Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος

Part 16

Chapter 1625 wordsPublic domain

ΛΘ. Ήτον δ' ο ανήρ θαυμαστός ου μόνον διά την επιείκειαν και πραότητα ήν εν μέσω τοσούτων περιστάσεων και απέναντι μεγάλων αντιπαθειών διετήρησεν, αλλά και διά το φρόνημα αυτού, θεωρούντος ως το άριστον εξ όλων αυτού των καλών, ότι εν μέσω τοσαύτης δυνάμεως ούτε εις φθόνον ούτε εις θυμόν ποτέ ενέδωκεν, ούτε κατά τινος ως εχθρός άσπονδος κατηνέχθη. Και μοι φαίνεται ότι του ήθους του η ευμένεια, και ο βίος αυτού όν διετήρησε καθαρόν και αμίαντον εν τω μέσω της εξουσίας, αναδεικνύουσιν ουχί κατακριτέαν, αλλά πρέπουσαν εις αυτόν την ογκώδη και σοβαράν του Ολυμπίου προσωνυμίαν. Διότι περί του γένους των Θεών φρονούμεν ότι, αίτιον όν των καλών (582), παντός δε κακού αναίτιον, διά τούτο άρχει και βασιλεύει των όντων ουχί καθώς οι ποιηταί (583) συνταράττουσιν ημάς διά δοξασιών, αίτινες εξ αυτών των ποιημάτων αυτών ελέγχονται αμαθέσταται· διότι τον μεν τόπον εις όν λέγουσιν ότι οι Θεοί κατοικούσι, καλούσιν έδαφος ασφαλές (584) και ασάλευτον, ουδ' ανέμους ουδέ σύννεφα έχον, αλλ' υπό μαλακής αιθρίας και υπό φωτός καθαρού διά παντός του χρόνου ομαλώς περιλαμπόμενον τοιαύτη τω όντι διαμονή αρμόζει μάλιστα εις την μακαρίαν και αθάνατον αυτών φύσιν αυτούς δε τους Θεούς παριστώσι ταραχής πλήρεις, και δυσμενείας, και οργής, και άλλων παθών, μη πρεπόντων ουδ' εις ανθρώπους νουν έχοντας. Αλλά ταύτα μεν ίσως κριθή μάλλον ότι εις άλλην ανήκουσι πραγματείαν. Ταχέως δ' η κατάστασις των πραγμάτων επαισθητήν κατέστησεν εις τους Αθηναίους του Περικλέους την στέρησιν, και πόθον αυτού τοις ενέπνευσε. Διότι όσοι επί ζωής του ησθάνθησαν βαρείαν αυτού την δύναμη, ήτις τους επεσκίαζεν, άμα εκείνος εξέλιπε, και απεπειράθησαν άλλων ρητόρων και δημαγωγών, ωμολόγουν ότι ουδέποτε υπήρξε συμπεριφορά μετριωτέρα μετά μεγαλοπρεπείας, και σοβαρωτέρα μετά πραότητος. Η δ' επίφθονος ισχύς εκείνη, ήτις πριν ελέγετο μοναρχία και τυραννίς, εφάνη τότε ότι ήτον σωτήριον της πολιτείας στήριγμα· διότι την τοσαύτην ορμήν και το πλήθος της κακίας ήτις έφθειρε τα δημόσια πράγματα, εξασθενών εκείνος και ταπεινών, την απέκρυπτε, και δεν την άφηνε ν' αποβή ολεθρία εις την εξουσίαν.

ΦΑΒΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ

A. ΚΑI ο μεν Περικλής τοιούτος ην κατά τα περί αυτού μάλλον αξιομνημόνευτα, όσα περιήλθον μέχρις ημών. Ήδη δε μεταβαίνομεν εις του Φαβίου την ιστορίαν. Λέγουσιν ότι νύμφη τις, ή επιχώριός τις γυνή, συζευχθείσα μετά του Ηρακλέους περί τον ποταμόν Θύμβριν (585) εγέννησε τον Φάβιον, εξ ού προέκυψε τα μέγα και επίσημον γένος των Φαβίων εν Ρώμη. Ιστορούσι δέ τινες ότι οι του γένους τούτου αρχηγοί, πρώτοι μεταχειρισθέντες ορύγματα τάφρων προς άγραν των ζώων, ωνομάζοντο το πάλαι Φόδιοι, διότι Φ ό σ σ α ι μέχρι τούδε καλούνται τα ορύγματα, και το σκάπτειν Φ ό δ ε ρ ε (586)· μετά καιρόν δ' ότι μετεβλήθησαν δύο γράμματα, και ωνομάσθησαν Φάβιοι. Εξήλθον δ' εκ της οικίας άνδρες πολλοί και μεγάλοι· ο δε Φάβιος Μάξιμος (587), περί ού ταύτα γράφομεν, ήτον τέταρτος από Ρούλλου (588) του μεγίστου, και διά τούτο Μαξίμου (589) επονομασθέντος παρά Ρωμαίοις. Ήτον δε το σωματικόν αυτού επωνύμιον ο Βερούκωσσος (590), διότι είχεν έκφυμα μικρόν εις το επάνω χείλος. Οουικούλας δε σημαίνει το μικρόν πρόβατον (591). Τω εδόθη δε και η επωνυμία αύτη, διότι είχε πράον και βαρύ το ήθος κατά την παιδικήν ηλικίαν του· διότι ο ήσυχος και σιωπηλός αυτού χαρακτήρ, και η ολίγη του προθυμία προς τας ηδονάς των παιδίων, και το ότι βραδέως και επιπόνως εμάνθανεν, ην δε προς τους συντρόφους του ευπειθής και εύκολος, έδιδον εις τους ξένους υπόνοιαν αμβλύτητός τινος και νωθρότητος του νοός· ολίγοι δ' ήσαν οι εννοούντες ότι η δυσκινησία αυτού προήρχετο υπό βάθους, και ότι εις την φύσιν αυτού ενυπήρχε τι το μεγαλόψυχον και το λεοντώδες. Αλλά μετ' ου πολύ, ως ο καιρός προυχώρει, υπό των πραγμάτων εξεγειρόμενος, απέδειξεν εις πάντας ότι ήτον απάθεια το νομιζόμενον αδιαφορία, φρόνησις ότι ήτον η περίσκεψις, και το να μη ορμά, ουδέ ταχέως να μετακινήται, ότι ήτον ευστάθεια και ασφάλεια. Βλέπων δε και της πολιτείας το μέγεθος, και των πολέμων το πλήθος, εξήσκει μεν το σώμα του προς τον πόλεμον, ως όπλον εκ φύσεως εις αυτόν δεδομένον, εγύμναζε δε και τον λόγον του εις όργανον πειθούς προς τον δήμον, καλώς προς τον τρόπον του βίου του διαρρυθμίζων αυτόν, διότι εις τον λόγον του δεν υπήρχον καλλωπισμοί, ουδέ ματαία χάρις και αγοραία, αλλά νους έχων ίδιον εκφράσεως τρόπον, και μέγα βάθος ιδεών, καθ' ό λέγουσιν ότι ομοιάζει κυρίως του Θουκυδίδου τον ρητορικόν χαρακτήρα· διότι σώζεται λόγος αυτού όν εξεφώνησεν εις την συνέλευσιν του δήμου, εγκώμιον του υιού αυτού, αποθανόντος αφ' ού υπάτευσεν.

Β. Υπάτευσε δε και ο ίδιος πεντάκις, και η πρώτη των υπατειών του εδοξάσθη διά του κατά των Λιγύων θριάμβου (592)· διότι νικηθέντες υπ' αυτού, και πολλούς απολέσαντες εις την μάχην, περιωρίσθησαν εις τας Άλπεις, και έπαυσαν λεηλατούντες και κακοποιούντες τας γείτονας της Ιταλίας χώρας. Όταν δ' ο Αννίβας (593), εισβαλών εις την Ιταλίαν, και νικήσας κατά πρώτον εις μάχην παρά τον Τρεβίαν ποταμόν, διήρχετο διά της Τυρρηνίας πορθών την χώραν, και μεγάλην έκπληξιν και φόβον προυξένησεν εις την Ρώμην, εγίνοντο τότε σημεία τινά μη συνήθη εις τους Ρωμαίους, τα διά κεραυνών, άλλα δε όλως αλλόκοτα και παράδοξα, οίον ότι, ως ερρέθη, ασπίδες εβράχησαν εφ' εαυτών δι' αίματος, και κατά το Άντιον (594) από των θεριζομένων σταχύων έρρεεν αίμα, και λίθοι πεπυρωμένοι και φλέγοντες ότι έπιπτον εκ του αέρος, υπέρ δε τους Φαλερίους (595) ότι εφάνη ο ουρανός σχισθείς, και ότι απ' αυτού έπεσον και διεσπάρησαν πολλά γραμμάτια, και εφ' ενός εφάνη γεγραμμένον κατά λέξιν «Ο Άρης σαλεύει τα όπλα του.» Και τούτων μεν ουδέν συνετάραξε τον Γάιον Φλαμίνιον, άνδρα φύσει μεν ορμητικόν και φιλότιμον, επαιρόμενον δε και διά τας μεγάλας επιτυχίας του, όταν παρά πάσαν προσδοκίαν, εναντίον των διαταγών της Βουλής και της γνώμης του συνάρχοντός του, συγκρουσθείς βιαίως μετά των Γαλατών, τους ενίκησε. Τον δε Φάβιον ολίγον ετρόμαξαν τα σημεία, διότι ήσαν παράλογα, αν και ισχυράν επί πολλών απετέλουν εντύπωσιν. Μανθάνων όμως ότι οι εχθροί ήσαν ολίγοι, και εστερούντο χρημάτων, παρεκίνει τους Ρωμαίους να δειχθώσι καρτερικοί, και να μη πολεμήσωσι κατ' ανθρώπου έχοντος στράτευμα διά πολλών αγώνων εξησκημένον εις τον πόλεμον· αλλά να στείλωσι βοηθείας εις τους συμμάχους, και κρατούντες τας πόλεις, ν' αφήνωσι την ακμήν του Αννίβου να μαραίνηται αφ' εαυτής, ως φλόγα ήτις ανέλαμψεν ολίγην έχουσα και ουχί στερεάν την τροφήν.

Γ. Αλλά δεν κατεπείθετο ο Φλαμίνιος· και λέγων ότι δεν θέλει ανεχθή να πλησιάση την Ρώμην ο πόλεμος, ουδέ θέλει πολεμήσει, ως ο αρχαίος Κάμιλλος, εντός της Ρώμης προς σωτηρίαν αυτής, διέταξε τους χιλιάρχους να εξαγάγωσι τον στρατόν, και επήδησεν εις ίππον ο ίδιος. Αλλ' ο ίππος άνευ προφανούς λόγου και αναιτίως κατελήφθη υπό τρόμου, και αγριεύσας, τον έρριψε· και έπεσε μεν ο Φλαμίνιος κατά κεφαλής, αλλά δεν μετέβαλε παντάπασι την γνώμην του, και ως εξ αρχής είχε την πρόθεσιν να κινηθή κατά του Αννίβου, παρετάχθη κατά την λεγομένην Θρασυμένην (596) λίμνην της Τυρρηνίας. Ως δε συνεκρούσθησαν οι στρατιώται, επί αυτής της μάχης συνέπεσε σεισμός, όστις και πόλεις κατέστρεψε, και ρεύματα ποταμού εκ της κοίτης αυτών μετέτρεψε, και κρημνών υπωρείας διέσχισεν· αλλ' αν και μετά τοσαύτης βίας επήλθεν, εκ των πολεμούντων όμως ουδείς τον εννόησε. Και ο μεν Φλαμίνιος διά πολλών και τόλμης και ανδρείας έργων διακριθείς, έπεσε, και περί αυτόν οι άριστοι των στρατιωτών. Οι δε λοιποί ετράπησαν εις φυγήν, και πολύς εγένετο αυτών φόνος, και δεκαπεντακισχίλιοι κατακόπησαν, και άλλοι τόσοι συνελήφθησαν ζώντες. Το δε σώμα του Φλαμινίου φιλοτιμούμενος να θάψη ο Αννίβας, και να το τιμήση διά την ανδρείαν αυτού, δεν το εύρε, και ουδείς ήξευρε πώς έγινεν άφαντον. Ουδείς δε, ούτε ο στρατηγός, όστις έγραψεν εις την Ρώμην, ούτε ο σταλείς ως κομιστής της αγγελίας, ωμολόγησεν αληθώς την κατά τον Τρεβίαν (597) γενομένην ήτταν, αλλ' είπε ψευσθείς ότι η νίκη έμεινεν άκριτος και αμφίβολος. Άμα δ' ήκουσε περί αυτής ο στρατηγός Πομπώνιος, συνεκάλεσε τον δήμον εις εκκλησίαν, και προσελθών ευθύς, είπεν απαρακαλύπτως, χωρίς περιπλοκών και δόλων· «Ενικήθημεν, ω άνδρες Ρωμαίοι, εις μεγάλην μάχην, και κατεστράφη το στρατόπεδον ημών, και ο ύπατος Φλαμίνιος εφονεύθη. Σκεφθήτε περί της σωτηρίας και ασφαλείας σας». Τούτον ρίψας τον λόγον ως καταιγίδα εις πέλαγος τοσούτου πλήθους, συνετάραξε πάσαν την πόλιν, ουδ' εδύναντο οι λογισμοί ν' αντιστώσιν εις τοιαύτην έκπληξιν και να την υπομείνωσιν. Όλοι δ' εις μίαν συνέπεσαν γνώμην, ότι τα πράγματα χρειάζονται ανεύθυνον μοναρχίαν, ήν καλούσι δικτατωρίαν, και άνθρωπον όστις να διαχειρισθή αυτήν αυστηρώς και αφόβως. Είς δε μόνος ότι είναι ούτος, ο Φάβιος Μάξιμος, όστις είχε φρόνημα και ήθους σοβαρότητα ανάλογον προς της αρχής ταύτης το μέγεθος, και εις την περίοδον εκείνην ήτον της ηλικίας του, καθ' ήν το σώμα διά της ρώμης του βοηθεί εισέτι τα βουλεύματα της ψυχής, και το θάρρος συγκιρνάται μετά της φρονήσεως.

Δ. Ως δ' απεφάσισαν ταύτα, εξελέγη μεν Δικτάτωρ ο Φάβιος, ωνόμασε δ' αυτός ίππαρχον τον Λεύκιον (598) Μινούκιον, και πρώτον μεν εζήτησε παρά της συγκλήτου την άδειαν να μεταχειρίζηται ίππον εις τας εκστρατείας· διότι τούτο δεν επετρέπετο, και παλαιός νόμος το απηγόρευεν, είτε διότι η κυριωτέρα του στρατού δύναμις εθεώρουν ότι συνίστατο εις το πεζικόν, και διά τούτο ενόμιζον ότι ο στρατηγός πρέπει να μένη μετά της φάλαγγος, και να μη αφήνη αυτήν είτε διότι ήθελον, ο δικτάτωρ, έχων καθ' όλα τα άλλα τυραννικήν και μεγάλην της αρχής του την εξουσίαν, να φαίνηται καθ' έν και μόνον, κατά τούτο, κατώτερος του δήμου. Θέλων δ' ο Φάβιος ευθύς να δείξη της εξουσίας του το μέγεθος και τον όγκον, όπως τω είναι ευπειθέστεροι και μάλλον τω υπακούωσιν οι πολίται, εξήλθε συναθροίσας περί εαυτόν εικοσιτέσσαρας ραβδούχους, και ιδών τον άλλον ύπατον ερχόμενον προς αυτόν, έστειλεν υπηρέτην και τω είπε ν' αποπέμψη τους ραβδούχους του, να καταθέση τα παράσημα της αρχής, και να προσέλθη ως ιδιώτης. Έπειτα δε, κάλλιστα από Θεών αρχόμενος, και εξηγήσας εις τον δήμον ότι εδυστύχησε διότι ο στρατηγός ελησμόνησε και περιεφρόνησε τα θεία, ουχί διότι οι αγωνισθέντες εδείχθησαν άνανδροι, παρεκίνει αυτόν να μη φοβήται τους εχθρούς, συγχρόνως δε να εξιλεώση τους Θεούς και να τους τιμά. Διά τούτων δε δεν τοις ενέπνεε δεισιδαιμονίαν, αλλά τους ενεθάρρυνεν εις την αρετήν διά της ευσεβείας, και αφήρει των Θεών τον φόβον, και τους παρηγόρει διά της ελπίδος προς τους Θεούς. Κατά την εποχήν δι' εκείνην ηνεώχθησαν και πολλά εκ των μυστικών βιβλίων αυτών, χρησμούς (599) περιέχοντα, άτινα καλούνται Σιβύλλεια, και λέγεται ότι τινές εκ των λόγων των εγγεγραμμένων εις αυτά εσυμφώνουν προς τας τότε τύχας και πράξεις των Ρωμαίων αλλά δεν επετρέπετο να γνωσθώσιν αυτά και εις άλλους. Ελθών λοιπόν ο δικτάτωρ εις το μέσον, ηυχήθη προς τους Θεούς, τάξας να προσφέρη εις θυσίαν όλα τα κατ' εκείνο το έτος νεογέννητα των αιγών και των χοίρων και των προβάτων και των βοών, όσα μέχρι της προσεχούς ανοίξεως ήθελον θρέψει της Ιταλίας τα όρη και αι πεδιάδες και οι ποταμοί και τα λειβάδια· να τελέση δε πανηγύρεις μουσικάς και θεατρικάς, διά δαπάνης σεστερτίων (600) τριακοσίων τριάκοντα τριών, και δηναρίων τριακοσίων τριάκοντα τριών, και προσέτι ενός τρίτου του δηναρίου. Αποτελεί δ' η ποσότης αύτη δραχμών ογδοήκοντα τρεις χιλιάδας και πεντακοσίας ογδοήκοντα τρεις, και οβολούς δύο. Τον λόγον δε διά την ποσότητα ταύτην και διά την ακρίβειαν της διανομής είναι δύσκολον να τον ειπώμεν, εκτός αν ήθελε τις να υμνήση της τριάδος την δύναμιν, διότι και φύσει είναι αριθμός τέλειος, και πρώτος είναι των περιττών, και αρχή καθ' εαυτόν της πληθύος, και συμπεριλαμβάνει εν εαυτώ, συναναμίξας και συναρμόσας, τας πρώτας διαφοράς και τα στοιχεία παντός αριθμού (601).

Ε. Ούτω λοιπόν οικοδομήσας προς το θείον την γνώμην του πλήθους ο Φάβιος, κατέστησεν αυτό θαρραλεώτερον προς το μέλλον. Αυτός δε τας ελπίδας της νίκης εις εαυτόν στηρίξας, εν πεποιθήσει ότι ο Θεός διά της φρονήσεως και διά της αρετής χορηγεί τας επιτυχίας, τρέπεται κατά του Αννίβου, ουχί επί σκοπώ του να πολεμήση αυτόν, αλλά θέλων να κατατρίψη και βραδέως να καταναλώση την δύναμιν αυτού διά της πολυκαιρίας, και διά χρημάτων την αχρηματίαν αυτού, και διά της πολυανθρωπίας την ολιγότητα των στρατευμάτων του. Όθεν, προφυλαττόμενος από του εχθρικού ιππικού, εστρατοπέδευε πάντοτε εις θέσεις υψηλάς και ορεινάς, και όταν μεν εκείνος εκάθητο, ησύχαζε και αυτός, όταν δ' εκινείτο εκείνος, τον παρηκολούθει κύκλω εις τας κορυφάς, και εφαίνετο ολίγον εις τόσην απόστασιν, ώστε να μη βιασθή να πολεμήση χωρίς να θέλη, διά της τοιαύτης όμως αναβολής να φοβίζη πάντοτε τους εχθρούς· ότι μέλλει να πολεμήση. Ούτω κατατρίβων τον καιρόν, περιεφρονείτο υφ' όλων, και κατηγορείτο μεν εις το στρατόπεδον, εις δε τους εχθρούς εφαίνετο άτολμος, και όλοι τον εθεώρουν μηδέν, εκτός ενός, του Αννίβου. Εκείνος δε μόνος εννοήσας την επιτηδειότητα αυτού, και τον τρόπον καθ' όν είχεν αποφασίσει να διευθύνη τον πόλεμον, εσκέφθη ότι διά παντός τεχνάσματος ή διά πάσης βίας έπρεπε ν' αναγκάση εις μάχην τον άνθρωπον, ή ότι άλλως ήσαν κατεστραμμένοι οι Καρχηδόνιοι, όταν δεν εδύναντο να μεταχειρισθώσι τα όπλα καθ' ά υπερείχον, ματαίως δε κατεδαπανώντο και ολιγόστευον εκείνα, καθ' ά ήσαν πολύ κατώτεροι, οι άνθρωποι και τα χρήματα. Δι' ό παν στρατήγημα και παν τέχνασμα σοφιζόμενος, και λαβήν επί εκείνου ζητών, ως έμπειρος αθλητής, προσέβαλλε και ετάραττε τον Φάβιον, και εις πολλά τον περιέστρεφε μέρη, θέλων να τον αποσπάση της ασφαλούς πορείας αυτού. Αλλ' ο Φάβιος, πεπεισμένος περί του συμφέροντος, έμενε σταθερός και αμετάτρεπτος εις την κρίσιν αυτού. Τον ηνόχλει όμως ο ίππαρχος Μινούκιος, άκαιρον έχων προθυμίαν να πολεμήση και αυθαδείας πλήρης, δημαγωγών το στράτευμα, και εμπνέων εις αυτό πολεμικήν μανίαν και ελπίδας άφρονας· ώστε οι στρατιώται ειρωνευόμενοι και κατηγορούντες τον Φάβιον, τον ωνόμαζον παιδαγωγόν του Αννίβου, τον δε Μινούκιον ωνόμαζον και μέγαν άνδρα, και της Ρώμης άξιον στρατηγόν. Εκ τούτων ούτος μάλλον επαιρόμενος και θρασύτερος γινόμενος, εχλεύαζε τας επί των κορυφών στρατοπεδεύσεις, λέγων ότι ο Δικτάτωρ τοις ητοίμαζεν ωραία θέατρα, αφ' ών να βλέπωσι την Ιταλίαν λεηλατουμένην και εις φλόγας παραδιδομένην. Ηρώτα δε τους φίλους του Φαβίου, αν εκ της γης απελπισθείς, φέρη το στράτευμα εις τον ουρανόν, ή αν ζητή να διαφεύγη τους εχθρούς, εις σύννεφα και εις ομίχλας κρυπτόμενος. Ταύτα έλεγον προς τον Φάβιον οι φίλοι αυτού, και τον παρεκίνουν διά τινων κινδύνων να παύση ταύτην την αδοξίαν. Αλλ' εκείνος, τότε μάλιστα, είπε, θα εγινόμην πολύ δειλότερος αφ' ό,τι φαίνομαι τώρα, αν φοβηθείς ύβρεις και χλευασμούς, εγκατέλειπον την απόφασίν μου. Να φοβήται τις υπέρ της πατρίδος του δεν είναι αισχρόν αλλά να τρομάζη διά των ανθρώπων την γνώμην και τας διαβολάς και τας κατακρίσεις αυτών, είναι ανάξιον ανθρώπου τοιαύτην αρχήν περιβεβλημένου, είναι ίδιον δούλου υποτασσομένου εις εκείνους εις ούς πρέπει αυτός να επιβάλλη θέλησιν, όταν υπό κακών φρονημάτων εμπνέωνται.

ΣΤ. Μετά ταύτα δ' υπέπεσεν εις σφάλμα ο Αννίβας· διότι θέλων να μακρύνη περισσότερον το στράτευμά του από του Φαβίου, και να καταλάβη πεδιάδας έχουσας νομάς, διέταξε τους οδηγούς μετά το δείπνον ευθύς να τους οδηγήσωσιν εις το Κασινάτον (602), εκείνοι δε, μη ακούσαντες καλώς την λέξιν εξ αιτίας της βαρβάρου του προφοράς, ωδήγησαν την δύναμιν αυτού και την έφερον εις της Καμπανίας τα έσχατα άκρα, εις την πόλιν Κασιλίνον, ήν σχίζει, διά μέσου ρέων αυτής, ο Λοθρόνος ποταμός (603) όν οι Ρωμαίοι καλούσι Ουουλτούρνον. Περιλαμβάνετε δ' η χώρα εκείνη κατά μεν τα λοιπά μέρη αυτής υπό στεφάνης βουνών μία δε μόνη στενή κοιλάς ανοίγεται προς την θάλασσαν, όπου εκβάλλουσιν οι βάλτοι οι σχηματιζόμενοι υπό του πόταμου όταν εκχειλίζηται, και άμμους έχει βαθείς, και εις θάλασσαν ανοίγεται κυματώδη και επικίνδυνον. Εδώ κατέβη ο Αννίβας· ο δε Φάβιος, έμπειρος ων των οδών, ήλθε πέριξ, και οπλίτας στήσας τετρακισχιλίους, έφραξε την διέξοδον. Τον δ' επίλοιπον στρατόν καθίσας εις καταλλήλους θέσεις υπεράνω των άλλων άκρων, ώρμησε μετά των ελαφροτάτων και των προχειροτάτων στρατιωτών εις τας τελευταίας των εχθρών τάξεις, και συνετάραξεν όλον το στράτευμα, και εφόνευσε σχεδόν οκτακοσίους. Τότε ο Αννίβας ηθέλησε να μακρύνη εκείθεν το στράτευμα, εννοήσας το λάθος ως προς τον τόπον και τον κίνδυνον, και ετιμώρησε μεν τους οδηγούς, σταυρώσας αυτούς, ελπίδα δ' ουδεμίαν είχε να βιάση τους εχθρούς εις μάχην, εν ώ ήσαν των υψωμάτων κύριοι. Αθυμία λοιπόν κατέλεβε τότε πάντας και φόβος, διότι έβλεπον ότι είχον περιέλθει πανταχόθεν εις αμηχανίαν, εξ ής δεν υπήρχεν απαλλαγή δι' αυτούς. Απεφάσισεν επομένως ο Αννίβας ν' απατήση τους εχθρούς διά δόλου, και έπραξε ταύτα. Διέταξε να λάβωσιν ως δύο χιλιάδας βοών εκ των αιχμαλωτισθέντων, και να δέσωσιν εις έκαστον των κεράτων αυτών δέμα λυγαριάς ή ξηρών φρυγάνων και έπειτα την νύκτα, όταν δοθή το σημείον, ν' ανάψωσιν αυτά, και να διώξωσι τα ζώα προς τα όρη, κατά τα στενά και τας φυλακάς των εχθρών. Εν ώ δ' ητοίμαζον ταύτα οι διαταχθέντες, παραλαβών αυτός το επίλοιπον στράτευμα, προέβαινε μετ' αυτού βραδέως. Οι δε βόες, εν όσω μεν το πυρ ήτον ολίγον, και έκαιε μόνον τα δέματα, επροχώρουν ησύχως διωκόμενοι προς τους πρόποδας των βουνών και μετά θαυμασμού έβλεπον οι ποιμένες και οι βουκόλοι από των κορυφών τας φλόγας ως έλαμπον εις τον κεράτων τα άκρα, και εφαίνοντο ως αν εβάδιζε στρατόπεδον εν τάξει μετά λαμπάδων πολλών. Όταν όμως πυρούμενα τα κέρατα μέχρι ρίζης διέδωκαν την αίσθησιν εις την σάρκα, και υπό του πόνου παραφερόμενοι και τας κεφαλάς τινάσσοντες, μετέδιδον οι βόες εις αλλήλους τας φλόγας, τότε δεν έμεινον πλέον εις της πορείας την τάξιν, αλλ' ήρχισαν υπό φόβου και αλγηδόνος να τρέχωσι προς τα όρη, λάμποντες κατά τας ουράς και τα μέτωπα, και τους θάμνους ανάπτοντες δι' ών έφευγον. Ήτον δε το θέαμα τούτο καταπληκτικόν διά τους Ρωμαίους, οίτινες παρεφύλαττον τας διαβάσεις· διότι αι φλόγες εφαίνοντο ως λαμπάδες άνω και κάτω φερόμεναι υπ' ανθρώπων οίτινες έτρεχον. Και θόρυβος διηγέρθη και φόβος πολύς μεταξύ αυτών, και ενόμιζον ότι εχθροί επήρχοντο κατ' αυτών άλλοι άλλοθεν, και πανταχόθεν ότι τους περιεκύκλουν. Διά τούτο δεν ετόλμησαν να παραμείνωσιν, αλλ' ανεχώρησαν προς το μέγα στρατόπεδον, αφήσαντες τα στενά. Συγχρόνως δ' επελθόντες οι ψιλοί του Αννίβου, κατέλαβον τας διόδους. Η δε λοιπή αυτών δύναμις προυχώρησε τότε αφόβως, σύρουσα μεθ' εαυτής τα πολλά και βαρέα λάφυρα.

Ζ. Ο δε Φάβιος, εν ώ ήτο νυξ έτι ενόησε τον δόλον, διότι φεύγοντες τινές βόες και διεσπαρμένοι έπεσον εις τας χείρας του. Φοβούμενος όμως ενέδρας εν μέσω του σκότους, εκράτει το στράτευμα ωπλισμένον αλλ' ακινητούν. Ως δ' εξημέρωσεν, ετράπη εις καταδίωξιν, και έφθασε τους εσχάτους, και συμπλοκή έγινε κατά τα στενά, και πολύς ήν ο θόρυβος, έως ότου ο Αννίβας εκ του μετώπου του στρατού του έστειλεν Ίβηρας (604) άνδρας εμπείρους ν' αναβαίνωσιν εις τα όρη, ελαφρούς και ταχείς, οίτινες επιπεσόντες εις βαρείς τους Ρωμαίους οπλίτας, εφόνευσαν πολλούς, και έστρεψαν οπίσω τον Φάβιον. Τότε δε μάλιστα κατηγορήθη και κατεφρονήθη ο Φάβιος· διότι παρητήθη της τόλμης των όπλων, διισχυριζόμενος ότι θέλει νικήσει τον Αννίβαν διά της φρονήσεως και διά της προνοίας· αντί δε τούτου εφαίνετο νικηθείς και απατηθείς εκ των στρατηγημάτων εκείνου. Θέλων δ' έτι μάλλον ν' αυξήση την κατ' αυτού οργήν των Ρωμαίων ο Αννίβας, όταν ήλθεν εις τους αγρούς αυτού, όλα μεν τ' άλλα διέταξε να τα καύσωσι και να τα καταστρέψωσιν, απηγόρευσε δε να εγγίσωσιν εκείνους μόνους, και έθεσε φυλακήν, διά να μη τους βλάψη κάνεις ουδέ λάβη τι εξ αυτών. Ταύτα, όταν εγνώσθησαν εις την Ρώμην, ηύξησαν τας κατά του Φαβίου διαβολάς· και πολλή μεν υπήρχε καταβοή κατ' αυτού εκ μέρους των δημάρχων προς τον δήμον, ήν διήγειρε και παρώξυνε προ πάντων ο Μετίλιος, ουχί έχων έχθραν τινά προς τον Φάβιον, αλλά διότι ήτο φίλος του ιππάρχου Μινουκίου, και ενόμιζεν ότι αι κατά τούτου κατηγορίαι έφερον τιμήν εις εκείνον και δόξαν. Ωργίσθη δε και η βουλή κατ' αυτού, μεμφομένη τας περί αιχμαλώτων συνθηκολογίας αυτού μετά του Αννίβου· διότι εσυμφώνησαν ν' ανταλλάσσωσιν άνδρα προς άνδρα, και αν οι του ενός μέρους ήσαν περισσότεροι, ο εξαγοράζων αυτούς να δίδη δραχμάς διακοσίας πεντήκοντα δι' έκαστον. Όταν λοιπόν έγινεν η κατ' άνδρα ανταλλαγή, και, ευρέθησαν παρά τω Αννίβα υπόλοιποι Ρωμαίοι διακόσιοι τεσσαράκοντα, η σύγκλητος απεφάσισε να μη στείλη τούτων τα λύτρα, και κατηγόρει προσέτι τον Φάβιον ότι εξηγόραζεν, ούτε προς την αξιοπρέπειαν συμφώνως, ούτε προς το συμφέρον της πόλεως, άνδρας οίτινες εζωγρήθησαν υπό των εχθρών. Ταύτα ακούσας ο Φάβιος, την μεν οργήν των πολιτών υπέφερε πράως· χρήματα δε μη έχων, και μη ανεχόμενος να ψευσθή προς τον Αννίβαν και ν' αφήση τους πολίτας, έστειλε τον υιόν του εις την Ρώμην, διατάξας αυτόν να πωλήση τους αγρούς του, και να τω φέρη αμέσως τα χρήματα εις το στρατόπεδον. Άμα λοιπόν ο νέος επώλησε τα κτήματα, και επέστρεψεν, έστειλε τα λύτρα, προς τον Αννίβαν, και έλαβεν οπίσω τους αιχμαλώτους· και όταν μετά ταύτα πολλοί τω τα απέδιδον, δεν τα έλαβε παρ' ουδενός, αλλά τα εχάρισεν εις όλους.

Η. Μετά ταύτα δε, επειδή οι ιερείς τον εκάλουν εις την Ρώμην διά τινας θυσίας, παρέδωκε τον στρατόν εις τον Μινούκιον, μετά παραγγελίας να μη πολεμήση, ουδέ να συγκρουσθή παντάπασι μετά του εχθρού· και ταύτα απηγόρευσεν ού μόνον ως στρατηγός, αλλά και παραινέσεις τω έδωκε, και παρακλήσεις πολλάς τω απεύθυνεν. Αλλ' εκείνος, ολίγον διά τούτο φροντίσας, ευθύς εκινήθη κατά των εχθρών. Παραφυλάξας δε τον Αννίβαν όταν αφήκε τον πλείστον στρατόν του να σιτολογήση, προσέβαλε τους υπολειπομένους, τους κατέκλεισεν εις τα χαρακώματά των, και πολλούς εφόνευσε, και φόβον ενέπνευσεν εις όλους, ότι θέλει τους πολιορκήσει. Τότε, εν ώ η δύναμις του Αννίβου συνήρχετο πάλιν εις το στρατόπεδον, αυτός ανεχώρησεν ασφαλώς, πλήρης αμέτρου μεγαλαυχίας, και θάρρους εμπλήσας το στράτευμα. Τέλος δ' έφθασεν εις Ρώμην η φήμη του έργου, έτι μάλλον εξογκωθείσα. Και ο μεν Φάβιος, όταν ήκουσεν αυτήν, είπεν ότι έτι μάλλον φοβείται του Μινουκίου την ευτυχίαν· ο δε δήμος επαρθείς, συνέτρεχε μετά χαράς εις την αγοράν και αναβάς εις το βήμα ο δήμαρχος Μετίλιος, εδημηγόρει εγκωμιάζων τον Μινούκιον, τον δε Φάβιον κατηγόρει ουχί διά χαυνότητα ή δι' ανανδρίαν, αλλ' ήδη διά προδοσίαν, συνεγκαλών και τους ισχυροτάτους και τους πρώτους εκ των άλλων ανδρών, ότι αυτοί προκάλεσαν τον πόλεμον εξ αρχής, όπως διαλύσωσι την δημοκρατίαν, και παραδώσασι την πόλιν εις ανεύθυνον μοναρχίαν, ήτις, χρονοτριβούσα, να δώση καιρόν εις τον Αννίβαν να καθιδρύση την δύναμίν του, και κυριεύων ήδη της Ιταλίας, να φέρη και άλλην δύναμιν εκ Λιβύας.