Part 20
203) Ο Μνησίφιλος ούτος έδωκε, καθ' Ηρόδοτον (Πλουτ. π. Ηροδ. κακοηθ.) την συμβουλήν εις τον Θεμιστοκλήν να πείση τους Έλληνας να πολεμήσωσιν εν Σαλαμίνι.
204) Προ 120 ετών έζη ο Σόλων.
205) Εκ Τέου της Ιωνίας.
206) Αρίστων, Χίος, μαθητής του Ζήνωνος, ή άλλος ομώνυμος.
207) Λαύριον, το όρος της Αττικής προς το Σούνιον, παράγον άργυρον. Τα αρχαία αργυρεία του φαίνονται έτι, αλλ' είναι κατά μέγα μέρος εξηντλημένα.
208) Πλάτ. Νομ. Δ.
209) Θάσσιος ραψωδός επί Περικλέους, γράψας Ομηρικ. φυσιολ.
210) Τον ξύλινον ίππον, όστις έκρυπτε πολεμιστάς, και δι' ού οι Έλληνες εκυρίευσαν την Τρωάδα.
211) Εις την πανήγυριν των Ολυμπιακών αγώνων.
212) Αι θεατρικαί παραστάσεις ήσαν μέρος των θρησκευτικών τελετών του Βάκχου. Διά τούτο εξετελούντο κατά μέρος δι' υποχρεωτικής δαπάνης των ιδιωτών. Έκαστον δράμα είχε χορόν. Η ενάσκησις και ενδυμασία αυτού, λαμβανομένου ουχί εκ των τακτικών σκηνικών, αλλ' εκ των πολιτών, ήτον η μεγαλητέρα δαπάνη εκάστης παραστάσεως. Ταύτην ανελάμβανεν είς πάντοτε των πλουσίων αλληλοδιαδόχως. Ούτος ήτον ο Χορηγός. Διάφορα δράματα παριστώντο ή εδιδάσκοντο εις εκάστην εορτήν, και ιδιαίτεροι δικασταί έκρινον ποίον ήτο το προτιμότερον κατά την πολυτέλειαν και την ευπρέπειαν της παρασκευής. Έν εξ όλων ενίκα, και η νίκη απεδίδετο εις τον χορηγόν, όστις ελάμβανεν ως βραβείον χαλκούν τρίποδα, όν συνήθως οι χορηγοί αφιέρουν εις τους Θεούς.
213) Φρύνιχος είναι ο δραματοποιός, γνωστός ποιητής, μαθητής του Θέσπιδος. Ε δ ί δ α σ κ ε ν έλεγον διά τους ποιητάς, διότι αυτοί αληθώς οι ίδιοι εδίδασκον τους ηθοποιούς την παράστασιν των οραμάτων των. Ο δ' Αδείμαντος ήτον άρχων επώνυμος της Ολ. 75, δ', και αναφέρεται εις την επιγραφήν εις δήλωσιν του έτους της νίκης.
214) Εποίησε τας μάχας του Μαραθώνος και της Σαλαμίνος, προσέτι τραγωδίας, ωδάς και ελεγεία. Ίδ. Θησ. I.
215) Οι ποιηταί τότε ήσαν και μουσικοί, διότι οι ίδιοι ερρύθμιζον και έψαλλον τα ποιήματά των.
216) Η χειροτονία ήτον ο τρόπος της εκλογής εν Αθήναις. Οι θέλοντες τον προτεινόμενον ύψουν την χείρα.
217) Γην και ύδωρ εζήτησεν ο βασιλεύς των Περσών παρά των Ελληνίδων πόλεων, εις σημείον υποταγής.
218) Η πράξις αύτη, αντί να επαινήται, έπρεπε να ονομασθή πατριωτικόν κακούργημα.
219) Εκ Ζελείας, Ασιανής πόλεως, μεταξύ Πόντου και Καππαδοκίας κειμένης· την σήμερον Ζείλια. Τον Άρθμιον και την καταδίκην του αναφέρουσι και ο Δημοσθένης και ο Αισχίνης.
220) Ούτος ετιμάτο ιδίως υπό των Σπαρτιατών, και συνηγόρησεν υπέρ των Αθηναίων, επικαλουμένων την βοήθειαν της Σπάρτης κατά του Μαρδονίου.
221) Η στενή κοιλάς μεταξύ Ολύμπου και Όσσης.
222) Των Περσών.
223) Ακρωτήριον κατά τα βορειανατολικά της Ευβοίας, αντικρύ της Θεσσαλίας.
224) Αφέται, τόπος εις τον κόλπον της Μαγνησίας, ούτω κληθείς διότι εκείθεν εξέπλευσε το πρώτον το πλοίον των Αργοναυτών.
225) Η Σαλαμίνα λεγομένη, ήτις κυρίως μετέφερε τας ιεράς Θεωρίας. Ο δε τριήραρχος, λαμβάνων το πλοίον και τα σκεύη παρά του δημοσίου, ώφειλεν αυτός να διατρέφη το πλήρωμα.
226) Φανία ιστορικός, Ίδ. Σόλ. §. ΙΔ.
227) Πόλις επί της βορείας παραλίας της Ευβοίας, κατά το Ξηροχώριον.
228) Ολιζών, ίσως το Τρίκερι. Όλη η παραλία εκείνη της Θεσσαλίας ήτον το βασίλειον του Φιλοκτήτου.
229) Ανατολικής. Εκ του ναού τούτου προήρχετο το όνομα του ακρωτηρίου.
230) Οι Ίωνες ήσαν ή εθεωρούντο άποικοι των Αθηναίων.
231) Εις τον ναόν της Πολιάδος Αθηνάς εις την ακρόπολιν υπήρχεν ο οικουρός λεγόμενος όφις, αντιπρόσωπος της αυτοχθονίας των Αθηναίων. Τούτον επεριποιούντο οι ιερείς του ναού, και τω επρόσφερον ως τροφήν μελίπηκτον.
232) Τον χρησμόν έχει ο Ηρόδοτος (Ζ, 14). Κατ' αυτόν η Αττική έμελλε ν' αλωθή, οι δ' Αθηναίοι, να σωθώσιν εις ξύλινον τείχος. Η δε θεία Σαλαμίς έμελλε να καταστρέψη πολλά τέκνα γυναικών, όπερ μετά ταύτα εφηρμόσθη εις τους Πέρσας.
233) Εξ ιδίων αναμφιβόλως οι Αρειοπαγίται, ή εκ συνεισφορών.
234) Ιστορικός της Αττικής. Ίδ. Θησ. ΙΘ.
235) Το Γοργόνειον ήτον η κεφαλή της Μεδούσης, ήτις εκρέματο επί του στήθους της Αθηνάς.
236) Καθ' Ηρόδοτον (II, 59). τούτα είπε ο στρατηγός των Κορινθίων Αδείμαντος.
237) «Π ά τ α ξ ο ν μ ε ν, ά κ ο υ σ ο ν δ ε.»
238) Τευθίδες. Κατ' Αριστοτέλην (π. Ζώων ιστ. Δ, 1) ουδέν μαλακόσαρκον έχει σπλάγχνα. Αι δε τευθίδες και αι σηπίαι έχουσιν εσωτερικώς δύο στέρεα μέρη, ών το μεν καλείται σήπιον, το δε ξίφος.
239) Η γλαυξ ήτο το πτηνόν της Αθηνάς, και των Αθηνών το σύμβολον.
240) Λέγει πληθυντικώς τας νήσους διότι μεταξύ της Σαλαμίνος και της ξηράς είναι και η έρημος Ψυττάλεια.
241) Διότι οι νησιώται ήσαν ηναγκασμένοι να παρακολουθώσι τους Πέρσας. Το κείμενον των πλείστων αρχαιοτέρων εκδόσεων φέρει Τενεδία. Αλλ' ο Κοραής διόρθωσε Τηνία εξ Ηροδότου (ΙΙ, 82), λέγοντος ότι διά την υπηρεσίαν ταύτην οι Τήνιοι ανεγράφησαν μετά ταύτα επί του εν Δελφοίς Τρίποδος (του ήδη εις το Ιπποδρόμιον της Κωνσταντινουπόλεως σωζομένου) μετά των συντελεσάντων εις την κατατρόπωσιν των βαρβάρων.
242) Φανόδημος, ιστορικός, γράψας ιστορίαν της Αττικής.
243) Ακεστόδωρος, ιστορικός, γράψας ιστορίαν Ελληνικήν.
244) Τα Κέρατα ονομάζονται σήμερον έτι Κερατόπυργος, και είναι θέσις κειμένη επί του όρους του διαιρούντος την Ελευσίνα από των Μεγάρων, αφορώσα δε προς τον κόλπον της Σαλαμίνος. Πιθανόν δεν είναι παντάπασιν εδώ να εκάθησεν ο Ξέρξης, εις μέρος πολύ απέχον αφ' εκατέρου των στομίων όπου η μάχη έμελλε να γίνη και έγινε, εις μέρος προ πάντων άβατον σχεδόν εις τον πεζόν του στρατόν, και όπου θα ήτο μεμονωμένος περίπου. Ο Φανόδημος φαίνεται ότι έχει μάλλον δίκαιον· προήλθε δε πιθανώς η σύγχυσις εκ του ονόματος των Κεράτων, ό έφερεν, ως φαίνεται, και η περί το Ηράκλειον θέσις, διότι παρέμεινε και εκεί μέχρι τούδε υπό την μορφήν Κερατσίνι. Το Ηράκλειον έκειτο όπου περίπου το σημερινόν μοναστήριον του Σκαραμαγκά. Ο δε Πόρος, λέγεται σήμερον Πέραμα.
245) Δίφρον αργυρόποδα τον ονομάζουσιν ο Δημοσθένης και αι επί της Ακροπόλεως επιγραφαί. Ούτος, ληφθείς μετά των λαφύρων, ανετέθη μετά του ξίφους του Μαρδονίου εις τον ναόν της Πολιάδος επί της Ακροπόλεως.
246) Και το λαμπρόν πυρ, αναδιδόμενον εκ των θυσιών, και ο εκ δεξιών πταρμός, εις έτι δ' αρχαιοτέρους χρόνους, επί Ομήρου. (Οδυσσ. Ρ, 545) ο πταρμός εν γένει, ήτον αίσιος οιωνός.
247) Τον ωμοφάγον, τον σκληρόν, διότι αρχαιότατα εθυσιάζοντο εν Ελλάδι άνθρωποι εις αυτόν (Παυσ. Θ, 8). Η αποτρόπαιος αύτη μαντεία είναι στίγμα εις την λαμπράν εκείνην ημέραν και εις τον τότε των Ελλήνων πολιτισμόν.
248) Ίδ. § Ζ.
249) Τραγωδίαν σωζομένην. Το εγνώριζε δ' ο Aισχύλος, διότι εμάχετο και αυτός και ο αδελφός του επί των πλοίων.
250) Δεκέλεια, δήμος της Αττικής σήμερον Τατόι. Ο Αμεινίας λέγεται αδελφός του ποιητού Αισχύλου.
251) Πεδιείς ωνομάζετο επί Σόλωνος μία των τεσσάρων αρχαίων διαιρέσεων του Αττικού λαού. Φαίνεται δ' ότι έπειτα έμεινε τούτο ως όνομα δήμου, αλλαχόθεν όμως μη μαρτυρουμένου.
252) Αρτεμισία, βασίλισσα της Αλικαρνασσού, συνεκστρατεύουσα μετά πέντε πλοίων.
253) Άρα ο Ξέρξης εκάθητο πλησιέστατα εις την μάχην.
254) Ως γνωστόν, η Ελευσίς κείται εις το βάθος του κόλπου της Σαλαμίνος.
255) Εμπρός της Ελευσίνος προς τας Αθήνας εκτεινομένη μεγάλη πεδιάς.
256) Ο μυστικός Ίακχος ήτο πομπή ξοάνου τινός του Βάκχου, ιδίως Ιάκχου λεγομένου, ό κατά την 20 Βοηδρομιώνος έφερον μύρτοις εστεφανωμένον εξ Αθηνών εις Ελευσίνα, ψάλλοντες ύμνον, όστις και αυτός Ίακχος εκαλείτο. Καθ' Ηρόδοτον η φωνή ηκούσθη και, ουχί φως, αλλά κονιορτός πολύς, ως τρισμυρίων ανδρών, εφάνη εις το Θριάσιον, ημέρας τινάς προ της μάχης, όταν οι Πέρσαι επόρθουν την Αττικήν.
257) Οι Αιακίδαι, εξ Αιακού, όστις ην Αιγινίτης, ήσαν ο Τελαμών και ο Αίας.
258) Πλησιέστατα του μέρους όπου εγίνετο η μάχη, εντός της κοιλάδος του Αιγάλεω, της αγούσης, απ' Αθηνών προς το Θριάσιον κατά τον Ελευσίνιον κόλπον, έκειτο κατά Παυσανίαν (Α, 37) ναός του Απόλλωνος. Τούτου το ιδιαίτερον επίθετον ήτο πιθανώτατα Δάφνιος ή Δαφνηφόρος, διότι επί των ερειπίων αυτού ανηγέρθη η σωζομένη Βυζαντινή μονή, η ονομαζομένη Δ α φ ν ί ο ν.
259) Του ανατολικού στομίου του κόλπου της Σαλαμίνος.
260) Ο ποιητής Ίδ. Θησ. § Γ.
261) Ολ. 75, ά. τη 20 Βοηδρομιώνος, ήτοι τη 23 Σεπτ. του 480 π. Χ.
262) Ο Ξέρξης έζευξε τον Ελλήσποντον, και διεβίβασεν τον στρατόν του διά γεφύρας.
263) Καθ' Ηρόδοτον ο διάλογος ούτος έγινε μετά του Ευρυβιάδου, και τούτο είναι το πιθανώτερον.
264) Επί του βωμού του Ποσειδώνος εψηφοφόρησαν περί του τις ηρίστευσεν. Καθ' Ηρόδοτον ανεχώρησαν αφήσαντες εκ φθόνου την ψηφοφορίαν άκριτον. Αλλ' η κοινή των Ελλήνων πειποίθησις ανεκήρυξε τον Θεμιστοκλέα.
265) Καθ' Ηρόδοτον, εις μόνον αυτόν εν τη αρχαιότητι απέδωκαν τοιαύτην τιμήν.
266) Βασιλεύς της Σπάρτης εν έτει 742. Ίδ. Λυκ. 17.
267) Της Σπάρτης.
268) Οι Αιγινήται, έχοντες ναυτικήν δύναμιν, ήσαν τότε αντίπαλοι των Αθηναίων, οίτινες τους κατετρόπωσαν μετά είκοσι έτη. Δεν ήθελον δ' οι Λακεδαιμόνιοι να τειχισθώσιν αι Αθήναι, διότι τας εφοβούντο, και ίσως είχε προαποφασισθή τι μέτρον, καθ' ό ουδεμία Ελληνική πόλις επετρέπετο να τειχισθή, μη εις νέαν εισβολήν εύρωσι καταφύγιον οι Βάρβαροι, ως είχον εύρει εις Θήβας (Θουκ. Λ, 90).
269) Ιππ. 815.
270) Κατέστησε δηλαδή την πόλιν εντελώς παραθαλασσίαν, αύτην αναδείξας μέρος του Πειραιώς, ουχί τον Πειραιά μέρος των Αθηνών.
271) Τούτο είναι πρόληψις κατά των Τριάκοντα, παραχθείσα εκ της κοινής κατ' αυτών αποστροφής. Μέχρις αυτών το βήμα της Πνυκός δεν εδύνατο ν' αποβλέπη προς την θάλασσαν, διότι επεπρόσθει το τείχος το εγερθέν επί Θεμιστοκλέους. Το νέον βήμα ήτο κατά πάσαν πιθανότητα έργον αυτού του Θεμιστοκλέους, γενόμενον όταν το αρχαίον κατεστράφη ένεκα του τειχισμού. Ίδ. Rang. Antiquités Helléniques, II.
272) Παγασαί, πόλις Θεσσαλική περί τον Βώλον. Ο Ελληνικός στόλος από Σαλαμίνος ανέβη εκεί διά να επιτηρή τον Περσικόν αναχωρήσαντα εις τον Ελλήσποντον.
273) Οι Α μ φ ι κ τα ύ ο ν ε ς ήσαν αρχαιότατος σύνδεσμος διαφόρων πόλεων, ιδίως σκοπόν έχων την επιμέλειαν του εν Δελφοίς παναρχαίου ιερού, κατ' ολίγον δε και πολιτικόν λαβών χαρακτήρα. Συνεδρίαζεν άπαξ του έτους εις Δελφούς, και άπαξ εις Θερμοπύλας, όθεν και Π υ λ α γ ό ρ α ι εκαλούντο οι παρ' αυτώ αντιπρόσωποι των πόλεων, ή μάλλον η μία κατηγορία των αντιπροσώπων, διότι υπήρχον και άλλοι, λεγόμενοι Ιερομνήμονες. Φαίνεται ότι ούτοι είχον την ψήφον, εκείνοι δε το συνηγορείν και βουλεύεσθαι, (Ίδ. τας εμάς Antiq. Hellén. II, αρ.903-905). Δώδεκα ήσαν κατ' αρχάς τα εν τω συλλόγω έθνη, και η αντιπροσωπεία ανήκεν αλληλοδιαδόχως εις εκάστην των πόλεων αυτών.
274) Ηρόδ. Η, 11.
275) Τιμοκρέων, ποιητής της Παλαιάς κωμωδίας.
276) Στίχοι ασυνάρτητοι, ή περικοπαί κατά σύστημα, εκ δακτύλων κυρίως και επιτρίτων, μετά βάσεων, αναλόγως προς τον ρυθμόν των εκκλησιαστικών τροπαρίων (Ίδ. Προοίμ. εις τας εμάς μεταφράσεις Ελλ. δραμάτων), καθ' όν μάλιστα και μετεφράσθησαν.
277) Περί Παυσανίου ίδ. κατωτέρω (ΚΓ), Λεωτυχίδας Βασιλεύς της Σπάρτης, Ξάνθιππος στρατηγός Αθηναίος, ο πατήρ του Περικλέους.
278) Εις τα Ίσθμια πιθανώς εφιλοξένει μεγαλοδόρως τους πανηγυρίζοντας, και τούτο διαβάλλει ο ταπεινόφρων και υβριστής κωμικός.
279) Η Μελίτη, συνοικία των Αθηνών, περίπου, ως φαίνεται, κατά το σημερινόν τρίτον αστυνομικόν τμήμα κειμένην.
280) Ατιμίαν έλεγον την στέρησιν πολιτικού τινος δικαιώματος.
281) Παυσανίας Κλεομβρότου, θείος και επίτροπος του Πλειστάρχου υιού και διαδόχου, του Λεωνίδου, ενίκησε τους Πέρσας εν Πλαταιαίς. Μετά ταύτα συνέδεσε μυστικάς συνενεννοήσεις μετά του Ξέρξου, υποσχεθέντος να τω δώση εις γάμον την θυγατέρα του. Φωραθείς, κατέφυγεν εις τον ναόν της Αθηνάς, όπου, τειχίσαντες τας θύρας, τον αφήκαν ν' αποθάνη της πείνης. Η ιδία μήτηρ του έθηκε τον πρώτον λίθον.
282) Το Ελληνικόν κείμενον φέρει Αγραλώθεν, αλλ' είναι προφανώς εσφαλμένον, αντί Αγρυλήθεν, ως φαίνεται εις πάσας τας επιγραφάς το δημοτικόν του δήμου Αγρυλή. Άγραυλος δεν υπήρχεν ουδέ δήμος ουδέ χωρίον, αλλ' ήτον όνομα νύμφης, ήτις είχεν ιερόν εν Αγρυλή πέραν του Ιλισσού.
283) Κατά Θουκυδίδην (Α. 136) οι Κερκυραίοι εφοβήθησαν να δεχθώσι τον Θεμιστοκλέα. Ήτον δε προχειρότατον δ' αυτόν να περάση εις Ήπειρον, απέχουσαν μόλις μιας ώρας πλουν από της Κερκύρας.
284) Αχαρναί, δήμος της Αττικής, δυτικώς των Αθηνών προς τον Πάρνηθα, περί το σημερινόν Μενίδι.
285) Ίδ. § Δ.
286) Θεόφραστος, ο Λεσβίος, μαθητής του Αριστοτέλους, ίδ. Σόλ. Δ.
287) Θουκυδ. Α. 135.
288) Πύδνα, πόλις της Μακεδονίας, εις τον Θερμαϊκόν κόλπον. Από της Ηπείρου μετέβη διά ξηράς εις την ά λ λ η ν θ ά λ α σ σ α ν, την της Μακεδονίας, όπως εκείθεν πλεύση εις την Ασίαν, χωρίς να παραπλεύση την Ελλάδα.
289) Θεόπομπος Χίος, ρήτωρ και ιστορικός, επί Φιλίππου και Αλεξάνδρου, μαθητής του Ισοκράτους. Έγραψε λόγους ιστορικούς εις 58 βιβλία, μη διασωθέντας.
290) Κύμη, πόλις της μικράς Ασίας, πρωτεύουσα της Αιολίας.
291) Άνω εννοεί τους εν Περσία παρά τη αυλή του Μεγάλου Βασιλέως.
292) «Νυκτή φωνήν, νυκτί βουλήν, νυκτί την νίκην δίδου.»
Τον στίχον τούτον, καίτοι ευεξήγητον, ηναγκάσθην να μεταφράσω, διά το μέτρον· διότι, ως εκ της τυχαίας θέσεως των τόνων φαινόμενος ότι έχει ρυθμόν ιαμβικόν, είναι όμως τροχαϊκός, ως εν τη μεταφράσει.
293) Η ράβδος ήν εκράτουν οι κήρυκες, έχουσα δύο όφεις περιειλιμένους, και επί της κορυφής τον πτερωτόν πίλον του Ερμού, σημείον σπονδών και ειρήνης.
294) Η εξήγησις ήν ο Θεμιστοκλής και ο ξένος, αυτού έδωκαν εις το όνειρον φαίνεται ότι ωδήγησε τα περαιτέρω διαβήματά των.
295) «Των επί θύραις» λέγει το κείμενον. Δηλοί δ' η έκφρασις ως και «αι πύλαι», ή χρήται ο Ξενοφών, την αυλήν του Μεγάλου Βασιλέως, ως διετήρησαν αυτήν οι Οθωμανοί, ονομάζοντες την Αυλήν Β ά β ι χ ο υ μ α ϊ ο ύ ν, η υψηλή πύλη.
296) Ο εκ Λαμψάκου Χάρων, ιστορικός προγενέστερος του Ηροδότου, έγραψεν ιστορίαν των Περσών. Το δε χωρίον του Θουκυδίδου είναι Α, 137.
297) Έφορος, περίφημος ιστορικός της Ελλάδος μεταγενέστερος του Θουκυδίδου. Απ' αυτού απανθίζει πλείστα ο Στράβων. — Δείνων, ιστορικός επί Αλεξάνδρου, γράψας ιστορίαν των Περσών. — Κλείταρχος, υιός του Δείνωνος, ιστορικός και αυτός. — Ηρακλείδης, ο εκ Πόντου ιστορικός. Ίδ. Σόλ. Α.
298) Χρονικά, πιθανώς τα εν τη Περσική αυλή συνταττόμενα και διατηρούμενα. Ο Ξέρξης απέθανεν εν Ολ. 78, δ'. π. Χ. 465, και ολίγον μετά τον θάνατον αυτού ήλθεν, φαίνεται, εις Περσίαν ο Θεμιστοκλής, επί των επτά μηνών καθ' ούς ίσχυεν έτι ο τον Ξέρξην αναβιβάσας εις τον θρόνον Αρτάβανος, και οίτινες καταριθμούνται εις του Ξέρξου την βασιλείαν. Εντεύθεν οι δισταγμοί των ιστορικών. Ούτως έκρινεν ο Δοδουέλλ (Ann. Thucyd. σ. 78-80), και παρεδέχθη ο Κλίντων (Fast. Hellen. Ann. 465).
299) Ίδ. ανωτ. §. ΙΓ.
300) Ερατοσθένης, ο γεωγράφος επί Πτολεμαίων Ίδ. Λυκ. Α.
301) Έρριψε τον δακτύλιόν του κατά γης και έκυψε να τον λάβη διά να νομισθή μόνον ότι προσεκύνησε.
302) Περίφημον και πανάρχαιον μαντείον εις Δωδώνην, χώραν της Ηπείρου, εις ό βεβαίως ήλθεν ο Θεμιστοκλής, όταν διέτριβε παρά τω Αδμήτω.
303) Δύο αρχάς, ή δύο δαίμονας ελάτρευον οι Πέρσαι, τον Ωρομάζην, αρχήν του καλού, και τον Αριμάνιον, αρχήν του κακού.
304) Μάγοι, οι ιερείς των Περσών.
305) Βασιλεύς της Σπάρτης, καταφυγών προ πολλού εις την Περσίαν.
306) Κίθαριν, λέγει το κείμενον· υψηλόν βασιλικόν κάλυμμα της κεφαλής.
307) «Ω π α ί δ ε ς, α π ω λ ύ μ ε θ' α ν ε ι μ ή α π ω λ ύ μ ε θ α». Δηλαδή, αν δεν εξωριζόμην και κατετρεχόμην εν Ελλάδι, θα εζώμεν ακόμη αθλίαν ζωήν.
308) Ούτως εφορολόγουν οι Πέρσαι τας πόλεις. Εκάστης το εισόδημα προσδιωρίζετο δι' ιδιαιτέραν τινά δαπάνην.
309) Ίδ. §Δ
310) Πάσαι αύται αι πόλεις της μικράς Ασίας ολίγον μετά ταύτα, επί του Πελοποννησιακού πολέμου, ήσαν υποτελείς σύμμαχοι των Αθηναίων, Ίδ. τας εμάς Antiqu. Helléniques, I, σ. 289.
311) Κατοίκους δηλαδή της Πισιδίας ή Πισιδινής, επαρχίας κειμένης υπό τους βορείους πρόποδας του Ταύρου.
312) Η Ρέα, ιδίως τιμωμένη εν Φρυγία.
313) Δινδυμένη, επίθετον του Ρέας, εκ του όρους Δινδύμου του εν Μυσία.
314) Ίδ. ανωτ. § ΙΘ.
315) Τας της εντός Ασίας.
316) Αλωπεκή, δήμος της Αττικής, εις τους σήμερον λεγομένους Αγγελοκήπους.
317) Μένων σ. 93
318) Ανδοκίδης, είς των δέκα Αττικών ρητόρων επί Αλκιβιάδου.
319) Φύλαρχος, Αθηναίος ή Σικυώνιος, γράψας επί Πτολεμαίου, του Φιλοπάτορος τας εκστρατείας του Πύρρου.
320) Διόδωρος, ο περιηγητής, γεωγράφος περίφημος, εκ της πόλεως Χάρακος, ζήσας επί Αυγούστου.
321) Άλκιμον, το αριστερόν τω εξιόντι, ή ανατολικόν ακρωτήριον του λιμένος Πειραιώς.
322) Εις την προέχουσαν άκραν του Αλκίμου, εις την θέσιν περίπου ήν περιγράφει ο Πλούταρχος, υπάρχει τάφος εσκαμμένος εν τω βράχω, πιθανώς αυτός όν αναφέρει ο Διόδωρος, αφ' ού όμως εξέλιπεν η κ ρ η π ί ς ή τ ο β ω μ ο ε ι δ έ ς ύψωμα.
323) Πλάτων, άλλος παρά τον φιλόσοφον, αλλ' εκείνου περίπου σύγχρονος, ποιητής της αρχαίας κωμωδίας.
324) Αμμώνιος, φιλόσοφος, περιπατητικός εξ Αλεξανδρείας, ζήσας την ά. μετά Χριστόν εκατονταετηρίδα, διδάσκαλος του Πλουτάρχου.
325) Φούριος ην το όνομα της οικογενείας του, το δε κύριον αυτού όνομα ην Μάρκος. Κάμιλλος δ' εσήμαινε (ίδ. Β. Νουμά, σημ. Α'.) νέον του Διός ιερέα, και από τοιαύτης τω παρέμεινεν ιερατείας. Εγεννήθη δε περί τα 310 από κτήσ. Ρώμ. κατά Ολ. 84.
326) Ο Σέξτος Φούριος είχε γίνει ύπατος εν έτει 266 από κτ. Ρώμης, και συνεχώς το όνομα των Φουρίων απαντάται εις τον κατάλογον των υπάτων και χιλιάρχων.
327) Ο Π. Τούβερτος έγινε δικτάτωρ τω 324 α. κ. Ρ. δηλ. ότε Κάμιλλος ήτον μόλις 14 ή 15 ετών. Ο Λίβιος (Βιβλι. 4) δεν αναφέρει το ανδραγάθημα του Καμίλλου.
328) Censor. Το αξίωμα των τιμητών εσυστήθη το πρώτον κατά τα 310 ά. κτ. Ρ. ήτοι 4 έτη προ της γεννήσεως του Καμίλλου. Ο δε Κάμιλλος έλαβεν αυτό, ουχί αμέσως μετά την μάχην, και δεκαπενταετής ων, αλλά, καθ' όσον γνωστόν, το πρώτον μετά του Ποστουμίου, εν έτει β'. 353, ήτοι πολλά έτη μετά την μάχην, ής η δόξα τον παρηκολούθει και συνετέλεσεν εις την πρόοδόν του. Οι τιμηταί ήσαν δύο, και διωρίζοντο κατά πενταετίαν, και είχον την εκτίμησιν των περιουσιών των πολιτών επί σκοπώ των στρατιωτικών εισφορών. Η τοιαύτη επιμέλεια έδιδεν αυτοίς μεγάλην επιρροήν και βαρύτητα.
329) Veji, Vejenti και Vejentani.
330) Η λίμνη αύτη ονομάζεται την σήμερον του Καστέλ Γανδόλφου.
331) Επίσημοι εορταί, εις άς συνήρχοντο κατ' έτος τεσσαράκοντα επτά πόλεις υπό την προεδρείαν της Ρώμης εις όρος υψηλόν υπέρ την Άλβην.
332) Περί αυτών διά μακρών διαλαμβάνει, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς (Ζ. 70).
333) Και αλλαχού (π. Φιλαδελφ. 21) επικυροί ότι η Ματούτα ην η αυτή τη Λευκοθέα. Το αυτό λέγει και ο Κικέρων (Tusc. quaest. I και III. De Nat. deor.). Ήτον δ' η Λευκοθέα, και Ινώ άλλως λεγομένη, αδελφή της Σεμέλης, μητρός του Βάκχου, γυνή του εν Θήβαις Αθάμαντος. Ζηλοτυπήσασα δε κατά δούλης τινός, ερωμένης του ανδρός της, εμίσησεν όλας τας δούλας· δι' ό και ουδέποτ' εισήρχετο δούλη εις τον ναόν της πλην εκείνης ήν εισήγον διά να την διώξωσι μετά ραπισμάτων. Ωνομάζετο δε Ματούτα, διότι υπετίθετο ότι ήτον αυτή η Ηώς (Matutinus σημαίνει τον εωθινόν). Τω όντι δε και το όνομα Λευκοθέα είναι πρόσφορον διά την Ηώ, και το της θυγατρός αυτής Έλλης το φως κυρίως σημαίνει.
334) Η δεξίωσις αύτη προς τους ανεψιούς γίνεται διότι ο Διόνυσος ήτον της Λευκοθέας ανεψιός.
335) Ο ιστορικός Τίτος Λίβιος. Το Λατινικόν V γράφει ο Πλούταρχος πότε ΟΥ και Β. Τούτο δ' αποδεικνύει εναργέστατα ότι επ' αυτού καν το ελληνικόν Β δεν επροφέρετο τραχέως ως ΜΠ.
336) Ξόανον είναι το ξύλινον άγαλμα.
337) «Δ ε ι σ ι δ α ι μ ο ν ί α ν κ α ι τ ύ φ ο ν» λέγει το κείμενον, όπου το τύφος εξελήφθη απο Κοραή εις την σημασίαν της πυρώδους εξάψεως, από του τύφω, του καίω. Αλλά δύναται να σημαίνη και τον κόμπον, όν έχουσιν οι δεισιδαίμονες ως τα θεία βέλτιον των άλλων ανθρώπων γινώσκοντες. Τινές ηθέλησαν ν' αναγνώσωσι «δ ε ι σ ι δ α ι μ ο ν ί α ν κ α ι κ α τ ή φ ε ι α ν», ή «δ ε ι σ ι δ α ί μ ο ν α κ α τ ή φ ε ι α ν».
338) «Χ ρ η μ α τ ι σ ά μ ε ν ο ς» απαντάται εις όλα τα αντίγραφα. Αλλ' ο εκδότης Ρεΐσκιος, υπολαμβάνων εσφαλμένην την λέξιν, ενόμισε διορθωτέαν αυτήν εις «α χ ρ ή μ α τ ο ς»
339) Κατά Λίβιον τότε ταις εδόθη μόνον το δικαίωμα του να πορεύωνται εις τα δημόσια θεάματα εντός πολυτελών και κεκλεισμένων αμαξών, αίτινες εκαλούντο Πιλένται, εις δε τας συνήθεις ημέρας να οχώνται εις ανοικτάς αμάξας, τας καλουμένας Καρπέντας.
340) Θεωροί ήσαν οι στελλόμενοι υπό πόλεώς τινος εις μεμακρυσμένον ιερόν, επί σκοπώ λατρείας.
341) Αξίωμα ληφθέν, φαίνεται, έκ τινος ποιητού, αλλά παραφθαρέν εις το κείμενον.
342) Επτά νήσοι βορείως της Σικελίας. Την σήμερον Livari.
343) Λιπάρα, η μεγαλητέρα των νήσων του Αιόλου.
344) Φαλίσκιοι ή Φαλέριοι, επίσημος πόλις της Τυρρηνίας.
345) Η φυγή του συνέβη τέσσαρα έτη μετά την άλωσιν των Φαλερίων, 364, ά. κ. Ρ.
346) Εν Ομήρ. Ιλ. Α.
347) Αργύριον λέγει την αργυράν δραχμήν ή το δηνάριον και το Ασσάριον ήτον το πρώτον χαλκούν νόμισμα, ώστε και τα δέκα ασσάρια λέγει δεκάχαλκον.
348) Τον Ιούλιον διεδέχθη ο Κορνήλιος. Αλλ' η επελθούσα άλωσις της Ρώμης τοσαύτην, κατά Λίβιον, ενεποίησε δεισιδαίμονα κατάπληξιν εις τους Ρωμαίους, ώστε έκτοτε ουδείς ήθελε πλέον να διαδεχθή Τιμητήν αποθανόντα, και ηνάγκασαν και τον άλλον τιμητήν να παραιτηθή.
349) Το Κελτικόν γένος ήτον, κατά τας ιδέας των αρχαίων, λίαν εκτεταμένον, οικούν την Γαλλίαν την Γερμανίαν και την Ισπανίαν.
350) Ριπαία όρη, τα της Σιβηρίας.
351) Τα Πυρρηναία.
352) Οι Κελτόριοι εισίν άγνωστοι αλλαχόθεν. Ίσως διορθωτέον εις Κελτιβήρων. Οι δε Σέννωνες ήσαν λαός Γαλατικός, την Καμπανίαν οικών.
353) Η διήγησις αύτη πρέπει να έχη τι το μυθώδες, διότι Λουκίμων δεν ήτον παρά τοις Τυρρηνοίς όνομα κύριον, αλλά προσηγορικόν, σημαίνον τους ευγενείς.
354) Ουολούσκοι ή Ουόλσκοι (Volski), λαος της μεσαίας Ιταλίας, (του Λατίου) μεσημβρινώς της Ρώμης κατοικουντες πάρα την θάλασσαν μέχρι του Αμεσήνου ποταμού. Οι δε Φαλίσκοι, κάτοικοι της Τυρρηνικής πόλεως Φαλερίου, την σήμερον Sta Maria di Fallari.
355) Ίδ. Βίον Νουμά, ΙΒ.
356) Είκοσι στάδια απετέλουν μίαν ώραν.
357) Σήμερον ονομάζεται ο ποταμός ούτος Torrente di Catino.
358) Τον Τίβεριν.
359) Η μάχη συνεκροτήθη κατά τα ρωμαϊκά χρονικά την 18 Ιουλίου, 394 ά. κ. Ρ.
360) Ηράκλειτος, Φιλόσοφος της 70 Ολυμ. Ίδ. Ρωμ. 84. Την δόξαν ταύτην εκφράζει ο Ησίοδος εις το ποίημα το επιγραφόμενον «Έργα και Ημέραι».
361) Εις σύγγραμμα μη διατηρηθέν, και επιγραφόμενον «Π ε ρ ί H μ ε ρ ώ ν». Ίδε και Ρωμαϊκών κεφαλαίων κ α τ α γ ρ α φ ή ν 25.
362) Ιούνιος — Ιούλιος.
363) Η εν Λεύκτροις μάχη, εν Ολυμ. 102. β'., καθ' ήν ο Επαμινώνδας ενίκησε τους Σπαρτιάτας.
364) Κερησσός, φρούριον εν Βοιωτία παρά τας Θεσπιάς επί του Ελικώνος.
365) Αλλαχού δεν αναφέρεται ο αρχηγός ούτος των Θεσσαλών.
366) Βοηδρομιών, ο τρίτος μην, Αύγουστος — Σεμπτέμβιος. Η μάχη εγένετο εν Ολυμ. 72, γ'.
367) Εν Ολ. 75, β΄.
368) Ο Αλέξανδρος ενίκησε τον Δαρείον εν Ολ. 112, β'.
369) Ο Χαβρίας ενίκησε τον στόλον της Σπάρτης υπό τον Πόλλειν εν Ολυμ. 100.
370) Η εν Σαλαμίνι μάχη εν Ολυμ. 75, α.
371) Ίδε ανωτέρ. Σ. 196. σημ. 1.
372) Θαργηλιών, ο ενδέκατος, Απρίλιος — Μάιος.
373) Εν Ολυμ. 111, γ'.
374) Ο Τιμολέων, ελθών εκ Κορίνθου εις βοήθειαν των Σικελών κατά του Διονυσίου και των συμμάχων αυτού Καρχηδονίων, ενίκησε τούτους εν Κριμησώ κατ' Ολυμ. 110, ά.
375) Έρφορος, ιστορικός μετά Θουκυδίδην. Ίδ. Θεμιστ. ΚΖ. — . Καλλισθένης, ίσως ο Ολύνθιος, ανεψιός του Αριστοτέλους. Ή ο Ετεονίκου, Φαληρεύς, ρήτωρ, φίλος του Δημοσθένους. — Δαμάστης, ο Σιγιεύς, ιστοριογράφος σύγχρονος του Ηροδότου. — Φύλαρχος, ιστοριογράφος επί Πτολεμαίων. Ίδ. Θεμιστ. ΑΒ
376) Δεύτερος μην, Ιούλιος — Αύγουστος.
377) Κρανών, πόλις της Πελασγιώτιδος, εν Θεσσαλία, πλησίον της Λαρίσσης. Οι Έλληνες ηττήθησαν αυτόθι υπό του Μακεδόνος Αντιπάτρου, του πατρός του Κασσάνδρου, εν Ολ. 114, γ'.
378) Η εν Χαιρωνεία μάχη, καθ' ήν οι Έλληνες ενικήθησαν κατά κράτος υπό του Φιλίππου, εγένετο εν Ολ. 110, γ'.
379) Αρχίδαμος, υιός του Αγησιλάου, εικοστός Βασιλεύς της Σπάρτης, απελθών εις Ιταλίαν εις βοήθειαν των Ταραντίνων, εφονεύθη εν Μαδουρία, πόλει της Καλαβρίας.
380) Των ελευσινιακών μυστηρίων, τελουμένων εν Αθήναις από της 15ης μέχρι της 20ης βοηδρομιώνος, του τρίτου μηνός, αυγούστου — σεπτεμβρίου.
381) Αι Θήβαι κατεσκάφησαν εν Ολ. 111, β'.
382) Επί Κασάνδρου, εν Ολ. 118, β'.
383) Μυστηριώδης του Βάκχου πομπή, μέρος αποτελούσα των Ελευσινίων.
384) Γ. Σερουίλιος Καιπίων (C. Servilius Caepio), ενικήθη υπό των Κίμβρων εν έτει Ρ. 649, και ερρίφθη υπό των Ρωμαίων εις φυλακήν.
385) Τιγράνης, βασιλεύς της Αρμενίας, γαμβρός του Μιθριδάτου, κατακτήσας πολλά της μεγάλης Ασίας μέρη περί το 100όν π. Χ. και εις μακρούς πολέμους μετά των Ρωμαίων διατελέσας.
386) Βασιλεύς της Περγάμου, μετ' Αλέξανδρον.