Part 3
ΚΓ. Ατοπώτατοι δε φαίνονται οι περί των γυναικών νόμοι του Σόλωνος· διότι επέτρεψεν, ο συλλαμβάνων μοιχόν να τον φονεύη· εις δε τον αρπάζοντα και βιάζοντα ελευθέραν γυναίκα, έταξε πρόστιμον εκατόν δραχμών, εις τον προαγωγεύοντα, δραχμάς είκοσι, πλην εκείνων όσαι προφανώς πωλούνται, διά τούτου εννοών τας εταίρας, αίτινες προφανώς απέρχονται προς τους δίδοντας. Προσέτι δε δεν επιτρέπει να πωλώσιν ούτε τας θυγατέρας, ούτε τας αδελφάς, εκτός αν ήθελον συλλάβει παρθένον τινά ατιμασθείσαν. Αλλ' είναι άλογον, το αυτό πράγμα πότε μεν πικρώς και αδυσωπήτως να το τιμωρή, πότε δε ευκόλως και παίζων, ορίζων το τυχόν πρόστιμον ως ποινήν εκτός αν, επειδή το νόμισμα ήτον σπάνιον εις την πόλιν τότε, η δυσκολία της ευρέσεως αυτού καθίστα τας τιμωρίας μεγάλας. Εις δε τον προσδιορισμόν της τιμής των θυσιών, υπολογίζεται έν πρόβατον και μίαν δραχμήν ισότιμα προς μέδιμνον. Εις τον νικητήν δε των ισθμίων έταξε να δίδωνται δραχμαί εκατόν, εις δε τον νικητήν των Ολυμπίων πεντακόσιαι· εις τον φέροντα δε λύκον, έδωκε πέντε δραχμάς, και εις τον φέροντα λύκου σκύμνον, μίαν, ως λέγει ο Δημήτριος ο Φαληρεύς (98), το μεν βοός, του δε προβάτου αξίαν. Αι δε τιμαί των εκλεκτών θυμάτων, άς ορίζει εις τον δέκατον έκτον των αξόνων του, εισί φυσικώ τω λόγω πολύ ανώτεραι, αλλά και εκείναι εισίν ευτελείς παραβαλλόμεναι προς τας σημερινάς. Είναι δε αρχαίον έθιμον των Αθηναίων να πολεμώσι τους λύκους, διότι έχουσι χώραν καταλληλοτέραν προς την ποιμαντικήν παρά προς την γεωργίαν. Υπάρχουσι δε καί τινες λέγοντες ότι αι φυλαί δεν ωνομάσθησαν από των υιών του Ίωνος, αλλ' από των γενών εις ά αι δίαιται διηρέθησαν κατά πρώτον, Οπλίται μεν το μάχιμον πλήθος, Εργάδεις δε το εργατικόν, εκ δε των δύο άλλων Γελέοντες μεν οι γεωργοί, Αιγικορείς δ' οι εις νομάς και ποιμενικά έργα ασχολούμενοι (99). Επειδή δ' η χώρα διά το ύδωρ ούτε ποταμούς αεννάους είχεν, ούτε λίμνας, ούτε πηγάς αφθόνους, αλλ' οι πλείστοι μετεχειρίζοντο χειροποίητα φρέατα, νόμον έγραψεν, όπου μεν υπήρχε δημόσιον φρέαρ εντός αποστάσεως ιππικής, να μεταχειρίζωνται αυτό. Ήτον δε το ιππικόν διάστημα τεσσάρων σταδίων (100). Όπου δέ τις περισσότερον απείχε, να ζητή ίδιον ύδωρ. Εάν δε, σκάψας τις δέκα οργυιών βάθος (101) εις την οικίαν του, δεν ήθελεν εύρει, τότε να λαμβάνη παρά του γείτονος, γεμίζων δις καθ' εκάστην ημέραν σταμνίον έξ χόας χωρούν (102)· διότι ήτον γνώμης ότι πρέπει να βοηθή την ένδειαν, ουχί και να εφοδιάζη την αργίαν. Ώρισε δε και των φυτειών τα μέτρα μετά πολλής εμπειρίας, διατάξας, οι μεν φυτεύοντες άλλο τι εις τον αγρόν των, ν' απέχωσι πέντε πόδας του γείτονος· οι δε συκήν ή ελαίαν, εννέα, διότι τούτων αι ρίζαι φθάνουσι μακρύτερα, και δεν βλαστάνουσι πλησίον των άλλων φυτών αβλαβώς, αλλά και την τροφήν αυτών αφαιρούσι, και είς τινα εκπέμπουσιν ολεθρίας αναθυμιάσεις. Λάκκους δε και τάφρους διέταξε να σκάπτη όστις θέλει, τοσούτον απέχων από του άλλου, όσον είναι το βάθος των. Και ο τοποθετών σμήνη μελισσών ν' απέχη από των πρότερον τοποτεθημένων πόδας τριακοσίους.
ΚΔ. Εκ δε των προϊόντων το έλαιον μόνον επέτρεψε να πωλήται εις τους ξένους, απηγόρευσε δε να εξάγωνται τα άλλα (103)· Κατά δε των εξαγόντων προσέταξε να προφέρη ο άρχων κατάρας, ή να πληρώνη αυτός εκατόν δραχμάς εις το δημόσιον. Είναι δ' ο πρώτος άξων ο τούτον περιέχων τον νόμον. Επομένως δεν πρέπει να νομισθή ότι όλως απίθανα λέγουσιν οι διισχυριζόμενοι ότι και η των σύκων εξαγωγή ήτον απηγορευμένη το πάλαι, και ότι ο φανερών τους εξάγοντας ωνομάσθη Συκοφάντης. Έγραψε δε και περί βλάβης τετραπόδων νόμον, ορίζοντα προς τοις άλλοις, σκύλος όστις εδάγκασεν άνθρωπον να δένηται εις κλοιόν τετράπηχυν· διάταξις αξιόλογος, καθ' ό εις ασφάλειαν συντελούσα. Απορίαν δε προξενεί και ο περί των πολιτογραφουμένων νόμος, ότι δεν επιτρέπει να γίνωνται άλλοι πολίται, πλην των όσοι κατεδικάσθησαν εις αειφυγίαν εις την πατρίδα των, ή μετοικίζονται εις τας Αθήνας πανέστιοι, όπως εξασκήσωσι τέχνην. Λέγουσι δ' ότι έπραξε τούτο, ουχί όπως αποβάλη τους άλλους, αλλ' όπως τούτους καλή εις Αθήνας να μετέχωσιν ασφαλώς της πολιτείας, και συγχρόνως αξιοπίστους νομίζων τους μεν αποβληθέντας από της πατρίδος των, εξ ανάγκης, τους δ' εγκαταλίποντας αυτήν, εκ προαιρέσεως. Ιδιαίτερος δε νόμος του Σόλωνος είναι και ο περί των τρεφομένων δημοσίως, όπερ εκείνος ωνόμασε παρασιτίαν. Δεν επιτρέπει δε να τρώγη ο αυτός πολλάκις εκ του δημοσίου, αλλ' αφ' ετέρου τιμωρεί τον καλούμενον όστις αποποιείται, διότι το μεν θεωρεί ως πλεονεξίαν, το δε ως περιφρόνηση των κοινών.
ΚΕ. Έδωκε δ' εις όλους τους νόμους του ισχύν εκατόν ετών, και κατεγράφησαν εις ξυλίνους άξονας στρεφομένους εντός των περιεχουσών αυτούς τετραγώνων θηκών, εξ ών έτι και μέχρις ημών διεσώζοντο μικρά λείψανα εις το Πρυτανείον. Ωνομάσθησαν δε, ως λέγει ο Αριστοτέλης, Κύρβεις. Και Κρατίνος ο κωμικός λέγει που (104)·
«Σ' ορκίζω, μα τον Σόλωνα και Δράκοντα, εις ών τας κύρβεις τώρα ψήνομεν κριθάς.»
Τινές δε λέγουσιν ότι Κύρβεις μεν ωνομάζοντο αι περιέχουσαι τα περί ιερών και θυσιών, Άξονες δε οι άλλοι. Ώμνυε δ' η Βουλή όρκον κοινόν, να στηρίξη τους νόμους του Σόλωνος· έκαστος δε των θεσμοθετών ιδίως (105), εις την αγοράν, πλησίον του λίθου (106) υπέσχετο, αν ήθελε παραβή τινά των θεσμών τούτων, ν' αναθέτη εις τους Δελφούς ανδριάντα χρυσούν, ισόμετρον προς εαυτόν (107). Εννοήσας δε του μηνός την ανωμαλίαν, και την κίνησιν της σελήνης ότι δεν συμφωνεί ούτε μετά της δύσεως ούτε μετά της ανατολής του ηλίου, αλλά πολλάκις κατά την ιδίαν ημέραν και τον φθάνει και τον περνά, έταξεν αύτη η ημέρα (108) να ονομάζηται Π α λ α ι ά κ α ι ν έ α (109), φρονών ότι το μεν μέρος αυτής το προ της συνόδου μετά του ηλίου ανήκει εις τον παύοντα μήνα, το δε λοιπόν, εις τον ήδη αρχόμενον, πρώτος, ως φαίνεται, εννοήσας ορθώς τον Όμηρον λέγοντα (110)·
Παύοντος μεν του μηνός, και του άλλου μηνός αρχομένου.
Την δε μετά ταύτην ημέραν ωνόμασε νουμηνίαν (111). Τας δ' από της εικοστής ημέρας, δεν τας προσέθετεν, αλλά τας αφήρει και τας ωλιγόστευεν, ως έβλεπεν ελαττούμενα τα φώτα της σελήνης, αριθμών μέχρι της τριακοστής (112). Αφ' ού δ' οι νόμοι εισήχθησαν, πολλοί ήρχοντο προς τον Σόλωνα καθ' εκάστην επαινούντες ή κατηγορούντες αυτούς, ή συμβουλεύοντες να προσθέση εις τα γεγραμμένα ή ν' αφαιρέση εξ αυτών ό,τι τύχοι, και ζητούντες να τοις εξηγή και να τοις σαφηνίζη πώς είναι έκαστον, και τίνα έννοιαν έχει. Βλέπων δ' ότι και το να μη συγκατανεύση εις ταύτα ήτον άτοπον, και το να συγκατανεύση επικίνδυνον, ηθέλησεν εντελώς ν' απαλλαγή από τας δυσχερείας ταύτας, και να διαφύγη των πολιτών τας δυσαρεσκείας και την φιλοκατήγορον διάθεσιν, διότι
«Επί μεγάλων πραγμάτων δυσκόλως τις πάσιν αρέσκει,»
ως είπεν ο ίδιος. Διά τούτο, προφασισθείς ότι θέλει να επιδοθή εις θαλάσσιον εμπόριον, εζήτησε παρά των Αθηναίων δεκαετή άδειαν απουσίας, και απήλθε να πλανηθή· διότι ήλπιζεν ότι εις το διάστημα τούτο οι νόμοι του ήθελον συνηθισθή.
ΚΣΤ. Και πρώτον μεν ήλθεν εις Αίγυπτον, και διέτριψεν, ως εις προηγούμενον χωρίον ο ίδιος λέγει,
«Εις Κανωβίδα ακτήν, όπου ρέων ο Νείλος προχείται».
Επί τινα δε καιρόν έμεινε φιλοσοφών μετά Ψενώφιδος του Ηλιουπολίτου και Σώγχιδος του Σαίτου, οίτινες ήσαν λογιώτατοι μεταξύ των ιερέων (113). Παρά τούτων ακούσας και τον Ατλαντικόν λόγον, ως λέγει ο Πλάτων, επεχείρησε να διαδώση αυτόν διά ποιήματος εις τους Έλληνας (114). Έπειτα δε, πλεύσας εις την Κύπρον, ηγαπήθη μεγάλως υπό τινος των εκεί βασιλέων, Φιλοκύπρου ονομαζομένου, όστις ήρχεν επί πόλεως ου μεγάλης, οικισθείσης υπό Δημοφόντος, του υιού του Θησέως, περί τον Κλάριον ποταμόν, εις μέρη οχυρά μεν, αλλά δύσβατα και άφορα. Τούτον έπεισεν ο Σόλων να μεταθέση την πόλιν εις πεδιάδα ωραίαν, ήτις εξετείνετο υπ' αυτήν, και να την κατασκευάση μεγαλητέραν και τερπνοτέραν. Παρευρεθείς δε και ο ίδιος, επεμελήθη του συνοικισμού, και διέταξε τα πάντα άριστα προς την δίαιταν και προς την ασφάλειαν, ώστε πολλοί μεν οικήτορες συνήλθον περί τον Φιλόκυπρον, εζήλωσαν δ' αυτόν και οι άλλοι βασιλείς· διό και τιμήσας τον Σόλωνα, την πόλιν, ονομαζομένην Αιπείαν (115) πριν, μετωνόμασεν απ' εκείνου Σόλους. Ποιείται δε και αυτός ο ίδιος, μνείαν του συνοικισμού, όταν εις τας ελεγείας του, αποτεινόμενος προς τον Φιλόκυπρον, λέγη;
«Τώρα δε, συ μεν εις Σόλους εις έτη πολλά βασιλεύων, οίκει την πόλιν καλώς, συ και το γένος το σον. Αλλ' εις ταχύπορον ναυν εκ της νήσου αυτής της ενδόξου σώον ας πέμψη εμέ Κύπρις (116) η ιοστεφής. Είθε δ' ένεκ' αυτής της οικίσεως, χάριν και δόξαν δώσοι μοι, κ' είθε καλόν εις την πατρίδα μου πλουν!»
ΚΖ. Την δε μετά του Κροίσου έντευξιν αυτού νομίζουσί τινες ότι, παραβάλλοντες τους καιρούς, πρέπει πλαστήν να την θεωρήσωσιν. Εγώ δε, λόγον τοσούτον επίσημον, και τοσούτους μάρτυρας έχοντα, και, το μεγαλήτερον, πρέποντα εις το ήθος του Σόλωνος, και άξιον της μεγαλοφροσύνης και της σοφίας εκείνου, δεν νομίζω ότι πρέπει να τον παραλείψω διά λεγομένους τινάς χρονολογικούς κανόνας, ούς μυρίοι διορθούντες άχρι της σήμερον, εις ουδέν όμως ασφαλές συμπέρασμα δύνανται να συμβιβάσωσι τας αντιφάσεις. Λέγουσι λοιπόν ότι ο Σόλων, ελθών εις Σάρδεις κατά παράκλησιν του Κροίσου (117) έπαθεν ό,τι άνθρωπος χερσαίος, όστις καταβαίνει κατά πρώτον εις την θάλασσαν, διότι, ως εκείνος, άλλον και άλλον βλέπων ποταμόν, εκλαμβάνει ότι είναι η θάλασσα, ούτω και ο Σόλων, την αυλήν διερχόμενος, και πολλούς βλέπων των οπαδών του βασιλέως κεκοσμημένους πολυτελώς, και υπερηφάνως βαδίζοντας μεταξύ όχλου προπέμποντος και μεταξύ δορυφόρων, ενόμιζεν ότι έκαστος αυτών ήτον ο Κροίσος, μέχρις ού ωδηγήθη προς αυτόν, φορούντα ό,τι αξιόλογον είχεν, ή ωραίον, ή ζηλωτόν φαινόμενον, εις πολυτίμους λίθους, εις ενδύματα χρωματιστά, ή εις έντεχνα χρυσά κοσμήματα, όπως φαίνηται θέαμα ποικιλώτατον και μεγαλοπρεπέστατον. Ο Σόλων όμως, ελθών άντικρυς αυτού, ουδ' εξεπλάγη παντελώς διά την όψιν, ουδ' είπε τίποτε, ως ο Κροίσος περιέμενεν, αλλ' εφαίνετο μάλιστα εις τους φρονίμους ότι κατεφρόνει την απειροκαλίαν εκείνου και την μικροφιλοτιμίαν. Τότε διέταξεν ο βασιλεύς να τω ανοίξωσι τους θησαυρούς των χρημάτων, και να τω επιδείξωσι τα επίλοιπα σκεύη και την πολυτέλειαν, εν ώ ουδεμίαν εκείνος είχε τούτων ανάγκην, διότι ήρκει ο Κροίσος αυτός δι' εαυτού να δώση του τρόπου του έννοιαν. Αφ' ού λοιπόν τα είδεν όλα, και ωδηγήθη πάλιν προς τον βασιλέα, τον ερώτησεν ούτος αν είδε ποτέ άνθρωπον αυτού μακαριώτερον. Όταν δ' ο Σόλων τω απεκρίθη ότι είδε τον συμπολίτην του Τέλλον, και τω διηγήθη ότι ο Τέλλος ήτον ανήρ χρηστός, και αφήκεν υιούς εντίμους, και περιουσίαν επαρκή εις τας ανάγκας του βίου, και ενδόξως απέθανεν, ανδραγαθήσας υπέρ της πατρίδος, εις τον Κροίσον εφάνη αγροίκος άνθρωπος και αλλόκοτος, να μη λαμβάνη ως μέτρον της ευδαιμονίας το αργύριον ουδέ τον χρυσόν, αλλά παρά την τόσην εξουσίαν και δύναμιν να προτιμά την ζωήν και τον θάνατον κοινού ανθρώπου και ιδιώτου. Και όμως τον ηρώτησε πάλιν αν μετά τον Τέλλον εγνώρισεν άλλον ευδαιμονέστερον άνθρωπον. Τότε δ' ο Σόλων απεκρίθη ότι εγνώρισε τον Κλέοβιν και τον Βίτωνα, άνδρας εξόχως φιλαδέλφους και φιλομήτορας, οίτινες, επειδή εβράδυνον οι βόες να έλθωσι, ζευχθέντες αυτοί εις την άμαξαν, εκόμισαν την μητέρα των εις της Ήρας το ιερόν (118), μακαριζομένην υπό των πολιτών και χαίρουσαν, και έπειτα, αφ' ού προσέφερον θυσίαν και έπιον, δεν εξύπνησαν πλέον την άλλην ημέραν, αλλ' απέθανον θάνατον άνευ πόνου και λύπης μετά δόξαν τοσαύτην. «Ημάς δε, είπε μετ' οργής ο Κροίσος, δεν μας καταριθμείς μετά των ευδαιμόνων ανθρώπων;» Ο δε Σόλων ούτε να κολακεύση θέλων αυτόν, ούτε περαιτέρω να τον παροξύνη, «Εις τους Έλληνας, είπεν, ω βασιλεύ των Λυδών, ο Θεός μέτρια μεν έδωκε και τ' άλλα όλα, προσέτι δε, διά ταύτην την μετριότητα, έχομεν και σοφίαν θαρραλέαν τινά, ως φαίνεται, και δημοτικήν, ουχί δε βασιλικήν και λαμπράν. Αύτη δε, βλέπουσα τον βίον υποκείμενον πάντοτε εις τύχας παντοδαπάς, δεν μας αφήνει να επαιρώμεθα διά τα υπάρχοντα αγαθά, ουδέ να θαυμάζωμεν ευτυχίαν ανθρώπου ήτις έχει ακόμη καιρόν να μεταβληθή· διότι το μέλλον επέρχεται εξ αδήλου ποικίλον εις έκαστον· ευδαίμονα δ' εκείνον νομίζομεν, εις όν μέχρι τέλους ο Θεός απένειμεν ευτυχίαν· εν ώ μακαρισμός ανθρώπου ζώντος έτι και κινδυνεύοντος εν τω βίω, είναι αβέβαιος και άκυρος, ως η ανακήρυξις και ο στέφανος αθλητού εισέτι αγωνιζομένου.» Ταύτα ειπών ο Σόλων ανεχώρησε, και ελύπησε μεν, αλλά δεν εσωφρόνησε τον Κροίσον.
ΚΗ. Ο δε μυθοποιός (119) Αίσωπος, όστις έτυχε να είναι και αυτός προσκεκλημένος εις Σάρδεις, και ετιμάτο υπό του Κροίσου, ελυπήθη διότι ο Σόλων μηδεμιάς έτυχε φιλοξενίας, και νουθετών αυτόν, «Ω Σόλων, τω είπε, μετά των βασιλέων πρέπει τις να συναναστρέφηται όσον ολιγώτερον ή όσον ευαρεστότερον δύναται.» «Όχι, απεκρίθη ο Σόλων, όσον ολιγώτερον ή όσον ωφελιμώτερον» (120). Τότε λοιπόν ούτως ο Κροίσος κατεφρόνησε τον Σόλωνα. Όταν δε, πολεμήσας μετά του Κύρου, ενικήθη, και εκυριεύθη η πόλις του, και αιχμαλωτισθείς και ο ίδιος έμελλε να κατακαή, και η πυρά ήτον ετοίμη, και ανεβιβάσθη ήδη εις αυτήν, ενώπιον όλων των Περσών και παρόντος του Κύρου, υψώσας όσον ηδύνατο την φωνήν του, ανεβόησε τρις «Ω Σόλων !» Απορήσας δ' ο Κύρος, έπεμψε να τον ερωτήσωσι τις άνθρωπος ή τις Θεός ήτον ούτος ο Σόλων, όν μόνον επικαλείται εις της τύχης την εσχάτην καταδρομήν. Και ο Κροίσος, χωρίς ουδέν ν' αποκρύψη, είπεν, ότι «ούτος ήτον είς των Ελλήνων σοφών, όν προσεκάλεσα εγώ, διότι ήθελον όχι ν' ακούσω ή να μάθω τι αφ' όσα μοι έλειπον, αλλά διά να γίνη αυτός θεατής και ν' αναχωρήση μάρτυς της ευδαιμονίας εκείνης, ής η στέρησις ήτον μεγαλήτερον κακόν αφ' ό,τι ήτον καλόν η απόκτησις. Διότι, ότε την είχον, τ' αγαθά αυτής ήσαν λόγοι μόνον και φαντασία· αι δε μεταβολαί αυτής με ρίπτουσιν εις πάθη δεινά και εις συμφοράς ανιάτους. Ο ανήρ λοιπόν εκείνος εκ των τότε προβλέπων τα νυν, μοι έλεγε ν' αποβλέπω εις του βίου το τέλος, και να μη υπερηφανεύωμαι θαρρών εις αβέβαια.» Όταν δε ταύτα διεκοινώθησαν προς τον Κύρον, ων αυτός του Κροίσου σοφώτερος, και τον λόγον του Σόλωνος βλέπων κυρούμενον εκ του παραδείγματος, ου μόνον αφήκε τον Κροίσον, αλλά και εξακολούθησε τιμών αυτόν εφ' όσον έζη, και εδοξάσθη ο Σόλων, ότι δι' ενός λόγου τον μεν έσωσε, τον δε εδίδαξε των βασιλέων.
ΚΘ. Οι δ' Αθηναίοι περιέπεσαν πάλιν εις στάσεις αφ' ού απήλθεν ο Σόλων και των μεν Πεδιέων (121) αρχηγός ήτον ο Λυκούργος, των δε Παράλων ο Μεγακλής ο Αλκμαίωνος (122), ο Πεισίστρατος δε των Διακρίων, μεθ' ών συνετάττετο και ο θητικός (123) όχλος, όστις προ πάντων κατεφέρετο κατά των πλουσίων. Και μετεχειρίζετο μεν έτι τους νόμους η πόλις, αλλ' ήδη απέβλεπε προς νεωτερισμούς, και όλοι επόθουν άλλην κατάστασιν, ελπίζοντες διά της μεταβολής να λάβωσι δικαιώματα, ουχί ίσα μετά των άλλων, αλλά περισσότερα, και να υπερισχύσωσιν εντελώς των αντιπάλων των. Εν ώ δ' ούτως είχον τα πράγματα, ο Σόλων, ελθών εις τας Αθήνας, ευλαβείτο μεν παρά πάντων και ετιμάτο, αλλά δημοσίως να ενεργή και δημηγορή δεν είχε πλέον δύναμιν ουδέ προθυμίαν διά το γήρας· συνομιλών όμως ιδίως μετά των ανδρών των προϊσταμένων των φατριών, επροσπάθει να τους διαλλάξη και να τους συμβιβάση, και προ πάντων εφαίνετο ότι έδιδε προσοχήν εις τους λόγους του ο Πεισίστρατος, όστις εις την ομιλίαν του είχε τι γλυκύ και ευάρεστον, και ήτον ευεργετικός προς τους πένητας, και ως προς τας έχθρας πράος και μέτριος. Όσα δε δεν είχεν εκ φύσεως, προσεποιείτο και ταύτα, και επιστεύετο υπέρ τους έχοντας, ως άνθρωπος ειδήμων και κόσμιος, και φίλος της ισότητος, και δυσαρεστούμενος αν τις ήθελε να μεταβάλη την κατάστασιν των πραγμάτων, και αν επεθύμει νεωτερισμούς. Διά τοιούτων εξηπάτα το πλήθος· αλλ' ο Σόλων ταχέως ανεκάλυψε το ήθος αυτού, και πρώτος ενόησε την επιβουλήν. Δεν τον εμίσησεν όμως διά τούτο, αλλ' επροσπάθει να τον καταπραΰνη και να τον νουθετή, και έλεγε και προς αυτόν και προς άλλους, ότι αν αφαιρέση τις από της ψυχής αυτού το φιλόπρωτον, και ιατρεύση την επιθυμίαν της τυραννίδος, δεν υπάρχει άλλος καταλληλότερος εις αρετής άσκησιν, ουδέ καλλήτερος πολίτης. Κατ' εκείνον τον χρόνον είχεν αρχίσει ο Θέσπις να οργανίζη την τραγωδίαν (124), και το πράγμα, ως νεοφανές είλκυσε τον λαόν, αλλά δεν είχε προχωρήσει εισέτι μέχρις αμίλλης μεταξύ ανταγωνιστών. Ο δε Σόλων, φύσει φιλήκοος ων και φιλομαθής, έτι δε μάλλον εις το γήρας του παρερχόμενος τον καιρόν του εις αργίαν και εις παιγνίδια, και ακόμη και εις συμπόσια και εις μουσικήν, είδε τον ίδιον Θέσπιν αυτοπροσώπως υποκρινόμενον, ως συνήθιζον οι παλαιοί ποιηταί. Μετά δε την παράστασιν, αποταθείς προς αυτόν, τον ηρώτησεν αν δεν εντρέπηται τόσα να ψεύδηται ενώπιον τόσων ανθρώπων. Ο δε Θέσπις απεκρίθη ότι δεν βλάπτει ποσώς, όταν τα τοιαύτα λέγωνται και πράττωνται ως παιγνίδια. Τότε δε, κτυπήσας σφοδρώς ο Σόλων την γην διά της βακτηρίας, «Επαινούντες, είπε, και τιμώντες τα παιγνίδια ταύτα, ταχέως θα τα εύρωμεν και εντός των συμβολαίων ημών.»
Λ. Ο δε Πεισίστρατος, καλύψας διά τραυμάτων το σώμα του, προέβη εις την αγοράν κομιζόμενος εφ' αμάξης, και παρώξυνε τον δήμον, λέγων ότι οι εχθροί του τον επεβουλεύθησαν διά τα πολιτικά του φρονήματα. Εν ώ δε πολλοί ηγανάκτουν και έκραζον, ελθών προς αυτόν ο Σόλων, και πλησίον του στας, «Δεν προσποιείσαι καλώς, ω υιέ του Ιπποκράτους, τω είπε, τον Ομηρικόν Οδυσσέα (125) διότι τα ίδια κάμνεις συ όπως δολιευθής τους πολίτας, όσα εκείνος, όταν επλήγωσεν εαυτόν, διά ν' απατήση τους εχθρούς. Και το μεν πλήθος ήτον έτοιμον να υπερμαχήση υπέρ του Πεισιστράτου, και συνήλθεν εις εκκλησσίαν ο δήμος, και έγραψε ψήφισμα ο Αρίστων (126) όπως δοθώσιν εις τον Πεισίστρατον πεντήκοντα ροπαλοφόροι ως σωματοφύλακες. Αλλ' ο Σόλων αντέστη, και αναστάς, πολλά ωμίλησεν όμοια προς ταύτα τα περιεχόμενα εις τα ποιήματά του·
«Σεις αφοράτε εις γλώσσαν και λόγους ανδρός [γλυκυστόμου. Έκαστος πλην εξ υμών εις αλώπεκος ίχνη βαδίζει. Πάλιν δε όλοι ομού χαύνον εγκρύπτετε νουν».
Βλέπων δ' ότι οι μεν πένητες ήσαν πρόθυμοι να ευχαριστήσωσι τον Πεισίστρατον, και εθορύβουν, οι δε πλούσιοι ότι εφοβούντο και εδραπέτευον, ανεχώρησεν ειπών ότι των μεν είναι σοφώτερος, των δε ανδρειότερος· σοφώτερος μεν εκείνων οίτινες δεν ενόουν τι συνέβαινεν, ανδρειότερος δ' εκείνων οίτινες το ενόουν, αλλ' εφοβούντο ν' αντισταθώσιν εις την τυραννίαν. Ο δε δήμος, κυρώσας το ψήφισμα, δεν εμικρολόγει πλέον ούτε περί του αριθμού των ροπαλοφόρων προς τον Πεισίστρατον, αλλά τον αφήκε να τρέφη και να συνάγη φανερώς όσους ήθελεν, έως ότου κατέλαβε την ακρόπολιν. Αφ' ού δε τούτο έγινε, και η πόλις συνεταράχθη, ο μεν Μεγακλής ευθύς έφυγε μετά των άλλων Αλκμαιωνιδών ο δε Σόλων ήτον ήδη πολύ γέρων, και δεν είχε τινά να τον βοηθήση· εξήλθεν όμως εις την αγοράν, και ωμίλησε προς τους πολίτας, επιπλήττων μεν αυτούς διά την αφροσύνην αυτών και αδράνειαν, παροξύνων δε και προκαλών αυτούς να μη εγκαταλείψωσι την ελευθερίαν. Τότε είπε και το περίφημον εκείνο, ότι πριν μεν τοις ήτον ευκολώτερον να εμποδίσωσι την τυραννίαν όταν ερριζούτο, ήδη δε είναι έργον μεγαλήτερον και λαμπρότερον να την ανασπάσωσι και να την αφαιρέσωσιν, αφ' ού συνέστη και αφ' ού εβλάστησεν. Επειδή δε, εκ φόβου, ουδείς προσείχεν εις αυτόν, απήλθεν εις την οικίαν του, και λαβών τα όπλα του, τα έστησεν εις την οδόν εμπρός των θυρών του, και «Εγώ μεν, είπεν, κατά την δύναμίν μου εβοήθησα την πατρίδα και τους νόμους.» Έκτοτε δ' έμεινεν ησυχάζων, και δεν ήκουε τους φίλους του, οίτινες τον παρεκίνουν να φύγη, αλλά ποιήματα γράφων επέπληττε τους Αθηναίους·
«Εξ ανανδρίας εάν εις δεινά ενεπέσατε τόσα, μη συναντίους αυτών λέγετε, μη τους Θεούς. Τούτους υψώσατε σεις, εις αυτούς την ασφάλειαν δόντες, και διά ταύτα κακόν έχετε δούλων ζυγόν».
ΛΑ. Όταν δε πολλοί τον ενουθέτουν, λέγοντές τω ότι θέλει θανατωθή υπό του τυράννου, και τον ηρώτων εις τι εμπιστευόμενος τοιαύτα τολμά, «Εις το γήρας,» είπεν. Ο Πεισίστρατος όμως, αφ' ού έγινε κύριος των πραγμάτων, τοσούτον επεριποιήθη τον Σόλωνα, τιμών και φιλοφρονούμενος, και προσκαλών αυτόν συνεχώς, ώστε και σύμβουλός του έγινε και πολλά επήνει εξ όσων εκείνος έπραττε· διότι εφύλαττε τους πλείστους νόμους του Σόλωνος, επιμένων πρώτος αυτός εις αυτούς, και τους φίλους του αναγκάζων εις τούτο. Ούτω και διά φόνον προσκληθείς εις τον Άρειον Πάγον, εν ώ ήτον τύραννος ήδη, παρουσιάσθη κοσμίως διά ν' απολογηθή· αλλ' ο κατήγορος δεν ενεφανίσθη. Και νόμους άλλους έγραψεν ο ίδιος, εν οίς ην και ο διατάττων, οι ακρωτηριασθέντες εις τον πόλεμον να τρέφωνται δημοσίως. Λέγει δ' ο Ηρακλείδης (127) ότι τούτον εμιμήθη ο Πεισίστρατος εκ του Σόλωνος, όστις το αυτό είχε ψηφίσει περί του Θερσίππου, ακρωτηριασθέντος. Ως δ' ο Θεόφραστος (128) ιστορεί, και τον περί αργίας νόμον δεν έγραψεν ο Σόλων, αλλ' ο Πεισίστρατος, καταστήσας δι' αυτού και την χώραν ευφορωτέραν, και την πόλιν ησυχωτέραν. Ο δε Σόλων, αρχίσας μεγάλην πραγματείαν περί του λόγου ή του μύθου της Ατλαντίδος, όν ήκουσε διηγούμενον υπό των λογίων της Σάιδος ως ανήκοντα εις τους Αθηναίους, απέκαμεν ουχί διά τας ασχολίας του, ως λέγει ο Πλάτων, αλλά μάλλον διά το γήρας, φοβηθείς το μέγεθος της συγγραφής. Διότι περί της πολλής του σχολής μαρτυρούσιν ούτοι οι στίχοι αυτού·
«Καταγηράσκω, διδασκόμενος πολλά»·
και
«Έργα της κόρης της Κύπρου μ' αρέσκουσι τώρα, του [Βάκχου, και των Μουσών τα τερπνά εις των ανθρώπων τον νουν».
ΛΒ. Φιλοτιμούμενος δ' ο Πλάτων να επεξεργασθή την Ατλαντικήν υπόθεσιν ως καλής χώρας έρημον έδαφος, εις αυτόν δε και συγγενείας λόγω ανήκον (129) έθηκε μεν εις την αρχήν πρόθυρα μεγάλα, και περιβόλους και αυλάς, ως ουδείς ποτέ λόγος άλλος ή μύθος ή ποίησις έλαβεν. Εξώρας δ' αρχίσας, απέθανε πριν περατώση το έργον (130), τόσω μεγαλητέραν λύπην αφήσας διά τα ελλείποντα, όσω τερπνότερο είναι το μέρος ό έγραψε. Διότι, ως η πόλις των Αθηναίων τον ναόν του Ολυμπίου Διός, ούτως η σοφία του Πλάτωνος, μετά τοσούτων καλών έργων, μόνον ατελές παρήγαγε τον Ατλαντικόν λογον (131). Απεβίωσε δ' ο Σόλων, ως μεν ο Ποντικός Ηρακλείδης ιστορεί, πολύν καιρόν αφ' ού ήρχισε να τυραννή ο Πεισίστρατος, ως δε λέγει ο Ερέσιος Φανίας (132), ουδέ μετά δύω έτη· διότι ο μεν Πεισίστρατος ήρχισε να τυραννή επί Κωμίου άρχοντος (133), ο δε Σόλων λέγει ο Φανίας ότι απέθανεν επί Ηγεστράτου, όστις ήτον άρχων μετά τον Κωμίαν. Η δε διασπορά της τέφρας αυτού παρά την νήσον των Σαλαμινίων αφ' ού εκάη το σώμα του, είναι μεν άτοπος, και διά τούτο απίθανος και μυθώδης, αλλ' αναφέρουσιν αυτήν και άλλοι αξιόλογοι άνδρες, και ο φιλόσοφος Αριστοτέλης.
ΠΟΠΛΙΚΟΛΑΣ