Part 18
Κ. Ενόμιζε δ' ο Φάβιος ότι των πόλεων τας αποστασίας και τα κινήματα των συμμάχων έπρεπε μάλλον να τα εμποδίζη και να τα διαλύη δι' ηπίου συμπεριφοράς και διά πραότητος, μη εξελέγχων πάσαν υπόνοιαν, ουδέ λίαν αυστηρός προς τους υπόπτους δεικνύμενος. Ούτως, ως λέγεται, ακούσας ποτέ ότι στρατιώτης τις Μάρσος (622), εκ των πρώτων μεταξύ των συμμάχων κατά το γένος και την ανδρείαν, είχεν ομιλήσει μετά τινων άλλων εκτός του στρατοπέδου διά ν' αποστατήσωσι, δεν ηρέθισεν αυτόν, αλλά τω ωμολόγησεν ότι είχεν αμεληθή παρ' αξίαν, και τότε μεν ότι έπταιον διά τούτο οι αρχηγοί του, οίτινες διένεμον τας τιμάς χαριζόμενοι μάλλον παρ' αναλόγως της αρετής, έκτοτε όμως ότι εκείνον θέλει θεωρεί ως πταίοντα, αν, όταν έχη τινά ανάγκην, δεν αποτείνηται εις αυτόν και δεν τω την λέγη. Και ταύτα ειπών, τω εχάρισεν ίππον μάχιμον, και δι' άλλων τον εστόλισεν αριστείων, ώστε έκτοτε ο ανήρ ούτος έγινε πιστότατος και προθυμότατος. Διότι δεινόν ενόμιζεν, οι μεν εις την ιππικήν και εις το κυνήγιον ασχολούμενοι να πραΰνωσι την απείθειαν, τον θυμόν και την αγριότητα των ζώων διά της επιμελείας μάλλον και της συνηθείας και της τροφής, παρά διά των μαστίγων και των δεσμών, οι δε άρχοντες των ανθρώπων να μη ζητώσι να διορθώσιν αυτούς διά της γλυκύτητος και διά της πραότητος, αλλά να φέρονται προς αυτούς μετά περισσοτέρας σκληρότητος και βίας παρ' ό,τι οι γεωργοί προς τας αγριελαίας και τας αγριαχράδας και τους ερινεούς, ας διά περιποιήσεων εξημερούσιν εις ελαίας εις απιδέας και εις συκάς. Ομοίως τω είπον ποτέ οι λοχαγοί ότι άλλος στρατιώτης, το γένος Λευκανός (623), περιεφέρετο εκτός του στρατοπέδου, και εγκατέλειπε πολλάκις την τάξιν του. Τότε ηρώτησε να μάθη οποίος τις ήτον κατά τ' άλλα ο άνθρωπος. Όλοι δ' εμαρτύρουν ότι δεν υπήρχεν άλλος τοιούτος στρατιώτης, και διηγούντο ενδόξους τινάς αυτού ανδραγαθίας και κατορθώματα. Εξετάζων δε περί της αιτίας της αταξίας του, εύρεν ότι είναι ο έρως προς νέαν κόρην, και δι' αυτήν εκινδύνευε μακράς οδούς προς εκείνην πορευόμενος εκτός του στρατοπέδου. Έστειλε λοιπόν και συνέλαβε την κόρην, και κρύψας αυτήν εντός της σκηνής, εκάλεσε τον Λευκανόν ιδαιτέρως προς εαυτόν· «Δεν αγνοώ, τω είπεν, ότι παρά την πατροπαράδοτον πειθαρχίαν και παρά τους νόμους της Ρώμης διανυκτερεύεις εκτός του στρατοπέδου πολλάκις. Επίσης όμως δεν αγνοώ ότι πριν ήσο καλός στρατιώτης. Διά τας ανδραγαθίας σου σοι συγχωρώ το σφάλμα σου· εις το εξής όμως θέλω εμπιστευθή εις άλλον να σε φρουρή». Προς ταύτα έμεινεν εκπεπληγμένος ο στρατιώτης. Καλέσας δ' ο Φάβιος έξω την νεάνιδα, την παρέδωκεν εις αυτόν, και τω είπεν. «Αύτη μεν εγγυάται ότι θέλεις μένει μεθ' ημών. Συ δε διά των έργων σου θα δείξης αν δεν απεδήμεις δι' άλλην μοχθηράν αιτίαν, και αν ο έρως και αύτη δεν ήσαν παρ' απλαί προφάσεις.» Ταύτα περί τούτων ιστορούσιν.
ΚΑ. Εκυρίευσε δε την πόλιν των Ταραντίνων (624) κατά τον εξής τρόπον. Εις το στράτευμα αυτού ήτον κατατεταγμένος νεανίας Ταραντίνος, έχων αδελφήν εις Τάραντα, πολλήν προς αυτόν τρέφουσαν φιλοστοργίαν και πίστιν. Ηγάπα δ' αυτήν ανήρ Βρέττιος (625), εξ εκείνων ούς είχε διορίσει ο Αννίβας να φρουρώσι και διοικώσι την πόλιν. Τούτο έδωκεν εις τον Ταραντίνον ελπίδα επιτυχίας, και εν γνώσει του Φαβίου εισήλθεν εις την πόλιν, επί λόγω ότι απέδρα προς την αδελφήν του. Και τας μεν πρώτας ημέρας ο Βρέττιος έμεινε μακράν της κόρης, νομίζων ότι ο αδελφός της ηγνόει τας σχέσεις της. Έπειτα δε λέγει προς αυτήν ο νεανίας. «Εκεί εκοινολογείτο ότι έχεις σχέσεις μετά τινος των μεγάλων ενταύθα και των δυνατών. Τις είναι ούτος; Αν είναι, ως τον λέγουσιν, άνθρωπος αρετής και λαμπρός, ολίγον φροντίζει περί της καταγωγής ο πόλεμος, όστις τα πάντα αναμιγνύει. Αισχρόν δεν είναι ουδέν ό,τι επιβάλλεται υπό της ανάγκης, και ευτυχία μάλιστα είναι εις καιρούς εφ' ών είναι ασθενής η δικαιοσύνη, να είναι πράος ο της βίας χρήσιν ποιούμενος». Ταύτα ακούσασα, εμήνυσεν η κόρη τον Βρέττιον, και τον παρουσίασεν εις τον αδελφόν της. Ούτος δε, υποβοηθών του βαρβάρου τον έρωτα, και φαινόμενος ότι καθίστα την αδελφήν του έτι μάλλον ή πρότερον εύνουν και ήμερον προς αυτόν, εκέρδισε την εμπιστοσύνην του, ώστε άνευ δυσκολίας μετέβαλε την διάνοιαν ανθρώπου, ερώντος και ιδιοτελούς, δι' ελπίδων μεγάλων δωρεών, άς τω υπέσχετο ότι θέλει τω δώσει ο Φάβιος. Ταύτα γράφουσιν οι πλείστοι περί τούτων. Τινές δε λέγουσιν ότι η γυνή υφ' ής μετεπεισθη ο Βρέττιος δεν ήτον Ταραντίνη, αλλά Βρεττία το γένος, ερωμένη δε του Φαβίου. Ως δ' ήκουσεν ότι ο αρχηγός των Βρεττίων ήτον συμπολίτης αυτής και γνώριμος, το είπεν εις τον Φάβιον, και ελθούσα μετ' αυτού εις συνομιλίας υπό το τείχος, έπεισε και διέφθειρε τον άνθρωπον.
ΚΒ. Εν ώ δε ταύτα εγίνοντο, ο Φάβιος, σοφιζόμενος ν' αντιπερισπάση τον Αννίβαν, εμήνυσεν εις τους εν Ρηγίω (626) στρατιώτας να εισβάλωσιν εις την Βρεττίαν, και έχει στρατοπεδεύσαντες να κυριεύσωσι κατά κράτος την Καυλωνίαν (627). Ήσαν δ' ούτοι οκτώ χιλιάδες, αυτόμολοι οι περισσότεροι, οι αχρειέστεροι εκ των ατίμων ούς ο Μάρκελλος (628) είχε φέρει εκ Σικελίας. Η απώλεια αυτών μικράν λύπην και μικράν βλάβην ήθελε φέρει εις την πόλιν. Ήλπιζε λοιπόν, αφήνων τούτους εις τον Αννίβαν, και δελεάσας αυτόν διά τούτου, να τον μακρύνη από του Τάραντος. Τούτο δε και συνέβη· διότι ο Αννίβας εχύθη αμέσως εκεί μετά της δυνάμεώς του, εις καταδίωξιν των εισβαλόντων. Την δ' έκτην ημέραν, αφ' ού ο Φάβιος εστρατοπέδευσε πέριξ του Τάραντος, ο νεανίας, όστις είχε συνεννοηθή μετά του Βρεττίου και της αδελφής του, ήλθε διά νυκτός προς αυτόν, γνωρίζων και εξετάσας ακριβώς τον τόπον, εις όν παραφυλάττων ο Βρέττιος έμελλε να ενδώση, και να δεχθή εντός τους προσβάλλοντας. Αλλ' ο Φάβιος δεν εξήρτησε την επιτυχίαν του εκ μόνης της προδοσίας· αλλ' ο ίδιος μεν, πλησιάσας εκεί, έμενεν ήσυχος· το δ' άλλο στράτευμα προσέβαλλε τα τείχη κατά ξηράν τε και θάλασσαν, πολλήν συγχρόνως εγείρον κραυγήν και θόρυβον, μέχρις ότου οι πλείστοι Ταραντίνοι ώρμησαν εκεί και συνεσωρεύοντο περί τους μαχομένους εις τα τείχη. Τότε δ' ο Βρέττιος εδήλωσε διά σημείου τον καιρόν εις τον Φάβιον, όστις διά κλιμάκων αναβάς, εκυρίευσε την πόλιν. Εκεί όμως φαίνεται ότι ο Φάβιος εξώκειλεν εκ φιλοτιμίας· διότι διέταξε να φονεύσωσι πρώτους τους Βρεττίους, όπως μη γνωσθή ότι έλαβε διά προδοσίας την πόλιν· αλλ' ούτε την δόξαν ταύτην επέτυχε, και κατηγορήθη προσέτι δι' απιστίαν και δι' ωμότητα. Εφόνευσε δε και πολλούς εκ των Ταραντίνων. Επωλήθησαν δε τριάκοντα χιλιάδες, και την πόλιν διήρπασεν ο στρατός. Και εις μεν το δημόσιον εδόθησαν τρισχίλια τάλαντα (629). Εν ώ δε τα λοιπά όλα ελεηλατούντο, λέγεται ότι ο γραμματεύς ηρώτησε τον Φάβιον τι διατάττει περί των Θεών, ονομάσας ούτω τας εικόνας και τους ανδριάντας· ο δε Φάβιος ότι είπεν· «Ας αφήσωμεν εις τους Ταραντίνους τους Θεούς αγανακτούντας». Τον κολοσσόν όμως του Ηρακλέους μετακομίσας εκ Τάραντος έστησεν εις το Καπιτώλιον, και πλησίον τούτου έφιππον εαυτού ανδριάντα, εις ταύτα φανείς αγροικότερος του Μαρκέλλου, ή μάλλον αποδείξας εκείνον άνδρα θαυμαστόν διά την πραότητα και την φιλανθρωπίαν του, καθώς εγράψαμεν εις τον Βίον του.
ΚΓ. Λέγεται δ' ότι ο Αννίβας, ερχόμενος μετά σπουδής, μόνον τεσσαράκοντα στάδια καθυστέρησε (630), και ότι τότε φανερώς μεν είπεν· «Υπήρχε λοιπόν και άλλος Αννίβας παρά τοις Ρωμαίοις· διότι απωλέσαμεν την πόλιν των Ταραντίνων ως την εκυριεύσαμεν.» Ιδιαιτέρως όμως ότι τότε πρώτον τω συνέβη να ειπή εις τους φίλους του, ότι προ πολλού μεν έβλεπε δύσκολον, ήδη δε βλέπει αδύνατον να κυριεύση την Ιταλίαν διά των δυνάμεων όσας είχεν εις την διάθεσίν του. Τούτον εθριάμβευσεν ο Φάβιος δεύτερον θρίαμβον, λαμπρότερον του προτέρου, ως καλός αθλητής ανταγωνιζόμενος κατά του Αννίβου, και ευκόλως παραλύων τας επιχειρήσεις αυτού, ως δέματα και ως κόμβους μη έχοντας πλέον την αυτήν δύναμιν διότι μέρος μεν της δυνάμεως αυτού εχαλαρώθη υπό της τρυφής και του πλούτου, μέρος δ' ημβλύνθη και κατετρίβη διά των αδιακόπων αγώνων. Υπήρχε δέ τις Μάρκος Λίβιος (631), όστις εφρούρει τον Τάραντα, όταν εκυρίευσεν αυτόν ο Αννίβας, και εξηκολούθησε κατέχων την ακρόπολιν, χωρίς ν' αποδιωχθή, την εφύλαξε δ' έως ότου οι Ταραντινοί υπέκυψαν πάλιν εις τους Ρωμαίους. Τούτον δυσηρέστουν αι εις τον Φάβιον αποδιδόμεναι τιμαί, καί ποτε υπό φθόνου και φιλαυτίας κινούμενος, είπεν εις την σύγκλητον, ότι ουχί ο Φάβιος αλλ' αυτός έγινεν αιτία ν' αλωθή η πόλις των Ταραντίνων. Γελάσας δ' ο Φάβιος· «Την αλήθειαν λέγεις, είπε, διότι αν δεν είχες συ αφήσει να την λάβωσιν οι εχθροί, εγώ δεν θα την εκυρίευον.»
ΚΑ. Οι δε Ρωμαίοι και κατά τ' άλλα μεν λαμπρώς αντέμειβον τον Φάβιον, και τον υιόν αυτού Φάβιον ανέδειξαν ύπατον. Αφ' ού δ' αυτός παρέλαβε την αρχήν, και εν ώ επεμελείτο υποθέσεώς τινος περί του πολέμου, ο πατήρ αυτού, είτε διά γήρας και ασθένειαν, είτε θέλων να δοκιμάση τον υιόν του, ανέβη τον ίππον του, και ήλθε προς αυτόν διά του πλήθους των περιεστώτων. Ο δε νεανίας, ιδών αυτόν μακρόθεν, δεν υπέφερε τούτο, αλλά πέμψας ένα υπηρέτην, παρήγγειλε τον πατέρα του να καταβή, και να έλθη πεζός, αν έχη ν' αναφέρη τι εις τον άρχοντα. Και τους μεν άλλους δυσηρέστησεν η διαταγή, και εν σιωπή απέβλεπον προς τον Φάβιον, ως πάσχοντα αναξίως της δόξης του. Εκείνος όμως, πηδήσας αμέσως από του ίππου, έδραμε ταχεί βήματι προς τον υιόν του, και εναγκαλισθείς και ασπασθείς αυτόν, «Καλώς, τω είπεν, ω παι, φρονείς και πράττεις, συναισθανόμενος τίνων άρχεις, και πόσον μέγεθος εξουσίας ανέλαβες. Ούτω και ημείς και οι πρόγονοι την Ρώμην ηυξήσαμεν, υπέρ γονείς και παίδας προτιμώντες πάντοτε το καλόν της Ρώμης.» Λέγεται δ' ότι τω όντι ο προπάππος του Φαβίου, αποκτήσας δόξαν και δύναμιν μεγίστην εν Ρώμη, εγένετο πεντάκις ύπατος, και ετέλεσεν εκ μεγίστων πολέμων λαμπροτάτους θριάμβους. Όταν δ' ο υιός αυτού ήτον ύπατος, αυτός εστάλη πρεσβευτής εις τον πόλεμον (632) και εις τον θρίαμβον, εκείνος μεν εισήλθεν εις την πόλιν επί τεθρίππου, ούτος δε τον παρηκολούθει μετά των άλλων έφιππος, χαίρων ότι, εν ώ ήτον κύριος του υιού του, εν ώ ήτον και ωνομάζετο μέγιστος των πολιτών, ετίθετο όμως κατώτερος του άρχοντος και του νόμου. Αλλά δεν ήσαν ταύτα μόνα τα καθιστώντα θαυμαστόν εκείνον, Συνέβη δε ν' αποθάνη ο υιός του Φαβίου, και τότε ούτος την μεν συμφοράν υπέμεινεν ως ανήρ φρόνιμος και ως πατήρ χρηστός, μετριοπαθέστατα· το δ' εγκώμιον το προφερόμενον εις τας κηδείας των επισήμων πολιτών υπό των οικείων αυτών, αυτός το εξεφώνησεν ελθών εις την αγοράν, και έγραψε τον λόγον και τον εξέδωκε.
ΚΕ. Κατ' εκείνους τους χρόνους σταλείς εις Ιβηρίαν (633) ο Σκηπίων Κορνήλιος, τους μεν Καρχηδονίους απεδίωξε, νικήσας αυτούς εις μάχας πολλάς, εκέρδησε δ' υπέρ των Ρωμαίων έθνη πάμπολλα, και πόλεις μεγάλας, και πράγματα λαμπρά, και επιστρέψας περιεστοιχίζετο υπ' ευνοίας του δήμου και υπό δόξης ως ουδείς άλλος· Γενόμενος δ' ύπατος, και εννοών ότι ο δήμος μεγάλην τινά πράξιν απήτει και περιέμενε παρ' αυτού, το να πολεμήση προς τον Αννίβαν εν Ιταλία εθεώρει ως ιδέαν σκωριώσαν και γεροντικήν, και διενοείτο αυτήν την Καρχηδόνα και την Λιβύαν να πληρώση όπλων και στρατευμάτων, και να πορθήση αυτήν, μεταβιβάζων εκεί εξ Ιταλίας των πόλεμον, και εις τούτο εξ όλης καρδίας προέτρεπε τον δήμον. Αλλά τότε ο Φάβιος, παν είδος φόβου εμπνέων εις την πόλιν, και λέγων ότι υπ' ανδρός ανοήτου και νέου ερρίπτετο εις τον έσχατον και μέγιστον των κινδύνων, ούτε λόγου εφείδετο ούτε έργου δυναμένου ν' αποτρέψη τους πολίτας, και την μεν βουλήν έπειθεν, εις τον δήμον όμως εφαίνετο ότι κατηγόρει τον Σκηπίωνα φθονών αυτόν διά την επιτυχίαν του, και φοβούμενος, αν ήθελε κατορθώσει τι μέγα και λαμπρόν, και ή παύση όλως τον πόλεμον, ή τον μακρύνη από της Ιταλίας, μη φανή αυτός αδρανής και μαλακός, διότι τόσον καιρόν επολέμει άνευ επιτυχίας οριστικής. Φαίνεται δ' ότι κατ' αρχάς μεν ήρχισεν αντιλέγων ο Φάβιος εκ πολλής διά την ασφάλειαν μερίμνης και προνοίας, και φοβούμενος τον κίνδυνον, όστις ήτον τω όντι μέγας· αλλ' ότι έγινεν επιμονώτερος και προέβη περαιτέρω, εμποδίζων του Σκηπίωνος την αυξήσιν εκ φιλαυτίας τινός και εκ φιλονείκου διαθέσεως. Διά τούτο έπεισε και τον Κράσσον, όστις ήτον συνύπατος μετά του Σκηπίωνος, να μη τω αφήση την στρατηγίαν, ουδέ να υποκύψη εις αυτόν, αλλ' αν εγκριθή η εκστρατεία, αυτός να εκστρατεύση κατά των Καρχηδονίων· και δεν αφήκε να δοθώσι χρήματα διά τον πόλεμον. Αναγκαζόμενος επομένως ο Σκηπίων να πορισθή ο ίδιος χρήματα, έλαβεν αυτά εκ των Τυρρηνικών πόλεων, αίτινες μετ' αυτού είχον οικειότητα, και ήθελον να τον ευχαριστήσωσι. Τον δε Κράσσον εκώλυε ν' αναχωρήση της Ιταλίας και η φύσις αυτού, διότι δεν ήτον φιλόνεικος αλλά πράος, και ο θείος νόμος, διότι είχε την μεγίστην ιερωσύνην.
ΚΣΤ. Τότε δε δι' άλλης οδού αντιταττόμενος ο Φάβιος εις τον Σκηπίωνα, εμπόδισε τους νέους όσοι επροθυμούντο να συνεκστρατεύσωσι μετ' αυτού, και τους συνείχε, κραυγάζων εις τας βουλάς και τας συνελεύσεις, ότι ο Σκηπίων όχι μόνον ο ίδιος εδραπέτευε προ του Αννίβου, αλλ' απέπλει λαμβάνων μεθ' εαυτού και την λοιπήν δύναμιν της Ιταλίας, δημαγωγών διά ματαίων ελπίδων τους νέους, και πείθων αυτούς να εγκαταλείψωσι γονείς και γυναίκας και πόλιν, εις ής τας θύρας τροπαιούχος και ανίκητος κάθηται ο εχθρός. Ταύτα λοιπόν λέγων, εφόβισε τους Ρωμαίους, και εψήφισε να μεταχειρισθή ο Σκηπίων μόνα τα στρατεύματα της Σικελίας, και εκ των συνοδευσάντων αυτόν εις την Ιβηρίαν να λάβη τριακοσίους, οίτινες ήσαν πιστοί εις αυτόν. Η πολιτική αύτη του Φαβίου ήτον σύμφωνος προς την φύσιν αυτού. Όταν δ' ο Σκηπίων διέβη εις την Λιβύαν, και ευθύς ανηγγέλλοντο εις την Ρώμην έργα θαυμαστά, και πράξεις υπερήφανοι το μέγεθος και το κάλλος, και εις επικύρωσιν της φήμης ήρχοντο λάφυρα πολλά, και ο βασιλεύς των Νομάδων αιχμάλωτος, και δύο στρατόπεδα συγχρόνως επυρπολήθησαν, και πολλοί εφθάρησαν άνθρωποι εν αυτοίς, και όπλα πολλά και ίπποι συγκατεκάησαν, και πρεσβείαι εστέλλοντο υπό των Καρχηδονίων προς τον Αννίβαν, προσκαλούσαι και ικετεύουσαι αυτόν ν' αφήση τας ανεκτελέστους εκείνας ελπίδας, και να σπεύση εις βοήθειαν της πατρίδος του, εις δε την Ρώμην όλοι είχον διά στόματος τον Σκηπίωνα διά τα κατορθώματά του, τότε ο Φάβιος απήτει να πέμψωσι διάδοχον του Σκηπίωνος, άλλην μεν μη έχων πρόφασιν, ειπών δε το γνωστόν αξίωμα, ότι δεν είναι ασφαλές να πιστεύωνται εις ενός ανθρώπου τύχην πράγματα τόσον μεγάλα· διότι δύσκολον είναι να επιτυγχάνη είς και αυτός πάντοτε. Διά τούτων δε δυσηρέστησε το πλήθος, ως άνθρωπος δύσκολος και φθονερός, ή διά το γήρας όλως άτολμος γενόμενος, και τας ελπίδας αποκρούων, και τον Αννίβαν υπέρ παν μέτρον τρομάζων. Και αφ' ού δ' ούτος απέπλευσε της Ιταλίας μετά του στρατού αυτού, ουδέ τότε αφήκεν αθορύβητον και εν πεποιθήσει ασφαλείας την χαράν και το θάρρος των πολιτών αλλά τότε μάλιστα έλεγεν ότι η πόλις διέτρεχε τον έσχατον κίνδυνον, και ότι επίφοβος ήτο η θέσις των πραγμάτων αυτής. Διότι εις την Λιβύαν και προ της Καρχηδόνος βαρύτερος θα επιπέση κατ' αυτών ο Αννίβας, και εις τον Σκηπίωνα θ' αντιταχθή θερμός έτι υπό του αίματος πολλών αρχιστρατήγων και Δικτατώρων και υπάτων. Ώστε εκ των λόγων τούτων εταράττετο πάλιν η πόλις, και εν ώ ο πόλεμος είχε μετατεθή εις Λιβύαν, ενόμιζον ότι ο φόβος ήλθε πλησιέστερον εις την Ρώμην.
ΚΖ. Αλλ' ο Σκηπίων μετ' ολίγον καιρόν νικήσας εις μάχην κατά κράτος τον Αννίβαν, και ταπεινώσας και καταπατήσας την υπεροψίαν της Καρχηδόνος καταβεβλημένης, απέδωκεν εις τους πολίτας χαράν ανωτέραν πάσης ελπίδος, και την εξουσίαν αυτών τω όντι
Σεισθείσαν υπό σάλου την ανώρθωσε (634).
Του Φαβίου Μαξίμου όμως η ζωή δεν παρετάθη μέχρι του τέλους του πολέμου, ουδ' ήκουσεν αυτός του Αννίβου την ήτταν, ουδ' είδε την μεγάλην και βεβαίαν της πατρίδος του ευτυχίαν· αλλά καθ' όν καιρόν ο Αννίβας απήρχετο της Ιταλίας, νοσήσας, απέθανε. Και οι μεν Θηβαίοι έθαψαν δημοσίως τον Επαμινώνδαν διά την πενίαν ήν αφήκεν οπίσω του· διότι μετά θάνατόν του λέγεται ότι ουδέν ευρέθη εις την οικίαν του πλην ενός οβολού σιδηρού (635). Τον δε Φάβιον οι Ρωμαίοι δεν ενεταφίασαν μεν δημοσίως, αλλ' έκαστος προσέφερεν ιδιαιτέρως το μικρότατον των νομισμάτων του, ουχί ως βοηθών δι' ένδειαν αυτού, αλλ' ως θάπτων τον πατέρα του δήμου· και ούτως ο θάνατος αυτού έλαβε τιμήν και δόξαν της ζωής του αξίαν.
ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ
ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΚΑΙ
ΦΑΒΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ
Α. Και οι μεν βίοι των ανδρών τούτων τοιαύτην έχουσι την ιστορίαν. Επειδή δε και πολιτικής και πολεμικής αρετής πολλά και καλά παραδείγματα αφήκαν αμφότεροι, ας αρχίσωμεν εκ των πολεμικών, παρατηρούντες, ότι ο Περικλής, διοικήσας τον δήμον όταν ήτον εις θέσιν ευδαιμονεστάτην και μέγιστος δι' εαυτού, και όταν εις δυνάμεως υπερτάτην περιήλθεν ακμήν, δύναται να υποτεθή ότι ένεκα της κοινής ευτυχίας και της υγιούς καταστάσεως των πραγμάτων, διέμεινεν ασφαλής και απρόσκοπτος. Αι δε του Φαβίου πράξεις, αναδεχθέντος την διεύθυνσιν της πόλεως εις καιρούς αίσχους και συμφορών, δεν διετήρησαν αυτόν ασφαλή εις τα αγαθά, αλλ' εκ κακών τον προήγαγον εις τα κρείττονα. Και εις μεν τον Περικλέα επέτρεψαν αι επιτυχίαι του Κίμωνος, και του Μυρωνίδου και του Λεωκράτους τα τρόπαια, και τα πολλά και μεγάλα κατορθώματα του Τολμίδου, εορτάζων μάλλον και πανηγυρίζων να στρατηγή της πόλεως, παρά ν' ανακτήση και να φυλάττη αυτήν διά του πολέμου. Ο δε Φάβιος, βλέπων πολλάς μεν φυγάς και ήττας, πολλούς δε θανάτους και σφαγάς αυτοκρατόρων (636) και στρατηγών, τας λίμνας δε και τας πεδιάδας και τους δρυμούς πλήρεις νεκρών στρατοπέδων, και τους ποταμούς μέχρι της θαλάσσης αίμα και πεφονευμένους κυλίοντας, διά της ιδίας αυτού εμβριθείας (637) και ευσταθείας ανέλαβε και υπεστήριζε την πόλιν, και δεν αφήκε, παρασυρομένη υπό των σφαλμάτων των άλλων, να καταστραφή εντελώς. Αφ' ετέρου όμως δεν φαίνεται επίσης δύσκολον να διαχειρισθή τις πόλιν τεταπεινωμένην υπό συμφορών, και διά την ανάγκην εις ήν διατελεί υποτασσομένην εις τους φρονίμους, ως το να χαλινώση την αυθάδειαν και την θρασύτητα δήμου παραφερομένου και επαιρομένου διά τας ευτυχίας του. Κατά τούτον όμως τον τρόπον φαίνεται ο Περικλής δαμάσας τους Αθηναίους. Αλλά και το μέγεθος και πλήθος των κακών, όσα εφώρμησαν τότε κατά της Ρώμης, ανέδειξαν τον Φάβιον άνδρα μέγαν και ισχυρόν την διάνοιαν, διότι ούτε τον εσύγχυσαν, ούτε τον ηνάγκασαν να εγκαταλείψη τας ιδέας του.
Β. Και εις μεν την άλωσιν της Σάμου υπό Περικλέους δύναται ν' αντιταχθή η κατάληψις της Τάραντος, και εις την Εύβοιαν αι κατά την Καμπανίαν πόλεις· διότι την Καπύην εκυρίευσαν οι ύπατοι Φούλβιος και Άππιος (638). Δεν φαίνεται δε να ενίκησεν ο Φάβιος ποτέ εις μάχην εκ παρατάξεως, πλην εκείνης, μεθ' ήν ετέλεσε τον πρώτον του θρίαμβον, εν ώ ο Περικλής έστησεν εννέα τρόπαια, νικήσας τους εχθρούς κατά γην και κατά θάλασσαν. Δεν αναφέρεται δ' ουδεμία τοιαύτη πράξις του Περικλέους, οίαν έπραξεν ο Φάβιος αρπάσας τον Μινούκιον από των χειρών του Αννίβου, και διασώσας ολόκληρον στρατόπεδον των Ρωμαίων· και τούτο ήτον όντως έργον καλόν ανδρείας ομού, φρονήσεως και χρηστότητος. Επίσης όμως πάλιν ουδέ λάθος κανέν αναφέρεται του Περικλέους, οποίον έσφαλεν ο Φάβιος, απατηθείς υπό του στρατηγήματος του Αννίβου διά των βοών, όταν κατέλαβε τον εχθρόν αυτομάτως και εκ τύχης εμπεσόντα εις τα στενά, και τον αφήκε να φύγη κρυφίως διά νυκτός, και την ημέραν να διέλθη διά της βίας, και να τον προκαταλάβη βραδύνοντα, και να τον νικήση εν ώ είχε συλληφθή υπ' αυτού. Αν δ' ο καλός στρατηγός πρέπη ουχί μόνον τα παρόντα να ηξεύρη να διοική, αλλά και να προνοή ορθώς περί των μελλόντων, ο μεν πόλεμος των Αθηναίων ετελείωσεν ως προείδε και προείπεν ο Περικλής· διότι εις πολλά αναμιγνύμενοι, απώλεσαν την δύναμίν των. Οι δε Ρωμαίοι, πέμψαντες παρά την γνώμην του Φαβίου τον Σκηπίωνα κατά των Καρχηδονίων, εγένοντο παντοκράτορες ουχί εκ τύχης, αλλά διά της σοφίας και ανδρείας του στρατηγού όστις ενίκησε τους εχθρούς. Ώστε υπέρ τούτου μεν μαρτυρούσιν αι αποτυχίαι της πατρίδος του ότι καλώς προεγνώρισεν, ο δε υπό των κατορθωμάτων αυτής εξελέγχεται ότι εντελώς ηπατήθη. Ίσον δε σφάλμα είναι του στρατηγού το να εμπέση εις κακόν χωρίς να το περιμένη, ως το ν' αφήση εκ δυσπιστίας να παρέλθη καιρός κατορθώματος· διότι η αυτή, ως φαίνεται, απειρία και το θάρρος γεννά και το θάρρος αφαιρεί.
Γ. Εις δε τα πολιτικά λίαν αξιοκατηγόρητος είναι ο Περικλής διά τον πόλεμον, διότι λέγεται ότι αυτός τον επέφερε, μη θελήσας να ενδώση εις την προς τους Λακεδαιμονίους φιλονεικίαν. Νομίζω δ' ότι ουδ' ο Φάβιος Μάξιμος θα ενέδιδέ ποτε εις τους Καρχηδονίους, αλλ' ότι ευγενώς θα υπέμενε τον κίνδυνον υπέρ της ηγεμονίας της Ρώμης. Του Φαβίου η προς τον Μινούκιον επιείκεια και πραότης καταδικάζει τον στασιασμόν κατά του Κίμωνος και του Θουκυδίδου, οίτινες άνδρες όντες αγαθοί και αριστοκρατικοί, ηναγκάσθησαν υπό του Περικλέους να φύγωσι, και εξωστρακίσθησαν. Η δύναμις όμως και το κράτος του Περικλέους ήτον μεγαλήτερον, όθεν και ουδένα άλλον στρατηγόν αφήκεν εις την πόλιν να υποπέση εις δυστυχήματα διά κακών βουλευμάτων· αλλά μόνος ο Τολμίδης, διαφυγών και αποκρούσας διά βίας αυτόν, κατεστράφη εν Βοιωτία· οι δ' άλλοι όλοι, διά το μέγεθος της δυνάμεώς του παρακολούθουν αυτόν, και υπετάσσοντο εις την γνώμην του. Ο δε Φάβιος καθ' εαυτόν ων άπταιστος και αναμάρτητος, φαίνεται ότι δεν είχεν επίσης την δύναμιν του να εμποδίζη τους άλλους· διότι δεν θα υπέπτιπτον εις τοσαύτας συμφοράς οι Ρωμαίοι, αν ο Φάβιος εδύνατο παρ' αυτοίς όσον ο Περικλής εν Αθήναις. Την δ' ως προς τα χρήματα μεγαλοφροσύνην αυτών απέδειξαν ο μεν ουδέν λαμβάνων παρά των διδόντων, ο δε πολλά δίδων εις τους ανάγκην έχοντας, και διά των ιδίων αυτού χρημάτων εξαγοράσας τους αιχμαλώτους. Ταύτα όμως δεν ήσαν πολλά τον αριθμόν, αλλά μόνον έξ τάλαντα (639)· εν ώ δεν δύναταί τις να ειπή πόσα ο Περικλής εδύνατο να ωφεληθή και παρά συμμάχων και παρά βασιλέων, οίτινες διά την δύναμίν του ήθελον να τον περιποιώνται, και όμως διατήρησεν αδωροδόκητον εαυτόν και καθαρώτατον. Προς δε το μέγεθος των έργων και των ναών, και προς την ανέγερσιν οικοδομημάτων, δι' ών εκόσμησεν ο Περικλής τας Αθήνας, όλαι αι προ των Καισάρων φιλότιμοι της Ρώμης ιδρύσεις δεν δύνανται αξίως να παραβληθώσιν, αλλ' έξοχον έχει και ασύγκριτον το πρωτείον η μεγαλουργία τούτων και η μεγαλοπρέπεια.
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ.
1) Δίδυμος, ο Αλεξανδρεύς, γραμματικός επί Αυγούστου, γράψας υπομνηματισμούς εις λογογράφους και ποιητάς. Εις αυτόν αποδίδονται, αλλά κακώς, τα μικρά εις Όμηρον σχόλια. Ουδέν των συγγραμμάτων του διεσώθη.
2) Ασκληπιάδης, γραμματικός εκ Βιβυνίας, σύγχρονος του Διδύμου. Εσχολίασε και διόρθωσε συγγράμματα φιλοσόφων.
3) Φιλοκλής ήτον ο ανεψιός του Αισχύλου, τραγικός ποιητής, και έτερος, τραγικός και αυτός, και τρίτος, κωμικός, χλευαζόμενος υπ' Αριστοφάνους.
4) Από Κόδρου, του τελευταίου Βασιλέως, του θυσιασθέντος υπέρ της πόλεως.
5) Ηρακλείδης ο Ποντικός, φιλόσοφος εξ Ηρακλείας του Πόντου, μαθητής Σπευσίππου και Αριστοτέλους.
6) Σοφοκλ. Τραχίν. 442.
7) Συνήθως οι αρχαίοι ηλοίφοντο διά μύρων μετά το λουτρόν. Προ των γυμνικών αγώνων όμως ηλοίφοντο στεγνοί δ' ελαίου, και μετά ταύτα εκυλίοντο εις την άμμον. Η απαγόρευσις αύτη του Σόλωνος τοις έκλειεν άρα και τα γυμνάσια. Η δ' ετέρα, του να μη αγαπώσι τους παίδας, προήρχετο εκ του ότι ο έρως αυτών δεν εδύνατο να έχη τον καθαρόν και ευγενή χαρακτήρα της φιλίας των ελευθέρων.
8) Χάρμος, άγνωστος αλλαχόθεν.
9) Κατά τα Παναθήναια ετελείτο ο αγών της λαμπάδος ή λαμπαδηφορίας, καθ' όν οι αγωνιζόμενοι έτρεχον από της Ακαδημίας προς την πόλιν λαμπάδας έχοντες, και ενίκα εκείνος ούτινος η λάμπας δεν εσβύνετο.
10) Ο περιπατητικός. Ίδ. Λυκ. 20.
11) Ο Σόλων, ήτον ποιητής. Τούτο το απόσπασμα εκ των ποιημάτων του, ηρωελεγείον, σύγκειται, ως τα πλείστα εξ αυτών, εξ εξαμέτρων, και πενταμέτρων εναλλάξ. Έγραψε δε, ως φαίνεται εκ των αποσπαμάτων του, εις διάφορα μέτρα, και εις εξαμέτρους, και εις τριμέτρους ιαμβικούς, και εις τετραμέτρους τροχαϊκούς.
12) «Έργον ουδέν όνειδος· αεργίη δε τ' όνειδος». Ησιόδ. Έργ. και Ημ. 311.
13) Το κείμενον λέγει «Πρώτος», άλλα βεβαίως κατά λάθος, διότι τον οικιστήν της Μασσαλίας ονομάζει Πρώτιν ο Ιουστίνος (ΜΓ, Γ, 11), καθ' όν ενυμφεύθη Γύπτιν, την θυγατέρα Νάννου, του βασιλέως των Κελτών. Κατά δ' Αριστοτέλην (Αθήν. ΙΓ, 36), ο Πρώτις ην υιός του οικιστού της Μασσαλίας, Ευξείνου του Φωκαέως, νυμφευθέντος την θυγατέρα του Νάννου, Πέλταν.
14) Ο Μιλήσιος, είς των επτά σοφών. Κατά Διογένην τον Λαέρτιον, (Α), εμίσθωσε τα ελαιουργεία, και εκέρδησε πολλά χρήματα.
15) Πιθανώς άλλος του Ιατρού.
16) Περίανδρος, υιός Κυψέλου, τύραννος της Κορίνθου, είς των επτά σοφών και αυτός.
17) Αλιείς εκ της νήσου Κω.
18) Εκ της Μιλήτου, επισήμου πόλεως της Ιωνίας.
19) Βίας εκ Πριήνης της Ιωνίας, είς και αυτός των επτά σοφών.