώμα, και έπειτα την αποσύρει, ως μαρτυρών διά του έργου τούτου ότι επιτρέπεται η τιμή αύτη, αλλ' ότι παραιτείται αυτής· και τότε αποκομίζουσι τον νεκρόν.
ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ ΣΟΛΩΝΟΣ ΚΑΙ ΠΟΠΛΙΚΟΛΑ
Α. Κατά την σύγκρισιν ταύτην υπάρχει ιδιαίτερον τι, και μη απαντώμενον εις άλλην τινά εξ όσων εγράψαμεν, ότι ο είς υπήρξε μιμητής, ο δ' έτερος μάρτυς του άλλου. Διότι παρατήρησον πόσον η κρίσις ήν ο Σόλων επέφερε προς τον Κροίσον περί ευδαιμονίας αρμόζει εις τον Ποπλικόλαν μάλλον, παρά εις τον Τέλλον. Τω όντι τον Τέλλον, περί ού αυτός είπεν ότι υπήρξε μακαριώτατος διά την ευδαιμονίαν, την αρετήν και την ευτεκνίαν του, ούτε αυτός ανέφερεν ως άνδρα αγαθόν εις τα ποιήματά του, ούτε οι παίδες του, ούτε δημόσιος τις αρχή τον εδόξασαν. Ο Ποπλικόλας δε, και ζων επρώτευσε την δύναμιν και την δόξαν μεταξύ των Ρωμαίων, ένεκα της αρετής αυτού, και αφ' ού απέθανε, μέχρις ημών έτι, μεταξύ των επιφανεστάτων γενών και στεμμάτων (179) οι Ποπλικόλαι και Μεσάλαι και Ουαλέριοι (180) δι' εξακοσίων ετών αναφέρουσι την δόξαν της ευγενείας των. Και ο μεν Τέλλος εφονεύθη υπό των εχθρών, ως ανήρ αγαθός, εν τη τάξει του μένων. Ο δε Ποπλικόλας, φονεύσας τους πολεμίους, και τούτο είναι ευτυχέστερον του να πέση πολεμών, και ιδών την πατρίδα του νικώσαν, διότι αυτός ήρχε και εστρατήγει, τιμηθείς δε και θριαμβεύσας, έτυχε του υπό του Σόλωνος ζηλουμένου και μακαριζομένου θανάτου. Προσέτι δε και ό,τι αυτός ο Σόλων ανεφώνησεν, αποκρινόμενος εις τα του Μιμνέρμου περί χρόνου ζωής (181),
Άκλαυστος μη μοι επέλθοι ο θάνατος, είθε δ' εις φίλους εγκαταλείψω θανών πόνους και στόνους, πολλούς»,
αποδεικνύει τον Ποπλικόλαν ευδαίμονα· διότι αποθανών, ουχί εις τους φίλους ουδ' εις τους οικείους του μόνον, αλλ' εις πάσαν την πόλιν, εις μυριάδας πολλάς αφήκε δάκρυα και πόθον και κατήφειαν διά τον θάνατόν του· και όλαι αι γυναίκες των Ρωμαίων τον επένθησαν, ως αν είχον απολέσει υιόν ή αδελφόν ή πατέρα κοινόν.
«Χρήματα θέλω να έχω,
λέγει ο Σόλων,
«αλλά ν' αποκτήσω αδίκως τούτο δεν θέλω,»