Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος

Part 4

Chapter 420 wordsPublic domain

Α. Τοιούτος ήτον ο Σόλων, και προς αυτόν παραβάλλομεν τον Ποπλικόλαν, εις όν μεταγενεστέρως εδόθη το όνομα τούτο προς τιμήν υπό του δήμου των Ρωμαίων, προτού δ' ωνομάζετο Πόπλιος Ουαλέριος, απόγονος, ως φαίνεται Ουαλερίου, ενός των παλαιών ανδρών, όστις μεγάλως συνετέλεσεν εις το να συγχωνευθώσιν εις ένα λαόν οι Ρωμαίοι και οι Σαβίνοι, πριν πολέμιοι όντες· διότι εκείνος είναι όστις προ πάντων κατέπεισε τους βασιλείς να συναντηθώσι, και τους εφιλίωσεν. Εις τούτου το γένος ανήκων ο Ουαλέριος, ως λέγουσιν, εν ώ η Ρώμη ήτον έτι υπό βασιλείς, διέπρεπε διά την δύναμιν του λόγου του και διά τον πλούτον του. Τούτων δε τον μεν μετεχειρίζετο πάντοτε ορθώς και ευτόλμως υπέρ του δικαίου, τον δε μετέδιδεν ελευθερίως και φιλανθρώπως εις τους ενδεείς· δι' ό προφανές ήτον ότι, αν εγίνετο δημοκρατία, ήθελε πρωτεύσει. Ότε δε, ο δήμος μισών και βαρυνόμενος Ταρκύνιον τον Σούπερβον, λαβόντα την βασιλείαν ουχί δικαίως, αλλ' ανοσίως και παρανόμως (134), και διαχειριζόμενον αυτήν ουχί βασιλικώς, αλλ' υβριστικώς και τυραννικώς, έλαβεν ως επαναστάσεως αφορμήν το πάθημα της Λουκρητίας, ήτις, βιασθείσα, απέσφαξεν αυτή εαυτήν, τότε Λεύκιος ο Βρούτος (135), αρχηγός γενόμενος της αποστασίας, ήλθε κατά πρώτον προς τον Ουαλέριον, και ευρών αυτόν προθυμότατον, απεδίωξεν ομού μετ' εκείνου τους βασιλείς. Και εν όσω μεν ο δήμος εφαίνετο σκοπόν έχων ένα να χειροτονήση στρατηγόν αντί του βασιλέως, ο Ουαλέριος έμενεν ήσυχος, διότι εις τον Βρούτον μάλλον ανήκεν η αρχή, ως πρωταίτιον γενόμενον της δημοκρατίας. Επειδή όμως εμισείτο της μοναρχίας το όνομα, και ο δήμος εφαίνετο ότι ευκολώτερον θα υπέφερε την εξουσίαν, αν εμερίζετο, και δύο επρόβαλλε και εζήτει υπάτους, ο Ουαλέριος ήλπισε να συνυπατεύση μετά του Βρούτου, αλλά δεν επέτυχε· διότι, αντί του Ουαλερίου, εξελέγη συνάρχων του Βρούτου, εκουσίως αυτού, Ταρκύνιος Κολλατίνος, ο της Λουκρητίας ανήρ, ουχί ως υπερέχων εκείνου κατά την αρετήν, αλλά διότι οι δυνατοί, φοβούμενοι τους βασιλείς, οίτινες έξωθεν διά πολλών επροσπάθουν να πραΰνωσι την πόλιν, ήθελον να διορίσωσι στρατηγόν τον ασπονδότερον εκείνων εχθρόν, όστις ήτον βεβαιότερον ότι δεν ενέδιδεν.

Β. Αγανακτών δ' ο Ουαλέριος ότι δεν τον επίστευον ικανόν να πράξη τα πάντα υπέρ της πατρίδος διότι ουδέν κακόν έπαθεν αυτός υπό των τυράννων, παρητήθη της βουλής, και αφήκε τας συνηγορίας, και έπαυσε ν' αναμίγνυται εις τα δημόσια. Ώστε και λόγων και φόβων έδωκεν εις πολλούς αφορμήν, μη, οργιζόμενος, συνταχθή μετά των βασιλέων και ανατρέψη τα πράγματα, και την πόλιν ήτις διετέλει εις κινδυνώδη θέσιν. Όταν δ' ο Βρούτος, υποψίας έχων κατ' άλλων τινών, ηθέλησε διά θυσιών να ορκίση την βουλήν, και προσδιώρισε την ημέραν, κατέβη φαιδρότατος εις την αγοράν ο Ουαλέριος, και πρώτος ομώσας ότι ουδόλως θέλει ενδώσει ουδ' υποχωρήσει εις τον Ταρκύνιον, αλλ' ότι θέλει πολεμήσει μέχρις εσχάτων υπέρ της ελευθερίας, επροξένησεν ηδονήν εις την βουλήν και θάρρος εις τους άρχοντας· και ευθύς τα έργα επεκύρουν τον όρκον του· διότι πρέσβεις ήλθον από του Ταρκυνίου, φέροντες γράμματα, δι' ών ήθελε να ελκύση τον δήμον, και λόγους προσηνείς, δι' ών αυτοί ήλπιζον προ πάντων να διαφθείρωσι τον λαόν, παριστώντες ότι είπεν αυτούς ο βασιλεύς, ως ταπεινώσας δήθεν το φρόνημά του, και ως έχων αξιώσεις μετριωτέρας. Τούτους ενόμισαν οι ύπατοι ότι ώφειλον να τους παρουσιάσωσι εις το πλήθος· ο Ουαλέριος όμως δεν τους αφήκεν αλλ' αντέστη, και δεν επέτρεψε να δοθή εις ανθρώπους πένητας, και βαρυνομένους τον πόλεμον μάλλον παρά την τυραννίαν, αρχή και πρόφασις νεωτερισμών.

Γ. Μετά δε ταύτα ήλθον άλλοι πρέσβεις, λέγοντες ότι ο Ταρκύνιος και της βασιλείας παρητείτο και τον πόλεμον έπαυεν, απήτει δε μόνον τα χρήματα και τας περιουσίας αυτού και των φίλων και οικείων του, εξ ών να ζήσωσιν εις την εξορίαν των. Και πολλοί μεν εκάμπτοντο, και ο Κολλατίνος συνηγόρησε μάλιστα. Αλλ' ο Βρούτος (136), άκαμπτος ων ανήρ και τραχύς εις την οργήν του, ώρμησεν έξω εις την αγοράν, τον συνάρχοντα αυτού προδότην αποκαλών, ως θέλοντα να χαρίση πολέμου αφορμάς και τυραννίδος εις ανθρώπους εις ούς δεινόν όντως ήτον και εφόδια φυγής να ψηφίσωσιν. Αφ' ού δ' οι πολίται συνήλθον, πρώτος ο Γάιος Μινούκιος, ανήρ ιδιώτης, ωμίλησεν εις τον δήμον, προτρέπων τον Βρούτον και τους Ρωμαίους παραινών να φροντίσωσιν όπως τα χρήματα μετ' αυτών πολεμώσι τους τυράννους, ουχί μετά των τυράννων αυτούς. Ουχ ήττον όμως απεφάσισαν οι Ρωμαίοι, αφ' ού είχον την ελευθερίαν, υπέρ ής επολέμουν, να μη στερηθώσι της ειρήνης διά τα χρήματα, αλλά να εξώσωσι και αυτά μετά των τυράννων. Εφρόντιζε δ' ο Ταρκύνιος ολίγον περί των χρημάτων, και απήτει αυτά μάλλον όπως δοκιμάση τον δήμον, και παρασκευάση προδοσίαν. Και ταύτα ενήργουν οι πρέσβεις, μένοντες επί προφάσει των χρημάτων, και λέγοντες άλλα μεν ότι πωλούσιν άλλα δ' ότι φυλάττουσι, και άλλα ότι πέμπουσι προς εκείνον, μέχρις ότου διέφθειραν δυο οίκους εκ των αρίστων νομιζομένων, τον των Ακυλίων, όστις είχε τρεις βουλευτάς, και τον των Ουιτελλίων, όστις είχε δύο. Ήσαν δ' όλοι ούτοι εκ μητέρων ανεψιοί του υπάτου Κολλατίνου, μεταξύ δ' ιδίως των Ουιτελλίων και του Βρούτου υπήρχεν άλλη οικειότης, ότι την αδελφήν αυτών είχεν ο Βρούτος, και πολλούς είχεν υιούς εξ αυτής, ών δύο, τους ενήλικας, συγγενείς όντας αυτών και σχετικούς, εκέρδισαν οι Ουιτέλλιοι, και τους έπεισαν να γίνωσι μέτοχοι της προδοσίας, και συνδεθέντες μετά του μεγάλου γένους των Ταρκυνίων, και βασιλικών κοινωνήσαντες ελπίδων, να εγκαταλείψωσι του πατρός των την ηλιθιότητα και την δυστροπίαν· δυστροπίαν μεν λέγοντες την αδυσώπητον αυτού αποστροφήν προς τους πονηρούς, ηλιθιότητα δε την χρησιμεύσασαν επί πολύν καιρόν ως προσποιήσιν και προκάλυμμα όπως προφυλαχθή κατά των τυράννων, και ής ουδ' ύστερον απέφυγε την επωνυμίαν.

Δ. Αφ' ού δ' επείσθησαν οι νεανίσκοι, και συνενοήθησαν μετά των Ακυλίων, απεφασίσθη υφ' όλων να ομόσωσιν όρκον μέγαν και φοβερόν, ως σπονδήν επιχέοντες αίμα ανθρώπου σφαγέντος, και τα σπλάγχνα αυτού εγγίζοντες. Προς ταύτα λοιπόν συνήλθον εις την οικίαν των Ακυλίων, και ο οίκος εις όν έμελλον να πράξωσι ταύτα ήτον ως επόμενον έρημος σχεδόν και σκοτεινός· αλλά δεν παρετήρησαν ότι εντός αυτού είχε κρυβή υπηρέτης τις, Ουινδίκιος καλούμενος, ουχί προς επιβουλήν ή διότι προενόησέ τι εκ των μελετωμένων, αλλά διότι έτυχε να είναι εντός, και φοβηθείς να φανή εις αυτούς, όταν τους είδε να έρχωνται μετά σπουδής, εστάθη οπίσω κιβωτίου εκεί ευρεθέντος, ώστε και τα πραττόμενα έβλεπε, και ήκουσεν όσα εβουλεύοντο. Απεφάσισαν δ' αυτοί να φονεύσωσι τους Υπάτους, και γράψαντες περί τούτου επιστολάς εις τον Ταρκύνιον, επέδωκαν αυτάς εις τους πρέσβεις, οίτινες εκεί κατώκουν φιλοξενούμενοι υπό των Ακυλίων και τότε παρευρέθησαν εις την συνωμοσίαν. Αφ' ού δε, ταύτα πράξαντες, ανεχώρησαν, εξήλθε κρυφίως ο Ουινδίκιος, και δεν ήξευρε πώς να ενεργήση ως προς τα εκ τύχης εις αυτόν ανακαλυφθέντα, δεινόν μεν νομίζων, καθώς και ήτον, να κατηγορήση προς πατέρα, τον Βρούτον, ανόσια των υιών του βουλεύματα, ή τα των ανεψιών προς τον θείον αυτών Κολλατίνον, ουδένα δ' ιδιώτην Ρωμαίον άξιον εμπιστοσύνης νομίζων, διά τοιαύτα απόρρητα. Αλλά παν άλλο δυνάμενος μάλλον παρά να ησυχάση, και υπό της συνειδήσεως του πράγματος ελαυνόμενος, απηυθύνθη προς τον Ουαλέριον, ενθαρρυνθείς προπάντων υπό των φιλολάων και φιλανθρώπων τρόπων αυτού, διότι ήτον εις όλους ευπρόσιτος όσοι είχον ανάγκην αυτού, και την οικίαν του είχε πάντοτε ανοικτήν, και ποτέ δεν απέρριπτε των ταπεινοτέρων πολιτών ούτε λόγον ούτε υπόθεσιν.

Ε. Όταν λοιπόν ανέβη προς αυτόν ο Ουινδίκιος, και τω είπε τα πάντα, επί παρουσία μόνου του αδελφού του Μάρκου και της γυναικός του, εκπλαγείς και φοβηθείς ο Ουαλέριος, δεν αφήκε τον άνθρωπον ν' αναχωρήση, αλλά κλείσας αυτόν εις την οικίαν του, και επιστήσας την γυναίκα του φύλακα εις την θύραν, διώρισε τον αδελφόν του να περικυκλώση την βασιλικήν έπαυλιν, και να λάβη, αν ήτον δυνατόν, τα γράμματα, και να παραφυλάττη τους υπηρέτας. Αυτός δε, μετά πολλών πελατών και φίλων, οίτινες ήσαν πάντοτε περί αυτόν, και μετά πολλών θεραπόντων, εβάδισε προς την οικίαν των Ακυλλίων, οίτινες δεν ήσαν εντός, και καθ' ήν στιγμήν ουδείς το επρόσμενεν, εισχωρήσας διά των θυρών, εύρε τα γράμματα κείμενα, όπου κατώκουν οι πρέσβεις. Ενώ δε ταύτα έπραττεν, έδραμον μεθ' ορμής οι Ακύλλιοι, και απαντήσαντες αυτόν περί τας θύρας, εζήτουν να τω αφαιρέσωσι τας επιστολάς· εκείνοι δ' ανθίσταντο, και περιτιλύσσοντες τα ιμάτια περί τους τραχήλους των, μόλις και μετά βίας, ωθούντες και ωθούμενοι διά των στενών οδών, έφθασαν εις την αγοράν. Τα αυτά εγίνοντο, συγχρόνως και εις την βασιλικήν έπαυλιν, όπου ο Μάρκος συνέλαβεν άλλα γράμματα, και τα έφερεν εντός σκευών, σύρων συγχρόνως εις την αγοράν και όσους εδύνατο εκ των βασιλικών οικετών.

ΣΤ. Αφ' ού δ' οι Ύπατοι έπαυσαν τον θόρυβον και κατά παραγγελίαν του Ουαλερίου εκομίσθη ο Ουινδίκιος εκ της οικίας του, και μετά την κατηγορίαν ανεγνώσθησαν τα γράμματα, τότε οι άνδρες ουδέν ετόλμησαν ν' αρνηθώσι· και οι μεν άλλοι ίσταντο κατηφείς και σιωπηλοί· ολίγοι δε, χάριν θέλοντες να κάμωσιν εις τον Βρούτον, ωμίλουν περί εξορίας. Και ο Κολλατίνος δε τοις έδιδεν ελπίδας τινάς, διότι εδάκρυε, και ο Ουαλέριος, σιωπών. Ο δε Βρούτος, προσφωνήσας ονομαστί εκάτερον των υιών του, «Έλα, ω Τίτε, είπεν, έλα, ω Ουαλέριε· διατί δεν απολογείσθε προς την κατηγορίαν;» Αφ' ού δε τρις ερωτηθέντες δεν απεκρίθησαν, στρέψας προς τους υπηρέτας το πρόσωπον, «Εδικόν σας είναι, είπε, το επίλοιπον έργον». Τότε δ' αυτοί, συλλαβόντες αμέσως τους νεανίσκους, έσχισαν τα ιμάτιά των, έδεσαν οπίσω τας χείρας των, και απηνώς τους ερράβδιζον. Και οι μεν άλλοι δεν ηδύναντο να βλέπωσι το θέαμα τούτο, ουδ' υπέμενον αυτό· εκείνος δε λέγεται ότι ούτε τα βλέμματα απέστρεψεν αλλαχού, ούτε εξ οίκτου εμετρίασε την έκφρασιν της οργής, και αυστηρότητος του προσώπου του, αλλ' αγρίως έβλεπε τους υιούς του τιμωρουμένους, έως ού απλώσαντες αυτούς εις το έδαφος, τοις έκοψαν τας κεφαλάς διά του πελέκεως. Τότε, αφήσας τους άλλους εις τον συνάρχοντα, αυτός αναστάς, ανεχώρησεν, έργον πράξας μη επιδεχόμενον ούτε αξίως να επαινεθή, ούτε να κατηγορηθή· διότι, ή το υψος της αρετής κατήντησε την ψυχήν του εις απάθειαν, ή του πάθους το μέγεθος εις αναλγησίαν· ουδέ το έν δε ουδέ το άλλο είναι ή μικρόν ή ανθρώπινον, αλλ' ή θείον ή θηριώδες. Δικαιότερον δ' είναι η κρίσις ν' ακολουθήση μάλλον του ανδρός την δόξαν, παρά να μη πιστευθή η αρετή αυτού, εξ αιτίας της ασθενείας του κρίνοντος. Διότι οι Ρωμαίοι ολιγώτερον πιστεύουσιν ότι έργον του Ρωμύλου υπήρξεν η ίδρυσις της πόλεως, παρ' ό,τι η κτίσις και αποκατάστασις της πολιτείας υπήρξεν έργον του Βρούτου.

Ζ. Αφ' ού δ' απήλθεν εκ της αγοράς τότε, επί πολύν καιρόν φρίκη και σιωπή κατείχε πάντας διά τα γενόμενα. Βλέποντες δ' οι Ακύλιοι την μαλακότητα και την βραδύτητα του Κολλατίνου, έλαβον θάρρος, και απήτουν να λάβωσιν εις απολογίαν καιρόν, και να τοις δοθή ο Ουινδίκιος, διότι ήτον δούλος των, και να μη μείνη υπό τους κατηγόρους των. Και ο μεν Κολλατίνος ήθελε να συγκατανεύση εις ταύτα, και να διαλύση την εκκλησίαν· αλλ' ο Ουαλέριος, ούτε τον άνθρωπον ήθελε ν' αφήση ν' αναμιγή εις τον πέριξ όχλον, ούτε εις τον δήμον επέτρεπε ν' αφήση τους προδότας να φύγωσι. Τέλος δε, συλλαβών αυτούς διά των χειρών του, επεκαλείτο τον Βρούτον, και προς τον Κολλατίνον εβόα ότι κάκιστα πράττει, αν, αφ' ού εις τον συνάρχοντά του επέβαλεν ανάγκην παιδοκτονίας, νομίζη τώρα ότι πρέπει να χαρίση εις τας γυναίκας των τους προδότας και τους εχθρούς της πατρίδος. Επειδή δ' ο ύπατος ηγανάκτει, και διέταττε να συλλάβωσι τον Ουινδίκιον, οι μεν υπηρέται, απωθούντες τον όχλον, συνελάμβανον τον άνθρωπον, και εκτύπων τους θέλοντας να τον αφαιρέσωσιν απ' αυτών, οι δε φίλοι του Ουαλερίου εστάθησαν εμπρός να τον υπερασπίσωσι, και ο δήμος εβόα να έλθη ο Βρούτος. Ήλθε λοιπόν αυτός επιστρέψας, και αφ' ού όλοι εσιώπησαν διά να τον ακούσωσιν, είπεν ότι των μεν υιών του αυτός ήτον κατάλληλος δικαστής, περί δε των άλλων αφήνει να ψηφίσωσιν οι πολίται, οίτινες εισίν ελεύθεροι. Ας ομιλήση επομένως όστις θέλει, και ας πείση τον δήμον. Λόγοι όμως δεν εχρειάσθησαν πλέον, αλλ' έγινε ψηφοφορία, και παμψηφεί καταδικασθέντες, επελεκίσθησαν. Ο δε Κολλατίνος ήτον μεν, ως φαίνεται, και ύποπτος οπωσούν, εξ αιτίας της προς τους βασιλείς συγγενείας του, ωργίζοντο δε κατ' αυτού οι Ρωμαίοι και διά το δεύτερον όνομά του, μισούντες τον Ταρκύνιον. Όταν δε συνέβησαν ταύτα, δυσαρεστήσας αυτούς εντελώς, αφήκεν εκουσίως την αρχήν, και ανεχώρησεν εκ της πόλεως. Τότε έγινον πάλιν αρχαιρεσίαι, και ανεδείχθη ομοθύμως ύπατος ο Ουαλέριος, λαβών την αξίαν ταύτην ως της προθυμίας του αμοιβήν. Νομίσας δ' ότι μέρος αυτής έπρεπε ν' απολαύση και ο Ουινδίκιος, εψήφισε να γίνη αυτός πρώτος απελεύθερος (137) πολίτης εις την Ρώμην, και να έχη δικαίωμα ψήφου, καταγραφείς εις οποιανδήποτε φρατρίαν ήθελε (138). Εις δε τους άλλους, απελευθέρους εξώρας και μετά πολύν χρόνον έδωκεν εξουσίαν ψήφου ο Άππιος, χαριζόμενος εις τον δήμον. Η δ' εντελής απελευθέρωσις μέχρι τούδε ονομάζεται Ουινδίκτα (139) δι' εκείνον, ως λέγεται, τον Ουινδίκιον.

Η. Μετά δε τούτο, τα μεν χρήματα των βασιλέων αφήκαν τους Ρωμαίους να τα διαρπάσωσι, κατέσκαψαν δε την οικίαν αυτών και την έπαυλιν· το δε τερπνότατον μέρος του Αρείου πεδίου, κτήμα όν του Ταρκυνίου και τούτο, το αφιέρωσαν εις τον Θεόν (140). Έτυχε δε να είναι τότε θερισμένον, και τα δέματα εκείντο κατά γης. Αλλ' ένεκα της αφιερώσεως ενόμισαν ότι δεν πρέπει να τ' αλωνίσωσιν ουδέ να τα μεταχειρισθώσι, και συνελθόντες όλοι, έφερον τα δράγματα εις τον ποταμόν. Ομοίως δε κόπτοντες και τα δένδρα τα έρριπτον εις αυτόν, αφήνοντες τον τόπον εις τον θεόν γυμνόν όλως και άκαρπον. Επειδή δε πολλά και αθρόα ωθούντο επάλληλα, ο ποταμός δεν τα έσυρε μακράν, αλλ' όπου τα πρώτα εστάλησαν συναχθέντα και πεσόντα εις αβαθή μέρη, και όσα ήρχοντο κατόπιν δεν είχον πόθεν να διαβώσιν, αλλ' ανεχαιτίζοντο και περιεπλέκοντο, εκεί η σύμπηξις ενεδυναμούτο, και ελάμβανε ρίζωσιν, ήν ηύξανεν έτι το ρεύμα· διότι επέφερε πηλόν πολύν, και ούτος προστιθέμενος πέριξ έδιδε τροφήν συγχρόνως και κόλλησιν, και οι κτύποι των υδάτων δεν τον εσάλευον, αλλά τον επίεζον μαλακώς, και συνήγον και συνέπλαττον τα πάντα εις έν. Όσον δε μεγαλητέρα και στερεωτέρα εγίνετο η συσσώρευσις, τόσον μάλλον ηύξανε το μέγεθος αυτής, και εσχηματίσθη χώρα δεχομένη τα πλείστα των καταφερομένων υπό του ποταμού. Αύτη σήμερον, είναι ιερά εις την πόλιν νήσος, και έχει ναούς θεών και περιπάτους, και ονομάζεται κατά των Λατίνων την γλώσσαν «Μέση δύο γεφυρών (141).» Τινές δε διηγούνται ότι τούτο συνέβη ουχί ότε καθιερώθη το πεδίον του Ταρκυνίου, αλλά πολύν καιρόν μετέπειτα, ότε η Ταρκυνία ανέθηκεν άλλο γειτνιάζον χωρίον. Ήτον δ' η Ταρκυνία παρθένος ιέρεια, μία των Εστιάδων, και έλαβε τιμάς διά τούτο μεγάλας, μεταξύ δ' άλλων και το να δέχωνται την μαρτυρίαν αυτής, μόνης μεταξύ όλων των γυναικών. Εψηφίσθη δε να τη επιτραπή και να νυμφευθή· αλλ' εκείνη δεν το εδέχθη. Και ταύτα μεν μυθολογούσιν ότι ούτως εγένοντο.

Θ. Τον δε Ταρκύνιον, απελπισθέντα ν' αναλάβη την αρχήν διά προδοσίας, εδέχθησαν οι Τυρρηνοί προθύμως, και τον συνώδευσαν μετά μεγάλης δυνάμεως εναντίον της Ρώμης (142). Έφερον δε κατ' αυτών τους Ρωμαίους οι ύπατοι, και παρέταξαν αυτούς εις χωρία ιερά, ών το μεν καλούσιν Άρσιον άλσος, το δε Αισούειον λειμώνα (143). Άμα δ' ήρχισαν να έρχωνται εις χείρας, Άρρων, ο υιός του Ταρκυνίου, και Βρούτος, ο ύπατος των Ρωμαίων, συναντηθέντες, ουχί κατά τύχην, αλλ' εξ έχθρας και οργής ο μεν κατά του τυράννου και του εχθρού της πατρίδος, ο δε ως εκδικούμενος διά την εξορίαν του, ώρμησαν έφιπποι κατ' αλλήλων. Συγκρουσθέντες δε μετά θυμού μάλλον ή μετά φρονήσεως, δεν εφρόντισαν να προφυλάξωσιν εαυτούς, και εφονεύθησαν ο είς υπό του άλλου. Μετά προοίμια τοσούτον δεινά του αγώνος, απέβη και ο αγών αυτός ουχί ημερώτερος, και οι στρατοί πολλά βλάψαντες αλλήλους και πολλά παθόντες, εχωρίσθησαν τέλος εκ καταιγίδος. Διετέλει δ' εν απορία ο Ουαλέριος, αγνοών της μάχης την έκβασιν, και βλέπων τους στρατιώτας λυπουμένους διά τους αποθανόντας συντρόφους των, επαιρομένους δε διά τους νεκρούς των εχθρών. Τόσον ο φόνος διά το πλήθος των πιπτόντων εφαίνετο ίσος εκατέρωθεν, και δύσκολον να διακριθή τίνων ήτον ο περισσότερος. Αλλ' έκαστον μέρος, βλέπον εκ του πλησίον τας ιδίας ζημίας, ήτον βεβαιότερον περί της ήττης του παρά περί της νίκης, ήν εδύνατο να εικάση εκ της ζημίας των πολεμίων. Όταν δ' επήλθεν η νυξ, οποία έπεται να είναι νυξ δι' ανθρώπους ούτω πολεμήσαντας, και αφ' ού ησύχασαν τα στρατόπεδα, λέγουσιν ότι εσείσθη το άλσος, και εξ αυτού ότι εξήλθε φωνή μεγάλη λέγουσα, ότι Τυρρηνοί απέθανον κατά ένα πλείονες των Ρωμαίων. Ήτον δε βεβαίως θεία η φωνή εκείνη, και ευθύς μετ' αυτήν οι μεν έτρεξαν αλαλάζοντες μεγάλως και θαρραλέως, οι δε Τυρρηνοί περίφοβοι και συνταραχθέντες, ετράπησαν εις φυγήν εκ του στρατοπέδου, και διεσπάρησαν οι πλείστοι. Τους δ' εναπομείναντας, κατά τι ολιγωτέρους των πεντακισχιλίων, επελθόντες συνέλαβον οι Ρωμαίοι, και διήρπασαν τα λοιπά. Οι δε νεκροί μετρηθέντες, ευρέθησαν ένδεκα μεν χιλιάδες τριακόσιοι οι των εχθρών, οι δε των Ρωμαίων τοσούτοι και αυτοί παρά ένα. Η μάχη αύτη λέγουσιν ότι έγινε την προτεραίαν των Καλανδών Μαρτίων (144). Επανηγύρισε δ' επ' αυτής θρίαμβον ο Ουαλέριος, πρώτος εκ των υπάτων εισελθών εις την Ρώμην επί τεθρίππου. Και το πράγμα εφάνη θέαμα ευγενές και μεγαλοπρεπές, ουδ' εκίνησε φθόνον ουδέ δυσαρέσκειαν, ώς τινες λέγουσι, των ιδόντων· διότι τότε δεν θα επεθυμείτο τοσούτον, ουδέ θα προυκάλει φιλοτιμίαν έτη πάμπολλα διαμένουσαν. Είδον δ' ευχαρίστως τον Ουαλέριον κοσμήσαντα διά τιμών και την εκφοράν του συνάρχοντός του και τον ενταφιασμόν. Και λόγον απήγγειλεν εις αυτόν επιτάφιον, όστις τοσούτον ήρεσεν εις τους Ρωμαίους και τους ευχαρίστησεν, ώστε έκτοτε συνήθεια επεκράτησεν, όλοι οι αγαθοί και μεγάλοι, όταν αποθάνωσι, να εγκωμιάζωνται υπό των αρίστων. Λέγεται δ' ότι και των ελληνικών επιταφίων προηγήθη εκείνος, εκτός αν και τούτο είναι έθος υπό του Σόλωνος εισαχθέν, ως ιστόρησεν ο ρήτωρ Αναξιμένης (145).

Ι. Αφ' ετέρου όμως δυσηρεστούντο κατά του Ουαλερίου, και τω προσήπτον ότι ο μεν Βρούτος, όν ο δήμος εθεώρει ως πατέρα της ελευθερίας, δεν απήτησε να άρχη μόνος, αλλ' εξελέξατο συνάρχοντας και πρώτον και δεύτερον. Ούτος δ' έλεγον, αφ' ού συνεκέντρωσε τα πάντα εις εαυτόν, δεν είναι κληρονόμος της υπατείας του Βρούτου, ήτις δεν τω συμφέρει, αλλά της τυραννίας του Ταρκυνίου. Και τι ωφελεί διά των λόγων μεν να εγκωμιάζη τον Βρούτον, να μιμήται δε τον Ταρκύνιον διά των έργων, και περικυκλούμενος υφ' όλων των ράβδων και των πελέκεων να καταβαίνη αυτός μόνος εξ οικίας μεγαλητέρας εκείνης του βασιλέως ήν κατεδάφισε; Διότι τω όντι ο Ουαλέριος κατώκει επιδεικτικώς, ως οι τραγωδιών βασιλείς, έχων, εις την καλουμένην Ουαλίαν, οικίαν επικρεμαμένην εις την αγοράν, επιβλέπουσαν εκ του ύψους τα πάντα και δυσκόλου αναβάσεως έξωθεν· ώστε όταν αυτός κατέβαινε, εφαίνετο η μορφή αυτού ως μετέωρος, και βασιλική της πομπής του η μεγαλοπρέπεια. Αλλ' αυτός έδειξε πόσον καλόν είναι ο εις αρχήν και εις πράγματα μεγάλα διατελών να έχη ώτα δεχόμενα την ελευθεροστομίαν μάλλον και τους αληθείς λογούς αντί της κολακείας. Διότι, ακούσας ότι εφαίνετο αμαρτάνων εις τον λαόν, ότε οι φίλοι του τω διηγούντο ταύτα, δεν εφιλονείκησεν ουδ' ηγανάκτησεν, αλλά ταχέως πολλούς συναγαγών τεχνίτας, εν ώ ήτον έτι νυξ, εκρήμνισε την οικίαν του, και την κατέσκαψε μέχρις εδάφους, ώστε το πρωί οι Ρωμαίοι, ότε συνέρευσαν και είδον τούτο, του μεν ανδρός επήνεσαν και εθαύμασαν την μεγαλοφροσύνην, ελυπούντο δε διά την οικίαν, και επόθουν αυτής το κάλλος και το μέγεθος, ως αν ήτον άνθρωπος, λέγοντες ότι αδίκως εκρημνίσθη και διά φθόνον, και ελυπούντο προσέτι διά τον άρχοντα, ότι ανέστιος έμεινε, και κατώκει εις ξένους οίκους. Διότι τον Ουαλέριον εδέχθησαν οι φίλοι αυτού, μέχρις ού ο δήμος τω έδωκε τόπον, και κατεσκεύασεν οικίαν μετριωτέραν εκείνης, όπου τώρα ίσταται το ιερόν το ονομαζόμενον της Ουίκας Πότας (146). Θέλων δ' ου μόνον, εαυτόν αλλά και την αρχήν αντί φοβεράς να καταστήση ήμερον και αγαπητήν εις το πλήθος, και τους πελέκεις αφήρεσεν από των ράβδων, και αυτάς τας ράβδους, όταν απήρχετο εις την συνέλευσιν, κατεβίβαζε και έκλινεν εμπρός του δήμου, μεγαλύνων την αξιοπρέπειαν της δημοκρατίας. Τούτο δε φυλάττουσι μέχρι τούδε οι άρχοντες. Διά τούτου δε δεν εταπεινούτο ο ίδιος, ως ο όχλος ενόμιζεν απατώμενος, αλλά διά της μετριότητος ταύτης κατέβαλλε και απέφευγε τον φθόνον, προσέθετε δ' εις εαυτόν τοσούτον δυνάμεως μέγεθος, όσον εφαίνετο ότι αφήρει εκ της εξουσίας, διότι ο δήμος εδέχετο αυτόν μεθ' ηδονής και τον υπέφερεν εκουσίως, ώστε και Ποπλικόλαν τον ανηγόρευσε. Σημαίνει δε το όνομα Δημοκηδή ή Φιλόδημον (147), και τούτο το όνομα υπερίσχυσε του λοιπού των αρχαίων ονομάτων, και τούτο θέλομεν μεταχειρισθή και ημείς, τον επίλοιπον βίον του ανδρός ιστορούντες.

ΙΑ. Επέτρεψε δε να θηρεύη και να δύναται να λάβη την υπατείαν όστις ήθελε. Πριν δ' ή εκλεχθή ο συνάρχων αυτού, μη γνωρίζων τι ήθελε συμβή, και φοβούμενος αντίπραξιν εκ φθόνου ή εξ αγνοίας, μετεχειρίσθη την μοναρχίαν εις εφαρμογήν των καλλίστων και μεγίστων πολιτικών μέτρων. Και πρώτον μεν ανεπλήρωσε την βουλήν, ής τα μέλη είχον ελαττωθή· διότι άλλα μεν είχον φονευθή υπό του Ταρκυνίου, άλλα δε προ ολίγου εν τη μάχη. Λέγουσι δε ότι οι υπ' αυτού εγγραφέντες ήσαν εκατόν εξήκοντα τέσσαρες. Μετά δε ταύτα έγραψε νόμους, εξ ών εκείνος μάλιστα ενίσχυσε τον λαόν, όστις εις τον καταδικασθέντα υπό των υπάτων έδωκεν έφεσιν της δίκης εις τον δήμον· δεύτερος δε, ο διατάττων να φονεύηται όστις ήθελε λάβει αρχήν μη δοθείσαν υπό του δήμου· τρίτος δε μετά τούτους ο βοηθήσας τους πένητας, δι' ού αφήρεσε τους φόρους από των πολιτών, και έκαμεν όλους ν' ασχολώνται προθυμότερον εις τας εργασίας. Ο δε γραφείς κατά των απειθνούτων εις τους υπάτους, εφάνη και αυτός ότι ήτον επίσης δημοτικός, και ότι εγράφη υπέρ του λαού μάλλον παρά υπέρ των δυνατών διότι ως πρόστιμον της απειθείας έταξεν αξίαν πέντε βοών και δύω προβάτων. Ήτον δ' η τιμή του μεν προβάτου οβολοί δέκα (148), του δε βοός εκατόν διότι οι Ρωμαίοι δεν μετεχειρίζοντο έτι τότε πολύ νόμισμα, αλλ' είχον αφθονίαν προβάτων και κτηνοτροφίας. Διά τούτο και τας περιουσίας μέχρι τούδε από των προβάτων καλούσι Πεκούλια (149), και εις τα παλαιότατα των νομισμάτων επεχάραττον βουν, ή πρόβατον, ή αγριόχοιρον. Έδιδον δε και εις τους υιούς των Συίλλους και Βουβούλκους και Καπραρίους ονόματα, και Πορκίους, Κάπρας μεν τας αίγας, Πόρκους δε τους χοίρους ονομάζοντες (150).

IB. Ούτω λοιπόν ως προς ταύτα δημοτικός και μέτριος γενόμενος νομοθέτης, ως προς την τιμωρίαν υπερεπήδησε παν όριον μετριότητος· διότι έγραψε νόμον επιτρέποντα να φονεύωσιν άνευ κρίσεως πάντα όστις ήθελε να γίνη τύραννος· τον δε φονεύσαντα καθίστα καθαρόν του φόνου, αν έδιδεν αποδείξεις του εγκλήματος· διότι δεν ήτον δυνατόν ο τόσον μεγάλα επιχειρών να μη εννοηθή υπ' ουδενός, αλλά δεν ήτον αδύνατον, εννοηθείς, να προφθάση ν' αποφύγη την κρίσιν· διά τούτο επέτρεψεν εις πάντα τον δυνάμενον, να προλάβη κατά του αδικούντος την κρίσιν ήν αναιρεί το αδίκημα. Επηνέθη δε και διά τον ταμιευτικόν νόμον διότι, προκειμένου να συνεισφέρωσιν οι πολίται από των περιουσιών αυτών χρήματα εις τον πόλεμον, ούτε αυτός θέλων ν' αναμιγή εις του δημοσίου την οικονομίαν, ούτε να επιτρέψη εις τους φίλους του τούτο, ούτε δημόσια χρήματα να έλθωσι παντελώς εις ιδιώτου οικίαν, ταμείον μεν κατέστησε τον ναόν του Κρόνου, όν μέχρι τούδε προς τούτο μεταχειρίζονται (151). Ταμίας δ' επέτρεψεν εις τον δήμον να εκλέξωσι δύο εκ των νέων, και εξελέγησαν πρώτος ο Πούπλιος Ουετούριος και ο Μινούκιος Μάρκος, και χρήματα πολλά συνήχθησαν, διότι η απογραφή έφερεν εκατόν τριάκοντα χιλιάδας, εξηρέθησαν δε της συνεισφοράς αι χήραι και τα ορφανά. Αφ' ού δ' ούτω ταύτα διέταξε, κατέστησε συνάρχοντα αυτού Λουκρήτιον, τον πατέρα της Λουκρητίας, εις όν, ως πρεσβύτερον, παραχωρών την επισημοτέραν θέσιν, τω παρέδωκε τους καλουμένους Φάσκους (152), και η τιμητική αύτη διάκρισις διέμεινεν έκτοτε μέχρις ημών φυλαττομένη πάντοτε υπέρ των γεροντοτέρων. Επειδή δ' ολίγας ημέρας μετά ταύτα απέθανεν ο Λουκρήτιος, έγιναν πάλιν αρχαιρεσίαι, και εξελέγη ο Μάρκος Ωράτιος, και εκυβέρνησε μετά του Ποπλικόλα τον επίλοιπον του έτους καιρόν.