Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος

Part 2

Chapter 237 wordsPublic domain

ΙΓ. Αι δ' Αθήναι, αφ' ού έπαυσεν η Κυλώνειος ταραχή, και εξώσθησαν, ως είπομεν, οι ανόσιοι, ήρχισαν πάλιν τας παλαιάς διχονοίας διά το πολίτευμα, και όσαι διαφοραί υπήρχον εις την χώραν, εις τόσα μέρη διηρέθη η πόλις· και το μεν των Διακρίων γένος ήτον δημοκρατικώτατον, ολιγαρχικώτατον δε το των Πεδιέων· τρίτοι δ' οι Πάραλοι (61), προτιμώντες μέσον τινά και μικτόν πολιτείας τρόπον, ήσαν εμπόδιον των άλλων δύο φατριών, και δεν τα άφηνον να υπερισχύσωσι. Τότε δ' είχε κορυφωθή η ανωμαλία μεταξύ των πενήτων και των πλουσίων, και η πόλις ήτον εις κρισιμωτάτην κατάστασιν, και εφαίνετο ότι άλλως δεν εδύνατο ν' αποκαταστηθή και να παύση ούτω ταραττομένη, εκτός αν καθιδρύετο μοναρχία. Ο δήμος όλος ήτον οφειλέτης των πλουσίων διότι ή εγεώργουν δι' εκείνους, δίδοντές τοις τα έκτα των προϊόντων, εκτημόριοι διά τούτο καλούμενοι και θήτες, ή δανειζόμενοι επί υποθήκη των σωμάτων των, ήσαν υποχείριοι των δανειστών των, και άλλοι μεν εγίνοντο δούλοι αυτών, άλλοι δ' επωλούντο εις την ξενιτείαν. Πολλοί δ' ηναγκάζοντο να πωλώσι και τα παιδία των, διότι ουδείς νόμος το απαγόρευε, και να φεύγωσι και εκ της πόλεως, εξ αιτίας της αυστηρότητος των δανειστών των. Οι δε πολυαριθμότεροι και οι ανδρειότεροι συνενοούντο, και παρεκινούντο αμοιβαίως να μη αμελήσωσιν, αλλά να εκλέξωσιν ένα αρχηγόν, άνθρωπον εμπιστοσύνης άξιον, και να ελευθερώσωσι τους καθυστερούντας οφειλέτας, και νέαν να ενεργήσωσι διανομήν της γης, και να μεταβάλωσι διόλου την πολιτείαν.

ΙΔ. Τότε δε των Αθηναίων οι φρονιμώτατοι, βλέποντες τον Σόλωνα μόνον όντα υπέρ πάντα άλλον των σφαλμάτων τούτων αμέτοχον, και μήτε τας αδικίας των πλουσίων συμμεριζόμενον, μήτε εις των πτωχών υποκείμενον τας ανάγκας, τον παρεκάλουν ν' αναμιγή εις τα κοινά και να παύση τας διχονοίας. Αλλ' ο Λέσβιος Φανίας (62) ιστορεί ότι αυτός ο Σόλων, απατήσας αμφοτέρους προς σωτηρίαν της πόλεως, υπεσχέθη κρυφίως εις μεν τους απόρους την διανομήν της γης, εις δε τους κεφαλαιούχους την επικύρωσιν των συμβολαίων. Ο ίδιος Σόλων όμως λέγει ότι μετά δισταγμού κατ' αρχάς εισήλθεν εις τα πολιτικά, φοβηθείς των μεν την φιλοχρηματίαν, των δε την υπερηφάνειαν. Εξελέγη δ' άρχων (63) μετά τον Φιλόμβροτον, και συμβιβαστής συγχρόνως και νομοθέτης, διότι τον εδέχθησαν προθύμως, ως εύπορον μεν οι πλούσιοι, ως χρηστόν δε οι πένητες. Λέγεται δ' ότι γνωμικόν τι αυτού, πρότερον ήδη περιφερόμενον, ότι «η ισότης δεν πολεμεί.» (64), ήρεσκε και εις τους κτηματίας και εις τους ακτήμονας, διότι οι μεν ήλπιζον κατ' αξίαν και αρετήν, οι δε κατ' αριθμόν και μέτρον να έχωσι την ισότητα. Όθεν, έχοντες εκατέρωθεν μεγάλας ελπίδας, οι αρχηγοί και των δύο μερών προσηλούντο εις τον Σόλωνα, προσφέροντες εις αυτόν την τυραννίδα, και θέλοντες να τον πείσωσι ν' αναλάβη τολμηρότερον της πόλεως την διοίκησιν. Πολλοί δε και εκ των ουδετέρων πολιτών, δυσχερή βλέποντες και δυσκολοκατόρθωτον την διά μέσου του λόγου και του νόμου μεταβολήν, δεν απέφευγον να τάξωσιν επί της διευθύνσεως των πραγμάτων, ένα, τον δικαιότατον και φρονιμώτατον των συμπολιτών των. Τινές δε λέγουσιν ότι και μαντεία εδόθη εις τον Σόλωνα εκ Δελφών τοιαύτη·

«Κάθησον συ εις το μέσον του πλοίου, καλού κυβερνήτου έργα τελών, βοηθούς θενά έχης πολλούς Αθηναίους.»

Προ πάντων δ' οι φίλοι του τον εμέμφοντο ότι διά το όνομα αποφεύγει την μοναρχίαν, ως να μη την καθίστα αμέσως βασιλείαν (65) η αρετή του λαβόντος, ως έγεινεν άλλοτε μεν εις τους Ευβοείς εκλέξαντας τον Τυννώνδαν, τότε δ' εις τους Μιτυληναίους, τον Πιττακόν (66) λαβόντας τύραννον. Αλλ' ουδέν τούτων μετέτρεψε τον Σόλωνα από της προαιρέσεώς του, αλλά προς μεν τους φίλους του είπεν ότι καλός μεν τόπος είναι η τυραννίς, αλλά δεν έχει έξοδον· προς δε τον Φώκον (67) γράφων εις τα πονήματά του, λέγει·

« Αν εφείσθην δε της γης της πατράδος, τυραννίας βίαν αν απέκρουσα, να μολύνω μη θελήσας την προτέραν δόξαν μου, δεν εντρέπομαι· νομίζω ούτω πως υπερτερώ τους ανθρώπους πάντας».

Όθεν προφανές είναι, ότι και προ της νομοθεσίας του είχε δόξαν μεγάλην. Όσα δε πολλοί έλεγον περιπαίζοντες αυτόν, διότι απέφυγε την βασιλείαν, τα έγραψεν ούτω·

«Φρόνιμος δεν είν' ο Σόλων ουδέ συνετός ανήρ. Ο Θεός καλά τω δίδει, και αυτός δεν δέχεται. Περιέκλεισε την άγραν, αλιεύς, αλλ' έσυρε δίκτυον μικρόν και θάρρος τον κατέλυε και νους Ήθελον ισχύν κερδίσας, πλούτον άφθονον λαβών, και ημέραν μίαν ζήσας τύραννος των Αθηνών, να 'γδαρώ ασκός κατόπιν και το γένος μου κ' εγώ».

ΙΕ. Ταύτα εισάγει εις τας ποιήσεις του λέγοντας περί αυτού τον όχλον και τους χυδαίους. Αλλ' αν και απέκρουσε την υπερτάτην αρχήν, δεν εδείχθη όμως πραότατος ουδέ μαλακός εις την διαχείρισιν των πραγμάτων, ουδ' ενομοθέτησεν υπείκων εις τους δυνατούς, ή χαριζόμενος εις τους εκλέξαντας αυτόν, θεραπείαν όμως και καινοτομίαν δεν επέφερε τας αρίστας, φοβηθείς μη συγχύση εντελώς και συνταράξη την πόλιν, και εκ τούτου εξασθενήσας, δεν δυνηθή να την αποκαταστήση πάλιν και να την οργανίση κατά τον άριστον τρόπον αλλ' εις όσα ήλπιζεν ότι λέγων θα τους εύρισκεν ευπειθείς, ή αναγκάζων αυτούς θα τους εύρισκεν υπομονητικούς, ταύτα έπραττε, βίαν ομού και δικαιοσύνην συνδέων, ως λέγει ο ίδιος. Όθεν ύστερον ερωτηθείς αν έγραψε τους αρίστους νόμους διά τους Αθηναίους, «τους αρίστους, είπεν, εξ όσων εδύναντο να δεχθώσιν». Ό,τι δε λέγουσιν οι νεώτεροι περί των Αθηναίων, ότι καλύπτουσι των πραγμάτων τας δυσκολίας διά λέξεων καλών και ηπίων, τας εκφράσεις ευγενώς μετριάζοντες, και τας μεν δημοσίας εταίρας (68) καλούσι, τους δε φόρους Σ υ ν τ ά ξ ε ι ς, φ υ λ α κ ά ς δε τας φρουράς των πόλεων, και ο ί κ η μ α το δεσμωτήριον, ήτον, ως φαίνεται, του Σόλωνος σόφισμα κατά πρώτον, όστις ωνόμασε Σεισάχθειαν των χρεών την αφαίρεσιν (69). Διότι ταύτην επεχείρησε πρώτην πολιτικήν μεταρρύθμισιν, γράψας τα μεν υπάρχοντα να εξαλειφθώσι, του λοιπού δε ουδείς να δανείζη επί υποθήκη σωμάτων. Αλλά τινές έγραψαν, και μεταξύ άλλων και ο Ανδροτίων (70) ότι οι πένητες ηυχαριστήθησαν, ανακουφισθέντες ουχί δι' αφαιρέσεως των χρεών, αλλά διά μετριάσεως των τόκων, και ωνόμασαν σεισάχθειαν το φιλανθρωπικόν τούτο μέτρον, και την συνοδεύσασαν αυτό αύξησιν των μέτρων και διατίμησιν του νομίσματος· διότι προσδιώρισε την μναν εις εκατόν δραχμάς, εν ώ πρότερον ήτον εβδομήκοντα και τριών (71), ώστε ωφελούντο μεν οι μεγάλας ποσότητας έχοντες να πληρώσωσι, διότι έδιδον ίσον μεν αριθμόν νομισμάτων προς τα οφειλόμενα, αλλά μικροτέρας αξίας, δεν εβλάπτοντο δ' οι λαμβάνοντες. Οι δε πλείστοι λέγουσιν ότι η σεισάχθεια ήτον ακύρωσις των συμβολαίων, και προς τούτο συμφωνούσι μάλλον του Σόλωνος τα ποιήματα· διότι ο Σόλων καυχάται εν αυτοίς, ότι της ενυποθήκου γης

«αφήρεσε τα τεθειμένα όρια. κ' είν' ελευθέρα η ποτέ δευλεύουσα,»

και των πολιτών όσοι υπεδουλώθησαν δι' αργύριον, άλλους μεν επανέφερεν εκ της ξένης,

«μη πλέον γλώσσαν αττικήν λαλούντας, ότι επλανώντο πολλαχού. Άλλους δ' ενταύθα, εις δουλείαν μισητήν υπήκοντας,»

τους κατέστησε, λέγει, ελευθέρους. Λέγεται δ' ότι τω συνέβη πράγμα λυπηρότατον εξ εκείνης της πράξεως· Όταν επεχείρησε ν' αποκόψη τα χρέη, και εζήτει λόγους αρμοδίους και κατάλληλον διά τον νόμον του αρχήν, διεκοίνωσεν εις τους σχετικωτέρους των φίλων του, εις ούς είχε πλείστην εμπιστοσύνην, εις τον Κόνωνα, τον Κλεινίαν, και τον Ιππόνικον, (72) ότι σκοπόν έχει την μεν κτήσιν της γης ουδόλως να συνταράξη, ν' αφαιρέση δε μόνον τα χρέη. Ούτοι δε, προλαβόντες ευθύς, επρόφθασαν και εδανείσθησαν πολλά χρήματα παρά των πλουσίων, και ηγόρασαν πολλάς χώρας, και έπειτα, όταν εξεδόθη ο νόμος, τα μεν κτήματα έχοντες και καρπούμενοι, τα δε χρήματα μη αποδίδοντες εις τους δανειστάς των, έγιναν αίτιοι να κατηγορηθή ο Σόλων και να διαβληθή, ότι διά του νόμου του δεν αδικείται και αυτός μετά των άλλων, αλλά τους άλλους αυτός αδικεί. Αλλ' η κατηγορία αύτη ανηρέθη ευθύς διά των πέντε ταλάντων (73), διότι τόσα ευρέθη ότι εδάνειζε, και αυτά πρώτος αφήκε κατά τον νόμον. Άλλοι δε λέγουσι δεκαπέντε, και είς τούτων είναι και ο εκ Ρόδου Πολύζηλος (74). Τους φίλους όμως αυτού εξηκολούθουν να τους ονομάζωσι χρεωκοπίδας.

ΙΣΤ. Δεν ήρεσε δ' εις κανένα, αλλά δυσηρέστησε και τους πλουσίους, διότι ηκύρωσε τα συμβόλαια, και έτι μάλλον τους πένητας, διότι δεν διένειμεν εκ νέου τας γαίας, καθώς αυτοί ήλπιζον, ουδέ κατέστησεν, ως ο Λυκούργος, τας περιουσίας εντελώς ομοίας και ίσας. Αλλ' εκείνος μεν, ενδέκατος απόγονος ων του Ηρακλέους, και πολλά έτη βασιλεύσας της Λακεδαίμονος, είχε και υπόληψιν μεγάλην, και φίλους, και δύναμιν, υπηρετούσαν τας καλάς περί της πολιτείας προθέσεις του, και, μεταχειρισθείς βίαν μάλλον παρά πειθώ, ώστε και εστερήθη του ενός οφθαλμού του, κατώρθωσε το μέγιστον προς σωτηρίαν της πόλεως και προς ομόνοιαν, το να μη είναι ουδείς των πολιτών ουδέ πλούσιος ουδέ πένης. Ο δε Σόλων τούτο μεν δεν κατώρθωσεν εις το πολίτευμα του, διότι ην εκ του δήμου και της μέσης τάξεως (75), αλλ' ουδέν έπραξε κατώτερον της ήν είχε δυνάμεως, μόνην βάσιν έχων την θέλησίν του και την εμπιστοσύνην των πολιτών. Ότι δε προσέκρουσεν εις τους πλείστους, διότι άλλα επρόσμενον παρά αυτού, το μαρτυρεί ο ίδιος, λέγων περί αυτών ότι·

Τότε μ' επεριποιούντο· τώρα δ' οργιζόμενοι, με λοξόν με βλέπουν όμμα όλοι ως πολέμιον.

Αν όμως, λέγει, άλλος τις είχε την αυτήν δύναμιν,

«δεν θέν' απείχεν, ουδέ θε να έπαυε, πριν ή ταράξας λάβη το αφρόγαλα.»

Αλλά ταχέως συνησθάνθησαν το συμφέρον των, και τας μεμψιμοιρίας αφέντες, προσέφερον θυσίαν κοινήν, ήν ωνόμασαν Σεισάχθειαν, και τον Σόλωνα δ' ώρισαν διορθωτήν της πολιτείας και νομοθέτην, αναθέσαντες εις αυτόν να προσδιορίση τα πάντα άνευ εξαιρέσεως, τας αρχάς, τας συνελεύσεις, τα δικαστήρια, τας βουλάς, και τον μισθόν εκάστου τούτων, και τον αριθμόν, και τον καιρόν, ακυρών ή φυλάττων εκ των υπαρχόντων και των καθεστώτων ό,τι ενέκρινε.

ΙΖ. Και πρώτον μεν ηκύρωσε τους νόμους του Δράκοντος, πάντας πλην των φονικών, εξ αιτίας της αυστηρότητος αυτών, και του μεγέθους των ποινών (76). Διότι σχεδόν εις πάντας τους πταίστας μία υπ' αυτών επεβάλλετο τιμωρία, ο θάνατος· ώστε και οι δι' αργίαν καταδικαζόμενοι απέθνησκον, και οι κλέψαντες λάχανα ή οπωρικά ετιμωρούντο εξ ίσου μετά των ιεροσύλων ή των φονέων· δι' ό και ο Δημάδης (77) μετά ταύτα ενεκρίθη ειπών ότι ο Δράκων έγραψε δι' αίματος, ουχί διά μελάνης τους νόμους του. Ο ίδιος δε, ως λέγουσιν, ερωτώμενος διατί εις τα πλείστα αμαρτήματα έταξε ποινήν θάνατον, απεκρίθη ότι τα μεν μικρά ταύτης νομίζει άξια, διά δε τα μεγάλα δεν έχει μεγαλητέραν.

ΙΗ. Δεύτερον δ' ο Σόλων θέλων τας μεν αρχάς πάσας ν' αφήση εις τους ευπόρους ως ήσαν και πριν, ν' αναμίξη δε την λοιπήν πολιτείαν, εν ώ ο δήμος έως τότε δεν μετείχεν αυτής, έλαβε την εκτίμησιν της περιουσίας των πολιτών, και πρώτους μεν έταξε τους παράγοντας ξηρών και υγρών καρπών ομού πεντακόσια μέτρα, και ωνόμασεν αυτούς πεντακοσιομεδίμνους (78)· δευτέρους δε τους δυναμένους να τρέφωσιν ίππον, ή να παράγωσι τριακόσια μέτρα, και τούτους εκάλουν Ι π π ά δ α τ ε λ ο ύ ν τ α ς (79)· Ζ ε υ γ ί τ α ι δ' ωνομάσθησαν οι του τρίτου τιμήματος, οίτινες είχον διακόσια μέτρα εκ των δύο ειδών (80). Οι δε λοιποί όλοι ελέγοντο Θήτες (81), και εις αυτούς δεν έδωκε καμμίαν αρχήν· μετείχον δε κατά τούτο μόνον των δημοσίων πραγμάτων, ότι συναπετέλουν τας εκκλησίας του δήμου, και εδίκαζον και αυτοί. Και τούτο μεν κατ' αρχάς εφάνη μηδέν, αλλά μετά ταύτα παμμέγιστον, διότι αι πλείσται των διαφορών εφέροντο εις τους δικαστάς· και όσα προσδιώρισε να κρίνωσιν οι άρχοντες, και περί εκείνων έδωκεν εις τους πολίτας, όσοι ήθελον, έφεσιν εις τα δικαστήρια. Λέγεται δ' ότι και τους νόμους ασαφείς μάλλον γράψας, και πολλάς εξηγήσεις επιδεχομένους, ηύξησε διά τούτου των δικαστηρίων την δύναμιν. Διότι, μη δυνάμενοι οι πολίται να συμβιβάζωσι τας διαφοράς των διά των νόμων, συνέβαινε να έχωσι πάντοτε ανάγκην των δικαστών, και εις αυτούς να φέρωσι πάσαν αμφισβήτησιν, ώστε ούτως εγίνοντο τρόπον τινά και των νόμων κύριοι. Την δ' εξίσωσιν ταύτην ήν επέφερε μαρτυρεί αυτός υπέρ εαυτού διά των επομένων.

«Όσον αρκεί, εις τον δήμον, τοσούτον απέδωκα κράτος, ούτ' αφαιρέσας τιμήν, ούτε δε πάλιν προσθείς. Όσοι δε δύναμιν είχον, και εις πλήθος προείχον [χρημάτων, ούτ' εις αυτούς να συμβή ήθελον τι βλαβερόν, Έστηκα δε, ισχυράν την ασπίδ' αμφοτέροις προτείνας, εις ουδετέρους αυτών άδικον νίκην αφείς.»

Φρονών δ' ότι ώφειλε να βοηθήση έτι μάλλον το αδύνατον πλήθος, έδωκεν εις έκαστον το δικαίωμα να ζητή λόγον υπέρ του αδικηθέντος· και όταν τις ερραβδίζετο, εβλάπτετο, ή εβιάζετο, πας ο δυνάμενος και θέλων είχε την άδειαν να κατηγορήση τον αδικούντα, και να καταδιώξη αυτόν εις τα δικαστήρια. Ούτως ορθώς συνείθιζε τους πολίτας ο νομοθέτης, ως μέλη ενός σώματος, να συναισθάνωνται και να συμπονώσιν ο είς διά τον έτερον. Απομνημονεύεται δ' αυτού και λόγος σύμφωνος προς τούτον τον νόμον, ότι, ερωτηθείς, ως φαίνεται, τις των πόλεων κάλλιστα κατοικείται, εκείνη, είπεν, εις ήν οι μη αδικούμενοι ουχ ήττον των αδικουμένων εγκαλούσι και τιμωρούσι τους αδικούντας.

ΙΘ. Συστήσας δε την βουλήν του Αρείου Πάγου (82) εκ των κατ' έτος αρχόντων, και εισελθών και αυτός εις αυτήν, διότι εχρημάτισεν άρχων, αλλά βλέπων τον δήμον επαιρόμενον και θρασύν γινόμενον διά την άφεσιν των χρεών, προσέθηκε και δευτέραν βουλήν, εκλέξας εξ εκάστης, των φυλών, αίτινες ήσαν τέσσαρες (83), ανά εκατόν άνδρας, και έταξεν αυτήν να προσκέπτηται τας υποθέσεις πριν υποβάλλωνται εις τον δήμον, και να μη αφήνη τίποτε απροβούλευτον να εισάγηται εις την εκκλησίαν αυτού. Την δ' άνω βουλήν (84) εκάθισεν επιτηρητήν των πάντων, και φύλακα των νόμων, φρονών ότι η πόλις, δύο έχουσα βουλάς, ως αν ήτον εις δύο αγκύρας προσδεδεμένη, ολιγώτερον θα παρεφέρετο υπό σάλου, και θα είχε μάλλον ηρεμούντα τον δήμον. Και οι πλείστοι μεν, ως ερρέθη, λέγουσιν ότι την βουλήν του Αρείου Πάγου ο Σόλων εσύστησε, και εις τούτο φαίνεται επιμαρτυρούν και το ότι ο Δράκων ουδαμού μνημονεύει ουδ' ονομάζει τους Αρειοπαγίτας, αλλά τους Εφέτας (85) πάντοτε αναφέρει περί των φονικών. Ο δε δέκατος τρίτος άξων (86) του Σόλωνος ούτως έχει αυτολεξεί τον όγδοον νόμον αυτού γεγραμμένον· «Εκ των ατίμων, όσοι ήσαν άτιμοι προ της αρχοντίας του Σόλωνος, να γίνωσιν επίτιμοι (87) όλοι, πλην όσοι εις τον Άρειον Πάγον, ή εις τους Εφέτας, ή εις το Πρυτανείον (88) καταδικασθέντες υπό των Βασιλέων, διά φόνον, ή διά σφαγάς, ή δι' επιχείρησιν του να καταλάβωσι την τυραννίαν, ήσαν φυγάδες όταν εφάνη ούτος ο νόμος.» Ταύτα λοιπόν πάλιν δεικνύουσι την βουλήν του Αρείου Πάγου ως υφισταμένην ήδη προ της αρχής του Σόλωνος· διότι τίνες ήσαν οι προ του Σόλωνος εις τον Άρειον Πάγον καταδικασθέντες, αν πρώτος ο Σόλων έδωκεν εις τον Άρειον Πάγον την δικαστικήν δικαιοδοσίαν; εκτός αν υπάρχη ασάφειά τις περί την σύνταξιν, ή αν εξέλιπον λέξεις, ώστε άτιμοι να έμενον όσοι είχον καταδικασθή διά κατηγορίας άς κρίνουσιν οι Αρειοπαγίται και οι Εφέται και οι Πρυτάνεις αφ' ότου ο νόμος εφάνη, οι δε λοιποί να έγινον επίτιμοι. Αλλά περί τούτων σκέφθητι και συ.

Κ. Εκ δε των άλλων νόμων αυτού ιδιότροπος μάλιστα και παράδοξος είναι ο διατάττων να είναι άτιμος ο κατά τας στάσεις εις ουδετέραν των μερίδων προστιθέμενος, θέλει δε, ως φαίνεται, κανείς να μη μένη απαθής ουδ' αναίσθητος προς τα κοινά, εξασφαλίσας τα καθ' εαυτόν, και εγκαυχώμενος ότι δεν συμπάσχει και δεν συμπονεί μετά της πατρίδος του· αλλ' αμέσως προστιθέμενος εις τους πολιτευομένους δικαιότερα και καλήτερα, να συγκινδυνεύη μάλλον μετ' αυτών και να τους βοηθή, παρά να περιμένη ακινδύνως τίνες θα υπερισχύσωσιν. Άτοπος δε και γελοίος φαίνεται ο επιτρέπων εις την επίκληρον, αν ο κατά τον νόμον εξουσιάζων και κύριος αυτής δεν δύναται να πλησιάζη αυτήν, να την λαμβάνη ο πλησιέστερος του ανδρός συγγενής (89). Αλλά και τούτο θεωρούσι τινές ορθόν, διά τους μη δυναμένους να νυμφευθώσι, λαμβάνοντας όμως τας επικλήρους διά τα χρήματά των, και, διά του νόμου, την φύσιν παραβιάζοντας. Διότι βλέποντες την επίκληρον εκλέγουσαν όντινα θέλει, ή παραιτούνται του γάμου, ή εμμένουσι μετ' αισχύνης, τιμωρούμενοι διά την κακοήθειαν και την φιλοπλουτίαν των. Καλόν δ' είναι και το ότι η επίκληρος εδύνατο να κοινωνή ουχί μετά πάντων, αλλά μεθ' ού τινος ήθελε των συγγενών του ανδρός της, ώστε το τέκνον της να είναι οικείον, και του ιδίου γένους μετέχον. Εις τούτο δε συντελεί και το να συγκατακλείηται η νύμφη μετά του νυμφίου, αφ' ού φάγη μετ' αυτού κυδώνιον (90), και το τρις εκάστου μηνός να συναπαντάται εξάπαντος μετά της επικλήρου ο λαβών αυτήν· διότι, και παίδας αν δεν έχωσιν, άλλα τιμή τις είναι αύτη και φιλοφροσύνη του ανδρός προς σώφρονα γυναίκα, αφαιρούσα πολλάς των δυσαρεσκειών όσαι συμπίπτουσι πάντοτε, και μη επιτρέπουσα τας διαφοράς να καταντώσιν εις αποστροφήν. Από δε των άλλων γάμων αφήρεσε τα προικία (91), διατάξας μόνον τρία ιμάτια, σκεύη τινά ελαχίστης αξίας, άλλο δε τίποτε να μη φέρη η νύμφη· διότι ήθελεν ο γάμος να μη είναι μισθωτός ουδ' αγοραστός, αλλά να συνοικώσιν ανήρ και γυνή διά ν' αποκτώσι τέκνα, και ν' απολαμβάνωσι της αγάπης τας ευχαριστήσεις. Ο Διονύσιος (92), όταν η μήτηρ του τω εζήτει να την δώση εις γάμον είς τινα των πολιτών, είπεν ότι «ως τύραννος ηκύρωσε τους νόμους της πόλεως, αλλά τους νόμους της φύσεως δεν δύναται να βιάση παρηλίκων γάμων γινόμενος προξενήτης.» Επίσης δε και εις τας πόλεις δεν πρέπει να επιτρέπηται η αταξία αύτη, ουδέ να παραβλέπωνται συζεύξεις παράκαιροι, και ουδεμίαν έχουσαι χάριν, ουδέ προς τα έργα και τον σκοπόν αφορώσαι του γάμου. Αλλά, προς γέροντα νυμφευόμενον νέαν, δύναται να ειπή ευφυής άρχων ή νομοθέτης το προς τον Φιλοκτήτην (93) και ευρών νέον εις δωμάτιον γραίας, εκ του γάμου, ως αι πέρδικες, παχυνόμενον, να τον μετοικίση προς παρθένον νύμφην, ανδρός ανάγκην έχουσαν. Ταύτα λοιπόν περί τούτων.

ΚΑ. Επαινείται δε του Σόλωνος και ο νόμος ο απαγορεύων να κατηγορώσι τους αποθανόντας· διότι όσιον μεν είναι ιερούς να νομίζωμεν τους μεταλλάξαντας τον βίον, δίκαιον δε να μη επιπίπτωμεν κατά των μη υπαρχόντων, και πολιτικόν να μη αφήνωμεν τας έχθρας να διαιωνίζωνται. Τας δε κατά ζώντων κακολογίας απηγόρευσεν εντός ιερών, και δικαστηρίων, και δημοσίων καταστημάτων των αρχών, και όταν τελώνται θεωρίαι αγώνων άλλως, έταξε να δίδωνται ως πρόστιμον, τρεις μεν δραχμαί προς τον ιδιώτην, άλλαι δε δύο εις το δημόσιον. Διότι το να μη κρατή τις ποτέ την οργήν του, είναι ίδιον ανθρώπου απαιδεύτου και ακολάστου· το δε να κρατή αυτήν πάντοτε, είναι δύσκολον, και είς τινας και αδύνατον. Πρέπει δ' ο νόμος να γράφηται τα δυνατά διατάττων, αν θέλη να τιμωρή ολίγους επωφελώς, και ουχί πολλούς ανωφελώς. Ηυδοκίμησε δε και ως προς τον νόμον των διαθηκών, διότι πρότερον άλλως δεν επετρέπετο, αλλά τα χρήματα και ο οίκος έπρεπε να μένωσιν εις την οικογένειαν του αποθανόντος. Ο δε νόμος όστις επέτρεψε να δίδη τις την περιουσίαν του, όταν δεν έχη παίδας, εις όν τινα βούλεται, ετίμησε την φιλίαν υπέρ την συγγένειαν, και την χάριν υπέρ την ανάγκην, και κατέστησε τα χρήματα κτήματα των εχόντων. Δεν επέτρεψεν όμως να διαθέτη τις πάλιν απλώς και άνευ περιορισμών, αλλά μόνον αν δεν έπραττε τούτο ένεκα νόσου, ή φαρμάκων, ή εις δεσμά κατεχόμενος, ή εις γυναίκα πειθόμενος· ορθότατα νομίζων ότι κατ' ουδέν διαφέρει το να πεισθή τις παρά το συμφέρον, του να βιασθή, αλλ' εις την αυτήν κατηγορίαν κατατάτων την απάτην μετά της ανάγκης, και μετά του πόνου την ηδονήν, διότι αμφότερα δύνανται επίσης να ταράξωσι του ανθρώπου τον λογισμόν. Έθηκε δε και εις τας εξόδους των γυναικών, και εις τα πένθη, και εις τας εορτάς νόμον προλαμβάνοντα την αταξίαν και την ακολασίαν, διατάξας, γυνή εξερχομένη να μη έχη περισσότερα των τριών ιματίων, ούτε να λαμβάνη μεθ' εαυτής τροφήν και ποτόν αξίας περισσοτέρας του οβολού (94), ουδέ κοφίνιον μεγαλήτερον ενός πήχεως, μήτε την νύκτα να βαδίζη, εκτός εφ' αμάξης, έχουσα λύχνον προπορευόμενον. Αφήρεσε δ' από των ταφών και το να τύπτωνται, και το να θρηνώσι προσποιητώς, και το να μοιρολογώσι ξένοι ξένους. Δεν αφήκε δε ουδέ να θυσιάζωσι βουν εις τας κηδείας, ουδέ να θάπτωσι μετά των νεκρών πλέον των τριών ιματίων, ουδέ να βαδίζωσιν εις ξένα μνήματα, πλην όταν γίνηται ενταφιασμός. Τούτων τα πλείστα απαγορεύουσι και οι ημέτεροι νόμοι (95). Προστίθεται δ' εις τους ημετέρους να τιμωρώνται διά προστίμου υπό των γυναικονόμων (96) οι τοιαύτα πράττοντες, ως υποκύπτοντες εις ανάξια ανδρών και εις γυναικώδη πάθη κατά τα πένθη.

ΚΒ. Βλέπων δ' ότι η μεν πόλις των Αθηνών επληρούτο ανθρώπων οίτινες αδιακόπως συνέρρεον πανταχόθεν εις την Αττικήν διά την αυτόθι ασφάλειαν, το δε πλείστον μέρος της χώρας ότι ήτον άγονον και ξηρόν, τους δε διά θαλάσσης εμπορευομένους ουδέν εισάγοντας προς τους ουδέν έχοντας να δίδωσιν εις αντάλλαγμα, έτρεψε τους πολίτας προς τας τέχνας, και νόμον έγραψε να μη αναγκάζηται υιός να τρέφη τον πατέρα του όστις ουδεμίαν τω εδίδαξε τέχνην. Διότι, ο μεν Λυκούργος, πόλιν κατοικών καθαράν όχλου ξενικού, και χώραν πολλήν εις πολλούς επαρκούσαν

«και δις τοσούτον πλείονα»

κατ' Ευριπίδην, και, το μέγιστον, έχων κατά πάσαν την Λακεδαίμονα διεσπαρμένον το πλήθος των Ειλώτων, δι' ούς συμφερώτερον ήτον να μη σχολάζωσιν, αλλά κατατριβόμενοι πάντοτε εις εργασίας και κοπιάζοντες να ταπεινώνται, καλώς ποιών απήλλαξε τους πολίτας ασχολιών βαναύσων και επιπόνων, και προσήλου αυτούς εις τα όπλα, όπως ταύτην την μίαν και μόνην τέχνην μανθάνωσι και ασκώσιν. Αλλ' ο Σόλων, προσαρμόζων τους νόμους μάλλον εις τα πράγματα παρά τα πράγματα εις τους νόμους, και βλέπων την φύσιν της χώρας ήτις μόλις εξήσκει εις τους γεωργούς, και δεν ηδύνατο να τρέφη όχλον αργόν και σχολάζοντα, περιήψεν υπόληψιν εις τας τέχνας, και έταξε την βουλήν του Αρείου Πάγου να επιτηρή, πόθεν έκαστος έχει τους πόρους του, και να τιμωρή τους αργούς. Εκείνο δ' είναι έτι σφοδρότερον, ότι ουδ' οι εξ εταιρών γεννώμενοι ήσαν υπόχρεοι να τρέφωσι τους πατέρας των, ως διηγείται Ηρακλείδης ο Ποντικός (97), διότι ο κατά τον γάμον τα καλά παραβλέπων ήθη, προφανές είναι ότι έλαβε γυναίκα δι' ευχαρίστησιν, και ουχί προς απόκτησιν τέκνων, στερείται επομένως της αμοιβής και του δικαιώματος του ν' απαιτή τι παρά των τέκνων του, αφ' ού και αυτήν την γέννησιν ως όνειδος τοις επέβαλεν.