Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος

Part 17

Chapter 1718 wordsPublic domain

Θ. Προσελθών δε μετά ταύτα ο Φάβιος, εις μεν τον δήμαρχον ουδ' εφρόντισε ν' απολογηθή· είπε δε να γίνωσι τάχιστα αι θυσίαι και αι ιερουργίαι, διά ν' απέλθη εις το στράτευμα να τιμωρήση τον Μινούκιον, διότι συνεκρούσθη μετά των εχθρών, εν ώ αυτός τω είχεν απαγορεύσει τούτο. Τότε θόρυβος ηγέρθη εν τω δήμω πολύς, διά τον κίνδυνον όν διέτρεχεν ο Μινούκιος· Διότι εις τον Δικτάτωρα επιτρέπεται και να φυλακίση και να θανατώση προ της δίκης. Ενόμιζον δ' ότι ο θυμός του Φαβίου, παρεκτραπείς εκ της συνήθους αυτού πραότητος, έπρεπε να είναι βαρύς και αδυσώπητος. Όθεν οι μεν άλλοι φοβηθέντες, ησύχαζον. Ο δε Μετίλιος, άφοβος εξ αιτίας της δημαρχικής αυτού θέσεως, ήτις μόνη, όταν εκλέγηται Δικτάτωρ, δεν στερείται της εξουσίας της, αλλά μένει εν ώ αι λοιπαί καταλύονται, επέμενε παρά τω δήμω, και τον παρεκάλει να μη εγκαταλείψη τον Μινούκιον και να μη τον αφήση να πάθη ό,τι ο Μάλλιος Τουρκουάτος (605) έπραξε προς τον υιόν του, αποκεφαλίσας αυτόν διά πελέκεως, αφ' ού ηρίστευσε και εστεφανώθη. Προέτρεπε δε ν' αφαιρέσωσιν από του Φαβίου την τυραννίδα, και ν' αναθέσωσι τα πράγματα εις τον δυνάμενον και θέλοντα να τα σώση. Εκ τοιούτων λόγων παρακινηθέντες οι άνθρωποι, τον μεν Φάβιον δεν ετόλμησαν ν' αναγκάσωσι να παραιτήση την μοναρχίαν, αν και ουδεμίας απελάμβανε δόξης, εψήφισαν δ' ο Μινούκιος να ήναι της στρατηγίας ομότιμος, και να διευθύνη τον πόλεμον μετ' ίσης εξουσίας ως και ο Δικτάτωρ, πράγμα απαραδειγμάτιστον άλλοτε, επαναληφθέν δ' ολίγον μετά ταύτα, μετά την εν Κάνναις ήτταν. Τότε Δικτάτωρ ήτον επί των στρατοπέδων ο Μάρκος Ιούνιος. Εις δε την πόλιν εφάνη αναγκαίον ν' αναπληρωθή το βουλευτικόν σώμα, διότι πολλοί συγκλητικοί είχον πέσει εις την μάχην, και τότε εξελέξαντο και άλλον Δικτάτωρα, τον Φάβιον Βουστεώνα. Αλλ' ούτος, άμα εφάνη εις το δημόσιον, και κατέταξε τους άνδρας, και συνεπλήρωσε την βουλήν, αυθημερόν απέπεμψε τους ραβδούχους, και διαφυγών τους θέλοντας να τον προαγάγωσιν, εισήλθεν εις τον όχλον, και συνανεμίγη μετ' αυτού, και ως ιδιώτης διέτριβεν εις την αγοράν, διοικών και διαθέτων τας ιδίας αυτού υποθέσεις.

I. Αναδείξαντες δε τον Μινούκιον ισοδύναμον προς τον Δικτάτωρα, ενόμιζον ότι κατέβαλον και εταπείνωσαν τούτον, πολύ ολίγον γνωρίζοντες τον άνδρα· διότι αυτός την ανοησίαν εκείνην δεν εθεώρει ως συμφοράν εδικήν του. Όταν ποτέ τις είπε προς τον σοφόν Διογένην (606), «Αυτοί σε περιγελώσιν,» «Αλλ' εγώ δεν περιγελώμαι», απεκρίθη εκείνος· διότι εφρόνει ότι εκείνοι μόνον περιγελώνται, όσοι συναισθάνονται τα τοιαύτα, και ταράττονται εξ αυτών. Ούτω και ο Φάβιος ανείχετο απαθώς και ευκόλως το καθ' εαυτόν τα γινόμενα, συντελών εις απόδειξιν του αξιώματος των φιλοσόφων, ότι ο αγαθός και σπουδαίος ανήρ ούτε υβρίζεται ούτε ατιμάζεται. Τον ελύπει όμως του πλήθους η αφροσύνη διά τα κοινά, διότι έδιδεν αφορμήν προς πόλεμον εις άνδρα μη έχοντα υγιαίνουσαν την φιλοτιμίαν. Φοβηθείς δε μη εντελώς υπό κενοδοξίας και υπεροψίας παραφερόμενος, προφθάση να πράξη κακόν τι, εξήλθε της πόλεως χωρίς ουδείς να τον εννοήση, και έφθασεν εις το στρατόπεδον. Ευρών δε τον Μινούκιον όστις δεν εκρατείτο πλέον, βαρύν και τετυφωμένον, και αξίωσιν έχοντα να στρατηγή και αυτός εξ ημισείας, τούτο μεν δεν το συνεχώρησε· διήρεσε δε την δύναμιν μετ' αυτού, φρονών ότι είναι προτιμώτερον να διοική μέρος μόνον, παρά να συμμερίζηται μετ' εκείνου την του όλου διοίκησιν. Και το μεν πρώτον τάγμα και το τέταρτον έλαβεν αυτός, το δε δεύτερον και το τρίτον παρέδωκεν εις εκείνον, και διήρεσεν επίσης και τα τάγματα των συμμάχων. Βλέπων δε τον Μινούκιον καυχώμενον και χαίροντα διότι το αξίωμα της ακροτάτης και μεγίστης εξουσίας εταπεινώθη και εξουθενώθη εξ αιτίας αυτού, τω ενεθύμιζεν ο Φάβιος, ότι ουχί προς τον Φάβιον, αλλά προς τον Αννίβαν είχε ν' αγωνισθή. Αν δε φιλονεική και προς τον συνάρχοντά του, να προσέξη μη ο νικήσας και τιμηθείς φανή ολιγώτερον του νικηθέντος και του υβρισθέντος υπό των πολιτών φροντίζων υπέρ της σωτηρίας και υπέρ της ασφαλείας αυτών.

ΙΑ. Εκείνος δε, τους λόγους μεν τούτους εξελάμβανεν ως ειρωνίαν γεροντικήν· λαβών δε την δύναμιν ήτις τω εδόθη εις την μερίδα του, εστρατοπέδευσε κατ' ιδίαν και χωριστά· ο δ' Αννίβας εκ των γινομένων τούτων ουδέν ηγνόει, αλλ' επετήρει τα πάντα. Υπήρχε δε λόφος μεταξύ αυτών, εύκολος να κυριευθή, οχυρός δ' εις στρατοπέδευσιν δι' όντινα ήθελε τον κυριεύσει, και έχων όλα τ' απαιτούμενα. Η δε πέριξ πεδιάς, άδενδρος ούσα, εφαίνετο μακρόθεν ομαλή και λεία, είχεν όμως τάφρους τινάς ουχί μεγάλας, και άλλας κοιλότητας. Ο Αννίβας εδύνατο μετ' ευκολίας να κυριεύση κρυφίως τον λόφον αλλά δεν ηθέλησε, και τον αφήκεν εν τω μέσω να μένη πρόφασις μάχης. Όταν δε είδεν ότι ο Μινούκιος εχωρίσθη του Φαβίου, διά νυκτός διέσπειρε στρατιώτας τινάς εις τας τάφρους και τας κοιλότητας. Άμα δ' εξημέρωσεν, έστειλε φανερώς ολίγον αριθμόν να καταλάβη τον λόφον, διά να παροξύνη τον Μινούκιον να πολεμήση υπέρ του τόπου. Τούτο και συνέβη τω όντι· διότι ούτος πρώτον μεν έστειλεν ελαφρόν στρατόν, έπειτα δ' ιππείς, και τέλος, βλέπων τον Αννίβαν ότι ήρχετο να βοηθήση τους επί του λόφου, κατέβη παρατάξας πάσαν την δύναμιν, και συνάψας ισχυράν μάχην, προσέβαλλε τους τον λόφον κατέχοντας, συμπλακείς μετ' αυτών, και ισορρόπως αγωνιζόμενος, έως ότου, ιδών αυτόν ο Αννίβας καλώς ηπατημένον, και τα νώτα παρουσιάζοντα εις τους ενεδρεύοντας, ύψωσε το σημείον, και πανταχόθεν εγερθέντες αυτοί, και μετά κραυγών ορμώντες, εφόνευον τους των τελευταίων τάξεων, και ταραχή και τρόμος κατέλαβε τους Ρωμαίους. Τότε απώλεσε το θάρρος του και αυτός ο Μινούκιος, και στρέφων τα βλέμματα αυτού από αρχηγού εις αρχηγόν, τους έβλεπε μη τολμώντας να μένωσιν εις τας θέσεις των, αλλά συνωθουμένους εις φυγήν, ήτις δεν συνέτεινεν όμως εις σωτηρίαν των διότι οι Νομάδες (607) νικώντες ήδη περιέτρεχον το πεδίον, και εφόνευον τους σκορπιζομένους.

ΙΒ. Εν ώ δ' εις τοιαύτα κακά περιήρχοντο οι Ρωμαίοι, ο Φάβιος δεν ηγνόησε τον κίνδυνον, αλλά και προλαμβάνων αυτόν πριν επέλθη, είχε την δύναμιν εις τα όπλα παρατεταγμένην, και εφρόντιζε να γνωρίζη τα συμβαίνοντα, ουχί δι' αγγελιαφόρων, αλλά κατασκοπεύων αυτά ο ίδιος έμπροσθεν του χαρακώματος. Άμα λοιπόν είδεν ότι το στράτευμα περιεκυκλούτο και περιήρχετο εις αταξίαν, και έφθασε μέχρις αυτού η κραυγή των καταλειπόντων τας τάξεις των, και τρεπομένων εις φυγήν υπό φόβου, κτυπήσας τον μηρόν του και μεγαλοφώνως στενάξας, «Ω Ηράκλεις, είπε προς τους παρόντας, πόσον ταχύτερον αφ' ό,τι περιέμενον, βραδύτερον δ' αφ' ό,τι επροσπάθει ο ίδιος, κατεστράφη ο Μινούκιος!» Διατάξας δε να εξαγάγωσι τάχιστα τας σημαίας, και ο στρατός να τον παρακολουθήση, ανέκραξε· «Τώρα, ω στρατιώται, ενθυμηθήτε τον Μάρκον Μινούκιον, και σπεύσατε υπέρ αυτού· διότι είναι ανήρ λαμπρός και φιλόπατρις· Αν δ' έσφαλε κατά τι εκ της ανυπομονησίας του του ν' αποδιώξη τους εχθρούς, άλλοτε θέλομεν τον επιπλήξει.» Και πρώτον μεν άμα εφάνη, έτρεψεν εις φυγήν και διεσκόρπισε τους περιτρέχοντας την πεδιάδα Νομάδας. Έπειτα δε προυχώρει προς τους μαχομένους και περιβάλλοντας όπισθεν τους Ρωμαίους, και εφόνευε τους ανθισταμένους· οι δε λοιποί, πριν ή απομονωθώσι, και περιπέσωσιν εις όσα αυτοί έπραξαν εις τους Ρωμαίους, στραφέντες εδόθησαν εις φυγήν. Βλέπων δ' ο Αννίβας την μεταβολήν των πραγμάτων, και τον Φάβιον ότι μετ' ευρωστίας ανωτέρας της ηλικίας του προυχώρει, διά των εχθρών ωθούμενος, προς τον Μινούκιον άνω εις τον λόφον, διέκοψε την μάχην, και ανακαλών διά της σάλπιγος τους Καρχηδονίους, τους έφερεν οπίσω εις τα χαρακώματα, εν ώ και οι Ρωμαίοι μετά χαράς επέστρεφον εις τα εδικά των. Λέγεται δ' ότι όταν απήρχετο, είπε προς τους φίλους του περί του Φαβίου αστειευόμενος. «Δεν σας προέλεγον πολλάκις ότι η νεφέλη εκείνη ήτις εκάθητο εις τας κορυφάς, θέλει εκρήξει ποτέ βροχήν μετ' ανεμοζάλης και καταιγίδων;»

ΙΓ. Μετά δε την μάχην, λαφυραγωγήσας ο Φάβιος τους εχθρούς όσους εφόνευσε, ανεχώρησε χωρίς ουδέν τι προσβλητικόν ή δυσάρεστον να ειπή περί του συνάρχοντός του. Ο δε Μινούκιος, συναθροίσας τον στρατόν του, «Άνδρες, είπε, συστρατιώται, το να μη σφάλη ποτέ τις επί μεγάλων πραγμάτων είναι ανθρώπου ανώτερον· το δε, όταν σφάλη, να τω γίνωνται τα σφάλματα διδάγματα διά το εξής, τούτο είναι ίδιον ανδρός αγαθού και φρονίμου. Εγώ λοιπόν ομολογώ, ολίγον διά την τύχην παραπονούμενος, ότι μάλλον τη ευγνωμονώ. Διότι ό,τι δεν ενόουν τοσούτον χρόνον, τούτο εδιδάχθην εις μικρόν μέρος μιας ημέρας, γνωρίσας ότι εγώ δεν δύναμαι να είμαι άρχων, αλλ' έχω ανάγκην εις άλλον άρχοντα να υπόκειμαι· ουδέ πρέπει να φιλοτιμώμαι να νικώ εκείνους, υφ' ών καλλήτερον είναι να νικώμαι. Άρχων υμών δι' όλα τα λοιπά είναι ο Δικτάτωρ, αλλ' ως προς έν έσομαι εγώ αρχηγός σας, την προς εκείνον ευγνωμοσύνην, πρώτος εγώ δεικνύμενος ευπειθής, και πράττων ό,τι εκείνος προστάττει.» Ταύτα ειπών, και διατάξας να λάβωσι τους αετούς (608), και πάντες να τον ακολουθήσωσιν, επήγεν εις το χαράκωμα του Φαβίου, και εισελθών, προυχώρει προς την στρατηγικήν σκηνήν, ώστε όλοι εθαύμαζον και ηπόρουν. Ως δ' εξήλθεν ο Φάβιος, στήσας τας σημαίας εμπρός του, τον ησπάζετο μεγαλοφώνως πατέρα, οι δε στρατιώται τους στρατιώτας του εκάλουν πάτρονας. Τούτο δ' είναι το όνομα ό δίδουσιν οι απελεύθεροι εις τους ελευθερώσαντας αυτούς. Έγινε δε τέλος ησυχία, και ο Μινούκιος είπε· «Δύο νίκας, ω Δικτάτωρ, την σήμερον ημέραν ενίκησας, διά της ανδρίας σου μεν τον Αννίβαν, διά της φρονήσεως δε και διά της χρηστότητός σου τον συνάρχοντα· και διά της μεν έσωσας εμέ, διά της άλλης δε μ' εδίδαξας· και ηττήθην ήτταν αισχράν μεν υπ' εκείνου, καλήν δε και σωτήριον υπό σου. Σ' ονομάζω δε πατέρα χρηστόν, μη έχων εντιμοτέραν επωνυμίαν διότι μεγαλητέραν χάριν οφείλω εις σε, παρά εις τον γεννήσαντά με. Υπ' εκείνου εγεννήθην μόνος, υπό σου δε σώζομαι μετά τοσούτων». Ταύτα δ' ειπών, και εναγκαλισθείς το Φάβιον, τον ησπάζετο. Το αυτό δ' έπραττον και οι στρατιώται, ριπτόμενοι εις τας αγκάλας αλλήλων και καταφιλούμενοι, ώστε το στρατόπεδον ην πλήρες χαράς και γλυκυτάτων δακρύων.

ΙΔ. Μετά τούτο δ' ο Φάβιος παρητήθη της αρχής, και εξελέγησαν πάλιν ύπατοι (609). Και οι μεν πρώτοι αυτών διεφύλαξαν εκείνου το σχέδιον περί του πολέμου, ν' αποφεύγωσι μεν τας εκ παρατάξεως μάχας προς τον Αννίβαν, να βοηθώσι δε τους συμμάχους, και να εμποδίζωσι τας αποστασίας των. Αλλ' ο Τερέντιος Ουάρων, προαχθείς εις την υπατείαν εκ γένους ασήμου, επίσημος δε γενόμενος διά την δημοκοπίαν και την προπέτειάν του, εφάνη αμέσως ότι εξ απειρίας και εκ θρασύτητος ήθελεν αναρρίψει τον περί των όλων κύβον. Διότι εβόα εις τας εκκλησίας ότι ο πόλεμος θέλει μένει εν όσω η πόλις μεταχειρίζεται στρατηγούς Φαβίους, αυτός δε ότι την ιδίαν ημέραν θέλει ιδή και θέλει νικήσει τους εχθρούς. Συγχρόνως δε μετά τούτων των λόγων συνήγε και κατέγραψε τόσην δύναμιν, όσην ποτέ κατ' ουδενός εχθρού η Ρώμη δεν εκίνησε· διότι εστρατολογήθησαν εννέα μυριάδες παρά δύο χιλιάδας (610) Τούτο δ' εφόβισε πολύ τον Φάβιον και τους νουνεχείς των Ρωμαίων, διότι, αν κατεστρέφετο πάσα αύτη η πολυπληθής νεολαία, ελπίς δεν υπήρχε ν' ανακύψη πλέον η πόλις. Διά τούτο παρεκίνει τον συνάρχοντα του Τερεντίου Παύλον Αιμίλιον, άνδρα πολλών μεν πολέμων έμπειρον, αλλά μη αρέσκοντα εις τον δήμον, και πεφοβισμένον αφ' ότου είχε ποτέ καταδικασθή (611), και τον ενεθάρρυνε να καταστέλλη την μανίαν εκείνον, λέγων εις αυτόν ότι, θέλει έχει ν' αγωνίζηται ουχί τοσούτον προς τον Αννίβαν, όσον προς τον Τερέντιον υπέρ της πατρίδος· διότι θέλουσι σπεύσει να πολεμήσωσιν, ο μεν μη εννοών την δύναμίν του, ο δε εννοών την αδυναμίαν του. «Εγώ δε, ω Παύλε, τω είπε, δικαιούμαι μάλλον να πιστευθώ παρά ο Τερέντιος, διαβεβαιών σε περί των πραγμάτων του Αννίβου, ότι αν κανείς δεν τον πολεμήση τούτο το έτος, ή θα καταστραφή, αν μείνη, ο άνθρωπος, ή θέλει φύγει και μας αφήσει. Και σήμερον, όταν φαίνηται ότι νικά και υπερισχύει, ουδείς μεν των εχθρών προσήλθεν εις αυτόν, της δε δυνάμεως ήν έφερε μεθ' εαυτού εκ της πατρίδος του, ουδέ καν το τρίτον διασώζεται μέρος.» Εις ταύτα λέγεται ότι ο Παύλος απήντησε. «Το κατ' εμέ, ω Φάβιε, αν μόνον εις εμαυτόν απέβλεπον, προτιμότερον θα ήτον να πέσω υπό τα δόρατα των εχθρών, παρά εκ νέου από τας ψήφους των πολιτών. Αν όμως ούτως έχωσι τα δημόσια πράγματα, θα προσπαθήσω μάλλον εις σε να φανώ καλός στρατηγός, παρά εις όλους τους άλλους όταν με βιάζωσι διά τα εναντία.» Τοιαύτην έχων ο Παύλος προαίρεσιν, εξήλθεν εις τον πόλεμον.

ΙΕ. Αλλ' ο Τερέντιος πείσας αυτόν να διοικώσιν ημέραν παρ' ημέραν, και στρατοπεδεύσας πλησίον του Αννίβου παρά τον Αυφίδιον ποταμόν και τας λεγομένας Κάννας, ευθύς ως εξημέρωσεν ύψωσε το σημείον της μάχης. Είναι δε τούτο χιτών κόκκινος εκτεινόμενος υπέρ την στρατηγικήν σκηνήν, ώστε και οι Καρχηδόνιοι κατ' αρχάς εταράχθησχν ιδόντες την τόλμην του στρατηγού και το πλήθος του στρατοπέδου, εν ώ αυτοί δεν ήσαν ουδ' οι ημίσεις. Ο δ' Αννίβας, την δύναμιν διατάξας να οπλισθή, έφιππος μετ' ολίγων κατεσκόπευεν εξ ομαλού λόφου τους εχθρούς παραταττομένους. Εκεί είς εκ των οπαδών αυτού, ανήρ εξ ευγενών και αυτός, Γίσκων ονομαζόμενος, είπεν ότι θαυμαστόν τω φαίνεται το πλήθος των εχθρών. Αλλ' ο Αννίβας, συστείλας τας οφρύς, «λησμονείς άλλο τι, τω είπεν, έτι θαυμαστότερον.» «Το ποίον;» ερώτησεν ο Γίσκων. «Ότι, απεκρίθη, εν ώ είναι τόσοι, κανείς εξ αυτών δεν ονομάζεται Γίσκων.» Επειδή δε το σκώμμα τούτο εφάνη απροσδόκητον εις τους άλλους, τους κατέλαβεν όλους γέλως, και κατέβαινον από του λόφου, λέγοντες εις όσους τους απήντων τον αστεϊσμόν, ώστε πολύς πολλών ην ο γέλως, και δεν εδύναντο να συνέλθωσιν οι περί τον Αννίβαν. Τούτο βλέποντες οι Καρχηδόνιοι, έλαβον θάρρος, αναλογιζόμενοι ότι εκ πολλής και ισχυράς καταφρονήσεως εγέλων ούτω, και ο στρατηγός ηστεΐζετο παρ' αυτόν τον κίνδυνον.

ΙΣΤ. Κατά δε την μάχην μετεχειρίσθη στρατηγήματα, πρώτον μεν ως εκ του τόπου, λαβών κατά νότον τον άνεμον· διότι επήρχετο σφοδρός ως φλογερός πρίων, και εις πεδιάδας ανοικτάς και αμμώδεις τραχύν διεγείρων κονιορτόν, εφύσα αυτόν υπέρ την φάλαγγα των Καρχηδονίων προς τους Ρωμαίους, και προσβάλλων αυτούς, τους ηνάγκαζε να στρέφωσι τα πρόσωπα και τους ετάραττε. Δεύτερον δ' ετεχνάσθη ως προς την τάξιν διότι το ισχυρότατον και μαχιμώτατον της δυνάμεως τάξας εκατέρωθεν του μέσου, το μέσον τούτο συνεπλήρωσεν εκ των αχρειοτέρων, και το μετεχειρίσθη ως έμβολον πολύ προέχον της άλλης φάλαγγος. Ερρέθη δ' εις τους αρίστους, όταν οι Ρωμαίοι διαρρήξαντες τούτους, και ορμώντες κατά των υποχωρούντων, εισέλθωσιν εντός της φάλαγγος, ταχέως αυτοί στραφέντες εκατέρωθεν, να επιπέσωσιν εις τα πλάγια αυτών, και να τους περικυκλώσωσι, κλείοντες τον κύκλον των όπισθεν. Τούτο φαίνεται ότι επέφερε τον μεγαλήτερον φόνον. Διότι άμα ενέδωκε το μέσον, και εδέχθησαν τους Ρωμαίους διώκοντας, και η φάλαγξ του Αννίβου, μεταβαλούσα σχήμα, έγινε μηνοειδής, και οι ταξίαρχοι των επιτάκτων ταχέως κλίναντες τους μεν επί δεξιά τους δ' επί αριστερά (612) επέπεσαν εις τα γυμνά, τότε όλους όσοι δεν επρόφθασαν να διαφύγωσι την κύκλωσιν, τους κατέκοψαν κλείσαντες εν τω μέσω και τους εφόνευσαν. Λέγεται δ' ότι και το ιππικόν των Ρωμαίων υπέπεσεν εις σφάλμα παράδοξον. Πληγωθείς ο ίππος του Παύλου, έρριψεν αυτόν, ως φαίνεται, καί τινες των περί αυτόν, καταβάντες των ίππων των, εβοήθουν πεζοί τον ύπατον. Τούτο δ' ιδόντες οι ιππείς, και νομίσαντες ότι εδόθη κοινόν παράγγελμα, επήδησαν όλοι κατά γης, και εμάχοντο πεζοί μετά των εχθρών. Ιδών δ' αυτούς ο Αννίβας, «Τούτο ήθελον μάλλον, είπε, παρ' αν τους συνελάμβανον δεδεμένους.» Αλλά ταύτα διηγούνται οι γράψαντες τας διεξοδικάς ιστορίας. Εκ δε των υπάτων, ο μεν Βάρρων μετ' ολιγίστων ιππέων έφυγεν εις την πόλιν Ουενουσίαν. Ο δε Παύλος, εις το ρεύμα και την ανεμοζάλην της φυγής εκείνης, το σώμα έχων πλήρες βελών μενόντων έτι εντός των πληγών, και την ψυχήν υπό πένθους βαρείαν, εκάθησεν εις λίθον, και περιέμενε τον εχθρόν όστις ελθών να τον σφάξη. Αίμα δε πολύ έρρεε, και ην κεκολλημένον εις την κεφαλήν αυτού και το πρόσωπον, ώστε ην αγνώριστος, και φίλοι και υπηρέται αυτού παρήλθον εμπρός του χωρίς να τον διακρίνωσι. Μόνος δ' ο Κορνήλιος Λέντλος (613), νέος ευπατρίδης, ιδών και εννοήσας αυτόν, επέζευσε, και φέρων τον ίππον του, τον παρεκάλει να τον μεταχειρισθή, και να σωθή υπέρ των πολιτών, οίτινες τότε προ πάντων είχον ανάγκην αγαθού άρχοντος. Εκείνος δ' απέρριψε την παράκλησιν ταύτην, και ηνάγκασε τον νεανίαν ν' αναβή δακρύων εις τον ίππον του πάλιν. Έπειτα δε, δους εις αυτόν την δεξιάν, και αναστάς, «Ανάγγειλε, είπεν, ω Λέντλε εις τον Φάβιον Μάξιμον, και έσο μάρτυς ο ίδιος, ότι ο Παύλος Αιμίλιος ενέμεινεν εις την γνώμην αυτού μέχρι τέλους, και ουδέν ηθέτησεν εξ όσων τω υπεσχέθη, αλλ' ενικήθη πρώτον μεν υπό του Βάρωνος, έπειτα δ' υπό του Αννίβου.» Τοιαύτα εμήνυσε, και τον μεν Λέντλον απέπεμψε, ριφθείς δε μεταξύ των φονευομένων, απέθανε. Λέγεται δ' ότι έπεσαν μεν εις την μάχην πεντήκοντα χιλιάδες Ρωμαίων, εζωγρήθησαν δε τετρακισχίλιοι, και μετά την μάχην ότι ηχμαλωτίσθησαν εις τα δύο στρατόπεδα ουχί ολιγώτεροι των δεχακισχιλίων.

ΙΖ. Μετά το τόσον δ' εξαίσιον κατόρθωμα τούτο πολλοί των φίλων παρεκίνουν τον Αννίβαν ν' ακολουθήση την τύχην, και μετά των φευγόντων εχθρών να εισορμήση και αυτός εις την πόλιν, διότι θα εδείπνει εις το Καπιτώλιον την πέμπτην ημέραν μετά την νίκην. Δεν είναι εύκολον όμως να ειπώμεν τις σκέψις τον απέτρεψεν αλλά μάλλον η αναστολή και η αργοπορία αυτού φαίνεται ότι ήτον έργον δαίμονός τινος ή Θεού όστις τον εμπόδισε, δι' ό και λέγουσιν ότι Βάρκας ο Καρχηδόνιος είπε προς αυτόν μετ' οργής· «Ηξεύρεις να νικάς, όχι όμως και να ωφελήσαι εκ της νίκης.» Τόσην δε μεταβολήν επέφερε περί αυτόν η νίκη, ώστε εν ώ προ της μάχης δεν είχεν ούτε πόλιν, ούτε εμπορικήν τινα θέσιν, ούτε λιμένα της Ιταλίας, δυσκόλως δε και μόλις εφωδίαζε δι' αρπαγής το στράτευμα, και ουδένα πόρον ασφαλή είχε προς τον πόλεμον, αλλ' επλανάτο και περιεφέρετο μετά του στρατοπέδου ως μετά μεγάλης φωλεάς ληστών, τότε καθυπέταξε σχεδόν όλην την Ιταλίαν· διότι τα πλείστα και μέγιστα έθνη (614) προσήλθον εις αυτόν εκουσίως, και κατέλαβεν υποταγείσαν την Καπύην, ήτις μετά την Ρώμην έχει την μεγίστην επισημότητα. Δεν είναι δε μόνον μεγάλη δυσχέρεια, ως λέγει ο Ευριπίδης (615) το να γνωρίση τις τους φίλους, αλλά και το να γνωρίση τους φρονίμους στρατηγούς. Η προ της μάχης λεγομένη δειλία και ψυχρότης του Φαβίου, μετά την μάχην ευθύς εφαίνετο ουχί ανθρώπινος διαλογισμός, αλλά θεία διάνοια και δαιμόνιος, προβλέπουσα προ μακρού χρόνου τα μέλλοντα, ά και αυτοί οι παθόντες αυτά εδύναντο μόλις να πιστεύσωσι. Όθεν ευθύς η Ρώμη εις εκείνον συγκεντρώσασα τας λοιπάς της ελπίδας, προσέφυγεν εις την συμβουλήν του ανδρός ως εις ιερόν βωμόν, και η φρόνησις εκείνου έγινε πρώτη και μεγίστη αιτία του να μείνη αυτή και να μη διαλυθή καθώς επί των Κελτικών συμφορών. Και εν ώ, όταν οι καιροί δεν ήσαν επικίνδυνοι, εφαίνετο πεφοβισμένος αυτός και μικράς έχων ελπίδας, τότε, όταν όλοι ήσαν καταβεβλημένοι, και εις απέραντα παραδεδομένοι πένθη, και εις ταραχάς αίτινες πάσαν πράξιν εκώλυον, μόνος διέβαινε διά της πόλεως πράως βαδίζων, και ήσυχον έχων το πρόσωπον, και μετά φιλοφροσύνης ομιλών τους πολίτας, και απηγόρευε των γυναικών τους θρήνους, και διέλυε τας συσσωματώσεις, αίτινες δημοσίως εγίνοντο, διά να κλαύσωσιν από κοινού. Έπεισε δε και την Βουλήν να συνέλθη, και ενεθάρρυνε τας αρχάς, ο ίδιος ων η ρώμη και η δύναμις πάσης αρχής, ήτις απέβλεπεν εις αυτόν.

ΙΗ. Εις τας πύλας λοιπόν έστησε φρουράν, όπως εμποδίζει τον όχλον όστις έφευγεν αφήνων την πόλιν. Προσδιώρισε δε και καιρόν και τόπον του πένθους, διατάξας, όστις ήθελε να θρηνή τριάκοντα ημέρας εντός της οικίας· μετά ταύτα δ' έπρεπε να παύση παν πένθος, και η πόλις να μείνη καθαρά των τοιούτων. Επειδή δε κατά τας ημέρας εκείνας συνέπιπτεν εορτή της Δήμητρος, καλόν εφάνη να παραιτηθώσι παντάπασιν αι θυσίαι και η πομπή, ίνα μη διά της ολιγότητος και της κατηφείας των συνερχομένων φανή της συμφοράς το μέγεθος. Διότι οι Θεοί ευχαριστούνται υπ' ευτυχούντων τιμώμενοι. Επράττοντο όμως όλα όσα οι μάντεις συνεβούλευον προς εξιλέωσιν των Θεών και προς τεραστίων συμβάντων αποφυγήν. Και έπεμψαν μεν εις Δελφούς τον Πίκτορα, συγγενή του Φαβίου, να ερωτήση τον χρησμόν, εκ δύο δ' Εστιάδων αίτινες ευρέθησαν προδούσαι τον όρκον των, η μία ετάφη ζώσα, ως είναι συνήθεια, η δ' άλλη έγινεν αυτόχειρ. Άξιον δε θαυμασμού εφάνη το φρόνημα και η πραότης της πόλεως, όταν επιστρέφοντα τον Βάρρωνα από της φυγής, ταπεινόν και κατηφή ως ουδείς ποτ' επέστρεψε μετά τοιούτον αίσχος και μετά τοιαύτην συμφοράν, τον προϋπάντησαν περί τας πύλας η βουλή και το πλήθος όλον και τον ησπάσθησαν· οι δ' άρχοντες και οι πρώτοι της Γερουσίας, εν οίς ην και ο Φάβιος, αφ' ού εγένετο ησυχία, τον επήνεσαν ότι δεν απηλπίσθη περί της πόλεως μετά δυστυχίαν τοσαύτην, αλλ' ήλθε ν' αναλάβη τα πράγματα, και να διοικήση τους νόμους και τους πολίτας, ως πιστεύων ότι δύνανται να σωθώσιν.

ΙΘ. Ως δ' ήκουσαν ότι ο Αννίβας μετά την μάχην ετράπη προς την άλλην Ιταλίαν, λαβόντες θάρρος, έστελλον στρατηγούς και στρατεύματα. Τούτων δ' επισημότατοι ήσαν ο Φάβιος Μάξιμος και ο Κλαύδιος Μάρκελλος, οίτινες δι' εναντίας ιδιότητας εθαυμάζοντο εξ ίσου· διότι ο μεν Μάρκελλος, ως το είπον εν τω βίω του (616), έχων δραστηριότητα λαμπράν και θρασείαν, ανήρ ανδρείος την χείρα, και της φύσεως εκείνων ούς ο Όμηρος καλεί μάλιστα φ ι λ ο π τ ολ έ μ ο υ ς και α γ ε ρ ώ χ ο υ ς (617), επεχείρησε τους πρώτους αγώνας του κατ' ανδρός τολμηρού, του Αννίβου, ίσην τόλμην και αυτός δείξας, και τρόπον πολέμου παράβολον και προπετών. Ο δε Φάβιος, εις την πρώτην γνώμην του επιμένων, ήλπιζεν, αν ουδείς πολεμήση ουδ' ερεθίση τον Αννίβαν, αυτός εαυτόν να βλάψη, και να κατατριβή εις τον πόλεμον, καθώς τα αθλητικά σώματα, όταν η δύναμις αυτών υπέρ το δέον ταθή και κοπιάση, παρακμάζουσι τάχιστα. Διά τούτο λέγει ο Ποσειδόνιος (618) ότι ούτος μεν ωνομάζετο υπό των Ρωμαίων α σ π ί ς (619), ο δε Μάρκελλος ξ ί φ ο ς, ότι δε συγκερασθείσα η ευστάθεια και η επιμονή του Φαβίου μετά του ήθους του Μαρκέλλου, εγένετο σωτήριος εις τους Ρωμαίους. Του δ' Αννίβου η δύναμις, τον μεν πολλάκις ως σφοδρώς ρέοντα ποταμόν απαντώσα, υπεσείετο υπ' αυτού, και εθραύετο· υπό δε του άλλου, άνευ κρότου και κατ' ολίγον ρέοντος, αλλά μετ' επιμονής επιφερομένου, εδαπανάτο απαρατηρήτως και κατέπιπτεν εις ερείπιον. Και μέχρι τέλους εις τοιαύτην αμηχανίαν κατήντησεν αυτός, ώστε απέκαμε μεν πολεμών προς τον Μάρκελλον, εφοβείτο δε τον Φάβιον μη πολεμούντα. Τον περισσότερον τω όντι καιρόν μετ' αυτών επολέμησεν, είτε στρατηγοί εξελέγοντο, είτε ανθύπατοι ή ύπατοι· διότι έκαστος αυτών υπάτευσε πεντάκις. Αλλά τον Μάρκελλον, όταν ήτον το πέμπτον ύπατος, τον ενέπλεξεν εις ενέδραν, και τον εφόνευσε. Προς δε τον Φάβιον, πάσαν απάτην και πάσαν τέχνην δοκιμάσας πολλάκις, ουδέν κατώρθου, εκτός ότι άπαξ, καταδολιευθείς αυτόν, τον έρριψεν εις μικρόν σφάλμα. Συνέθεσε δηλ. και έστειλε προς τον Φάβιον επιστολάς ως εκ των δυνατωτέρων και πρώτων κατοίκων του Μεταποντίου (620), δι' ών τω ελέγετο ότι η πόλις θα τω παρεδίδετο, αν ήρχετο ο ίδιος, και ότι οι ταύτα διενεργούντες εκείνον μόνον περιμένουσι να έλθη και να τοις φανή πλησίον. Τα γράμματα ταύτα έπεισαν τον Φάβιον, και λαβών μέρος του στρατεύματος, έμελλε να κινήση διά νυκτός. Αλλ' επειδή των ορνέων αι μαντείαι δεν εφάνησαν αίσιαι (621), μετέβαλε γνώμην, και μετ' ολίγον έγινε γνωστόν ότι ο Αννίβας είχε μετά δόλου συνθέσει τα γράμματα, και ότι ενέδρευεν εκείνος υπό την πόλιν. Αλλά ταύτα δύνανται ν' αποδοθώσιν εις την εύνοιαν των Θεών.